ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2018

Nηστεία σημαίνει πείνα για τον Θεό



Όταν διψάσεις, θα ανακαλύψεις τη γεύση του νερού, που αγνοούσες λόγω της συνήθειας. Βάλε το στόμα σου στο τρεχούμενο νερό και γεύσου τις σταγόνες που σου έκαναν τη χάρη να μείνουν για να σε δροσίσουν.
Όταν πεινάσεις, θα ανακαλύψεις τη γεύση του ψωμιού, που αγνοούσες λόγω της συνήθειας. Φάε το ψωμί σου αργά και ταπεινά. Δέξου το με ευγνωμοσύνη ως δώρο και θα σου είναι πιο γλυκό κι από το μέλι.
Με τη νηστεία που μας διατηρεί σε κατάσταση πείνας,ασκούμαστε να λαμβάνουμε την τροφή και τη ζωή ευχαριστιακά. Να τη λαμβάνουμε ως δώρο από τα χέρια του Θεού. Η νηστεία -ως πείνα και δίψα- ανοίγει άλλες προοπτικές, άγνωστες παντελώς στον κορεσμένο άνθρωπο. Το ψωμί, τα φρούτα, το νερό γίνονται ξαφνικά τόσο όμορφα…εμπνέουν τόσο σεβασμό που θέλεις να τα φιλήσεις… Τα απλά ακτινοβολούν μια αγνή ομορφιά που τα κάνει πιο ποθητά από τα πολυποίκιλα και επιτηδευμένα…
Η νηστεία, ως πείνα και δίψα, δίνει στην τροφή και τη ζωή τη γεύση της ευλογίας και της ευχαριστίας. Βλέποντας το ψωμί και το νερό ως δώρο του Θεού, ανακαλύπτεις τελικά παντού γύρω σου τα κρυμμένα Του δώρα… Έχει δίκιο ο π. Αλέξανδρος. "Μόνο αυτός που ευχαριστεί ζει αληθινά"!
Η πείνα και η δίψα της νηστείας είναι στο βάθος της πείνα και δίψα για τον Θεό. Αυτό το ζεις πραγματικά στην εσπερινή λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, όταν όλη μέρα πεινάς και διψάς τον Άρτο και τον Οίνο της Ευχαριστίας.
π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2018

+Γερ. Εφραίμ Κατουνακιώτης-Δοξολογία Θεού


Λέει ὁ Γέροντας στὸν ὑποτακτικό: «Ἐξεγερθέντες τοῦ ὕπνου προσπίπτομέν σοι, ἀγαθέ, καὶ τῶν ἀγγέλων τὸν ὕμνον βοῶμέν σοι, δυνατέ· ἅγιος, ἅγιος» κτλ. «Κουά, κουά, κουά, κουὰ» τὰ βατράχια, κοάζουν, πῶς λέγεται, ξεχάσαμε καὶ τὰ ἑλληνικὰ τώρα.
- Βρὲ παιδί μου, λέει, πήγαινε στὰ βατράχια καὶ πές τα: Ἄ, νὰ σᾶς πῶ, ὁ Γέροντας λέει, σταματῆστε τώρα γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
- Νά ῾ναι εὐλογημένο, Γέροντα.
Αὐτὸς ἦταν ὑποτακτικός! Βλέπεις; Δὲν εἶπε, «ἔ, Γέροντα, τὰ βατράχια θὰ πάω νὰ πῶ ἐγώ;» Ὄχι ὑπακοή.
- Ἀκοῦστε ἐδῶ, βατράχια, εἶπε ὁ Γέροντας νὰ σταματήσετε τώρα, γιατὶ θέλουμε νὰ διαβάσουμε ἐμεῖς τὴν ἀκολουθία.
Μίλησε τὸ βατράχι ἐκεῖ! Λέει:
- Πὲς τοῦ Γέροντα, τώρα τελειώνουμε κι ἐμεῖς τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ ξεκουραστοῦμε.
Καὶ τὰ βατράχια ὑμνολογοῦν τὸ Θεό! Ὅλη ἡ φύση, νὰ ποῦμε, ὑμνολογεῖ, δοξολογεῖ τὸν Θεό, καὶ κατὰ τὴν καθαρότητά μας ἀκοῦμε κι ἐμεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία, τὴ μυστική, τὴν ἄφωνο ὑμνολογία ποὺ κάνουνε καὶ οἱ πέτρες ἀκόμη. Αὐτὸ πῶς τὸ λένε, κάτι στίχους ποὺ ἔχει ἡ μεγάλη δοξολογία, δὲν ξέρω πῶς τὰ λένε, γιατὶ ἐγὼ ἔχω χρόνια νὰ πάω πάνω στὴν ἀκολουθία.
Μοναχοί: Πῦρ, χάλαζα, χιών, πνεῦμα καταιγίδος...
Γέροντας: Πῦρ, χάλαζα, πῦρ καταιγίδος κτλ., ὅλα, τότε ἀρχίζει ἡ μεγάλη δοξολογία. Βλέπετε; Καὶ τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ δέντρα καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὰ ψάρια, ὅλα ὑμνολογοῦν τὸν Θεό. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἐπειδὴ ἔχουμε ἀμαυρώσει, δηλαδή, τὸ νοερὸν τῆς ψυχῆς μας, γι᾿ αὐτὸ λίγο τὸ καταλαμβάνουμε, λίγο. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, τόσο καὶ περισσότερο λαμβάνεις ἕναν φωτισμό, λαμβάνεις μίαν αἴσθηση ὅτι κανένα κτίσμα τοῦ Θεοῦ δὲν μένει ἀργό, ἀλλὰ ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Καὶ ἡ μύγα καὶ τὸ κουνούπι, καὶ τὸ βόδι καὶ τὸ ζῶο, ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό. Ὅταν καθαριστεῖς μέσα σου, θὰ τὴν δεῖς αὐτὴν τὴ μυστικὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καθαρίζεσαι μέσα σου, θὰ τὸ δεῖς καὶ λές: Ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ἐσὺ μόνο δὲν δοξολογεῖς τὸν Θεό. Ὅλα δοξολογοῦν τὸν Θεό!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 26, 2018

Η Σαρακοστή-Μπάμπης Άννινος


Η καημένη η θεια-Μαργαρώ κάπου θα βρίσκεται εκεί ψηλά τώρα στον παράδεισο, που τόσο πολύ πίστευε, παρέα με τ΄ αγγελάκια, στα «χρυσά τα σύννεφα», κοντά στήν κυρά την Παναγία και όλους τους Αγίους, που θυμιάτιζε και μνημόνευε με τόσες μετάνοιες, κάθε απόβραδο μπροστά στο εικονοστάσι και προσκυνούσε με τρίδιπλες μετάνοιες στη μικρή ενοριακή της εκκλησιά…
Κι όμως, δεν το ‘λπιζε να πάει κι έλεγε:
– Κολάζεται κανένας, γιε μου! Κολάζεται και δεν το καταλαβαίνει! Γι΄ αυτό, δεν πρέπει κανένας να ολιγωρεί και να κάνει τα πρεπούμενα. Εκείνα που μας έχουνε μάθει οι πατεράδες μας και που ξέρανε οι παλιοί…
Κι ανάμεσα σ΄ αυτά τα «πρεπούμενα», που ενέπνεε μιαν αληθινή και αφελής ευλάβεια και πίστη, τις μετάνοιες, τα θυμιάματα, τα σταυροκοπήματα, τ΄ αγιοκέρια που φώτιζαν με την ψιλή τους φλόγα, το εικονοστάσι της γωνιάς με τ΄ άσπρα νταντελωτά μπερντεδάκια, ολονυκτίες στα πανηγύρια, τους όρθρους στις μεγάλες δεσποτικές γιορτές, την ταχτική παρακολούθηση της λειτουργίας και την αυστηρή τήρηση όλων των θρησκευτικών καθηκόντων, η μεγάλη δουλειά ήτανε η Σαρακοστή κι η νηστεία… Νήστευε τα Τετραδοπαράσκευα, νήστευε τις προηγιασμένες, νήστευε των Αγίων Αποστόλων, το Δεκαπενταύγουστο, της Σταυροπροσκύνησης, κάθε φορά που το έγραφαν  τα «χαρτιά» και που το νόμιζε αναγκαίο η ψυχούλα της. Μα η μεγάλη νηστεία ήταν η «Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή».
– Κολάζεται κανένας, γιε μου! Κολάζεται και δεν το καταλαβαίνει! έλεγε η καημένη η θεια-Μαργαρώ, κι εμείς οι πειρασμοί, εκπρόσωποι του Πονηρού και του Παγκακίστου, μέσα στο ήρεμο αναχωρητήρι της καλής γερόντισσας, εβάλαμε σκοπό να την κολάσουμε!… Μιαν εβδομάδα ολόκληρη, ύστερα από την Καθαρή Δευτέρα, ενήστευε παραδειγματικά, με μαρουλάκια, ελίτσες, βρεχτοκούκια, και κάπου κάπου λιγάκι χαλβά, που ήταν τα μόνα επιτρεπόμενα εδέσματα του νηστίσιμου «οψολογίου» της και μονάχα την πρώτη Κυριακή εμετρίαζε λίγο τη νηστεία κι εμαγείρευε κανένα λαδερό, αγκιναροκούκι, κανένα λαδοπίλαφο με ξερό χταπόδι… Κι έπειτα, λιγάκι ρετσινάτο, «για να στυλωθεί κανενός η καρδιά του, γιε μου!» επισφράγιζε πραγματικά την «κατάλυση οίνου και ελαίου».
Όσο για τα καρύδια και τα σύκα, που εφίλευε εμάς, τα παιδόπουλα, ήταν για τη θεια-Μαργαρώ πράγματα απαγορευμένα… Όχι από τα περίφημα «πρεπούμενα», μα γιατί δεν είχε πια κανένα δόντι. Όμως, για μας, τα πάστρευε με προσοχή και δεν μας τα ΄δινε ποτέ ατσάκιστα, κι είχε πολλούς λόγους, εκτός από την καλοσύνη της, για τούτο. Φρόντιζε πρώτα πρώτα για την ακεραιότητα της κόψης της πόρτας, που τα μαγκώναμε ανάμεσα και την εκάναμε καρυδοσπάστη, αφήνοντας σημαντικά σημάδια της χρησιμοποίησης αυτής, μα και για την ασπράδα των ασβεστωμένων πεζουλιών της αυλής, που ήταν το τελευταίο καταφύγιο για να τσακίσουμε τα καρύδια, χτυπώντας τα με λιθάρια!…
– Μπρε Ιούδες!… Μπρε Ιούδες! εξεφώνιζε, σαν εκαταλάβαινε κατιτί τέτοιο… Ελάτε εδώ, μπρε, να σας τα τσακίσω εγώ!…
Και δεν ήξερε κανένας τι την επονούσε πιο πολύ απ΄ τα τρία: τα δόντια μας, το μάγκωμα της πόρτας ή το λέρωμα των πεζουλιών;
Κι όμως εμείς, οι «Ιούδες», εβαλθήκαμε να τη λερώσουμε!… Έξω, στο παράσπιτο, στην άκρη της αυλής, για να μη λερώσει την κουζίνα που άστραφτε από πάστρα και γυαλοκοπούσαν τα μπακιρικά, είχε βάλει να μαγειρέψει το περίφημο λαδοπίλαφό της με το χταπόδι, ενώ για μας, σ΄ άλλο τσουκάλι, έβραζε αληθινό πιλάφι με το κρέας, ένα «ατζέμ πιλάφι» από κείνα που μονάχα η θεια-Μαργαρώ ήξερε να φτιάνει αλτρουιστικά για την τέρψη των άλλων!… Κι ο Πειρασμός ξελαμπάδιασε μονομιάς μέσα στο μυαλό μας, εκεί που παίζαμε «καλόγερο» στα άσπρα καί μαύρα πλακάκια της αυλής… Κι ούτε καιρό δεν χάσαμε σε μάταιη συνεννόηση… Με μια ματιά, συνεννοηθήκαμε και το κακό έγινε. ΄Ενα κομμάτι κρέας, παχύ και όλο ψαχνό, έσμιξε μέσα στο λαδοπίλαφο με τα ισχνά κομμάτια του ξερού χταποδιού…
Με τι καρδιοχτύπι περιμέναμε το μεσημέρι, με τι ανυπομονησία προσμέναμε ν΄ αρχίσει το φαγητό της, ξεχνώντας μες στα πιάτα το νόστιμο δικό μας πιλάφι και κοιτάζοντας το λαδοπίλαφό της…
Και να… Εκεί που δεν το προσμέναμε πια, ύστερα από την πρώτη-δεύτερη μπουκιά, το πιρούνι της ανάσυρε το σώμα του εγκλήματος. Το γύρισε από δω, το γύρισε από κει, με ιερή φρίκη. Το γεροντικό της, μα τόσο συμπαθητικό, πρόσωπο πήρε μια έκφραση συντριβής, και μας κοίταξε ύστερα, ενώ εμείς σκύβαμε τα μάτια στα πιάτα μας, έτοιμοι να γελάσουμε, μα χωρίς να μπορούμε… Περιμέναμε τη δίκαιη τιμωρία μας. Μα εκείνη είπε μονάχα με σπαραγμό, σπρώχνοντας το πιάτο:
– Η αμαρτία στο λαιμό σας!…
Κι αλήθεια, θαρρείς σαν η Αμαρτία να ήταν κάτι το ψηλαφητό, κάποιο πράγμα ήρθε κι έκατσε πραγματικά στο λαιμό μας!… Κομπιάσαμε, ξεροκατάπιαμε, αφήσαμε το φαΐ μας και, μπρουμιτίζοντας στο τραπέζι, αρχίσαμε τα κλάματα.
Τότε η καλή γερόντισσα, που ο θρήνος μας κι η μεταμέλειά μας την είχε συγκινήσει, κατανικώντας κάθε της απέχθεια, κάθε της ευλάβεια και κάθε πεποίθηση, προσπάθησε να μας παρηγορήσει. Και παίρνοντας το κρέας του Πειρασμού, άρχισε να τρώει κι αυτή, μπροστά στα κατάπληκτα και κλαμένα μάτια μας, λέγοντας:
– Να, μπρε σεις!… Φάτε!… Κι άστε τα κλάματα!… Να! Φάτε!… ο Θεός δεν ...ξεσυνερίζει...!
Πεμπτουσία

Κύριε των δυνάμεων μεθ΄ημών γενού



«Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού». Πώς ο Κύριος θα είναι μαζί μας. Ο Χριστός είναι δύναμη.
«Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού…». Άραγε τί θέλουν να πουν αυτά τα λόγια; Κάτι καλό όμως θα είναι και ευχάριστο, για να το παρουσιάσουν οι άγιοι Πατέρες να λέγεται τώρα, αυτές τις ημέρες της άγιας Τεσσαρακοστής. Ποιός βασιλιάς, ποιός εξουσιαστής, ποιός άρχοντας, ποιός ηγεμόνας είναι σε αυτόν τον κόσμο, που δεν έχει εξουσία; Τόση δύναμη έχει ο λόγος του, ώστε εκείνο που θα προστάξει να γίνει αμέσως. Όμως δύναμη πνευματική δεν μπορεί να τους δώσει.
«Κύριε των δυνάμεων μεθ ημών γενού». Παρακαλούμε τον βασιλέα των ουρανών να μας δώσει κάποια δύναμη πνευματική. Τώρα, αυτές τις ημέρες πολύ σωστά όρισαν οι άγιοι Πατέρες να το λέμε αυτό και να τον παρακαλούμε να έλθει μαζί μας. Έλα εσύ, που είσαι ο εξουσιαστής όλων των δυνάμεων, εσύ που είσαι Κύριος των πάντων, έλα μαζί  μας. Τί να κάνεις; να γίνεις παρήγορός μας, έλα να γίνεις συνήγορός μας, δάσκαλος και ιατρός μας· εσύ που εξουσιάζεις τα πάντα «μεθ’ ημών γενού». Τον παρακαλούμε να μας δώσει κάποια δύναμη.
Αυτή όμως η δύναμη απλώς και ως έτυχε δεν έρχεται. Δεν είναι κανένα ρούχο να το φορέσουμε, δεν είναι κανένα πράγμα υλικό, για να το πάρουμε· είναι μία δύναμη πνευματική. Είναι ο ίδιος ο Θεός, τον οποίον παρακαλούμε να έλθει μαζί μας. Είναι πανέτοιμος για να έλθει· είναι πολύ πρόθυμος και έτοιμος κάθε στιγμή με ευχαρίστηση, με χαρά, με καλή διάθεση, να έλθει να επισκιάσει και να βοηθήσει τον άνθρωπο, αλλά πρέπει να του ετοιμάσουμε τόπο.
Ποιός είναι αυτός, που έχει τόσες δυνάμεις; είναι αυτός ο Χριστός, που ήλθε και έχυσε το πανάγιό Του αίμα, για να μας εξαγοράσει και να μας δώσει δύναμη, ώστε να πατούμε επάνω «όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Αλλά δεν έρχεται έτσι· πρέπει πρώτα – πρώτα να καταδαμάσουμε τα πάθη μας. Για τούτο οι άγιοι Πατέρες όρισαν να το λέμε τώρα, αυτές τις ημέρες, που είναι η νηστεία· διότι η νηστεία καταδαμάζει τα πάθη. Εάν δεν καταδαμαστούν αυτά, δεν έρχεται ο Θεός.
Ποιό όμως να είναι το μέσον, με το οποίο θα μπορέσουμε να φέρουμε τον Θεό μαζί μας; Πιστεύω ότι το ξέρετε. Το μέσον αυτό, με το οποίο θα φέρουμε τον Θεό μαζί μας, είναι αυτή η συντριβή της καρδίας. Να συντρίψουμε την καρδία μας και να φέρουμε στον εαυτό μας την αγάπη, την ταπείνωση, την υπομονή και επιμονή στο αγαθό, για να μείνει ο Θεός μαζί μας. Δύσκολο όμως είναι. Διότι τα πάθη μας δεν τα δαμάζουμε εύκολα.
Επικαλούμεθα τον Θεόν στο κελλί μας, μέσα στην εκκλησία, κλαίμε, συντρίβουμε τον εαυτό μας, άλλα διάφορα κάνουμε, βγαίνουμε όμως κατόπιν έξω και εκείνα, τα οποία κερδίσαμε, τα δαπανάμε. Πώς; Με το μίσος, την κακία, την πονηρία, με την κρίση, με την κατάκριση και με τα άλλα πάθη, τα οποία πολεμούν καθημερινά τον άνθρωπον. Φωνάζουμε: Κύριε των δυνάμεων έλα μαζί μας… αλλά αυτά απομακρύνουν τη χάρη του Θεού, και δεν έρχεται. Δεν φοβούμεθα το Θεό, αλλά και δεν τον αγαπούμε· ναι έλεγε ο μέγας Αντώνιος, ότι εγώ δεν φοβούμαι τον Θεό, αλλά τον αγαπώ ολοψύχως, διότι η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβο.
Πώς δείχνουμε ότι δεν τον αγαπούμε εμείς; διότι όταν μας τύχει μια προσβολή, δεν υπομένουμε, όταν μας τύχει κάτι που μας παροξύνει, δεν υποκύπτουμε, όταν μας έρχεται να κάνουμε κάτι, το οποίο είναι μισητό ενώπιον του Θεού, δεν το αποφεύγουμε. Ποιόν βλάπτουμε; τη ψυχή μας. Εκεί που θα βλαφτείς, εκεί πηγαίνεις· εκεί που θα σκοτισθεί το μυαλό σου, εκεί τρέχεις. Τί θα κερδίσεις; αντί χαρά, λύπη· αντί ανάπαυση, ταραχή και ανησυχία. Πώς θα έλθει μαζί σου ο Θεός;
Πολλές ημέρες τώρα παρατηρώ έξω που πηγαίνω, ότι έρχονται δύο πέρδικες και καθίζουν εκεί στο παγκάκι· πότε πιό πάνω, πότε πιό κάτω, όλο τις βλέπω να τριγυρίζουν εκεί. Γιατί δεν έρχονταν και άλλοτε; γιατί δεν έρχονταν και τα περασμένα χρόνια, μόνο τώρα κάθε μέρα έρχονται; Διότι βλέπουν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος. Εμείς, αδελφές, δεν βλέπουμε τον κίνδυνο που έρχεται εναντίον της ψυχής μας; Δεν βλέπουμε ότι ο διάβολος γίνεται όργανο, για να απορροφήσει την πνευματική μας δύναμη. Ποιός το σοφίζει αυτό το πουλί; ποιός του έλεγε τόσα χρόνια να μην έρχεται και τώρα δεν φεύγει από εκεί; Κανείς· με τη γνώση του· καταλαβαίνει ότι σ’ αυτό  το μέρος θα βρει τη γαλήνη, θα βρει ­την ησυχία. Εμείς είμαστε λογικοί άνθρωποι, αφιερωμένοι στον Θεό. Γιατί να τρέχουμε εκεί που είναι ο κίνδυνος; Γιατί να μην ασπαζόμαστε  τη σιωπή; Γιατί να μην κυνηγούμε την υπακοή; Γιατί να μην έχουμε την αγάπη, την υπομονή, την ομόνοια, με τα οποία θα αποφύγουμε τους κινδύνους και θα φέρουμε τη θεϊκή δύναμη μέσα μας;
Έμενα, μου κάνει εντύπωση αυτό το πράγμα· έκπληκτος γίνομαι· ένα πουλί να καταλαβαίνει τον κίνδυνο! του δίνει σοφία ο Θεός· του δίνει στόχαση, ότι σ’ αυτό το μέρος δεν έχει φόβο να βλαφτεί.
Δεν μας φθάνει, αδελφές, να πούμε ότι ήλθαμε στο στάδιο της αγίας Τεσσαρακοστής και εξασφαλιστήκαμε με τη νηστεία που κάνουμε διότι η νηστεία αυτή δεν είναι άλλο παρά μια αλλαγή φαγητών. Άλλη νηστεία να κάνουμε· διότι λέει και το στιχηρό, «νηστεία δεν είναι μόνον η αποχή των βρωμάτων, αλλά εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, καταλαλιάς, ψεύδους…» αυτά να αποφύγουμε, αδελφές. Διότι δεν θα μπορέσουμε να δικαιολογηθούμε τότε ενώπιον του πανδήμου δικαστηρίου και να πούμε ότι δεν τα ξέραμε. Όταν τηρείς λοιπόν αυτά, ευθύς ως θα ειπείς: «Κύριε των δυνάμεων, έλα μαζί μου…» αμέσως ένας άγγελος έρχεται πλησίον σου. Έρχεται και ο διάβολος από πίσω, αλλά ο άγγελος είναι ισχυρότερος. Και να μην πεις ποτέ, ο διάβολος με παρακίνησε και έκανα εκείνο το κακό, ή είδα τον άλλο και παρακινήθηκα και εγώ. Διότι δεν γελιέται ο Θεός· τον άγγελο που σου έδωσε φύλακα και σε φυλάει νύκτα – μέρα, γιατί δεν τον ακούς, αλλά μόνον ακούς τον Σατανά; Δωρεάν μας φυλάει ο άγγελος μέρα και νύκτα. Όμως επειδή αδυνατούμε να κάνουμε το αγαθό, αδυνατεί και ο άγγελος και φεύγει μακριά μας. Αλλά ο διάβολος που μένει πλησίον σου καλό θα σου κάνει; Προσέχετε! διότι η ζημιά είναι μεγάλη και όταν σεις ζημιώνεσθε, η λύπη μου είναι άπειρη. Διότι δεν θέλω να χαθεί καμία σας. Αν χαθώ εγώ, δεν με νοιάζει· αν χαθεί όμως μια από σας, η λύπη μου θα είναι πολύ μεγάλη…
Να προσέχετε! Όπου είναι η δύναμη, εκεί να τρέχετε· να φεύγει κάθε είδος κακίας, το οποίο θα σας φέρει σκότος και ταραχή. Ποιά είναι η δύναμη; ο Χριστός! εκεί να τρέξεις. Σου έτυχε κάτι; τρέξε στη προσευχή, τρέξε στο Χριστό. Και πώς δεν πας στο Χριστό; πώς δεν τρέχεις στη προσευχή; η προσευχή, είναι το πάν, εκεί είναι η δύναμη, εκεί είναι η βοήθεια. Τρέξε λοιπόν στον βοηθό, τρέξε εκεί που υπάρχει δύναμη.
Η προσευχή είναι σαν μία θωράκιση, είναι σαν ένα ισχυρό όπλο και ενίσχυση, για να αποφεύγουμε τον Σατανά και να μη γινόμαστε παιχνιδάκι  του. Από πού έρχεται η δύναμη; από το Χριστό! Ο Χριστός μου είναι δύναμη… τρέξε λοιπόν φώναζε το Χριστό να σε βοηθήσει. Προσπαθήσετε να αγιασθείτε, να φωτιστείτε,… επικαλείσθε τον Χριστό να σας γίνεται βοηθός σε όλα και συνήγορος. Εμείς έχουμε αγγέλους και μας φυλάγουν ο βασιλέας μας, μας έδωσε από έναν άγγελο φύλακα. Λοιπόν αποφεύγετε τον Σατανά· τρέχετε στον Χριστό. Οτιδήποτε σας συμβεί, η παρηγοριά σας να είναι ο Χριστός· εκεί είναι η δύναμη. Θέλω να γίνετε τέκνα του επουρανίου βασιλέως· θέλω να σας δω όλους στη βασιλεία των ουρανών.


(Αγίου Ανθίμου του Χίου, Πνευματικές διδασκαλίες).



Κυριακή, Φεβρουαρίου 25, 2018

Ευρήκαμεν Ιησούν ( π. Γ. Μεταλληνός)


Ορθοδοξία, όμως, είναι η εύρεση του Χριστού, ως Θεού και Σωτήρα. Αυτό σημαίνει ο λόγος του σημερινού Ευαγγελίου «ευρήκαμεν Ιησούν» (Ιω. 1,69). Είναι η εκπλήρωση της λυτρωτικής προσδοκίας σύνολης της ανθρωπότητας. Ο απ. Πέτρος, απολογούμενος ενώπιον του εβραϊκού Συνεδρίου, τόλμησε να πει: «Ουκ εστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία» - Κανείς άλλος δεν μπορεί να σώσει (Πρ. 4,11). Αυτό σημαίνει: Κανείς άλλος εκτός του Χριστού δεν μπορεί να οδηγήσει στη Θεογνωσία, στην αληθινή ένωση του ανθρώπου με το Θεό, του κτιστού με τον Άκτιστο.
Στην Ορθοδοξία δε γνωρίζουμε το Θεό διανοητικά, στοχαστικά, αφηρημένα ως κάποιο απρόσιτο «πνεύμα», αλλά στο Θεάνθρωπο Χριστό, που ανήκει στην ιστορική πραγματικότητα και έγινε όμοιος με μας (άνθρωπος), χωρίς όμως την αμαρτία μας (Εβρ. 4,15).
Η αμαρτία δεν ανήκει στην αρχική φύση του ανθρώπου, που έπλασε ο Θεός. Γι' αυτό στον αληθινό Χριστό δεν μπορεί να βρει κανείς χαρακτηριστικά και συμπεριφορές, όμοια με τα δικά μας, που ζούμε με την τραγικότητα της πτώσης. «Υπέρ άνθρωπον αυτού τα ανθρώπινα» διακηρύσσει ο αγιοπατερικός λόγος.
 Εκούσια προσέλαβε ο Χριστός τα «αδιάβλητα» (μη εφάμαρτα) πάθη μας: την πείνα, τη δίψα, τον πόνο, το θάνατο, τις συνέπειες δηλαδή της πτώσης, μετέχοντας έτσι στην ιστορική περιπέτειά μας, για να σώσει τον άνθρωπο και να αγιάσει την ιστορία. Ο Χριστός, που σώζει, είναι ο Χριστός των Αγίων μας, ως «Χριστός της πίστεως» αλλά και «της ιστορίας». Αυτόν το Χριστό συναντάμε στο Σώμα του, την Εκκλησία. 
Προσωπική προσέγγιση

     Βέβαια, ο καθένας μπορεί να προσεγγίσει το Χριστό με το δικό του τρόπο, πλάθοντας - αυθαίρετα - το Χριστό, κατά το περιεχόμενο της καρδιάς του ή της διανοίας του (μεταφυσική κατανόησή Του). Σε αυτή την περίπτωση, όμως, προβάλλουμε στο Χριστό τα δικά μας πάθη και «τιμάμε» το Χριστό των παθών μας (ας θυμηθούμε το ελληνικό δωδεκάθεο). Πάντα το πρόβλημα της προσέγγισης του Θεού είναι ο άνθρωπος. «Δείξόν μοι τον άνθρωπόν σου, καγώ σοι δείξω τον Θεόν μου», απάντησε ο αρχαίος απολογητής (β΄ αι.) Θεόφιλος στον εθνικό συνομιλητή του Αυτόλυκο.

Αν ο άνθρωπος δεν καθαρίσει την καρδιά του και δεν «πλησθή Πνεύματος Αγίου» (Πρ. 2,4) θα «βλέπει» το Χριστό μέσα από το πρίσμα της (αρρωστημένης) φαντασίας του.

Οι άγιοι - άνδρες και γυναίκες - βλέποντας το Χριστό «εν καθαρά καρδία» «δοξάζουν» - δηλαδή φανερώνουν - τον αληθινό Χριστό και δε συντελούν, όπως εμείς οι διαστρεβλωτές της αγιότητας στο να «βλασφημήται ο Θεός εν τοις έθνεσιν» (Ρωμ. 2,24). Δεν ξέρω, αλήθεια, αν, κάθε φορά που συκοφαντείται ο Χριστός, μπορούμε οι λεγόμενοι χριστιανοί να αναζητήσουμε την αιτία στην αντίχριστη συμπεριφορά μας (βλ. Ρωμ. 2,17 - 23)...

Ιεραποστολική μαρτυρία
    Η αληθινή σχέση του ανθρώπου με το Σωτήρα Χριστό βεβαιώνεται μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας ως ιεραποστολική μαρτυρία και (πρόσ)κληση σ' εκείνον: «Έρχου και ίδε» (Ιω. 1,46). «Ουαί μοι, εάν μη ευαγγελίζωμαι» - αλίμονό μου, αν δεν κηρύττω το ευαγγέλιο του Χριστού - ομολογούσε ο απ. Παύλος στους Έλληνες της Κορίνθου (Α΄ Κορ. 9,15).
Στον Παύλο, άλλωστε, οφείλει τον εν Χριστώ φωτισμό της και όλη η Ευρώπη. Σ' αυτόν, που συνέχισε - με έναν άλλο τρόπο - το έργο του Μ. Αλεξάνδρου προς τη Δύση. Γι' αυτό ίσως μοιράζεται και ο Παύλος τις εναντίον του Χριστού επιθέσεις! Άλλο το πώς κατάντησε το χριστιανισμό - και το Χριστό - του Παύλου η Ευρώπη!
Είναι, πάντως, εύστοχη η σύνδεση της «Κυριακής της Ορθοδοξίας» με την ιεραποστολή, ως έκφραση της «εν Χριστώ εμπειρίας» («ευρήκαμεν Ιησούν») και κλήση στην «εν Χριστώ» σωτηρία («έρχου και ίδε»).

«Ίδε» όμως σημαίνει «Ζήσε»...




Σάββατο, Φεβρουαρίου 24, 2018

Α΄ Κυριακή των Νηστειών: Η νίκη της Ορθοδοξίας, η αναστήλωση της Εικόνας!




Hμέρα χαρμόσυνος και ευφροσύνης ανάπλεως πεφανέρωται σήμερον... 

Ας είναι ευλογητός ο Θεός , αγαπητοί μου αδελφοί, ο Οποίος μας αξίωσε να βιώσουμε και πάλι τις λαμπρές και πενθοχαρμόσυνες αυτές ημέρες της Εκκλησίας μας. Την προπασχάλια αναστάσιμη χαρά της ορθόδοξης τεσσαρακοστής!

Από την κοιλάδα του κλαυθμώνος της Αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής αυτομάτως η αγία Εκκλησία μας μεταφέρει  σε πελώρια ύψη θεολογίας, στο θαβώρειο όρος της δόξης. Θρηνήσαμε και κλάψαμε στο πρώτο αυτό σταθμό του σταδίου, είδαμε την πίστη των προφητών, είδαμε την νικη και τα οφέλη της νηστείας,αναψυχτήκαμε με τους λαμπρούς Χαιρετισμούς στην Υπεραγία Θεοτόκο, ευγνωμονήσαμε τον Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο πανηγυρίζοντες, τώρα ας συστήσουμε εορτή για τον θρίαμβο και την πανήγυρη της Ορθοδοξίας.

Η Α΄αυτή Κυριακή των Νηστειών, λαμπρύνεται από την δόξα της πίστης και την νίκη της Εκκλησίας. Την αποσαφήνιση του δόγματος και την νίκη  της Εκκλησίας προβάλει αυτή η Κυριακή πάνω στον κόσμο. Ορθοτομεί η Εκκλησία και πανηγυρίζει, αιματοβαμμένη από τα πορφυρά αίματα των Πατέρων και των Μαρτύρων της γιατί θριάμβευσε πάνω στο δικέφαλο τέρας: την ειδωλολατρία της ύλης και την πλάνη του γνωστικισμού. Ας φιμωθούν οι θεομάχοι παίδες του Μάνεντος. Ιδού Εσαρκωμένος ο Θεός καθαγίασε την ύλη και προσκυνείται υποστατικώς διά της Θεότητας του αναμέσον του λαού Του. Ας σωπάσουν οι μηδενιστές και οι λάτρεις της ύλης. Η αληθινή πίστη θριαμβεύει πνευματικώς, θριαμβεύει και ιστορικώς και από την πληθύν των ευσεβών ορθοδόξων οικουμενικώς λιτανεύεται. Ανοιχτή είναι η θύρα του Παραδείσου για όλους. Πνευματικά τα γυμνάσματα και σαρκικά τα παλαίσματα.Οι Πατέρες δογματίζουν συνοδικώς και η πλάνη της φιλοσοφίας φυγαδεύεται. Ορθώνεται η αλήθεια εζωγραφημένη και ιστορημένη και το σκότος διαλύεται. Αστράπτει και λάμπει η Εκκλησία του Χριστού, στολισμένη με τις πανάγιες Εικόνες του Δεσπότη Χριστού, της Υπεραγίας Θεοτόκου και των αγίων δούλων του Θεού. Θριαμβεύει ο Σταυρός, ζουν τα λείψανα και προκαταγγέλουν ανάσταση, μεταβάλλεται ο άρτος και ο οίνος σε Σώμα και Αίμα Χριστού, καθαγιάζεται το νερό σε λουτρό παλλιγενεσίας, η πέτρα αντιλαλεί την δόξα του Θεού, ο ύμνος και η γραφίδα χαράζουν τα μεγαλεία Του,το μέλος μεγαλουργεί, ο ναός χωρεί τον άχώρητον, η Φύση πανηγυρίζει για την σφραγίδα Του, ο άνθρωπος βρίσκει πλέον ανοικτή την θύρα του χαμένου παραδείσου, γιατί όντως ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν ημίν.

Δεν λατρεύουμε Θεόν αφηρημένο, δεν προσκυνούμε κτίσμα και ύλη, αλλά αυτόν τον Κύριο υποστατικώς θεάνθρωπο προσκυνούμε και την άκτιστη χάρη του μεταλαμβάνουμε οι σαρκικοί και ανάξιοι!Διά της σαρκώσεως ο πριν γνωστός στους προφήτες και δικαίους αποκλειστικά  Θεός , τώρα  στους ανθρώπους   μέσα στην Εκκλησία φανερώθηκε.Η θεοφάνεια ψηλαφητή , η δόξα θεατή, η σωτηρία εξασφαλισμένη, η μετοχή προσιτή. Ας σωπάσουν οι νεφελοβάτες και οι φλήναφοι, οι λάτρεις του πεπερασμένου νοός και οι μωρόδοξοι.Πανηγυρίζει ο Ησυχασμός και επικρατεί η αλήθεια. Αισχύνεται ο Βαρλαάμ και θριαμβεύει η ορθοδοξία. Ας σωπάσουν οι χυδαίοι και οι παγανιστές, οι λατρεύοντες τα κτίσματα και όχι τον Κτίστη, γιατί αποσαφηνίστηκε η αλήθεια και νικά το Ευαγγέλιον. Ας διασκορπιστούν οι δαιμονισμένοι άυλοι και ας πάψουν της νοησιαρχίας οι οπαδοί.Η τιμή επί το πρωτότυπο διαβαίνει κατά τον θεορρήμονα Βασίλειο.Οι κοσμικοί ας αφήσουν τις υποκρισίες τους, οι παραδομένοι στην υλολατρεία να πάψουν να μας κατηγορούν για ειδωλολάτρες. Εμείς Θεόν σεσαρκωμένον λατρεύουμε και την μετοχή στην θεότητα ομολογούμε πανηγυρίζοντες!

Δεν είναι ξένη αυτή η εορτή με το πνεύμα της Τεσσαρακοστής. Αγιογραφικό εργαστήριο αναστήλωσης είναι η Εκκλησία. Η Τεσσαρακοστή είναι ένα ταξίδι επιστροφής στον Παράδεισο. Αναστηλώνοντας τις Εικόνες, ομολογούμε και δεσμευόμαστε για την αναστήλωση της δικής μας εικόνας, της εικόνας του Θεού. Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι η Νικη του Ανθρώπου, είναι ο θρίαμβος της Εκκλησίας πάνω στην φθορά και τον θάνατο, πάνω στην φιλοσοφία και την κοσμική πλάνη.Ο άνθρωπος δεν είναι νεφέλη , αλλ'ουτε και χώμα μόνον. Είναι το πλαστούργημα του σοφού Πλαστουργού από χώμα μεν και ουρανό αποτελούμενο. Είναι στην ζωή με την πνοή και την ενέργεια της μόνης Ζωής, του Τριαδικού Θεού . Είναι πλασμένος για να καταστεί θεός κατά χάριν. Αυτή είναι η ομολογία της ανόρθωσης και της αναστήλωσης της Εικόνας.Είναι η ομολογία πώς το καθ'ομοίωσιν είναι δυνατόν πλέον. Είναι αρραβώνας της ουράνιας δόξας. Αύτη η πίστη τον κόσμον εστήριξε. Αύτη η πίστις των Αποστόλων και των Πατέρων.Αυτή την πίστη ας την εμπλουτίζουμε και ας την διεκδικούμε το καθ'ημέραν ,επιστρέφοντας κάθε στιγμή στον Θεό και Πατέρα μας.

Νικά η ορθοδοξία! Τίς Θεός μέγας ως ο Θεός ημών! Καλό υπόλοιπο τεσσαρακοστής, καλή επιστροφή.


π παντελεήμων κρούσκος, 22-23/3/2013

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 23, 2018

Θαρσαλέως!




"Θαρσαλέως". Αυτή η απλή και μεστή δυναμικότητας λέξη των Χαιρετισμών καταδεικνύει ξεκάθαρα το καθ' ημας Ήθος. Η αγνότητα , η αγότητα δίνει το θάρρος, την κατά Χριστόν παρρησία, την συνδιάλεξη την καθαρή, χωρίς προφάσεις και φόβους για τον άλλο.Το θάρρος είναι βασικό συστατικό των αγίων, των αγνών ανθρώπων, πού δεν έχουν να κρύψουν τίποτα και τίποτα δεν τους τραβάει προς τα κάτω, δεν τους κρατάει δεσμίους στα σκοτάδια. Αυτό το ήθος πάμε να το απολέσουμε σήμερα. Έχουμε νοθευτεί. Τα φαντάσματα του πονηρού και οι τρομαχτικές παγίδες της ερήμου δραπέτευσαν από την άβυσσο του εσωτερικού κόσμου. Έγιναν απτά και ορατά φόβητρα, σε έναν κόσμο πολεμικό και ανάλγητο, γεμάτο εξουσιασμό και φόνους.Ο κόσμος είναι αντίχριστος επειδή δεν σέβεται και δεν υπολογίζει την μοναδικότητα του ανθρώπου, της φύσης την οποία καταδέχτηκε ο Λόγος του Θεού. Ο άνθρωπος έπαψε να έχει εμπιστοσύνη(πίστη) στην προστασία και επαγγελία του Θεού του και κρύβεται, αμύνεται μέσα σε ένα καβούκι όλο αγκάθια για τον περιβάλλοντα χώρο του. Επειδή " ο άλλος είναι η κόλαση μου", έχουμε γίνει κόλαση οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Ότι πολλά τα πταίσματα και τα ανομήματα μας. Δεν μπορεί ο σκλάβος των παθών να είναι θαρρετός και θαρραλέος, γιατί δεν είναι πια ελεύθερος. Αυτό είναι το μήνυμα της Θεοτόκου σε έναν ανελεύθερο, φοβικό και φοβισμένο κόσμο. Εσωτερική και εξωτερική ελευθερία! Ας την διεκδικήσουμε με τον εξαγνισμό και την κάθαρση μας.Αν έχουμε ακόμα την δύναμη. 

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2018

Το εγώ και ο αληθινός Θεός


Ὅταν τὸ ἐγὼ ἀναζητᾶ τὸ Θεό, ἀπογοητεύεται βαθειὰ ἀπὸ τὴ σιωπή Του. Τὰ ὅρια τῆς σιωπῆς, τοῦ σκότους καὶ τῆς ἀπόκρυψης μὲ τὰ ὁποῖα συνήθως ὁ Θεὸς περιβάλλει τὸν Ἑαυτό Του, ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀπογοήτευση, ἐπιχειρήματα, θυμὸ, ἀκόμα καὶ ἀπόρριψη. Τὸ ἐγὼ συχνὰ ἀντικαθιστᾶ τὰ προϊόντα τοῦ μυαλοῦ μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ὡς ἰδέα εἶναι ἕνας Θεὸς ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα στὶς ἀνάγκες τοῦ ἐγώ. Τέτοιος Θεὸς θὰ καταλήξει νὰ εἶναι μία εἰκόνα τοῦ ἴδιου τοῦ ἐγώ. Ἀναπόφευκτα γινόμαστε αὐτὸ τὸ ὁποῖο λατρεύουμε.

Τὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποῖα ἔψαχνα σοβαρὰ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ ἕλκυε ἕνας Θεὸς τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦσα νὰ ἀποκτήσω. Ἀντιλαμβανόμουν τὴν εὐχαριστιακὴ πειθαρχία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὅτι ὑπῆρχαν πράγματα ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ χώρους στοὺς ὁποίους δὲν μποροῦσα νὰ ἐπισκεφτῶ, ἐνῶ τὸ πνευματικό μου ταξίδι ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν εἶχε ὅρια. Μποροῦσα νὰ πάω ὅπου ἤθελα, νὰ πῶ ὁτιδήποτε, νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ νὰ ταξιδέψω ὅπου ἤθελα. Καὶ ἔτσι κάθε προσπάθεια ποὺ κατέβαλλε τὸ ἐγώ μου, μὲ ἔφερνε ἀντιμέτωπο μὲ τὸ ἴδιο τὸ ἐγώ μου. Οἱ ἀκολουθίες τῆς Κυριακῆς ποὺ ἐπιτελοῦσα ὡς Ἀγγλικανὸς ἱερέας ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μεγάλων διαπραγματεύσεων, μεταξύ τοῦ δικοῦ μου ἐγὼ ἐνάντια στὰ ἐγὼ τῶν ἄλλων ποὺ ἤθελαν κάτι ἄλλο. Ἡ λατρεία ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀνήσυχης εἰρήνης, μιὰ ἐκπαίδευση σ’ ἕναν ἀνταρτοπόλεμο. Στὴν τελευταία μου ἐνορία, εἴχαμε τρεῖς λειτουργίες κάθε Κυριακή, γιὰ τρεῖς διαφορετικὲς ὁμάδες, οἱ ὁποῖες συχνὰ δὲν συμπαθοῦσαν ἡ μία τὴν ἄλλη.

Ἡ σύγχρονη συνήθεια τοῦ νὰ ψάχνουμε μία φιλικὴ Ἐκκλησία εἶναι τὸ λογικὸ παράγωγο μιᾶς ζωῆς ποὺ περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴ θεωρία τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένεια ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ ὅλους. Ὁ Ἰησοῦς δὲν πέθανε γιὰ νὰ σώσει τὸ ἐγώ. Πέθανε γιὰ νὰ τὸ νεκρώσει. Ὅταν μεταστράφηκα στὴν Ὀρθοδοξία, ἕνας φίλος, ὁ ὁποῖος ἀσπαζόταν τὸ σύγχρονο φιλελευθερισμό, εἶπε: «Ὁ Στέφανος ἔγινε Ὀρθόδοξος γιατί φοβᾶται τὴν ἀλλαγή».

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἔγινα Ὀρθόδοξος γιατί φοβόμουν ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀλλαγή, ἀλλὰ ὅτι οἱ ἴδιες κουβέντες θὰ ἐπαναλαμβάνονταν διαρκῶς.

Τὸ ἐγὼ κατασκευάζει μία χαρούμενη πόλη, γεμάτη μὲ κτίρια, ποὺ εἶναι προϊόντα διαπραγμάτευσης καὶ διαρκῶς μεταβαλλόμενους δρόμους. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἀξίες γιατί δὲν ὑπάρχει πραγματικότητα. Μόνο τὰ ὅρια ποὺ βάζουμε στὴ ζωὴ μας φανερώνουν τὸ ποιοὶ εἴμαστε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Θεός.


π. Στέφανος Freeman,τα όρια της ζωής μας

από εδώ

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2018

Φως Χριστού φαίνει πάσι!


ιστορική και θεολογική προσέγγιση
του Παναγιώτη Ι. Σκαλτσή

Από τα ωραιότερα στοιχεία της Προηγιασμένηςχαρακτηριστικά της Λειτουργίαςαυτής ως εσπερινής σύναξης, είναι ό σταυρο­ειδής φωτισμός-εύλογία του λάου με τη σχε­τική εκφώνηση «φως Χρίστου φαίνει πάσι», και ή ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω ή προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου...» μετά άπό τα αναγνώσματα.
Το πρώτο λέγεται άπό τον ίερέα μαζί με το «Σοφία· ορθοί» μετά το Παλαιοδιαθηκικό ανά­γνωσμα από τη Γένεση, το δεύτερο προκείμε­νο ττού ακολουθεί,και το «Κέλευσον» πού λέ­γει ό αναγνώστης. Τότε ό ιερέας κρατώντας θυμιατό στο δεξί χέρι και λαμπάδα,«μανουάλιον μετά κηρου», στο αριστερό, στέκεται μπροστά στην Αγία Τράπεζα και φωτίζει σταυροειδώς το λαό, λέγοντας το «Σοφία· ορθοί». Κατόπιν σφραγίζει σταυροειδώς πάλι το λαό, λέγοντας το «φως Χρίστου φαίνει πάσι».

Για τη λειτουργική και θεολογική σημασία αυτής της ευλογίας έχουν εκφρασθεί διάφορες άπόψεις. Κατά μίαν ερμηνεία το «φως Χρί­στου...» αναφέρεται στα αναγνώσματα της Πα­λαιάς Διαθήκης, των όποίων οι συγγραφείς φω­τίσθηκαν και έμπνεύσθηκαν από το φως του Χρίστου. Επομένως, πρέπει να σχετισθούν με το αληθινό φως της θεογνωσίας πού πηγάζει άπό το Χριστό και να ερμηνευθούν στην προοπτική του ευαγγελικού φωτός.
Ό Σμέμαν μιλά για την εκπλήρωση των προφητειών στο πρόσωπο του Χρίστου,και ό άγιοςΣυμεών Θεσσαλονίκης δικαιολογεί την ένταξη της εν λόγω φράσης μεταξύ των δύοαναγνωσμάτων ως εξής· «Ή μεν Γένεσις τα απαρχής διηγείται, την δημιουργίαν των όντων και την εκπτωσιν τον Αδάμ. Ή Παροιμία δε αίνιγματωδώς τα περί τον Υίον του Θεού έκδιδάσκει και τοις δι' αυτόν υίοθετηθείσι παραι­νεί, ώσπερ υίοϊς, και Σοφίαν αυτόν τον Υίόν ονομάζει καί οίκον οίκοδομήσαι έαυτη λέγει, το πανάγιον αυτόύ σώμα,... καί φως εστί τα άνω καί τα κάτω φωτίζων»*

Το αισθητό, λοιπόν,φως πού ευλογείται καί άνάπτεται την ώρα αύτη γίνεται τύπος του Χρι­στού, της Σοφίας του Θεού, για την οποίαν «αίνιγματωδώς» κάνουν λόγο οι Παροιμίες· «ότι δε τύπον του άληθινού φωτός Ιησού Χριστού σημαίνει τούτο το φως».
Όρισμένοι έπίσης συνδέουν το «φως Χρί­στου...» με τους κατηχουμένους καί κυρίως τους φωτιζόμενους, οι όποιοι από τα μέσα της Με­γάλης Τεσσαρακοστής προετοιμάζονταν για το βάπτισμα πού γινόταν το βράδυ του Μεγά­λου Σαββάτου. Το φως του Χριστού «φαίνει πάσι», καί -περισσότερο στους φωτιζόμενους,των οποίων μάλιστα σε μία ευχή ζητείται ό καταυγασμός της διάνοιας των. «Το φως τον βαπτίσματος, ενσωματώνοντας τους κατηχουμένους στο Χριστό, θα ανοίξει το νου τους στηνκατανόηση των ρημάτων Του»*

Ό συσχετισμός αυτός όμως, σημειώνει ό κα­θηγητής Ιωάννης Φουντούλης, είναι εντελώςεξωτερικός· «.Στήν εσπερινή σύναξι δεν παρίσταντο μόνον οι κατηχούμενοι καί οι φωτιζό­μενοι, αλλά καί οι πιστοί. Το "φως Χρίστου" εξ αλλού λέγεται σ' όλες τις Προηγιασμένες καί προ της Τετάρτης της Μεσονηστισίμου εβδο­μάδος ήμερες, κατά τις όποιες δεν παρίστατο ή τάξις των φωτιζόμενων, γιατί δεν είχε ακόμησυγκροτηθεί. Άλλα καί κατά τον Ι αιώνα, οπό­τε για πρώτη φορά απαντά το "φωςΧρίστου..."στην Προηγιασμένη,οί διακρίσεις των τάξε­ων των κατηχουμένων είχαν πια ατονήσει».
Οί ρίζες επομένως της λειτουργικής αυτής πράξης θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού,και οπωσδήποτε στο αρχαϊκότατο έθος, κατά το οποίο ή υποδοχή του φωτός, το άναμμα των λύχνων στην εσπερινή σύναξη της Εκκλη­σίας συνοδευόταν με ύμνους, ευλογίες και επευφημίες.

Για τη συνήθεια αυτή μιλούν σαφέστατα ό Τερτυλλιανός, ό Ιππόλυτος Ρώμης κ.ά. Χα­ρακτηριστική βεβαίως είναι ή μαρτυρία του Μεγάλου Βασιλείου, συμφωνά με την όποία οι Πατέρες μας υποδέχονταν «την χάριν τον εσπερινού φωτός» όχι σιωπηλά, άλλα με Ευχα­ριστία και με σχετικό ύμνο, την «αρχαίαν φωνήν», τό γνωστό δηλαδή τροπάριο του Εσπε­ρινού, «φως ίλαρόν», που τό έλεγε ό λαός.
Ανάλογη επευφημία κατά την υποδοχή και ευλογία του εσπερινού φωτός είναι και τό «φως Χρίστου φαίνει πάσι». πού διασώθηκε στην Προηγιασμένη ως κατάλοιπο της αρχαίας εσπερινής λατρευτικής πράξης. Είναι ένα είδος αναδίπλωσης του έπιλυχνίου ύμνου «φως ίλαρόν..,».
Κατά παλαιά συνήθεια τό «φως Χριστου...», φράση πού τον τέταρτο-πέμπτο
αιώνα τη βρίσκουμε χαρα­γμένη ολόκληρη ή συντε­τμημένη (ΦΧΦΠ) σε λυ­χνίες, τό έλεγε ό διάκονος, ό όποιος μετέφερε και την αναμμένη λυχνία στηνεσπερινή σύναξη του Ναοΰ.'Ηταν κατά κάποιον τρόπο σύνθημα για τό άναμμα των φώτων, τα όποια μέχρι την ανάγνωση των Παροιμιών στην Προη­γιασμένη ήσαν κλειστά.
Από τό «φως Χρίστου...» άρχιζε ουσιαστικά και τό έργο του νεωκόρου.Αυτό φαίνεται και από ορισμένες μαρτυρίες, σύμφωνα με τις όποιες τό «Κέλευσον» δεν τό έλεγε ό αναγνώστης, άλλα ό«κανδηλάπτης», ζητώντας τρόπον τινά την άδεια να επιτελέ­σει τό ύποΰργημά του.
Τον αρχαίο τρόπο ανάμματος, μεταφοράς άπό τό διάκονο και ευλογίας του εσπερινού φωτός στη λειτουργία των Προηγιασμένων μας τον διασώζουν τόσο τα λειτουργικά χει­ρόγραφα, όσο και ό άγιος Συμεών Θεσσαλο­νίκης. Κατ' αυτόν ή σταυροειδής σφράγιση κα'ι ευλογία του λαού δε γινόταν από τό ιερό βήμα, αλλά από το μέσον του Ναού.
Εκεί κατέληγε ό διάκονος εν πομπή, μετά την ευλογία του φωτός πού ζητούσε από τονΙερέα, «κρατών την λαμπάδα και τό θυμιατήριον και προπορευόμενων των αναγνωστών...Και πληρωθείσης της Γενέσεως, φαίνεται ευθύς μετά των φώτων, τάς βασιλικάς πύλας είσιών, άνισταμένων απάντων. "Ως και εις τό μέσον στάς του Ναού,ποιείται σταυρού τύπον τω θυμιατηρίω έκφώνως λέγων "Σοφία· ορθοί. Φως Χρίστου φαίνει πάσι". Και εις τό άγιον βήμα εισέρχεται» 
Ή είσόδευση του διακόνου στο μέσον του Ναού, κατά τη μαρτυρία του Τυπικού της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως του Θ'-Ι αιώνα, δε γινόταν μεταξύ των δύο αναγνωσμάτων, αλλά αμέσως μετά από αυτά. «Και εις τό τέλος των δύο αναγνωσμάτων λαμβά­νει ό διάκονος τό μανουάλιον και εΐσοδευει λέγων τό "φως Χρίστου φαίνει πάσι". Και ευθέως λέγει ό διάκονος "Σοφία " και ό πρεσβύτερος "Ειρήνη πάσι" και ό ψάλ­της τό "Κατενθυνθήτω"».Αυτή ήταν και ή αρχική θέση του«φως Χρίστου...», πού σημαίνει ότι δεν έχει σχέση με τα αναγνώσματα, άλλα με τό«Κατευθυνθήτω». «Ή μετάθεσίς του με­ταξύ των αναγνωσμάτων έγινε αργότερα, προφανώς για να δοθή χρόνος για τό άναμμα των φώτων του Ναού, ώστε κατά τό "Κατευθυνθήτω" να είναι ό Ναός φω­ταγωγημένος».
Από τό σημείο μάλιστα αυτό αλλάζει και τό κλίμα της όλης ακολουθίας και εισερχό­μαστε στο κύριο μέρος της λειτουργίας των Προηγιασμένων, πού είναι ή θεία κοινωνία.Τό άξιοπαρατήρητο δε,πού εδώ μας ενδια­φέρει, είναι ή επανάληψη του «Κατευθυνθήτω», δευτέρου στίχου του 140ού ψαλμού, και ή κατανυκτική ψαλμωδία του έξι φορές από τον ιερέα και τους χορούς29ενώ ό ιερέας θυμιά την 'Αγία Τράπεζα.


από εδώ

Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2018

κοσμάς πολίτης- [...πολιτεία να αρμενίζει στα ουράνια...]



Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. […] Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα που πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Και χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.», (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Εστία).

*Τσερκένι: ο χαρταετός

Περιπλάνηση δίψας για τον Θεό

Ο Όσιος Βησσαρίων γεννήθηκε στην Αίγυπτο, στην πόλη Μισήρι και έζησε περί τα τέλη του 4ου και αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. Διήλθε το βίο του στην έρημο της Αιγύπτου ως ασκητής. Ποτέ δεν απέκτησε ένα ένδυμα. Επί σαράντα ημέρες και νύχτες στάθηκε ακλόνητος σε ακανθώδες θάμνους, σαν στύλος, για να υπερνικήσει τον ύπνο, έχοντας τα χέρια και το βλέμμα στραμμένα προς τον ουρανό, την δε ψυχή του ενωμένη με τον Θεό. Ο Θεός τον τίμησε με την χάρη και ευλογία του, αφού επιτέλεσε μεγάλα θαύματα.

Τα Συναξάρια περιέχουν πολλά θαύματα του Αγίου. Έτσι αναφέρεται ότι έστησε τον ήλιο και ότι διερχόταν τους ποταμούς χωρίς να βρέχεται, όπως ο Ελισσαίος διέβη τον Ιορδάνη και όπως ο Προφήτης Ηλίας κατεβίβασε βροχή και πότισε την διψασμένη και άνυδρη γη.

Αδελφός πού συγκατοικούσε με αδελφούς ρώτησε τον αββά Βησσαρίωνα: «Τι να κάνω;». Του λέγει ό Γέροντας: «Να σιωπάς και μην κρίνεις τα πράγματα με βάση τον εαυτό σου».Ό αββάς Βησσαρίων αποθνήσκοντας έλεγε: «Ό μοναχός οφείλει να είναι σαν τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. όλος οφθαλμός».Διηγήθηκαν οι μαθητές του αββά Βησσαρίωνα ότι ό βίος του ήταν σαν ένα από τα πετεινό ή τα θαλάσσια η τα χερσαία ζώα, που πέρασε όλο το χρόνο της ζωής του ατάραχα και αμέριμνα. Γιατί δεν ασχολιόταν με φροντίδες για την οικία του, Ούτε φάνηκε να κυριαρχεί στην ψυχή του επιθυμία για ωραίους τόπους, ούτε κορεσμός απολαύσεως, ούτε απόκτηση οικημάτων... αλλά φάνηκε ολότελα ελεύθερος από τα πάθη του σώματος, τρεφόμενος με την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, και έχοντας ως πνευματικό οχύρωμα την πίστη, υπέμενε καρτερικά πορευόμενος σαν αιχμάλωτος εδώ κι εκεί, διαμένοντας στο ψύχος και χωρίς σκεπάσματα και κατακαιόμενος από τη φλόγα του ήλιου, πάντοτε άστεγος , τριγυρίζοντας σαν περιπλανώμενος σε απόκρημνες ερημιές, και πολλές φορές προτιμώντας να περιφέρεται στην πλατειά ακατοίκητη χώρα της άμμου σαν σε πέλαγος.Και αν συνέβαινε καμιά φορά να έλθει σε ήμερους τόπους, όπου οί μοναχοί της ομότροπη ζωής έχουν κοινό το βίο, έκλαιγε καθισμένος έξω από τίς θύρες και οδυρόταν σαν κάποιος που ξεβράστηκε από ναυάγιο. Στη συνέχεια εξερχόμενος κάποιος από τους αδελφούς και βρίσκοντας, τον να κάθεται σαν ένας φτωχός ζητιάνος τον πλησίασε και με συμπόνια του είπε: «Τι κλαις, άνθρωπε; Εάν χρειάζεσαι κάτι από τα αναγκαια. θα το πάρεις κατά το δυνατό, μόνο έλα μέσα να μετάσχεις στην τράπεζα μας και να παρηγορηθείς». Αυτός τότε αποκρίθηκε ότι δεν μπορεί να μείνει κάτω από στέγη, («πριν να βρω την κατοικία μου») λέγοντας ότι έχει χάσει πολλά χρήματα με διάφορους τρόπους. «Περιέπεσα σε πειρατές, έλεγε. και έχω υποστεί ναυάγιο και ξέπεσα από την ευγένεια μου μου, έγινα από ένδοξος άδοξος».Ό αδελφός στεναχωρημένος από τα λόγια του Γέροντα, μπήκε μέσα, πήρε ψωμί και του έδωσε λέγοντας: «Πάρε τούτο, πάτερ, τα υπόλοιπα Θα σου τά προσφέρει ό Θεός, όπως λέγεις, την πατρίδα και τους συγγενείς και τον πλούτο πού ανέφερες».Κι ό Γέροντας πιο πολύ λυπημένος φώναξε δυνατά τρίζοντας τα δόντια: «Δεν γνωρίζω να πω αν θα μπορούσα να βρω αυτά που έχασα και τα αναζητώ' αλλά ακόμη περισσότερο θα δοθώ στα παθήματα, αδιάκοπα κινδυνεύοντας καθημερινά μέχρι Θανάτου, μη βρίσκοντας ανάπαυση από τις αμέτρητες συμφορές μου. Γιατί πρέπει να τελειώσω το δρόμο μου με συνεχή περιπλάνηση».



Δευτέρα, Φεβρουαρίου 19, 2018

Μεγάλη Σαρακοστή: Η μεγάλη χαρά!


Το θέμα φαίνεται οξύμωρο, αφού η Μεγάλη Σαρακοστή είναι συνδυασμένη με τη λύπη, την άσκηση, τη σιωπή, τη νηστεία. Αυτό δηλαδή που ονομάζουμε «πνευματικό πένθος».
Πράγματι, την περίοδο αυτή καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε την κατάστασή μας, που χαρακτηρίζεται από την αμαρτία, την αδυναμία, τη νωθρότητα, την αδιαφορία. Να συνειδητοποιήσουμε πως ο Θεός δεν είναι, δυστυχώς, το Α και το Ω της ζωής μας. Και, στη συνέχεια, να επανατοποθετηθούμε έναντι του εαυτού μας, που ζητά την ουσία της ζωής, το αληθινό πνευματικό βίωμα.
Αυτό βασικά οδηγεί στη μετάνοια που εκφράζεται με την εσωτερική ανάγκη «να κάνουμε κάτι», για να βγούμε από το αδιέξοδο της ύπαρξής μας, όσο οι δυνάμεις και τα χρόνια μας το επιτρέπουν. Ήδη «το τέλος εγγίζει» και «ο καιρός είναι ευπρόσδεκτος» για μια τέτοια αλλαγή.
Όλα αυτά φέρνουν την κατάνυξη, τον προβληματισμό, τη συστολή, τη συντριβή της καρδίας, τον καρδιακό πόνο. Αυτό που οι φιλοκαλικοί πατέρες ονομάζουν «την κατά Θεόν λύπη».
Όμως, ξέρουμε πως υπάρχει και η άλλη λύπη, που φέρνει διάλυση των δυνάμεων, απόγνωση κι απογοήτευση. Αυτή η «άλλη λύπη» έχει ως αιτία την αμαρτία και τα πάθη μας που ριζώνουν στο νου και στην καρδία. Ακόμα, πηγάζει από τις δύσκολες συνθήκες της ζωής μας, στην οικογένεια, στα οικονομικά και στο επάγγελμά μας. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις των προσωρινών ή μόνιμων δοκιμασιών που έρχονται απρόσμενα και αλλάζουν την πορεία της ζωής.
Η Μεγάλη Σαρακοστή μας αποκαλύπτει τη λύπη μέσα από το πρίσμα της εκκλησίας, δηλαδή «του ετέρως οράν τα πράγματα» (της διαφορετικής θεώρησης της ζωής).
Με τα λόγια που είπε ο Χριστός στους μαθητές Του, την τελευταία νύχτα για την αναχώρησή Του και το πάθος Του, «η λύπη πεπλήρωκεν την καρδία τους» (Ιω.16,6). Τους βεβαίωσε όμως πως θα Τον δουν πάλι και θα χαρεί η καρδία και την χαρά αυτή κανείς δεν θα μπορέσει να τους την αφαιρέσει (Ιω.16,22).
Η χαρά του Χριστού είναι πολύ μεγάλη. Περνά όμως μέσα από πολύν πόνο, είτε σωματικό είτε ψυχικό. Γιατί ο πόνος «καθαίρει» από τα περιττά, απ' όσα μας εμποδίζουν να δούμε το φως, να χαρούμε τις δωρεές Του, να πετάξουμε ...;
Η Μεγάλη Σαρακοστή, με τον τρόπο που μας καλεί η εκκλησία να τη ζήσουμε -δηλαδή τη νηστεία, την άσκηση, τη σιωπή, τις πολλές και μακρές Ακολουθίες- γίνεται οδός προς τη χαρά, την ουσιαστική, την εσωτερική, τη μένουσα χαρά.
Όσο θα ζούμε την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής ως περίοδο πνευματικής λύπης και πένθους, που εκφράζεται με τον πόνο γι' αυτό που είμαστε και δεν θα έπρεπε ή γι' αυτό που δεν είμαστε και θα έπρεπε ως τέκνα Θεού, τόσο η χαρά του Χριστού θα μας γεμίζει.
Τότε όλη η περίοδος θα χαρακτηρίζεται από το «χαροποιόν πένθος», τη «χαρμολύπη» των Αγίων, με αποκορύφωμα το Πάσχα, την εορτή των εορτών, όπου θ' ακούμε συνεχώς ότι είναι «η ημέρα ήν εποίησεν ο Κύριος» γι' αυτό «αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή».

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους, Καθηγητής - Λάρνακα

από ιστολόγιο αγιορείτης






LinkWithin

Related Posts with Thumbnails