ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Σάββατο, Ιανουαρίου 20, 2018

Κυριακή του Ζακχαίου(η νοσταλγία)-π. Αλεξ. Σμέμαν



Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ νὰ μᾶς προετοιμάσει γιὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀρχίζει νὰ μᾶς ἀναγγέλλει τὸν ἐρχομὸ της ἕναν ὁλόκληρο μήνα πρὶν αὐτὴ ἀρχίσει. Πόσο δύσκολο εἶναι νὰ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος πὼς πέρα ἀπὸ τὴν ἀφοσίωσή του στὶς ἀναρίθμητες ἀσχολίες τῆς ζωῆς, θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώσει ἐπίσης φροντίδα γιὰ τὴν ψυχή, γιὰ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο.

Ἄν εἴμασταν λίγο πιὸ σοβαροί, θὰ βλέπαμε πόσο σημαντική, οὐσιαστικὴ καὶ θεμελιώδης εἶναι ἡ φροντίδα τῆς ψυχῆς. Θὰ κατανοούσαμε τότε τὸν ἀργὸ καὶ μυστηριώδη ρυθμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γνωρίζουμε φυσικὰ τὸ νόημα ποὺ ἔχει ἡ τροφὴ γιὰ τὴ ζωή μας. Μερικὲς τροφὲς εἶναι καλὲς καὶ θρεπτικές, ἄλλες εἶναι ἀνθυγιεινές· κάποιες εἶναι βαριές, πρέπει νὰ προσέξουμε. Προσπαθοῦμε πολὺ νὰ ἐξασφαλίσουμε πὼς ἡ τροφὴ ποὺ τρῶμε εἶναι καλὴ γιά μᾶς.

Καὶ εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ εὐσεβὲς ρητορικὸ σχῆμα ὅταν λέμε πὼς καὶ ἡ ψυχὴ χρειάζεται νὰ τραφεῖ, πὼς «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. 4,4). Ὅλοι μας ξέρουμε πὼς χρειαζόμαστε χρόνο γιὰ διάβασμα, γιὰ στοχασμό, γιὰ συζήτηση, γιὰ διασκέδαση. Ἀκόμη κι αὐτὰ ὅμως τὰ φροντίζουμε πολὺ λίγο, τὰ προσέχουμε ἐλάχιστα, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ὑγιεινῆς. Ἐπιδιώκουμε τὸ ἐλαφρὺ διάβασμα, τὰ πειράγματα ἀντὶ γιὰ τὴ συζήτηση, τὴ διασκέδαση ἀντὶ γιὰ τὴν ψυχαγωγία.

Δὲν καταλαβαίνουμε πὼς ἡ ψυχὴ παθαίνει δυσκοιλιότητα πολὺ εὐκολότερα ἀπ’ ὅ,τι τὸ πεπτικό μας σύστημα, καὶ πὼς οἱ συνέπειες μιᾶς δυσκοίλιας ψυχῆς εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιβλαβεῖς. Τόσος χρόνος ἀφιερώνεται στὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, καὶ πολὺ λίγος στὴν ἐσωτερικὴ ζωή. Πλησιάζουμε ὅμως τώρα αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἔτους ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς κάλει νὰ θυμηθοῦμε τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ θορυβηθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀμνησία μας, ἀπὸ τὸν δίχως νόημα παραλογισμὸ μέσα στὸν ὁποῖο βρισκόμαστε, ἀπὸ τὴ σπατάλη τοῦ πολύτιμου χρόνου ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ τόσο φειδωλά, ἀπὸ τὴν ἄγαρμπη καὶ μικροπρεπῆ σύγχυση μέσα στὴν ὁποία ζοῦμε.

Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι καιρὸς μετανοίας, καὶ μετάνοια εἶναι ἡ ἐπανεξέταση, ἡ ἐπανεκτίμηση, τὸ νὰ βαθύνει κανεὶς καὶ νὰ φέρει τὰ πάνω κάτω. Μετάνοια εἶναι τὸ ἐπώδυνο ξεσκέπασμα τοῦ παραμελημένου, ξεχασμένου, μολυσμένου «ἐσωτερικοῦ» ἀνθρώπου.

Ἡ πρώτη ἀναγγελία τῆς σαρακοστῆς, ἡ πρώτη ὑπενθύμιση προέρχεται ἀπὸ μία μικρὴ εὐαγγελικὴ ἱστορία γιὰ ἕναν ἐντελῶς ἀσήμαντο ἄνθρωπο, «μικρὸν τῷ δέμας», ποὺ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ φοροεισπράκτορα ποὺ ἐξασκοῦσε, τὸν χαρακτήριζε, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ σ’ ἐκείνη τὴν κοινωνία, ὡς πλεονέκτη, ἀπάνθρωπο καὶ ἀνέντιμο.

Ὁ Ζακχαῖος ἤθελε νὰ δεῖ τὸν Χριστό· τὸ ἤθελε τόσο πολύ, ὥστε ἡ ἐπιθυμία του τράβηξε τὴν προσοχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ παντός. Ὅπως λέει τὸ εὐαγγέλιο, «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. 6,21). Τὰ πάντα στὴ ζωὴ μας ἀρχίζουν μὲ κάποια ἐπιθυμία, ἐπειδὴ ὅ,τι ἐπιθυμοῦμε εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ ἀγαποῦμε, αὐτὸ ποὺ μᾶς τραβάει ἀπὸ τὰ μέσα, αὐτὸ στὸ ὁποῖο παραδινόμαστε. Γνωρίζουμε πὼς ὁ Ζακχαῖος ἀγαποῦσε τὸ χρῆμα, καὶ κατὰ τὴ δική του παραδοχὴ γνωρίζουμε πὼς γιὰ νὰ τὸ ἀποκτήσει δὲν εἶχε κανένα ἐνδοιασμὸ νὰ κλέβει ἄλλους. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν πλούσιος καὶ ἀγαποῦσε τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ μέσα του ἀνακάλυψε μιὰ ἄλλη ἐπιθυμία,ἤθελε κάτι ἄλλο, καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία ἔγινε κεντρικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς του.

Αὐτὴ ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία θέτει ἕνα ἐρώτημα στὸν καθένα μας: τί ἀγαπᾶμε, τί ἐπιθυμοῦμε, -ὄχι φυσικὰ ἐπιπόλαια, ἀλλὰ βαθιά. Δὲν ὑπάρχει κανένας μυστηριώδης δάσκαλος ποὺ νὰ περπατᾶ στὴν πόλη σας, ποὺ νὰ περιβάλλεται ἀπὸ τὸ πλῆθος. Εἶναι ὅμως ἔτσι; Δὲν ὑπάρχει κάποια μυστηριώδης κλήση ποὺ περνᾶ κάθε στιγμὴ ἀπὸ τὴ ζωή σας· καὶ κάπου στὰ βάθη τῆς ψυχῆς σας, δὲν αἰσθανεσθε κάποιες φορὲς μιὰ νοσταλγία γιὰ κάτι τὸ διαφορετικὸ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ γεμίζει τὴ ζωή σας ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ; Σταματῆστε γιὰ μιὰ στιγμή, προσέξτε, εἰσέλθετε στὴν καρδιά σας, ἀφουγκραστεῖτε τὸ ἐσωτερικό σας, καὶ θὰ βρεῖτε μέσα σας τὴν ἴδια ἀκριβῶς παράξενη καὶ ὄμορφη ἐπιθυμία.

Ὁ Ζακχαῖος ἦρθε ἀντιμέτωπος χωρὶς αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, εἶναι κάτι ὅμως ποὺ σχεδὸν ὅλοι μας φοβούμαστε καὶ τὸ καταπιέζουμε μὲ τὸ θόρυβο καὶ τὴ ματαιότητα ὅλων αὐτῶν ποὺ μᾶς περιστοιχίζουν. «Ἰδοὺ ἐστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Άποκ. 3,20). Ἀκοῦς τὸ σιγανὸ κτύπημα; Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη πρόσκληση τῆς ἐκκλησίας, τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τοῦ Χριστοῦ: ἐπιθύμησε κάτι ἄλλο, πάρε μιὰ βαθιὰ ἀναπνοὴ ἀπὸ κάτι ἄλλο, θυμήσου κάτι ἄλλο. Καὶ τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ σταματᾶμε γιὰ νὰ ἀκούσουμε αὐτὴ τὴν κλήση εἶναι σὰν ἕνα φρέσκο καὶ εὐχάριστο ἀεράκι νὰ φυσᾶ στὸ μουχλιασμένο ἀέρα τῆς ἄχαρης ζωῆς μας, καὶ ἀρχίζει ἔτσι ἡ ἀργὴ ἐπιστροφή.

Ἐπιθυμία. Ἡ ψυχὴ παίρνει μιὰ βαθιὰ ἀνάσα. Ὅλα γίνονται -ἔχουν κιόλας γίνει- διαφορετικά, νέα, ἀπεριόριστα σημαντικά. Ὁ ἀνθρωπάκος, μὲ τὰ ματιὰ του καρφωμένα στὸ χῶμα πάνω σὲ γήινες ἐπιθυμίες, τώρα παύει νὰ εἶναι ἀνθρωπάκος καθὼς ἀρχίζει ἡ νίκη μέσα του. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀρχή, τὸ πρῶτο βῆμα ἀπὸ τὰ ἔξω πρὸς τὰ μέσα, πρὸς αὐτὴ τὴ μυστηριώδη πατρίδα ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, συχνὰ ἀσυνείδητα, νοσταλγοῦν καὶ ἐπιθυμοῦν.

εδώ

Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2018

Όταν ο Παπουλάκος "συνάντησε" τους Ινδιάνους





Όλοι οι ευαίσθητοι και προβληματισμένοι σύγχρονοι άνθρωποι συγκινούνται με την απάντηση του Ινδιάνου αρχηγού Seattle στον πρόεδρο των ΗΠΑ Franklin Pierce, το 1854, όπου του εξηγεί γιατί δε μπορεί να του πουλήσει τη γη της φυλής του (που "δεν της ανήκει, αλλά οι άνθρωποι ανήκουν σ’ αυτήν").
Ακριβώς αυτό έκανε κι ο Παπουλάκος: υπερασπίστηκε το δικό του πολιτισμό απέναντι στον εισαγόμενο, που τον εισήγαγαν οι ξένοι εξουσιαστές, σε βάρος του δικού του (του δικού μας). Και μάλιστα τα 'βαλε μ' ένα παντοδύναμο (μπροστά στον πολίτη) κράτος, με μια ισχυρή Εκκλησία (ισχυρή απέναντί του, κατά τα άλλα όργανο του κράτους) και τελικά θυσίασε τη ζωή του γι' αυτό. Κι όμως, πολλοί συγκινούνται π.χ. για τοΘεόφιλο Καΐρη, μοναχό που τον καταδίκασε σε περιορισμό η Εκκλησία για τις αιρετικές του απόψεις (τις οποίες μάλιστα απέκρυπτε, παριστάνοντας τον ορθόδοξο μοναχό), αλλά θυμώνουν όταν ακούσουν καλό λόγο για τον Παπουλάκο.
Αν για μας ήταν προτιμότερη η δυτική τεχνολογία από τις δικές μας (οικολογικές) μεθόδους παραγωγής και μετακίνησης και το δικό μας τρόπο ζωής, γιατί δεν είχε λάθος κι ο Ινδιάνος αρχηγός; Ή μήπως οι Ινδιάνοι είχαν ένα σοφό πολιτισμό, ενώ οι Ρωμιοί (εμείς) δεν είχαν σοφία (και φιλοσοφία);
Οποιοσδήποτε λαός στην κόσμο αντιστέκεται στο δυτικό ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία, και καλά κάνει. Μια εστία αντίστασης ήταν και ο Παπουλάκος (μαζί με τον Κοσμά Φλαμιάτο και άλλους συνοδοιπόρους του, και παλαιότερα τους αγίους Κολυβάδες - άλλο κόκκινο πανί για τους προοδευτικούς).
Όταν ο Daniel Quin γράφει στον Ισμαήλ πως οι άνθρωποι δεν είναι πιο σημαντικοί από τις τσούχτρες, η άποψή του χειροκροτείται διεθνώς ως εναλλακτική και ενδιαφέρουσα - ο Παπουλάκος, επειδή συμβαίνει να είναι χριστιανός, λοιδωρείται ως σκοταδιστής.
Το 1744 η Ιροκέζικη Ομοσπονδία των Έξι Εθνών απάντησε στους Λευκούς, που πρότειναν να πάνε κάποια Ινδιανόπουλα να σπουδάσουν στο κολλέγιο του Γουΐλλιαμσμπουργκ:
"...Μερικοί από τους νέους μας πήγαν παλαιότερα σε κολλέγια των βόρειων επαρχιών, διδάχτηκαν όλες σας τις επιστήμες, όμως, όταν ξαναγύρισαν πίσω σε μας, ήταν κακοί στο τρέξιμο, αγνοούσαν όλους τους τρόπους επιβίωσης σ' ένα δάσος, ήταν ανίσχυροι απέναντι στην αρκούδα, το κρύο ή την πείνα, δεν ήξεραν καν πώς να φτιάξουν ένα καλύβι, να πιάσουν ένα ελάφι ή να σκοτώσουν τον εχθρό, δε μιλούσαν καλά τη γλώσσα μας και, επομένως, δεν ήταν κατάλληλοι για κυνηγοί, πολεμιστές ή σύμβουλοι. Δεν ήταν καλοί για τίποτε απολύτως.
Παρότι δεν θα τη δεχτούμε, η ευγενική σας πρόταση οπωσδήποτε δε μας υποχρεώνει λιγότερο απέναντί σας και, για να σας δείξουμε πόσο το εννοούμε αυτό, αν οι κύριοι από τη Βιρτζίνια μας στείλουν έξι αγόρια τους, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για την εκπαίδευσή τους. Θα τους διδάξουμε όλα όσα γνωρίζουμε και θα τους κάνουμε άνδρες" (Βενιαμίν Φρανκλίνος, Οι Ινδιάνοι, εκδ. "Ελεύθερος Τύπος", Αθήνα 1995, σελ. 11-12).
Αυτό απάντησαν οι σοφοί Ινδιάνοι. Αυτό έλεγε κι ο Παπουλάκος, όταν κήρυττε πως "τα άθεα γράμματα θα καταστρέψουν τον τόπο μας". Κοιτάξτε γύρω σας, δείτε τους δρόμους που έχει πάρει η νέα γενιά και η κοινωνία ολόκληρη (μια κοινωνία βουτηγμένη μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής της στη σύγχρονη τεχνολογία και επιστήμη) και πείτε στον εαυτό σας με ειλικρίνεια αν είχε ή όχι δίκιο.



διαβάστε ολόκληρο το εξαιρετικό αφιέρωμα του ΝΕΚΡΟΥ για τον άγιο Παπουλάκο εδώ


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2012/01/blog-post_9954.html#ixzz54dXeDeic

Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2018

Η προσευχή της Εκκλησίας


Η προσευχή του πλήθους έχει μεγάλη δύναμη, όταν συνυπάρχει και η αρετή. Αυτό υπονοεί η αγία Γραφή όταν λέει: «προσευχή εκτενής προς τον Θεόν εγίνετο υπό της Εκκλησίας υπέρ αυτού» (Πραξ. ιβ’, 5). Τόσο ισχυρά ήταν η προσευχή αυτή, ώστε αν και η φυλακή ήταν κλειστή, και ο Πέτρος ήταν σιδηροδέσμιος και κοιμόταν μεταξύ δύο φυλάκων, τον απελευθέρωσε. Όταν όμως δεν υπάρχει αρετή, αλλά κακία, η προσευχή του πλήθους είναι τελείως ανίσχυρη. Απόδειξη τούτου οι Ισραηλίτες, που ήταν πολυάριθμοι ως η άμμος της θάλασσας (Ησ. ι’, 22) και όμως χάθηκαν, καθώς και οι επί της εποχής του Νώε, που ήταν άπειροι και καταστράφηκαν υπό του κατακλυσμού. Διότι τη δύναμη στην προσευχή δεν τη δίνει απλώς ο μεγάλος αριθμός των συμπροσευχομένων, αλλ’ η προσθήκη της αρετής τούτων σε αυτήν.

Ιερός Χρυσόστομος

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2018

Ο άγιος Ιωάννης ο φτωχός για τον Χριστό και καλυβίτης


Με τους Συναξαριστές, που τόσο πολύ αγαπάμε εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, φέρνουμε στη μνήμη μας τους άθλους των Αγίων της Εκκλησίας μας.
Η πνευματικότητα της Εκκλησίας ασκήθηκε ιδιαίτερα από τους καθημερινά εορταζόμενους Αγίους, οι οποίοι παρουσίασαν τους εαυτούς τους ξένους του βίου αυτού και γενναίους μαχητές εναντίον του κόσμου και του σώματος και των επαναστάσεων που έρχονται απ’ αυτά.
******
Ο όσιος Ιωάννης, ο δια Χριστόν Πτωχός, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί βασιλείας Λέοντος Α΄ (457-474). Γιός του πλούσιου και ισχυρού συγκλητικού Ευτρόπιου, έλαβε εξαιρετική μόρφωση από ονομαστούς διδασκάλους και επέδειξε από παιδί μεγάλη ευλάβεια. Όντας ακόμη δωδεκαετής, συνάντησε μια ημέρα έναν μοναχό της Μονής των Ακοιμήτων ο οποίος ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα, και τον πίεσε να του μιλήσει για την πολιτεία των μοναχών, την άσκηση, την αδιάλειπτο δοξολογία και την απερίσπαστο προσευχή τους. Τον χαροποίησε τόσο η περιγραφή της αγγελικής βιοτής που διάγουν θνητοί άνθρωποι, ώστε ζήτησε από τον μοναχό να του υποσχεθεί ότι θα τον έπαιρνε μαζί του όταν θα επέστρεφε στην Βασιλεύουσα. Με πρόφαση ότι το χρειαζόταν για τα μαθήματα στο σχολείο, ζήτησε και έλαβε από τους γονείς του ένα περικαλλές χειρόγραφο Ευαγγέλιο, με στάχωση, επιχρυσωμένη και κοσμημένη με μαργαριτάρια. Το έφερε πάντα μαζί του ως το πολυτιμότερο αγαθό του, και όταν ο γέροντας επέστρεψε από τα Ιεροσόλυμα, έφυγε κρυφά από την πατρική οικία παίρνοντας μαζί μονάχα αυτό το Ευαγγέλιο.

Όταν ο Ιωάννης έφθασε στην Μονή των Ακοιμήτων, συγκίνησε τον ηγούμενο με την θέρμη του και τα δάκρυά του και κατάφερε να τον πείσει να τον κείρει και να τον ενδύσει το μοναχικό Σχήμα την ίδια κιόλας ημέρα, πάρα το νεαρό της ηλικίας του, χωρίς να τον υποβάλει στην κανονική δοκιμασία. Από τότε επέδειξε θαυμαστό ζήλο στους ασκητικούς αγώνες και ξεπέρασε γρήγορα στην αρετή τους εμπειρότερους μοναχούς. Επί τρία χρόνια δεν έτρωγε παρά μόνον τις Κυριακές, μετά την θεία Κοινωνία, και είχε τόσο πολύ αδυνατίσει που κανένας δεν αναγνώριζε πλέον τον νεαρό και λεπτεπίλεπτο αριστοκράτη. Ο διάβολος, φθονώντας την πρόοδό του, εξαπέλυσε εναντίον του λυσσαλέο πόλεμο με αδιάκοπους λογισμούς ανάμνησης των γονέων του, παρακινώντας την νεανική καρδιά να τους επισκεφθεί. Οι επανειλημμένες εξομολογήσεις, ο πολλαπλασιασμός των νηστειών και τα άφθονα δάκρυα δεν κατάφεραν να τον απαλλάξουν από αυτόν τον ολέθριο λογισμό. Τελικά, έλαβε από τον ηγούμενο ευλογία να επιστρέψει στην οικογενειακή εστία, όχι για να υποταγεί νικημένος στον πειρασμό, αλλά για να αγωνιστεί κατά μέτωπο εναντίον του διαβόλου, με την δύναμη του Χριστού και την προσευχή των αγίων Πατέρων. Βγαίνοντας από το μοναστήρι άλλαξε τα ρούχα του με τα κουρέλια ενός ζητιάνου και οδοιπορώντας πολλές ημέρες έφθασε νύχτα, κατάκοπος στην θύρα του οικογενειακού ανάκτορου, αγνώριστος ύστερα από τόσους ασκητικούς αγώνες και ρακένδυτος. Οι υπηρέτες τον περιμάζεψαν και τον λυπήθηκαν, καθώς όμως απαγορευόταν να περιθάλπουν ζητιάνους, έλαβαν από τον κύριό τους την άδεια να τον εγκαταστήσουν όχι μακριά από την είσοδο, σε μια πτωχική καλύβα, για να τον προστατεύσουν από το δριμύ κλίμα. Μια ημέρα, καθώς η μητέρα του, θλιμμένη ακόμη από την στέρηση του πολυαγαπημένου γιού της, έβγαινε να πάει στην εκκλησία, παρατήρησε με αποστροφή αυτόν τον ζητιάνο, τρόμαξε από την αγριότητα του προσώπου του και πρόσταξε στο εξής να μένει κλεισμένος μέσα στην καλύβα, αν δεν ήθελε να τον διώξουν.

 
Τρία ολόκληρα χρόνια ο άγιος Ιωάννης έζησε έτσι έγκλειστος, έκθετος στην περιφρόνηση των γονιών του, στην χλεύη και την κακομεταχείριση των υπηρετών και των περαστικών. Μη αρκούμενος στις ακούσιες θλίψεις, πρόσθετε στην εκούσια προσφορά του στον Κύριο την νηστεία και την αδιάλειπτο προσευχή. Μια νύχτα εμφανίστηκε ο Χριστός και του είπε: «Χαίρου, Ιωάννη, ότι νίκησες τον διάβολο με την υπομονή και αντέκρουσες τα τεχνάσματά του. Το τέλος του αγώνα σου πλησιάζει, σε τρεις ημέρες άγγελοι θα έλθουν να σε πάρουν και να σε φέρουν εις εμέ».
 
 Ο Ιωάννης παρήγγειλε στην οικοδέσποινα να καταδεχθεί να τον επισκεφθεί προτού πεθάνει. Η μητέρα του, ξαφνιασμένη στην αρχή από αυτό το αίτημα, ήλθε στην καλύβα. Ο πτωχός, που τόσο καιρό τον είχε περιφρονήσει, την ευχαρίστησε θερμά για την φιλοξενία της, της ζήτησε την χάρη να ταφεί μέσα στην καλύβα αυτή με τα ρούχα του, και της πρόσφερε το χρυσό Ευαγγέλιο που του είχε δώσει δέκα χρόνια πρωτύτερα. Η καρδιά της αναπήδησε στο αντίκρισμα του χειρογράφου. Έτρεξε να το δείξει στον σύζυγό της και ύστερα ήρθαν και οι δυό τους να παρακαλέσουν τον ζητιάνο να τους αποκαλύψει που βρήκε ένα τόσο πολύτιμο αντικείμενο. Με το πρόσωπο μουσκεμένο από τα δάκρυα ο άγιος του είπε: «Είμαι ο Ιωάννης ο γιός σας, και για την αγάπη του Χριστού πήρα αυτό το βιβλίο που μου προσφέρατε, ωσάν χρηστό ζυγό και ελαφρό φορτίο (Ματθ. 11, 29) και αποφάσισα να ζήσω σαν ξένος».
 
 Οι γονείς, με ανάμεικτα αισθήματα χαράς που τον ξαναβρήκαν και θλίψης για τον επικείμενο θάνατό του, κρατούσαν στην αγκαλιά τους τον γιό τους. Όλη η Κωνσταντινούπολη συγκινήθηκε μαθαίνοντας την ηρωική ιστορία του οσίου Ιωάννη και συμπόνεσε τους γονείς του. Πλήθη συνέρευσαν στην κηδεία αυτού το εκούσιου μάρτυρα, που έγινε στην άθλια καλύβα του, στο μέρος της οποίας οικοδομήθηκε αργότερα ναός όπου η χάρη του Θεού, διά των προσευχών του αγίου Ιωάννη του Πτωχού, επιτέλεσε πολλά θαύματα.
 
(Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ)

Οι δύο καλόγεροι(διδακτική ιστορία)

Δυο καλόγεροι που πήγαιναν σε προσκύνημα , έφτασαν στο πέρασμα ενός ποταμού. Εκεί είδαν μια πολύ όμορφη κοπέλα , που αναρωτιόταν τι να κάμει , μιας που το ποτάμι ήταν βαθύ και δεν μπορούσε να το περάσει.  Χωρίς πολλά πολλά , ο ένας από τους δύο καλόγερους , την πήρε στην πλάτη του και την πέρασε στην άλλη όχθη , όπου την άφησε στην στεριά στις όχθες του ποταμού . Ύστερα οι καλόγεροι συνέχισαν το δρόμο τους . Ο άλλος καλόγερος όμως , μετά από μια ώρα άρχισε να γκρινιάζει : " Ασφαλώς δεν ήταν σωστό ν΄ αγγίξεις τη γυναίκα . Είναι αντίθετο προς τις εντολές Του Θεού να έρχεσαι σε στενή επαφή με γυναίκες . Πώς μπορείς να κάνεις κάτι που είναι αντίθετο με τους κανόνες των μοναχών ; " Ο καλόγερος που κουβάλησε τη γυναίκα , προχωρούσε σιωπηλός . Κάποια στιγμή όμως είπε : " Eγώ κουβάλησα τη γυναίκα και την άφησα στην όχθη του ποταμού πριν από μια ώρα ! Για μένα τέλειωσε εκείνο το γεγονός ... εσύ γιατί την κουβαλάς ακόμη ; " ...
 
 
 http://aoratigonia.blogspot.com/


Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2018

Εξομολόγηση και θεία Κοινωνία, του πατρός Αλεξ. Σμέμαν


Όταν η μετάληψη ολόκληρης της σύναξης σε κάθε Λειτουργία, που εξέφραζε τη μετοχή στην ακολουθία, έπαψε να είναι ο κανόνας και αντικαταστάθηκε από την πρακτική της σπάνιας προσέλευσης, έγινε πλέον φυσικό ότι θα προηγούνταν αυτής της προσέλευσης το μυστήριο της Μετανοίας –δηλαδή της εξομολόγησης και καταλλαγής των πιστών με την Εκκλησία, με τη μεσιτεία της συγχωρητικής ευχής.
Η πρακτική αυτή – επαναλαμβάνω, φυσική και προφανής στην περίπτωση της σπάνιας προσέλευσης στη θεία Κοινωνία - επέτρεψε την εμφάνιση μιας νέας θεωρίας στους κόλπους της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η Μετάληψη για το σώμα των λαϊκών γίνεται αδύνατη χωρίς το μυστήριο της εξομολόγησης, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει για τον κλήρο. Έτσι, η εξομολόγηση προηγείται υποχρεωτικά – πάντοτε και σε κάθε περίπτωση - της μετάληψης. Τολμώ να δηλώσω υπεύθυνα ότι η θεωρία αυτή (που βρήκε ευρεία εφαρμογή στη Ρωσική Εκκλησία) δεν θεμελιώνεται με κανένα τρόπο στην Παράδοση, αλλά κατάφορα έρχεται σε σύγκρουση με το ορθόδοξο δόγμα της Εκκλησίας για την Κοινωνία και την Εξομολόγηση.

Για του λόγου το αληθές κανείς δεν έχει παρά να θυμηθεί την ουσία του μυστηρίου της Μετανοίας. Εξ αρχής η εξομολόγηση στην εκκλησιαστική συνείδηση και διδασκαλία ήταν το μυστήριο της συμφιλίωσης με την Εκκλησία για όσους είχαν αφοριστεί απ’ αυτήν, δηλαδή εκείνους που είχαν αποκλειστεί από την ευχαριστιακή σύναξη. Γνωρίζουμε ότι, αρχικά, η ιδιαίτερα αυστηρή εκκλησιαστική πειθαρχία επέτρεπε μία τέτοια συμφιλίωση άπαξ στη διάρκεια του βίου του μετανοούντα, αλλά αργότερα, ειδικά μετά την είσοδο στην Εκκλησία ολόκληρου του πληθυσμού, ο συγκεκριμένος κανόνας έγινε πιο χαλαρός. Στην ουσία του, το Μυστήριο της Μετανοίας ως μυστήριο συμφιλίωσης με την Εκκλησία αφορούσε εκείνους μόνο που η Εκκλησία είχε αφορίσει για αμαρτίες και πράξεις επ’ ακριβώς οριζόμενες στην Κανονική παράδοσή της. Κάτι, άλλωστε, που γίνεται φανερό κι από την συγχωρητική ευχή: “Αδελφέ, δι’ ό ήλθες προς τον Θεό, και προς εμέ, μη αισχυνθής, ου γαρ εμοί αναγγέλεις, αλλά τω Θεώ, εν ώ ίστασαι”. (Παρεμπιπτόντως, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε την ορθή ευχή της συγχωρήσεως κι όχι την άλλη, ξένη στις ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκδοχή της, – “Εγώ, ο ανάξιος ιερέας, με την εξουσία που μου έχει δοθεί, σε απαλλάσσω...” - που είναι λατινογενούς προέλευσης και παρεισέφρησε στα λειτουργικά μας βιβλία κατά την περίοδο της επικράτησης στοιχείων της Δυτικής θεολογίας ανάμεσα στους Ορθοδόξους).
Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι οι “πιστοί”, δηλαδή οι “μη αφορισμένοι”, θεωρούνταν από την Εκκλησία αναμάρτητοι. Καταρχήν, σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία κανένα ανθρώπινο όν δεν είναι αναμάρτητο, με εξαίρεση την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου. Κατά δεύτερον, η προσευχή για την συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της Λειτουργίας (βλ. τον Τρισάγιο Ύμνο και τις δύο “Ευχές των πιστών”). Τέλος, η Εκκλησία πάντοτε φρονούσε ότι η Θεία Κοινωνία προσφέρεται “εις άφεσιν αμαρτιών”. Έτσι το θέμα εδώ δεν είναι η αναμαρτησία, που καμία συγχωρητική ευχή δεν είναι ικανή να την επιτύχει. Αλλά η διάκριση που πάντοτε γινόταν από την Εκκλησία ανάμεσα στην αμαρτία που εξορίζει τον άνθρωπο από τη ζωή της χάριτος της Εκκλησίας, και στην αμαρτωλότητα που αναπόφευκτα συνοδεύει τη ζωή κάθε ανθρώπινου όντος “που ζεί εν τω κόσμω και ενδύεται σάρκα”. Θα λέγαμε ότι μέσα στην ακολουθία της Λειτουργίας η φθαρείσα από την αμαρτία φύση μας “αναπλάθεται” όπως ομολογούμε στις ευχές των πιστών πριν από την προσφορά των θείων Δώρων. Ενώπιον του Αγίου Ποτηρίου, τη στιγμή της πρόσληψης των Μυστηρίων, παρακαλούμε για συγχώρεση των αμαρτιών “εκουσίων τε και ακουσίων, εν λόγοις ή έργοις, εν γνώση και αγνοία” και εμπιστευόμαστε ότι, στο μέτρο της μετανοίας μας, θα λάβουμε αυτή την συγχώρεση.
Όλα αυτά βεβαίως σημαίνουν – και κανείς δεν το αρνείται - ότι ο μόνος πραγματικός όρος για την προσέλευση στα θεία Μυστήρια είναι η μετοχή μας στο Σώμα της Εκκλησίας, μετοχή που αντιστρόφως βρίσκει την πληρότητά της με την πρόσληψη των μυστηρίων. Η Μετάληψη δίνεται προς “άφεση αμαρτιών και ίαση ψυχών τε και σωμάτων”, πράγμα που υποδηλώνει με σαφήνεια, τι άλλο, παρά τη μετάνοια, τη συναίσθηση της πλήρους αναξιότητάς μας και τη συνείδηση της Κοινωνίας ως θείου δώρου που κανένα επίγειο όν δεν είναι “άξιο” να λάβει. Όλο το νόημα της προετοιμασίας για την Κοινωνία, όπως ορίστηκε από την Εκκλησία (στην Ακολουθία της θείας Μεταλήψεως) δεν είναι να δημιουργήσει στον άνθρωπο το αίσθημα της “αξιότητας” αντίθετα, σκοπεύει στο να δείξει σ’ αυτόν την άβυσσο του ελέους και της άπειρης αγάπης του Θεού: “Τέκνον μου πνευματικόν, ο τη εμή ταπεινότητι εξομολογούμενος, εγώ ο ταπεινός και αμαρτωλός ουκ ίσχύω αφιέναι αμάρτημα επί της γης, ειμή ο Θεός... ο συγχωρήσας Δαυΐδ, διά Νάθαν του Προφήτου, τα ίδια εξομολογήσαντι αμαρτήματα, και Πέτρω την άρνησιν, κλαύσαντι πικρώς, και Πόρνη δακρυσάση επί τους αυτού πόδας, και Τελώνη και Ασώτω, αυτός ο Θεός, συγχωρήσαι σοι δι’ εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι, και εν τω μέλλοντι^ και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ Βήματι”. Ενώπιον της Τράπεζας του Κυρίου, η μόνη “αξιωσύνη” των κοινωνούντων είναι αυτή η βαθιά συναίσθηση της “αναξιότητάς τους”. Αυτή είναι η αρχή της σωτηρίας.
Είναι επομένως υψίστης σημασίας για μας να κατανοήσουμε ότι η μετατροπή του μυστηρίου της εξομολόγησης σε μία αναγκαστική προϋπόθεση για την Κοινωνία, όχι μόνο συγκρούεται με την Παράδοση, αλλά προφανώς την παραμορφώνει. Διαστρέφει καταρχήν το δόγμα της Εκκλησίας, δημιουργώντας δύο κατηγορίες μελών, η μία από τις οποίες είναι αφορισμένη στην πραγματικότητα από την Ευχαριστία. Επιπλέον, στρεβλώνει το νόημα και πλήρωμα της εκκλησιαστικής μετοχής. Δεν προκαλεί έκπληξη κατά συνέπεια το γεγονός ότι αυτοί που ο Απόστολος καλεί “συμπολίτες των αγίων και οικείους του Θεού” (Εφεσ. 2:19) γίνονται και πάλι “εθνικοί”, “εκκοσμικεύονται” και η μετοχή τους στην Εκκλησία μετριέται και ορίζεται με χρηματικούς όρους οφειλών και “δικαιωμάτων”. Αλλά, επίσης, αυτό που παραμορφώνεται είναι το δόγμα περί της θείας Κοινωνίας που γίνεται πλέον αντιληπτό ως το μυστήριο για τους λίγους “εκλεκτούς” και όχι ως το μυστήριο της Εκκλησίας των αμαρτωλών που μέσα από το άπειρο έλεος του Χριστού μεταμορφώνονται διαρκώς σε Σώμα Κυρίου. Και τελικά, ανάλογα διαστρέφεται και η διδασκαλία για την εξομολόγηση. Παραποιημένη σε υποχρεωτική προϋπόθεση της Μετάληψης, αρχίζει όλο και πιο φανερά να υποκαθιστά την πραγματική ετοιμότητα για την Ευχαριστία, που δεν είναι άλλη από τη γνήσια εσωτερική μετάνοια, αυτή που έχει εμπνεύσει όλες τις ευχές προ της θείας Κοινωνίας. Ύστερα από μία τρίλεπτη εξομολόγηση και συγχωρητική ευχή ο άνθρωπος αισθάνεται πλέον “δικαιούχος” του μυστηρίου, “άξιος”, ίσως και απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του, αισθάνεται με άλλα λόγια το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό στο οποίο μας καλεί η αληθινή μετάνοια.
Με ποιο τρόπο λοιπόν μία τέτοια πρακτική εμφανίστηκε και καθιερώθηκε, ώστε σήμερα πολλοί να την υπερασπίζονται ως την πλέον ορθόδοξη; Για να απαντήσουμε στην ερώτηση πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τρεις παράγοντες: Έχουμε ήδη αναφερθεί στον ένα: Πρόκειται για την επιφανειακή και χλιαρή προσέγγιση της πίστης και της ευσέβειας από την ίδια τη χριστιανική κοινότητα, που οδήγησε αρχικά στην σπάνια Μετάληψη και τελικά στον υποβιβασμό της σε άπαξ του έτους “υποχρέωση”. Είναι ξεκάθαρο ότι ο πιστός που προσέρχεται στο ιερό Μυστήριο μία φορά τον χρόνο οφείλει πράγματι να “συμφιλιωθεί” με την Εκκλησία, μέσα από μία εξέταση της συνείδησης και της ζωής του κατά το μυστήριο της Εξομολόγησης.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η επιρροή της μοναστικής πρακτικής, που βέβαια στο σύνολό της είναι ιδιαίτερα ευεργετική για την Εκκλησία. Οι μοναχοί λοιπόν, γνώριζαν και ασκούσαν εξ’ αρχής την πρακτική της “έκθεσης των λογισμών” και της πνευματικής καθοδήγησης των απείρων από τον πιο έμπειρο της κοινότητας. Αλλά - κι αυτό είναι το ουσιώδες - αυτός ο πνευματικός πατέρας ή “γέροντας” δεν ήταν απαραίτητα ιερέας, αφού η πνευματική καθοδήγηση συνδεόταν με την πνευματική εμπειρία και όχι την ιεροσύνη.
Στα Βυζαντινά μοναστικά τυπικά του 7ου-8ου αιώνα οι μοναχοί απαγορεύεται να αποφασίζουν μόνοι τους για την προσέλευση ή την αποχή τους από το Άγιο Ποτήριο, χωρίς δηλαδή τη συγκατάθεση του πνευματικού τους πατέρα, καθώς “η εξαίρεση εαυτού από την Κοινωνία είναι η εφαρμογή του ιδίου θελήματος”. Στις γυναικείες μονές παρόμοια άδεια απαιτείται από την ηγουμένη. Παρατηρούμε, λοιπόν, πώς η εξομολόγηση εδώ είναι μη μυστηριακού τύπου και βασίζεται στην πνευματική εμπειρία και την διαρκή καθοδήγηση. Ωστόσο, αυτού του είδους η πρακτική έχει έντονο αντίκτυπο στο καθαυτό μυστήριο της Εξομολόγησης. Στη διάρκεια της πνευματικής παρακμής (της οποίας την αληθινή έκταση και σημασία ανακαλύπτει κανείς μέσα στους κανόνες της λεγομένης Συνόδου του Τρούλου του 6ου αιώνα), τα μοναστήρια παρέμειναν τα κέντρα της πνευματικής μέριμνας και νουθεσίας των λαϊκών. ...] Ο λαός με φυσικό τρόπο ταύτισε αυτό το είδος της πνευματικής καθοδήγησης με την μυστηριακή εξομολόγηση. Θα πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι την ικανότητα της πνευματικής καθοδήγησης δεν διαθέτει ο κάθε ενοριακός ιερέας, αφού αυτή προϋποθέτει βαθιά πνευματική εμπειρία, χωρίς την οποία η “καθοδήγηση” μπορεί να οδηγήσει, και στην πραγματικότητα συχνά οδηγεί, σε αληθινές πνευματικές τραγωδίες. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι το μυστήριο της μετανοίας συνδέθηκε κατά μία έννοια με την πνευματική καθοδήγηση, την επίλυση “δυσκολιών” και “προβλημάτων"^ κατ’ επέκταση στην παρούσα ενοριακή ζωή ταυτίστηκε με τις “μαζικές” ολιγόλεπτες εξομολογήσεις που εστιάζονται κυρίως στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, όπου η όποια νουθεσία και ανέφικτη γίνεται, αλλά και είναι πιθανό ότι φέρει περισσότερη βλάβη παρά όφελος. Η πνευματική καθοδήγηση πρέπει να αποσυνδεθεί από την μυστηριακή εξομολόγηση, έστω κι αν αυτή η τελευταία είναι προφανώς το απώτερο τέλος κι ο σκοπός της.
Ο τρίτος και αποφασιστικός παράγοντας ήταν, φυσικά, η επίδραση της Δυτικής, Σχολαστικής και δικανικής κατανόησης της μετανοίας. Έχουν πολλά γραφεί για την “δυτική υποδούλωση” της Ορθόδοξης θεολογίας, αλλά φοβάμαι πώς λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν το βάθος και το αληθινό νόημα της στρέβλωσης στην οποία η Δυτική επιρροή οδήγησε την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας και πάνω απ’ όλα την κατανόηση των Μυστηρίων. Αυτό γίνεται φανερό στο μυστήριο της μετανοίας. Η σοβαρή παραμόρφωση εδώ συνίσταται στην μετατόπιση του νοήματος του μυστηρίου από την μετάνοια και την εξομολόγηση στην στιγμή της “άφεσης” που προσλαμβάνεται δικανικά. Η Δυτική Σχολαστική θεολογία διαχώρισε σε δικανικές κατηγορίες την ίδια την ουσία της αμαρτίας και, αντίστοιχα, την έννοια της άφεσης. Η τελευταία πηγάζει εδώ όχι από την αλήθεια, δηλαδή την αυθεντική φύση της μετανοίας, αλλά από την εξουσία του ιερέως. Εάν για την αρχική ορθόδοξη κατανόηση του μυστηρίου της εξομολόγησης ο ιερέας είναι ο παρευρισκόμενος μάρτυρας της μετανοίας, και ως εκ τούτου μάρτυρας της πλήρους “καταλλαγής με την Εκκλησία εν Χριστώ Ιησού...”, ο Λατινικός νομικισμός υπερτονίζει την εξουσία του ίδιου του ιερέως να δίνει άφεση αμαρτιών. Έτσι προκύπτει η ολότελα καινοφανής για το Ορθόδοξο δόγμα, αλλά αρκετά δημοφιλής σύγχρονη πρακτική της “άφεσης-απαλλαγής” χωρίς εξομολόγηση. Η αρχική διάκριση ανάμεσα σε αμαρτίες –αφορισμούς από την Εκκλησία (από τους οποίους προέκυπτε η ανάγκη της μυστηριακής συμφιλίωσης με το Εκκλησιαστικό Σώμα) και της αμαρτωλότητας που δεν εξέβαλε τον πιστό εκτός Εκκλησίας, εκλογικεύθηκε από τον Δυτικό Σχολαστικισμό σε διαχωρισμό ανάμεσα στις λεγόμενες θανάσιμες και εξαγοράσιμες (συγγνωστές) αμαρτίες. Οι πρώτες, έχοντας απομακρύνει τον άνθρωπο από την “κατάσταση της χάριτος” απαιτούν μυστηριακή εξομολόγηση και άφεση, ενώ οι υπόλοιπες χρήζουν μόνο εσωτερικής μεταμέλειας. Στην Ορθόδοξη Ανατολή, ωστόσο, και ιδιαίτερα στη Ρωσία (κάτω από την επίδραση της Λατινόφρονος θεολογίας του Πέτρου Μογίλα και των μαθητών του) η θεωρία αυτή κατέληξε στην υποχρεωτική και δικανική σύνδεση ανάμεσα στην εξομολόγηση-άφεση και την Ευχαριστία.
Κατά έναν ειρωνικό τρόπο η πιο ολοφάνερη “διείσδυση” των Λατίνων αντιμετωπίζεται από μεγάλο αριθμό πιστών ως ορθόδοξη νόρμα, ενώ η πιο απλή απόπειρα για επαναξιολόγηση της πρακτικής κάτω από το φως του αυθεντικού ορθοδόξου δόγματος της Εκκλησίας και των μυστηρίων καταγγέλλεται ως “Ρωμαιοκαθολική”! 
π.Αλεξάνδρου Σμέμανπηγή: http://www.oodegr.com/

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2018

Κυριακή μετά τα Φώτα: Ένα αναστάσιμο ευαγγέλιο για την μετάνοια


Tο σημερινό ευαγγέλιο , αγαπητοί χριστιανοί, είναι ένα ευαγγέλιο αναστάσιμο. Δεν είναι αναστάσιμο γιατί αναφέρεται άμεσα στην Ανάσταση του Κυρίου, ούτε επειδή διαβάζεται στην πασχάλια εβδομαδιαία σύναξη της Κυριακής. Είναι αναστάσιμο γιατί αναφέρεται σε ένα καινό-καινούριο φως- που έλαμψε στον κόσμο της σκιάς του θανάτου, στον κόσμο της αμαρτίας, το φως του Χριστού, και σε μια νέα ζωή, μια ζωή χαρμολύπης,τη ζωή της μετάνοιας, την ζωή της βασιλείας του θεού.

Το ότι η μετάνοια συνδέεται με την ανάσταση του Χριστού, αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην αγία γραφή. Αμέσως μετά την ανάσταση και πριν την ανάληψη ο Κύριος έστειλε τους μαθητές του να κηρύξουν μετάνοια στα έθνη εις άφεσιν αμαρτιών. Αλλά και οι απόστολοι ενώπιον του ιουδαϊκού λαού,την ημέρα της Πεντηκοστής, κήρυξαν μετάνοια δηλ επιστροφή και βάπτισμα στο όνομα του  Αναστημένου Κυρίου Ιησού.
Ωστόσο είναι πιο προφανής ο λόγος που καθιστά τη σημερινή ευαγγελική περικοπή αναστάσιμη, ευαγγέλιο χαράς, ελπίδας και πνευματικής ανάτασης. Πριν από την κάθοδο του Κυρίου στον Άδη , αμέσως μετά τον σταυρό και τον θάνατο, έχουμε μία άλλη κάθοδο του Χριστού σε έναν άλλο άδη, σε ένα τόπο κλαυθμού και οδυρμού. Είναι αυτή η παρουσία του Κυρίου Ιησού στην Γαλιλαία των εθνών, στην Γαλιλαία όπου επλεόνασε η αμαρτία, η οδύνη και ο θάνατος , για να περισσεύσει η χάρη και η σωτηρία.Είναι τόσο παραστατική η εικόνα του αγνού και Αναμάρτητου Αμνού του Θεού στον Ιορδάνη πριν από λίγο. Στέκεται στην σειρά να βαπτιστεί με ανθρώπους αμαρτωλούς! Τόσο αμαρτωλούς, για τους οποίους ένας σύγχρονος πατέρας λέει ότι τα νερά του Ιορδάνη είχαν φορτιστεί και φορτωθεί βαριά με τις αμαρτίες τους. Από τα ευαγγέλια μαθαίνουμε ή υποθέτουμε ποιοί ήταν αυτοί. Τελώνες και πόρνες, οι οποίοι κατά την διαβεβαίωση του Κυρίου αργότερα, προήγαν τους ιουδαίους άρχοντες στην βασιλεία του Θεού. Στρατιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι διεφθαρμένοι, συκοφάντες, εκβιαστές, άνθρωποι του χυδαίου ανταγωνισμού. Και κοντά σε αυτούς άνθρωποι θρησκόληπτοι και άλλοι χωρίς έργα που έμοιαζαν με άχυρα έτοιμα να ριχτούν στην φωτιά. Δεν μπορεί ο καθένας μας να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε όλους ή σε κάποιους τουλάχιστον από αυτούς; Σίγουρα ναι! Αυτή λοιπόν είναι η αντοπροσωπευτική γενεά των ανθρώπων, με την οποία επέλεξε ο Χριστός να συγχρωτιστεί, θέλοντας να καταδείξει ποιούς ήρθε να ελεήσει και να σώσει σε ουσιαστικό φυσικό επίπεδο.Η σάρκωση και η επιφάνεια του Λόγου, του Υιού του Θεού στον κόσμο, είναι η μεγάλη αποκάλυψη , η παρουσία του Θεού, η παροχή της ζωής και του φωτός σε ένα κόσμο απελπισίας, ασέβειας, αποπνικτικής κακίας και άγνοιας. Εξάλλου, η Γαλιλαία της εποχής του Ιησού, αγαπητοί χριστιανοί, είναι ο ίδιος ο κόσμος μας , ο κόσμος που ζει στην πλάνη του διαβόλου και βρίσκει την αληθινή ζωή και σωτηρία στο πρόσωπο του Χριστού, στην ίδια την Εκκλησία.

Ο Ιερός Χρυσόστομος σημειώνει ότι ο Χριστός δεν άρχισε το κήρυγμα Του επαναλαμβάνοντας τα του Προδρόμου. Δηλαδή περί αξίνης, πυρός και τελικής καταδίκης των αμαρτωλών, αλλά με την μετάνοια. Με την δυνατότητα μετάνοιας, με την ευκαιρία μετάνοιας. Με την αναφορά όχι στην συντέλεια, αλλά στην βασιλεία. Πράγματι, ενώ ο Χριστός ποτέ δεν απέκρυψε την τραγική κατάληξη όλων όσων μείνουν άγευστοι και αδιάφοροι στην επίσκεψη του Θεού, αρχικά έρχεται να δηλώσει με ηρεμία και μεγάλη μακροθυμία ότι τώρα Αυτος είναι ανάμεσα στον λαό Του. Τώρα, είναι η ώρα και η στιγμή ο λαός να Τον αναγνωρίσει και να Τον ακολουθήσει στην ουράνια διαδρομή προς την βασιλεία. Δεν έρχεται με αξίνη, ως ηδύνατο, αλλά με ανοιχτά και απλωμένα τα χέρια προς τους ανθρώπους.

Η μετάνοια, αδελφοί μου, αυτή η ουσία του κηρύγματος του Προδρόμου, των αποστόλων, των προφητών, των πατέρων, το πρώτο κήρυγμα του ιδίου του Χριστού, είναι μια κατασυκοφαντημένη και κακοποιημένη έννοια στις μέρες μας. Συνδέεται με μια ζωή απελπισίας, κακουχιών, ύποπτης υποκριτικής θρησκευτικότητας, με έναν λόγο παρωχημένο, στομφώδη και φαρισαϊκό.. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πώς μέσα στους κόλπους και την παράδοση της μητέρας μας, της ορθόδοξης εκκλησίας, η μετάνοια είναι μια ζωή μακαριότητας, δηλαδή μυστικής χαράς και ευτυχίας. Είναι η ευλογημένη χαρμολύπη, η πολιτεία των ταπεινών και των αγνών ανθρώπων, αυτών για τους οποίους ο Χριστός είπε: «μακάριοι αυτοί που πενθούν γιατί θα παρηγορηθούν». Το πένθος αυτό , δεν είναι πένθος κοσμικό, που μυρίζει θάνατο και απελπισία, αλλά είναι ή ίδια η ζωή της κατά Χριστόν ταπείνωσης. Μιας ζωής που συναντάμε στους αγίους. Σ’αυτούς που δεν ανέχονται την ντροπή και την ασθένεια της αμαρτίας και ενώ είναι δίκαιοι και ευλαβείς συνειδητοποιούν την αμαρτωλότητα και την ελαχιστότητα τους ενώπιον του Θεού. Σ’αυτούς που δεν απαιτούν τα υψηλά, τα αξιώματα,τα ις διακρίσεις, τους επαίνους και μένουν σαν νεκροί μπροστά στην απατηλότητα και τη ματαιότητα του κόσμου. Σ’αυτούς που ενώ αγαπούν την ζωή και δεν την αποστρέφονται, ωστόσο ζουν μια ζωή λαθότητας, κρύβοντας την αρετή τους από τους άλλους και επιλέγουν σαν τις μέλισσες απ’αυτόν τον κόσμο ότι αγνό,αυθεντικό και ψυχωφέλιμο, με διάκριση και απλότητα. Αυτούς που συναισθάνονται το υψηλό μυστήριο του Θεού και καταγελούν όλη την ανθρώπινη ματαιότητα και πολυπραγμοσύνη.

Τέλος,  αγαπητοί μου, η ζωή της μετανοίας είναι καθαρά μυστηριακή και εκκλησιαστική ζωή. Ο μετανοϊκός άνθρωπος τρέφεται από την θεία ευχαριστία, την εξομολόγηση, τις ακολουθίες της εκκλησίας. Ζεί με αυτοπροσφορά, κένωση, προσευχή, διακονία,θυσία και κύρια με πίστη και ελπίδα, γι’αυτό και ζει εσωτερικά γαλήνιος και χαρούμενος. Ο νέος κόσμος του Θεού, ο μυστηριακός κόσμος της Εκκλησίας που εγκαινίασε ο Χριστός με την επιφάνεια Του στον κόσμο, είναι ο κόσμος της ανάστασης, της ζωής και του φωτός.



ππκ 2010-2014-2018(συρραφή)

Παρασκευή, Ιανουαρίου 12, 2018

Ο άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης, ο διά Χριστόν σαλός


Ο άγιος Μάξιμος γεννήθηκε στη Λάμψακο του Ελληνόσποντου από ευσεβείς γονείς το 1280 μ.Χ. Οι γονείς του τον ανέθρεψαν με ευλάβεια δίνοντάς του όσα πολεμοφόδια χρειαζόταν ένας ενάρετος χριστιανός. Στα 15 του χρόνια έγινε μοναχός και υποτάχθηκε σε κάποιο σεβάσμιο γέροντα στο όρος Γάνο της Θράκης. Εκεί δεν άργησε υπό την καθοδήγηση του πνευματικού του πατέρα να προκόψει σε όλες τις αρετές της χριστιανοσύνης φτάνοντας σε ψηλά μέτρα αγιότητας. Νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, αγρυπνία και προπαντός ταπείνωση υπήρξαν τα αδιαφιλονίκητα όπλα του έναντι των πειρασμών κάποιου νέου της ηλικίας του.
Μετά από λίγο καιρό ο γέροντάς του κοιμήθηκε και έτσι ο Μάξιμος αναγκάστηκε να ψάξει για άλλο πνευματικό πατέρα και για το σκοπό αυτό να πάει στο Παπίκιο Όρος , όπου διέμεινε για λίγο καιρό με άλλους ασκητές. Ακολούθως έφυγε για την Κωνσταντινούπολη για προσκύνημα. Εκεί ο πατριάρχης  άγιος Αθανάσιος (28 Οκτωβρίου) εκτίμησε τις αρετές του και το ταπεινό του φρόνημα, που ήταν και το κύριο χαρακτηριστικό του αγίου. Ο Μάξιμος για να αποφύγει την όποια δόξα και έπαινο μπορούσε να του αποδώσει ο πατριάρχης άρχισε να προσποιείται τον τρελό.
Ζούσε κοντά στο ναό των Βλαχερνών, όπου όλη μέρα ο κόσμος τον κορόιδευε εμπαίζοντάς τον για τις διάφορες παλαβομάρες που έκανε, ενώ τα βράδια προσευχόταν στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου του ναού.
Μετά από όλα αυτά έφυγε για το Άγιον Όρος και συγκαταριθμήθηκε στην αδελφότητα της Μεγίστης Λαύρας .
Εκεί υπέδειξε ιδιαίτερη υπακοή στον ηγούμενο αλλά και σε όλους τους αδελφούς μοναχούς και προσπαθούσε όσο το δυνατό να μιμείται τους μεγάλους ασκητές του Άθω. Δεν έμενε σε κελί για να μην απολαμβάνει καμία άνεση και όταν έψαλλε στο  ναό ήταν πάντοτε δακρυσμένος. Κάποτε είδε την Παναγία μας σε όραμα που τον πρόσταξε να πάει στην κορυφή του Άθωνα για να προσευχηθεί. Εκεί, ενώ προσευχόταν για τρία συνεχόμενα μερόνυχτα του παρουσιάστηκε η Υπεράχραντη Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τον ενδυνάμωσε στον αγώνα του , δίνοντάς του άρτο και λέγοντάς του από τούδε και στο εξής να μείνει μόνος στις απότομες πλαγιές του Άθωνα , όπου θα έσωζε πολλούς που θα πρόστρεχαν κοντά του.
Ο άγιος μετά πήγε στο γέροντά του και του ζήτησε ευλογία να φύγει ιστορώντας του το όραμα. Εκείνος δεν είχε διάκριση κι τον κατηγόρησε ότι είχε δαιμονική φαντασία, γινόμενος παιχνίδι στα χέρια των δαιμόνων. Ο Μάξιμος εξέλαβε αυτά τα λόγια ως θεία βούληση να συνεχίσει την άσκηση της σαλότητας. Άρχισε να ζει στερούμενος ό,τι μπορούσε να του δώσει κάποια άνεση, ακόμα και τα πιο απαραίτητα. Τριγυρνούσε στις κακοτράχηλες ράχες του Άθωνα ανυπόδητος , εκτεθειμένος στις ακραίες καιρικές συνθήκες του χώρου, ιδιαίτερα του Χειμώνα. Έφτιαχνε πρόχειρες καλύβες για να μένει, τις οποίες μετά από λίγο χρονικό διάστημα έκαιγε, για να μην έχει ο,τιδήποτε δικό του ή κάτι με το οποίο μπορούσε να δεθεί συναισθηματικά. ( Έτσι απέκτησε τον τίτλο του καυσοκαλυβίτη ) .
Προσπάθειά του ήταν να γίνεται αντικείμενο χλευασμού από όποιον τον επισκεπτόταν για να μην τυγχάνει σεβασμού. Όποιοι όμως πήγαιναν κοντά του έφευγαν ωφελημένοι από τις νουθεσίες του, παρόλο που αυτές λεγόντουσαν μέσα σε ασυνάρτητα και παλαβά λόγια. Ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναϊτης
 ( 12 Απριλίου ) ακούγοντας για τον Μάξιμο τον έψαξε και όταν τον βρήκε τον έπεισε να του μιλήσει για τους αγώνες του. Όταν τον άκουσε προσεκτικά και αντελήφθη ότι πρόκειται για άγιο άνθρωπο τον συμβούλεψε να αφήσει πια τη σαλότητα και την ερημιά και να μείνει μόνιμα σε ένα μέρος όπου θα μπορούσαν να το βρίσκουν όποιοι τον έψαχναν για ψυχική τους ωφέλεια.
Ο Μάξιμος του έκανε υπακοή και έφτιαξε μια, μόνιμη πλέον , καλύβα, χωρίς όμως ίχνος υλικών που θα τον ευκόλυναν να ζει άνετα. Βασανισμένοι, δυστυχισμένοι, εμπερίστατοι ακόμα και δαιμονισμένοι έβρισκαν παρηγοριά και γιατρειά κοντά του. Έλαβε από το Θεό το προορατικό χάρισμα και προφήτεψε στους αυτοκράτορες Ιωάννη ΣΤ΄ τον Κατακουζηνό (1347- 1354 ) και Ιωάννη Ε΄ τον Παλαιολόγο (1341-1391 ) σε επισκέψεις τους κοντά του για τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε .
Έζησε στην καλύβα του αυτή, που ήταν κάτω από σπήλαιο, για 15 χρόνια και μετά πήγε στη Μεγίστη Λαύρα σε ένα μικρό κελί , στο οποίο αργότερα έμενε ο μαθητής και βιογράφος του άγιος Νήφωνας ( 14 Ιουνίου ) . Απεβίωσε ειρηνικά στις 13 Ιανουαρίου 1375 σε ηλικία 95 χρονών.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
εδώ


Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης: Μας εδιηγούντο οι Γεροντάδες μας ότι ο άγιος Μάξιμος ησκείτο στη Μεγίστη Λαύρα. Παρακαλούσε συνεχώς την Παναγία να του δώσει την «καρδιακή προσευχή». Να τον φωτίσει, δηλαδή, να προσεύχεται με την καρδιακή, τη νοερά προσευχήν. Η Παναγία εισήκουσε τις προσευχές του και του έδωσε την εντολή να πάει στην κορυφή του Αθωνος, λέγοντάς του συγχρόνως: «Ελα κι εκεί θα σου αποκαλύψω το αιτούμενον»! Ο πατήρ Μάξιμος μια και δυο πήρε το μπαστουνάκι του και ξεκίνησε. Βάδιζε, βάδιζε ώρες ολόκληρες, έξι, επτά, οκτώ, 10 ώρες! Με το ένα χέρι κρατούσε το ραβδάκι και με το άλλο τραβούσε το κομποσχοίνι του. Κάποτε έφθασε στην κορυφή. Γονάτισε αμέσως κι άρχισε να προσεύχεται θερμά στην Παναγία μας. Εμεινε γονατιστός, προσευχόμενος τρία μερόνυκτα! Κάποια στιγμήν ο Γέροντας αισθάνθηκε μίαν άρρητη ευωδία και συγχρόνως είδε άπλετο φως να τον κατακλύζει! Τον περιέλουσε το άκτιστο φως... Μέσα σ' αυτές τις συγκλονιστικές συνθήκες εμφανίσθηκε η Παναγία! Ο πατήρ Μάξιμος εκάλυψε με τις παλάμες το πρόσωπό του λέγοντας: «Υπεραγία Θεοτόκε, δεν είμαι άξιος να δω το υπεράγιο Πρόσωπό Σου». Η Παρθένος τού μίλησε για λίγο. Ο άγιος του Θεού ένιωσε την καρδιά του να σκιρτά από αγαλλίασιν. Εκείνη, βλέποντας την ταπείνωσή του, του έδωσε το χάρισμα της νοεράς προσευχής κι εξαφανίσθηκε μέσα στη λάμψη στην οποία και είχεν εμφανισθεί! Η Παναγία -εκτός από τη νοερά προσευχή- του έδωσε και άλλη μίαν ιδιαίτερη χάρη, να ίπταται! Μάλιστα, γι' αυτό τον ονομάζουν το «πτηνόν του Αθω»! Συγκεκριμένα, στους Χαιρετισμούς των Αγιορειτών Αγίων διαβάζουμε: «Χαίροις, Μάξιμε πάτερ, αετέ υψιβάμον»!

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2018

Οι τρεις πειρασμοί του Κυρίου


    Πριν  από το δικό του Πάσχα και πριν από το Πάσχα του λαού Του ο Χριστός εισέρχεται στην έρημο (Ματθ. 4, 1). Και όπως ο παλαιός Ισραήλ με τον Μωυσή έμεινε σαράντα χρόνια, έτσι και ο Χριστός μένει σαράντα ημέρες μέσα στη δοκιμασία της ερήμου, όπου αντιμετωπίζει από τον πειραστή διάβολο τρεις πειρασμούς.


     Ο πρώτος πειρασμός ήταν ο «βιολογικός» πειρασμός, ο πειρασμός της πείνας και της δίψας (Ματθ. 4,2). Ο πονηρός, μετά σαράντα ημέρες νηστείας και άσκησης του Χριστού, του λέγει: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κάνε τις πέτρες ψωμί για να χορτάσεις την πείνα σου και την πείνα του κόσμου. Ξεκινάς για το έργο Σου και ξεχνάς ότι ο κόσμος πεινά. Ικανοποίησε πρώτα τις υλικές του ανάγκες και μετά προσπάθησε να τους οδηγήσεις στην πνευματική ζωή».
Ο Χριστός στην πρόκληση του πονηρού αρνείται να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμί. Δεν υπόσχεται κανέναν υλικό παράδεισο, αλλά δημιουργεί ένα προηγούμενο και μια πνευματική παράδοση για τον λαό Του με την απάντησή Του: «Ο άνθρωπος δε ζει μόνο με το ψωμί, τα υλικά αγαθά, αλλά με τον λόγο του Θεού που δίδει περιεχόμενο στη ζωή του». Η πίστη και η πνευματική ζωή δεν μπορεί να υποτάσσονται στην καθημερινή ανάγκη. Η ορθόδοξη ζωή είναι η υπέρβαση της καθημερινότητας, είναι η είσοδος διά της ερήμου της ιστορίας στον χώρο της αιωνιότητας. Ο πειρασμός αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για μια κοινότητα, για έναν κόσμο που οικοδομείται.

Ο δεύτερος πειρασμός του Ιησού Χριστού στην έρημο ήταν ο πειρασμός της πνευματικής επάρκειας και πνευματικής ανεξαρτησίας από τη Χάρη και την παρουσία του Θεού. Είναι ένα είδος πειρασμού «αυτοσυνειδησίας». Ο πειραστής διάβολος παραλαμβάνει τον Ιησού, μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, και τον οδηγεί στον Ναό, όπου διατυπώνει μέσα σε ιερό μάλιστα χώρο τον πειρασμό του: «Εάν είσαι υιός του Θεού, πέσε κάτω από τη στέγη του Ναού, γιατί είναι γραμμένο ότι δε θα πάθεις τίποτε, αφού ο Θεός θα δώσει εντολή για Σένα στους αγγέλους Του και θα σε σηκώσουν στα χέρια τους» (Ματθ. 4, 6).
Ο διάβολος προκαλεί τον Χριστό να κάνει κάποιο θαύμα, για να αποδείξει τη θεία Του προέλευση. Αντιλαμβάνεται κανείς τί θα σήμαινε, εάν έστω προς στιγμήν, αμφέβαλε ο Χριστός για τη φύση του προσώπου Του και της αποστολής Του· εάν ήθελε, σύμφωνα με τον πειρασμό, να δοκιμάσει, τη σχέση Του με τον Θεό Πατέρα και να βεβαιωθεί για τον εαυτό Του και τις δυνατότητές Του.
   Αν τώρα ο πειρασμός αυτός μεταφερθεί στον χώρο του ανθρώπου και της ανθρώπινης κοινωνίας, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί ο κόσμος και ο άνθρωπος σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση ελλείψεως αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας. Πόσες φορές ο κόσμος δεν αναζητά από την πίστη θαύματα για να πιστέψει; Ο Κύριος, όμως, δεν ενδίδει στον μεγάλο αυτό πειρασμό- γιατί θέλει η πίστη του ανθρώπου να μη στηρίζεται σε θαυματουργικές πράξεις ή εξωτερικά τεκμήρια. Η πίστη στον Θεό, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, είναι ουσιαστικά μια ελεύθερη και αγαπητική αποδοχή που δικαιώνεται μόνο από τους καρπούς της.

Ο τρίτος πειρασμός της ερήμου είναι ο πειρασμός της εξουσίας και της δυνάμεως. «Εάν πέσεις και με προσκυνήσεις, θα σου δώσω όλα τα βασίλεια του κόσμου» (Ματθ. 43). Είναι πολύ χαρακτηριστικό πως στην έρημο ο διάβολος δεν έρχεται ν’ αποτρέψει τον Ιησού από τη μεσσιανική αποστολή Του και να τον απομακρύνει από την άσκηση μιας κάποιας εξουσίας. Ο Ιησούς Χριστός καλείται από τον σατανά να γίνει Μεσσίας του διαβόλου και να ασκήσει την εξουσία αυτή επάνω σ’ όλους τους λαούς της γης στο όνομα του πειραστή.
Ο τρίτος αυτός πειρασμός ανακεφαλαιώνει κατά τρόπο απτό και ωμό την τραγική ιστορία του ανθρώπου διά μέσου των αιώνων, μια Ιστορία πολέμων και βιαιοτήτων, αρπαγών και διεκδικήσεων. Μια ιστορία ασκήσεως εξουσίας όχι εν ονόματι της αλήθειας και του Θεού, αλλά εν ονόματι του ψεύδους και του διαβόλου. Μια ιστορία που δεν οδήγησε ποτέ τον άνθρωπο σε ελευθερία αλλά σε χίλιες δυό μορφές δουλείας.

Ο Χριστός, μέσα στο Ευαγγέλιο, δίδει το μέτρο και το νόημα της ηγεσίας. Η εξουσία συνδέεται όχι με την καταδυνάστευση αλλά με τη διακονία και την προσφορά. «Ξέρετε ότι οι άρχοντες καταδυναστεύουν τα έθνη και οι μεγάλοι τα καταπιέζουν. Αυτό δε θα γίνεται σ’ εσάς, αλλά εκείνος που θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας θα είναι διάκονός σας, και εκείνος που θέλει να είναι πρώτος, αυτός θα είναι δούλος σας, όπως ακριβώς ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήλθε να υπηρετηθεί, αλλά να διακονήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο αντί πολλών».



Μ’ αυτές τις τρεις αρχές ο Χριστός ξεκινά το τρίχρονο θείο έργο Του και συντελείται πραγματικά κάτι θαυμαστό: Ο λαός που βρισκόταν στο σκοτάδι και την απειλή του θανάτου είδε να ανατέλλει μέγα και λαμπρό Φως. Το Φως αυτό είναι η Χάρη του Θεού, το Φως της Θεότητας. Ο Κύριος καλεί σε μετάνοια και αλλαγή τον άνθρωπο, γιατί η Βασιλεία του Θεού δεν είναι πια ένα μακρινό όραμα, αλλά μια πραγματικότητα που είναι απτή στο πρόσωπο του Μεσσία Χριστού και βιώνεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία και την Εκκλησία. Ας παρακαλάμε, λοιπόν, τον άγιο Θεό να φωτίζει το σκότος του νου μας, γιατί, όταν φωτιστεί το σκοτάδι του νου μας, τότε γινόμαστε ολοκληρωμένοι άνθρωποι, φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας.

(Αγαθαγγέλου, επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστολική Διακονία)

από τον Νεκρό

Τετάρτη, Ιανουαρίου 10, 2018

Αγίου Γρηγορίου Νύσσης- Το αληθινόν κάλλος


Ποιός λόγος μπορεί να περιγράφει πόση είναι η ζημιά από την αποτυχία της προσπάθειας για την απόκτηση του αγαθού; Τί περισσότερο να σκεφτείς με τον νου; Πώς να φανερώσεις και να περιγράψεις το άρρητο με το λόγο και το ακατάληπτο με τον νου;
Αν όμως έχει κανείς καθαρίσει τόσο καλά το μάτι του νου, ώστε να μπορεί να βλέπει κάπως αυτό που ο Κύριος υπόσχεται στους Μακαρισμούς, θα περιφρονήσει κάθε ανθρώπινο λόγο, επειδή αδυνατεί να εκφράσει αυτό που σκέφθηκε.
Αλλά αν παραμένει κανείς δεμένος ακόμη με τα σωματικά πάθη και σαν από κάποια ασθένεια έχει κλειστά τα μάτια της ψυχής εξαιτίας της εμπάθειας, αποβαίνει και για τον λόγο αυτόν ανώφελη όλη η ρητορική δύναμη. Γιατί για τους αναίσθητους είναι το ίδιο, είτε μειώνεις είτε υπερτονίζεις διά των λόγων τα θαύματα, όπως συμβαίνει και με την ηλιακή ακτίνα για τον εκ γενετής τυφλό, για τον οποίο είναι περιττή και ανώφελη η περιγραφή του φωτός με λόγια· γιατί δεν είναι δυνατό με την ακοή να φωτίσει η λάμψη της ακτίνας.
Κατά παρόμοιο τρόπο χρειάζεται στον καθένα να έχει ειδικά μάτια προκειμένου περί του πνευματικού και αληθινού φωτός, για να ιδεί εκείνο το κάλλος.
Αυτό, εκείνος που το είδε κατά θεϊκή παραχώρηση και με τρόπον ανερμήνευτο, κρατάει στο βάθος της συνείδησης την έκπληξη. Εκείνος όμως που δεν το είδε, δεν θα μπορέσει να γνωρίσει τη ζημιά αυτών που στερήθηκε.
Πώς να του περιγράψει κανείς το αγαθό που του διαφεύγει; Πώς να του δείξει κανείς το ανέκφραστο; Δεν γνωρίζουμε λέξεις ιδιαίτερες που να αποδίδουν εκείνο το κάλλος.
Δεν υπάρχει μεταξύ των όντων κανένα υπόδειγμα αυτού το όποιο ζητάμε. Αλλά ούτε με τη σύγκριση είναι δυνατό να προσδιοριστεί αυτό. Ποιός συγκρίνει με τον μικρό σπινθήρα τον ήλιο; Ή ποιός παραβάλλει τη μικρή σταγόνα με τους απέραντους ωκεανούς;
Γιατί η αναλογία που υπάρχει μεταξύ της μικρής σταγόνας και των τεράστιων υδάτινων όγκων των αβύσσων και της μικρής σπιθούλας με τη μεγάλη ηλιακή ακτίνα, η ίδια διατηρείται και για όλα εκείνα τα οποία θαυμάζουν οι άνθρωποι ως καλά σε σχέση με εκείνη την ωραιότητα, η οποία εννοείται γύρω από το πρώτο αγαθό και το πέρα και πάνω από κάθε αγαθό.
Με ποιόν τρόπο, λοιπόν, θα παραστήσει κανείς το μέγεθος της ζημιάς σ’ αυτόν που υπέστη αυτή τη ζημιά; Νομίζω ότι ο Δαβίδ με τρόπο καλό εκφράζει αυτή την αδυναμία. Επειδή κάποτε ανυψώθηκε διά του νου με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος και, ωσάν να υπερέβη ο ίδιος τον εαυτό του, είδε εκείνο το απερίγραπτο και ασύλληπτο κάλλος στην κατάσταση αυτής της μακάριας έκστασης· και είδε βέβαια όσο είναι δυνατό να ιδεί άνθρωπος, όταν απαλλαγεί από τα σωματικά προκαλύμματα και εισχωρήσει με τον νου μόνο στη θεωρία των νοητών και των ασωμάτων.
Και επειδή λαχτάρησε να πει κάτι αντάξιο με αυτό που είδε, έβγαλε εκείνη την κραυγή, που όλοι επαναλαμβάνουν, λέγοντας ότι «κάθε άνθρωπος είναι ψεύτης» (Ψαλ. 115, 2).
Αυτό δε, όπως εγώ το εξηγώ, σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που με λόγια επιχειρεί να ερμηνεύσει το απερίγραπτο φως, είναι πραγματικά ψεύτης· όχι γιατί μισεί την αλήθεια, αλλά γιατί αδυνατεί να την περιγράψει.
Επειδή την μεν ορατή ωραιότητα, όση εμφανίζεται εδώ κάτω γύρω από τη δική μας ζωή, είτε στα άψυχα σώματα είτε στα έμψυχα με κάποια χρώματα φανταχτερά, διαθέτουμε αρκετά δυνατή όραση και για να την θαυμάσουμε και για να την αποδεχθούμε και για να την γνωστοποιήσουμε και σε άλλον, ζωγραφίζοντας με την περιγραφή διά των λέξεων σαν σε εικόνα αυτήν την ωραιότητα με τον λόγο.
Εκείνο όμως του οποίου το αρχέτυπο υπερβαίνει την κατανόηση, πως να το αποκαλύψει ο λόγος, όταν δεν βρίσκει τρόπο περιγραφής· αφού δεν μπορούμε να μιλήσουμε για χρώμα, ούτε για σχήμα, ούτε για μέγεθος, ούτε για αρμονία μορφής, και γενικά ούτε καμιάν άλλη παρόμοια φλυαρία;
Γιατί το άμορφο και ασχημάτιστο και ξένο από κάθε μεγεθυντικότητα και από όλα όσα εμφανίζονται γύρω από την ύλη και τις αισθήσεις, αυτό που στέκεται, μακριά, πώς μπορεί κανείς να το γνωρίσει διά μέσου αυτών τα οποία γίνονται αντιληπτά με την αίσθηση μόνο;
Αλλά αυτό δεν είναι λόγος να απελπιζόμαστε ότι θα μείνει ανικανοποίητη η επιθυμία μας, επειδή φαίνεται να ξεπερνάει την αντιληπτική μας δύναμη. Αντίθετα· όσο ανώτερο και μεγάλο αποδείχθηκε με την περιγραφή αυτό που επιθυμούμε, τόσο περισσότερο επιβάλλεται να ανυψώνουμε τον νου και να τον αναφέρουμε ανάλογα με το μέγεθος του ζητουμένου, ώστε να μη μείνουμε εντελώς αμέτοχοι της κοινωνίας του αγαθού.
Γιατί είναι μεγάλος ο κίνδυνος να παύσουμε τελείως να το σκεπτόμαστε, για το λόγο ότι είναι πολύ υψηλό και απερίγραπτο, αφού δεν θα στηρίζουμε τη γνώση του σε κανένα από τα γνωστά.
(Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Μυστική Θεολογία, επιλογή κειμένων, εκδ. Επέκταση σ.103-109. 145-151).

Τρίτη, Ιανουαρίου 09, 2018

Ποιός γύμνωσε τον άγιο Μαρκιανό...


Ο ΜΑΡΚΙΑΝΟΣ ήτο ιερεύς στην Κωνσταντινούπολη αγιώτατος άνθρωπος. Ανάμεσα στις άλλες αρετές πού τόν στόλιζαν υπερείχαν η άκτημοσύνη κι' ή ελεημοσύνη. Παράδοξος συνδυασμός!
Καθώς στεκόταν πολύ ψηλότερα άπό κάθε γήϊνο αγαθό, ό Μαρκιανός δέν απέκτησε ποτέ πράγμα δικό του, πού νά έχη κάποια άξια, ούτε δεύτερο ένδυμα. "Οταν οί γνωστοί του του χάριζαν κάτι, τό έδινε παρευθύς στον πρώτο φτωχό, πού θά συναντούσε στο δρόμο του.

Την Κυριακή που θα γίνονταν τα εγκαίνια της Εκκλησίας τής Αγίας Αναστασίας, πού ήτο ή ενορία του, έφυγε ξημερώματα άπό τή φτωχή καμαρούλα του νά έτοιμάση τό Άγιο Βήμα. Θά λειτουργούσε ό Πατριάρχης μέ άλλους Αρχιερείς. Θά πήγαινε κι'ό Αυτοκράτωρ μέ όλους τους άρχοντας του στά εγκαίνια.
Σάν έφτασε στην Αγία Αναστασία κι' ήτο έτοιμος ν' άνοιξη τήν εξώθυρα του μεγαλοπρεπέστατου ναοϋ, πού αυτός ό ϊδιος μέ τήν απαράμιλλη δραστηριότητα του είχε ανακαινίσει, τόν έπλησίασε ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, γυμνός, μελανιασμένος άπό τό κρύο. Έδειχνε νά ύποφέρη πολύ. "Απλωσε διστακτικά τό χέρι νά του γυρέψη ελεημοσύνη. Ό Μαρκιανός έψαξε τίς τσέπες του. 'Αλλά, συνηθισμένο πράγμα σ' αυτόν, δέ βρήκε χρήματα. Έπρεπε όμως νά δώση κάτι σ' εκείνον τόν δυστυχή, καί μάλιστα χρήσιμο. Του ράγισε τήν καρδιά ή γύμνια του, τό τρεμούλιασμα του. Ό φιλάνθρωπος ίερεύς πήρε τήν άπόφασί του. Θά του έδινε τά ρούχα του. Δεύτερα δέν είχε, άλλ' αυτό δέν τόν πείραζε. Τώρα θά φοροϋσε τά ιερατικά του, άφού θά έπαιρνε μέρος στή Λειτουργία. Πήγε στό σκευοφυλάκιο, έφόρεσε τά άμφια του καί όλα του τά ροϋχα τά έδωσε στό φτωχό. Εκείνος έμεινε μέ τό στόμα ανοικτό μπροστά σέ τόση καλωσύνη.

Ήλθαν στό μεταξύ κι' οί άλλοι κληρικοί μέ τόν Πατριάρχη καί άρχισε ή Θ. Λειτουργία. Μά κάτι παράδοξο συνέβαινε εκείνη τήν ήμερα. Τά βλέμματα του εκκλησιάσματος, άπό του Αύτοκράτορος ώς του τελευταίου πιστού, είχαν καρφωθή πάνω στό Μαρκιανό. Τό ίδιο καί τών κληρικών, μέσα στό "Αγιο Βήμα. Δύο μάλιστα άπ' αυτούς είχαν αρχίσει νά σιγοψιθυρίζουν τίς επικρίσεις τους.
- Που βρήκε άραγε τή χρυσοΰφαντη στολή; Αυτός δέν είχε ποτέ του χρήματα. Έτσι τουλάχιστον φαίνεται.
- Δέ βαριέσαι.. Υποκρισίες. Κοίταξε, αδελφέ μου, καί με διαμάντια κεντημένη. Άϊ, αυτό αυτό πια καταντά σκάνδαλο.

Όταν στο τέλος της Θείας Λειτουργίας βγήκε με το Άγιο Ποτήριο νά κοινωνήση τόν κόσμο ό Μαρκιανός, ένας ψίθυρος θαυμασμού άκούστησε από τά χείλη όλων. Ή Εκκλησία άστραψε άπό τό φεγγοβόλημα των αμφίων του.
Ένας ανώτερος κληρικός πλησίασε τότε τόν Πατριάρχη με φανερή αγανάκτησι καί του είπε:
- Δεν πρέπει ή άγιωσύνη σου, Δέσποτα, νά παραλείψη να συστήση κάποια μετριότητα σ' αυτόν τόν άσημο κληρικό. Τέτοια στολή ταιριάζει μόνο στό βασιλέα.
Ό αγαθός γέρο - Πατριάρχης άρχισε νά στενοχωριέται μέ τίς διαμαρτυρίες του Ιερατείου του. Είχε φυσικά κι' ό ίδιος απορήσει μέ τήν πρωτοφανή πολυτέλεια των αμφίων πού φόρεσε - έτσι τουλάχιστον νόμιζε - γιά τήν πανηγύρι ό Μαρκιανός. Τόν γνώριζε όμως πολύ καλά γιά νά τόν χαράκτηρίση ματαιόδοξο. Ώς τόσο, αποφάσισε νά τοϋ κάνη λόγο γι' αυτό. Ευθύς λοιπόν μετά τήν απόλυσι καί προτού ακόμη βγάλουν καί οί δυό τά ιερατικά, φώναξε τόν Μαρκιανό στό σκευοφυλάκιο.

- Που βρήκες τή στολή αυτή, Μαρκιανέ; Τόν ρώτησε σε τόνο αυστηρό. Θά έλεγε κανείς, πώς πήρες τήν απόφασι να συναγωνιστής σέ πολυτέλεια τόν Αυτοκράτορα. Ό ιερεύς πρέπει νά είναι μέτριος στην έμφάνισί του, γιά νά μή σκανδαλίζη τό λαό καί μάλιστα τίς πτωχότερες τάξεις.
Ό Ιερεύς έρριξε πρώτα ένα φευγαλέο βλέμμα στά φτωχικά λινά του άμφια, τά μοναδικά πού είχε γιά νά ίερουργή. Έπειτα κοίταξε μέ απορία τόν Επίσκοπο του.
- Γιά ποια στολή ομιλεί ή άγιωσύνη σου, Δέσποτα; Αν πρόκεται γι' αυτήν πού φορώ, είναι ή ϊδια πού πήρα άπό τά χέρια σου, όταν πρίν άπό εικοσιπέντε χρόνια μέ χειροτόνησες Πρεσβύτερο.
Ό Πατριάρχης συνωφρυώθηκε. Αϊ, ήταν πάρα πολύ νά προσπαθή νά τόν ξεγελάση μπροστά στά μάτια του.
-Κι αυτή εδώ; του φώναξε, παίρνοντας στα χέρια του το φελόνι.
Τότε παρατήρησε, πώς κάτω άπό τ' άμφια του ό Μαρκιανός ήτο γυμνός κι' εκείνη ή πολύτιμη στολή πού είχε προκαλέσει τόσο θαυμασμό καί θόρυβο δέν ήταν άλλη άπο τή συνηθισμένη, πού τόσα χρόνια τώρα τόν έβλεπε νά λειτουργή.
- Ποιος σ' έγύμνωσε Μαρκιανέ; Ρώτησε έκπληκτος ό Πατριάρχης.
Ό άξιος λειτουργός του Υψίστου πήρε στά χέρια του τό Άγιο Ευαγγέλιο, πού μόλις πρό ολίγου είχε τοποθετήσει στή θήκη του καί τό έδειξε στον Αρχιερέα.
- Αυτό μ' εγύμνωσε, άγιε Δέσποτα.
Κατασυγκινημένος ό γέρο - Πατριάρχης έσφιξε στην αγκαλιά του τόν Μαρκιανό καί φιλώντας τον πατρικά του έλεγε:
- 'Ώ, άν όλοι οί ιερείς σ' εμιμούντο, τέκνον μου, δέ θα είχαμε ανάγκη εκκλησιαστικών ρητόρων. Θά εκήρυττε τό φωτεινό τους παράδειγμα.


από ιστολόγιο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΑ

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails