ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2018

Kοιταξτε τα όρη.
Μονοκόμματα,δεσπόζοντα,αιωνόβια,αδιαπέραστα,αδιάβλητα,λιτά, δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα.Επιβάλλονται με την ύπαρξη τους.
Έτσι είναι και η ορθόδοξη Αλήθεια.
Αυριο,μνήμη των αγιων Πατέρων της Ζ Οικ.Συνόδου,λέει το ωραιο τροπάρι ότι εθεολόγησαν και δογματισαν την Αλήθεια τω βραχεί ρηματι.
Βραχύ ρήμα είναι ο ξεκαθαρος,αφτιασίδωτος,σύντομος μα περιεκτικός λόγος.Όσο πιο πολλά τεχνολογηματα ρητορικά και λογοτεχνηματα κομψα και υπέροχες φιλοσοφίες βάζουμε στη θεολογία, τόσο αυτη χάνει την ακρίβεια και την αυθεντικότητα της.Ο Χριστός αποκαλύφθηκε με ένα σκετο και μεγαλοπρεπές ΕΓΩ ΕΙΜΙ και οταν διαβάζεις το ευαγγέλιο νομίζεις ότι αναγνώθεις τηλεγράφημα.
Συνετισμός.Μια λιγόλογη αλήθεια μπορεί να μας καταδείξει ιχθύας αφώνους, παρόλη την τεχνολογία και την ευχέρεια μας στο ομορφόπλαστο φληναφημα.

Κυριακή δ΄Λουκά:ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ θεοῦ...


Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εξέλεξε τους μαθητές του όχι από τους σοφούς, όχι από τους ευγενείς, όχι από τους πλούσιους ή ένδοξους, αλλά από αλιείς και σκηνορράφους, φτωχούς και αγράμματους, με σκοπό να δείξει σε όλους, ότι ούτε η φτώχεια, ούτε η απαιδευσία, ούτε η ευτέλεια, ούτε κάποιο άλλο από τα παρόμοια είναι εμπόδιο για την απόκτηση της αρετής και την επίγνωση των θείων λογίων και των μυστηρίων τού Πνεύματος, αλλά και ο φτωχότερος και ο ευτελέστερος και ο πιο αμόρφωτος, αν δείξει προθυμία και την πρέπουσα επιστροφή προς το καλό, μπορεί όχι μόνο να γνωρίσει τη θεία διδασκαλία, αλλά και ο ίδιος να καταστεί διδάσκαλος με τη χάρη του ΘεούΑυτά βέβαια που εμποδίζουν προς τη σύνεση και την κατανόηση των πνευματικών διδαγμάτων είναι η ραθυμία μας και η με όλη τη δύναμη προσκόλληση στα πρόσκαιρα και στα βιοτικά, και εξαιτίας αυτών δεν μας δίνεται χώρος και ευκαιρία για την ακρόαση και μελέτη και ανάμνηση αυτών που ακούσθηκαν, ούτε φροντίζομε για τα μελλοντικά και τα αιώνια.
Και αυτό γίνεται φανερό περισσότερο από όλα και από την περικοπή τού ευαγγελίου που διαβάζεται σήμερα.
Αφού ο Κύριος μίλησε στο λαό παραβολικά, πλησιάζοντάς τον οι μαθητές του ιδιαιτέρως ζητούσαν να μάθουν τον σκοπό και τη σημασία τής παραβολής που λέχθηκε τότε και ερωτούσαν για ποιο λόγο μιλάει στο λαό με παραβολές, που δεν οδηγούν αβίαστα στην κατανόηση. Και ο Κύριος τότε λέγει προς αυτούς· «σε σας έχει δοθεί να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας τού Θεού, ενώ σ’ εκείνους προσφέρονται με παραβολές, ώστε βλέποντας να μη βλέπουν και ακούοντας να μη αντιλαμβάνονται».
Θα μπορούσε όμως κανείς να βρει το θάρρος και να πει· και τί σημαίνει αυτό, Κύριε; Εσύ που είσαι ο μόνος μεσίτης όλων, ο μόνος Δεσπότης και προνοητής των πάντων, ο μόνος κοινός Πατέρας, ο μόνος κοινός Σωτήρας, το φως αυτών που βρίσκονται στο σκότος της άγνοιας, το φως «που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», τώρα φωτίζεις μόνο τους επίλεκτους μαθητές σου, ενώ στους άλλους μιλάς με ασάφεια, για να μη αναληφθούν τα λεγόμενα και φωτισθούν; Ναι, λέγει. Το μοναδικό ζώο σ’ αυτόν τον κόσμο που θέλησα να πλάσω με δική του προαίρεση είναι ο άνθρωπος· ήρθα βέβαια στον κόσμο όχι να εξαλείψω το πλάσμα των χεριών μου επειδή παραφθάρθηκε, αλλά να το διασώσω. Γι’ αυτό δεν σύρω με τη βία κανένα απολύτως· μόνους άξιους να φωτισθούν θεωρώ δίκαια αυτούς που θέλουν από μόνοι τους και ποθούν και ζητούν να κάνουν πράξη τη σωτήρια γνώση· γιατί «καθένας που αιτεί λαμβάνει και καθένας που ζητεί βρίσκει, και σε όποιον κρούει, θα ανοιχθεί»· από υπερβολική όμως φιλανθρωπία ομιλώ και σε εκείνους που δεν είναι τέτοιοι, αν και όχι με σαφήνεια, για να τους παρακινήσω και να τους προτρέψω να προτιμήσουν και να μάθουν να ζητούν, ώστε να δεχθούν τη σωτήρια γνώση. Γιατί έτσι θα δοθεί και σ’ αυτούς να γνωρίσουν τα μυστήρια της βασιλείας τού ΘεούΣε σας λοιπόν, λέγει, έχει δοθεί να τα γνωρίσετε, που το επιζητείτε με ιδιαίτερη φιλοπονίαώστε να μετατρέψετε σε έργο τη γνώση. Γιατί καλό είναι όχι απλώς η γνώση, αλλ’ η έμπρακτη γνώση, όπως και η σύμφωνα με το λόγο πράξη· γιατί λέγει· «δεν θα δικαιωθούν οι ακροατές, αλλά οι εκτελεστές τού νόμου».
Αλλά βλέπετε ότι από τη δική μας απραξία και ραθυμία, αδελφοί, προέρχεται το να μη αντιλαμβανόμαστε και να μη κατανοούμε εύκολα την ιερή διδασκαλία; Αυτό λέγω και εγώ τώρα προς την αγάπη σας, που με εντολή, που ο Κύριος γνωρίζει, ορί­σθηκα διδάσκαλός σας. Αν κάποιος δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί τελείως το νόημα των διδασκομένων από εμένα στην εκκλησία, ας προσέρχεται σ’ εμένα κατ’ ιδίαν και να με ερωτά, και θ’ ακούσει με πολλή σαφήνεια και θα μετατρέψει σε έργο αυτό που άκουσε, με τη βοήθεια σ’ αυτό του Θεού, που μου δίνει λόγο, «όταν ανοίγω το στόμα μου», λόγω της επίμονης αυτής επιζήτησης αυτού.

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2018

Επιστρέφοντας από μία κηδεία που δεν έγινε...


Ο Ιησούς πλησιάζει στη Ναΐν, θα «σταθεί για λίγο εδώ,όπως καί στηΣυχάρ.Καμία ενέργεια του Ιησού συμπτωματική:γνωρίζει με ποιόν θα συναντηθεί.

«Καί ιδού έξεκομίζετο τεθνηκώς...»Την «εκφορά» νεκρού μοναχογιού χήρας, ακραίο περιστατικό δυστυχίας μιας ανθρώπινης ψυχής.Σχεδόν όλες (οι συναντήσεις του Ιησού ήταν -καί  είναι- με τίς ακρότητες του ανθρώπι­νου πόνου, όχι φιλοσοφικές ή καί «κατ' όνομα» θεολογικές, θωπείες...
 Στίς συναντήσεις αυτές καί τότε καί τώρα ό νικημένος δεν είναι ό άνθρωπος· ό άνθρωπος είναι ό Αγα­πημένος του Ιησού «ψυχή καί σώματι!»Ό νικημένος είναι ό θάνατος, προ­σωρινά καί στην επέκταση των αιώνων οριστικά· ή αμαρτία, ή αρρώστια, πλή­ρως προσωρινή καί στην «επέκταση» οριστική· ή ανθρώπινη λύπη για όσα. μόνο πρέπει καί μπορεί να λυπάται κα­νείς...
  Ό αγαπημένος του Ιησού είναι ό άνθρωπος!Τα βλέμματα του Ιησού καί της όδυρομένης μητέρας συναντιούνται: «ωραίος ως όρθιος» ό Νυμφίος της Εκκλησίας. Ό Ιησούς αντιδρά πρώτος: «έσπλαγχνίσθη έπ' αυτή...» 
Κύριε, είμαστε πολύ βιαστικοί να τε­λειώνουμε με κάθε θλιβερό... «καθήκον» την αγάπη, τα «σπλάγ­χνα» οίκτιρμών, την εϋσπλαγχνία -το νόημα πού της δίνουμε είναι νόθο- τα χαρακτηρίσαμε «καθήκοντα»· διευκο­λύνει... καί προσθέσαμε καί τα «κοινω­νικά» για την περίσταση: «ό καφές στο παραπλεύρως κέντρον».Εσύ, Κύριε, δεν κάνεις το «καθήκον» Σου! Είσαι Ο ΕΥΣΠΛΑΓΧΝΟΣ!Δεν «ερμηνεύεται» ό όρος! Το καταλαβαίνουμε  Όταν Σε συναντήσουμε στον πόνο μας!                        
    
-Αρκεί να «κάνουμε πέρα» όλους τους επαγγελματίες εκμετάλλευσης του πόνου μας, δεν είναι εύκολο! «Βοήθησον ήμίν!»Επιστρέφοντας από μία κηδεία πού δεν έγινε, ή χήρα της Ναΐν ζούσε αυτό πού μπορούμε να ζήσουμε, εάν ό θανατηφόρος εγωισμός μας παραμε­ρίσει. .. καί το ζητήσουμε: Κύριε, σπλαγχνίσου μας! Είναι καί κάποιες περιστάσεις σκληρότερες από μια κη­δεία...Στό τέλος-τέλος, εύσπλαγχνία δεν είναι μια... «λύπηση» για όσα δυ­σάρεστα συμβαίνουν στους αδελφούς μας· μια κάποια «συμπάθεια» ψυχρή, περιβεβλημένη με ύφος ευσέβειας, ευγενική λόγω καλής ανατροφής, άδάπανη, όσο είναι δυνατόν!Ή απόσταση από το «κοινωνικό μας κράτος» ως την εύσπλαγχνία του Ιησού είναι τεράστια. Ή εύσπλαγχνία είναι μορφή - ή μορφή- της θεϊκής αγά­πης! Ένα τίμιο καί έστω ελάχιστο, μι­κρό δώρο εύσπλαγχνίας καί... Ίσως ξε­χασμένο, θα είναι ή προσευχή μας για τους ανθρώπους πού οί δικοί τους έστω καί λίγο, είναι οί προσφιλείς τους τεθνεώτες...
Ή βυθισμένη στη λύπη της γυναίκα περιμένει. Κοιτάζει αυτόν πού το πρό­σωπο Του ακτινοβολεί θεϊκή αγάπη. Ό Ιησούς θα προχωρήσει στην πρώτη εντολή Του, την απευθύνει πάντα «κατ' ευθείαν στον πονεμένο», ορφα­νό, άρρωστο, φυλακισμένο, ανάπηρο, εκμηδενισμένο από την ανθρώπινη κακία. Κύριε, την απευθύνεις σήμερα σε όλους μας· μα, τί συμβαίνει καί δεν ακούμε; «Μη κλαίε...» Εκείνος πού θα «εξαλείψει πάν δάκρυον» στο τέλος του διαδρόμου «ζωή-θάνατος» με όλη τη γλυκύτητα της προστακτικής του φωνής καί αγάπης, επιβάλλει στην πε­ρίλυπη καί κλαίουσα «να μην κλαίει»!Το ανθρώπινο κλάμα, ωστόσο, δε θα σταματήσει από τη Ναΐν καί έπει­τα... Ωκεανοί δακρύων, Κύριε, καί μέρα-νύχτα. Οι άνθρωποι θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πνίγονται στο δάκρυ τους οι αδελφοί μας, ακόμα κι όταν αυτό δεν προκαλείται τόσο φυ­σικά από μια μεγάλη λύπη!
 Δεν μας ενδιαφέρει το κλάμα των ανθρώπων! Ούτε καί το κλάμα των παιδιών! Αυτή είναι ή δόξα της τρίτης χιλιετίας...Στίς τραγικές νύχτες της δικής μας Ναΐν... «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΟΛΗ ΠΛΕΟΝ Η ΝΑΪΝ» είναι ολό­κληρη ή γη μας, ας ακουστεί ή φωνή αγγέλου Σου «καί εξαλείψει ό Θεός πάν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών!»Κύριε, δεν είμαστε οι «εκλεκτοί» Σου, όμως, σε ικετεύουμε: συντόμευε το χρόνο του μαρτυρίου μας!Ό κόσμος πού  συνοδεύει,  δεν εντυπωσιάζεται απλά από την παρου­σία Σου,παγώνει στη θέση του, αισθά­νεται ότι κάτι θα συμβεί. "Αν ό Ιησούς δεν είπε παραπάνω από δύο κουβέ­ντες, ας συγκρατήσουμε την κίνηση του χεριού Του μόλις «οι βαστάζο­ντες έστησαν»«ήψατο τής σορού». ( Ή απόλυτη   κυριαρχία αγάπης πού  ασκεί ό Ιησούς στο ανθρώπινο σώμα!
 Κανένας δεν αγάπησε καί το ανθρώπινο σώμα. Κύριε, μετέδωσες «την χάρη της επιθέσεως των χειρών Σου» στους ιερείς δια των αποστό­λων Σου καί για τις ασθένειες των ανθρώπων καί για τη μετάδοση της θείας χάριτος με τα Μυστήρια της Εκ­κλησίας... Σέ ευχαριστούμε πού άπλωσες καί απλώνεις το χέρι Σου! «Νεανίσκε, σοί λέγω έγέρθητι...» Το παλικάρι προσκαλείται να επανέλθει στη ζωή! Μοιάζει να λέει ό Ιησούς: «γυναίκα της Ναΐν, ό μοναχογιός σου σού χρειάζεται πολύ..., μην κλαις στον χαρίζω καί πάλι ζωντανό!»
Όσο πολύτιμο καί αν είναι το «ανθρώπινο στήριγμα», δεν επαρ­κεί... Όταν βρεθούμε στη μεγάλη λύ­πη, στη μέγιστη ανάγκη, το καταλα­βαίνουμε, Κύριε!... Είναι μια δωρεά Σου να το καταλάβουμε καί να Σέ ζη­τήσουμε καί να φανείς, ν' ακούσουμε εντός μας τη φωνή Σου «ίδού,πάρειμι», είμαι εδώ... «Μη κλαίε!» Με κά­ποιο δικό Σου πρόσωπο, ή ένα περι­στατικό πού ανατρέπει τα προηγούμενα, είσαι εδώ! Ωστόσο, καί το ανθρώπινο στήριγμα όταν μας είναι αναγκαίο, δεν μας το στερείς!   
 Αν «χάσω» αγαπημένο μου προσωπο, Κύριε, καί τίποτε δεν είναι σε θέση να με παρηγορήσει, αυτό μπορε ίνα σημαίνει: δεν έχω ακόμα νιώσει τη δική Σου αγάπη.Στή Ναΐν, ο Ιησούς δεν κάνει λό­γο για «ανάσταση νεκρών-άφεση άμαρτιών-ζωήν αίώνιον». Μίλησε σε άλλες περιπτώσεις πολύ καθαρά για αυτά. Εδώ λέει μια λέξη: «μη κλαίε» μια φράση-έντολή: «Νεανίσκε σοί λέγω έγέρθητι». Σφραγίζει με το όνομα Του τη Ζωή καί την Ανάσταση καί ή σφραγίδα αυτή ΔΕΝ ΑΠΟΣΥΡΕΤΑΙ.
Κάτι πού αλλάζει οριστικά στη Ναΐν: ό χρόνος είναι μια χρήσιμη-συμβατική μονάδα να μετριούνται κάποια γεγονότα.Η αδελφική σχέση χρόνος-θάνατος καταλύεται!
Πότε θα έλθει ό καιρός Σουνα επισκεφθείς τίς αμέτρητες δικές μας
Νάίννα «σταθούν οι βαστάζοντες»να σταματήσουν οι έξόδιοι τεθνηκότων καί νεκρών!

του Γεωργίου Σχίζα-Πειραική Εκκλησία Σεπτ 2007

Ανάρτηση απο προσκυνητή(proskinitis)

Σάββατο, Οκτωβρίου 06, 2018

Κυριακή Γ΄Λουκά: Για να μην λυπόμαστε για τον θάνατο των ανθρώπων μας...


"Δέν θέλω, ἀδελφοί μου, νὰ ἀγνοεῖτε τά σχετικὰ μὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, γά νά μὴν λυπᾶσθε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. “Γιατί ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, ἔτσι καί ὁ Θεός, ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, ὄντας ἑνωμένοι μαζί του μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ, θά τοὺς πάρει κοντά του”. Ἂς δοῦμε λοιπόν, πρῶτα ἀπ’ ὅλα αὐτό: Γιατί ὁ Ἀπόστολος, ὅταν μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ λέει τό θὰνατό Του, “θάνατο”, ἐνῶ ὅταν μιλάει γιὰ τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου, ὀνομάζει τό θὰνατο “κοίμηση”, καὶ ὂχι “θάνατο”. Μιλάει γιὰ ὅσους ἔχουν “κοιμηθεῖ” καὶ ὄχι γιά ὅσους “πέθαναν”. Αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ μὲ πίστη στὸν Ἰησοῦ νά φέρει μαζί Του. Καὶ στὴ συνέχεια λέει: “ἐμεῖς οἱ ζωντανοὶ ποὺ θὰ μείνουμε πὶσω καὶ θὰ εἲμαστε στὴ ζωὴ ὅταν ἔρθει ὁ Κύριος, δὲν θὰ προφθάσουμε ὅσους θά ἔχουν κοιμηθεῖ”. Οὔτε ἐδῶ βέβαια, εἶπε “αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πεθάνει”, ἀλλὰ μολονότι μιλάει τρίτη φορὰ γι’ αὐτό, πάλι τὸ ὀνόμασε “κοίμηση”. Ὅταν ὅμως μιλάει γιὰ τὸ Χριστὸ λέει: “Ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε”. Δὲν λέει “κοιμήθηκε, ἀλλὰ “πέθανε”.
Γιατί λοιπόν, τὸ θὰνατό τοῦ Χριστοῦ τὸν ὀνόμασε θὰνατο, ἐνῶ τὸν θὰνατο τοῦ ἀνθρώπου τὸν ὀνόμασε κοίμηση; Δὲν χρησιμοποίησε ἀσφαλῶς, ὁ Ἀπόστολος ἄσκοπα καὶ ἐπιπόλαια αὐτὲς τὶς λέξεις, ἀλλὰ θέλησε μὲ αὐτὴ τὴ διάκριση, νὰ διδάξει κάτι πολὺ σπουδαῖο καὶ μεγάλο.
Γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, χρησιμοποίησε τὴ λέξη “θάνατο”, γιὰ νὰ βεβαιώσει τό πάθος Του. Γιὰ τούς ἀνθρώπους ὅμως χρησιμοποίησε τὴ λέξη “κοίμηση” γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν πόνο μας.
Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ μὲ ἄνεση τὴ λέξη “θάνατος”. Γιὰ τὴν περίπτωση ὅμως τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος στηρίζεται στὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς Του, χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος τὴ λέξη “κοίμηση”, προσπαθώντας ἔτσι, νὰ παρηγορήσει τούς δικοὺς γιὰ τὴν στέρηση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔφυγε καὶ ταυτόχρονα νά τοὺς ἐνισχύσει μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως. Γιατί, ὅποιος ἔχει κοιμηθεῖ, σίγουρα θά ἀναστηθεῖ, ἐφόσον ὁ θάνατος δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ὕπνος μακρύς.
Μπορεῖς βέβαια, νὰ πεῖς ὅτι αὐτὸς ποὺ πέθανε οὔτε αἰσθάνεται, οὔτε ἀκούει, οὔτε βλέπει τίποτα. Καὶ σ’ αὐτὸν ὅμως, ποὺ κοιμᾶται συμβαίνει τό ἲδιο. Θὰ μπορούσαμε μάλιστα, νὰ σημειώσουμε ἐδῶ κάτι ἀξιοθαύμαστο. Ἡ ψυχὴ δηλαδή, ἐκείνου ποὺ κοιμᾶται συμμετέχει κατὰ κάποιο τρόπον στὸν ὕπνο τοῦ σώματος. Ἡ ψυχὴ ὅμως ἐκείνου ποὺ ἔχει πεθάνει, παραμένει σὲ ἐγρήγορση.
Θᾶ μποροῦσε ἴσως κάποιος νά πεῖ: Ναί, καλὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ πεθαίνει, σὲ λίγο σαπίζει, διαλύεται καὶ γίνεται σκόνη καὶ στάχτη. Τί σημασία ἔχει ὅμως αὐτό, ἀγαπητέ μου; Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς, ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὀποῖο πρέπει νᾶ χαίρεσαι. Γιατί αὐτὸ κάνει καὶ ὁ ἄνθρωπος ὅταν θέλει νᾶ ξαναφτιάξει ἕνα σπίτι, ποὺ πάλιωσε. Βγάζει δηλαδή, πρῶτα ἔξω τοὺς ἐνοίκους του καὶ μετά, ἀφοῦ γκρεμίσει τό παλιὸ χτίζει καινούργιο καὶ ὀμορφότερο. Φυσικά, καθόλου δὲν λυποῦνται οἱ ἔνοικοι ποὺ βγῆκαν γιά λίγο ἀπὸ τὸ παλιὸ σπίτι, ἀλλὰ χαίρονται πάρα πολύ. Γιατί δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ ἡ κατεδάφηση, ἀλλὰ χαίρονται προκαταβολικά γιά τὴν νέα οἰκοδομὴ ποὺ θὰ ξαναχτιστεῖ.
Τὸ ἲδιο ἀκριβῶς, κάνει καὶ ὁ Θεός. Ἐπειδὴ θέλει νά μᾶς ἀνακαινίσει, διαλύει τό σῶμα μας, ἀφοῦ πρῶτα βγάλει ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὴν ψυχή μας, γιὰ νὰ ἀνακαινίσει το σῶμα καὶ μετὰ νὰ ἐγκαταστήσει μέσα τὴν ψυχή, μὲ περισσότερη λαμπρότητα καὶ δόξα.
Τὸ ἲδιο θά ’κανε καὶ ἂν κάποιος εἶχε ἕνα μεταλλικὸ ἀντικείμενο ποὺ ἔχει σκουριάσει ἀπὸ τὸ χρὸνο. Θὰ τὸ ἔσπαζε σὲ μικρὰ κομμάτια, θὰ τὸ ἔλιωνε στὸ καμίνι καὶ θὰ τὸ ξανάχυνε, φτιάχνοντας ἒτσι ἕνα καινούργιο πιὸ λαμπρὸ καὶ ὄμορφο. Ὅπως λοιπόν, ἡ διάλυση τοῦ μετάλλου στὸ καμίνι δὲν εἶναι ἀφανισμός, ἀλλὰ ἀνάπλαση τοῦ ἀντικειμένου, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπινου σώματος δὲν εἶναι καταστροφή, ἀλλὰ ἀνακαίνηση. Ὅταν λοιπόν, δεῖς νά διαλύεται τό σῶμα καὶ νὰ σαπίζει, ὅπως λυώνει τό μὲταλλο στὸ καμίνι, μὴ σταματήσεις σ’ αὐτὸ ποὺ βλέπεις, ἀλλὰ νά προσδοκᾶς τὴν ἀνακαίνηση. Οὔτε πάλι, νὰ σταθεῖς στὴν ἀναλογία τοῦ παραδείγματος μὲ τὴν ἀνοικοδόμηση, ἀλλὰ γύρισε πάλι τὴ σκέψη σου στὸ παράδειγμα τοῦ μεταλλουργοῦ.
Ὁ μεταλλουργὸς ὅταν χύνει τό παλιὸ μὲταλλο δὲν ξαναφτιάχνει γιὰ παράδειγμα, χρυσὸ καὶ ἀθάνατο ἀνδριάντα, ἀλλὰ μεταλλικὸ καὶ ἄψυχο. Ὁ Θεὸς ὅμως, δὲν κάνει ἔτσι, ἀλλὰ ἐνῶ βάζει στὴ γῆ πήλινο καί θνητό σῶμα, ἀνασταίνει χρυσὸ καὶ ἀθάνατο ἀνδριάντα. Δέχεται ἡ γῆ φθαρτό καί θνητό σῶμα καί σοῦ ἐπιστρέφει ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο.
Μὴν στέκεσαι λοιπόν, σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει πιά κλείσει τά μάτια του καὶ κείτεται βουβὸς καὶ ἄφωνος, ἀλλὰ σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀναστηθεῖ. Σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀπολαύση δόξα ἀνέκφραστη, θαυμαστὴ καὶ ἐξαίσια. Στρέψε τά μάτια σου ἀπὸ αὐτὸ ποὺ βλέπεις, σὲ ἐκεῖνο ποὺ θὰ γίνει.
Ὀδύρεσαι βέβαια καὶ θρηνεῖς, γιατί ἔχασες τὴν συντροφιὰ ἑνὸς δικοῦ σου ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι ὅμως λίγο παράλογο, ἀγαπητέ μου, νὰ παντρεύεις γιὰ παράδειγμα, τὴν κόρη σου σὲ ξένο τόπο, καὶ νὰ μὴν στεναχωριέσαι ποὺ εἶναι μακριά σου, ἀφοῦ περνάει καλὰ καὶ εἶναι ἐκεὶ εὐτυχισμένη κι ἐδῶ ποὺ ὄχι κανένας ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος πῆρε κοντά Του τὸν ἂνθρωπό σου νὰ θρηνεῖς σπαρακτικὰ καὶ νὰ ὀδύρεσαι;
Θά μοῦ πεῖς βέβαια, πῶς μπορῶ νὰ μὴν πονάω, ἄνθρωπός μου εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔφυγε. Οὔτε ἐγὼ ὅμως, σοῦ λέω κάτι τέτοιο. Δὲν σοῦ μιλάω γιὰ τὴ λύπη ἀλλὰ γιὰ τὴν ὑπερβολή. Γιατί, τὸ νὰ λυπᾶται κανεὶς εἶναι φυσικό. Τὸ νὰ χτυπιέται ὅμως, πὰνω ἀπὸ τὸ μὲτρο, εἶναι δεῖγμα μανίας, παραφροσύνης καὶ ἀδυναμίας ποὺ συνήθως ἐκδηλώνει ἡ γυναικεία ψυχή.
Πόνεσε, κλάψε, ἀλλὰ μὴν ἀπογοητεύεσαι, μὴν θυμώνεις καὶ μὴν ἀγανακτεῖς. Εὐχαρίστησε τόν Θεὸ ποὺ παίρνει τὸν ἂνθρωπό σου. Ἔτσι θὰ τιμήσεις ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ ἔτσι, θὰ τὸν ἐφοδιάσεις μὲ λαμπρά, ἐντάφια δῶρα. Ἂν ὅμως ἀπελπιστεῖς καὶ ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε δυσκολεύεις καὶ Ἐκεῖνον ποὺ τὸν πῆρε βλασφημεῖς καὶ τὸν ἑαυτό σου βλάπτεις. Ἀντίθετα, ἂν εὐχαριστεῖς γι’ αὐτὸ τὸν Θεό, καὶ τὸν ἂνθρωπό σου ἐτίμησες καὶ τὸν Θεὸ ποὺ τὸν πῆρε δόξασες καὶ τὸν ἑαυτό σου ἔχεις ὠφελήσει.
Δάκρυσε, στὸ μέτρο ποὺ δάκρυσε κι ὁ Κύριος σου γιὰ τὸ Λάζαρο καὶ ἒτσι μὲ τὸ παράδειγμά Του, ἔχει θέσει μέτρα, ὅρους καὶ κανόνα τῆς λύπης καὶ σὲ μᾶς. Αὐτά τά ὅρια, δὲν πρέπει ποτὲ νά τὰ ὑπερβαίνουμε. Τὸ ἲδιό μᾶς διδάσκει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Γιὰ ἐκείνους” λέει, “ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, θέλω νά ξέρετε, τί ἀκριβῶς συμβαίνει, γιά νά μὴν λυπόσαστε, σάν τούς ἄλλους ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Νά λυπᾶσαι, λέει ὁ Ἀπόστολος, ἀλλὰ ὄχι σάν τούς εἰδωλολάτρες, ποὺ δὲν ἔχουν ἰδέα γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἐλπίζουν γιὰ τὴν μέλλουσα ζωή.
Σᾶς λέω εἰλικρινὰ πὼς ντρέπομαι καὶ κοκκινίζω, ὅταν περπατάω ἔξω καὶ συναντῶ γυναῖκες νὰ κλαῖνε γοερά, νὰ χτυπιοῦνται, νὰ τραβοῦν τὰ μαλλιά τους, νὰ ξεσκίζουν τό πρὸσωπό τους. Καὶ τὸ χειρότερο αὐτά τά κάνουν μπροστά στὰ μάτια τῶν ἄλλων ποὺ εἶναι εἰδωλολάτρες. Πολὺ δίκιο θὰ ἔχουν αὐτοὶ νὰ ποῦν: Αὐτοὶ εἶναι οἱ χριστιανοί, ποὺ πιστεύουν στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν; Αὐτοὶ εἶναι ἀσφαλῶς, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦν τά λόγια τους μὲ τὰ ἔργα τους. Μὲ τὰ λόγια πιστεύουν στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, στὴν πράξη ὅμως, συμπεριφέρονται σάν ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. Ἂν πίστευαν πραγματικά, ὅτι ὑπάρχει ἀνάσταση, δὲν θά ἔκαναν ὅσα τώρα κάνουν. Ἆν ἦταν βέβαιοι, ὅτι ὁ ἄνθρωπός τους ἔφυγε, γιά νά κληρονομήσει τὴν ἐπουράνια δωρεά, δὲν θὰ θρηνοῦσαν ἀπαρηγόρητα.
Αὐτὰ καὶ πολὺ περισσότερα μᾶς καταμαρτυροῦν οἱ ἄπιστοι, ὅταν ἀκοῦν τὰ μοιρολόγια μας. Ἂς ντραποῦμε λὶγο καὶ ἄς σοβαρευτοῦμε, γιὰ νὰ μὴν βλὰπτουμε καὶ τὸν ἑαυτό μας καὶ ὅσους μᾶς βλέπουν νά συμπεριφερόμαστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο.
Ἐξήγησέ μου λίγο, γιὰ ποιὸ λόγο σπαράζεις καὶ μοιρολογᾶς ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε; Ἂν ἦταν κακός, πρέπει νά εὐχαριστεῖς τὸν Θεό, γιατί ἔδωσε τέλος στὴν κακία του. Ἂν ἦταν καλόγνωμος πρέπει νά χαίρεσαι, γιατί τὸν πῆρε ἔγκαιρα κοντά Του ὁ Θεός, πρὶν ἀλλάξει καὶ χάσει τή σύνεσή του ἐξαιτίας τῆς κακίας. Ἔφυγε πιά σὲ τόπο ποὺ εἶναι ἀσφαλισμένος καὶ δὲν κινδυνεύει νά χάσει τή σωφροσύνη του.
Ἴσως μοῦ πεῖς ὅτι κλαῖς γιατί αὐτὸς ποὺ ἔφυγε ἦταν νέος. Δόξασε λοιπόν, τὸν Θεὸ ποὺ τὸν πῆρε νωρίς, στὴν ἐπουράνια κληρονομιά. Ἀλλὰ κι ἂν ἦταν γέρος, θὰ ἔπρεπε νά εὐχαριστεῖς καὶ νά δόξασεις τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ξεκούρασε.
Νὰ σεβαστεῖς, σὲ παρακαλῶ, τὴν ὥρα τῆς ἐξόδιας ἀκολουθίας. Ψάλλονται τόσα πολλὰ καὶ ὡραῖα τροπάρια, διαβάζονται τόσες εὐχές. Εἶναι συγκεντρωμένος μεγάλος κύκλος πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ πνευματικῶν ἀδελφῶν χριστιανῶν, ὄχι γιὰ νὰ βλέπουν ἐσένα νὰ κλαῖς καὶ νὰ ὀδύρεσαι μὲ ἀγανάκτηση, ἀλλὰ γιά νά εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἀνέπαυσε. Γιατί, ὅπως γίνεται ὅταν πρόκειται νά ἀναλάβει ἕνα σπουδαῖο ἀξίωμα, ποὺ τὸν προπέμπουν μὲ ἐπευφημίες καὶ ζητωκραυγές, ἒτσι γίνεται καὶ στὴν κηδεία. Φεύγει ὁ πιστός, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὴν ἐπουράνεια κληρονομία καὶ νὰ δεχθεῖ μεγαλύτερη τιμὴ· καὶ σύσσωμη ἡ Ἐκκλησία τὸν προπέμπει μὲ εὐχὲς καὶ ψαλμωδίες.
Ὁ θάνατος εἶναι ἀνάπαυση, εἶναι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ κόπους καὶ μέριμνες βιωτικές. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν δεῖς κάποιον δικό σου, νὰ φεύγει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, μὴν ἀγανακτεῖς, ἀλλὰ στρέψου μὲ κατάνυξη στὸν ἑαυτό σου. Ἐξέτασε τὴ συνείδησή σου. Ἀναλογίσου ὅτι μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸ ἲδιο τέλος περιμένει κι ἐσένα. Σοβαρέψου καὶ κάνε τό θὰνατο τοῦ ἄλλου ἀφορμὴ γιὰ δική σου ἀνάνηψη. Σταμάτησε νὰ ζεῖς ἀδιάφορα, σκέψου τί ἔχεις ἐσὺ μέχρι τότε κάνει. Διόρθωσε τά λάθη σου, ἄλλαξε τὴ ζωή σου. Αὐτὸ ἀκριβὼς εἶναι, ἐκεῖνο ποὺ ξεχωρίζει τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Ἀλλιῶς κρίνουν οἱ χριστιανοί τά πράγματα. Ὁ ἄπιστος κυττάζει τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν προσκυνάει, γιατί νομίζει πὼς ὁ οὐρανὸς εἶναι Θεός. Στρέφει στὴ γῆ καί τὴν λατρεύει καὶ θαυμάζει ὅτι ὑλικὸ ὑπάρχει πάνω σ’ αὐτή.
Οἱ χριστιανοὶ ὅμως, δὲν κάνουν τό ἲδιο. Βλὲπουν τὸν οὐρανὸ καὶ δοξάζουν τὸν Δημιουργό του, γιατί πιστεύουν ὅτι ὁ οὐρανὸς εἶναι δημιούργημα καὶ ὄχι Θεός. Ἡ θέα τῆς δημιουργίας χειραγωγεῖ τὸν πιστὸ πρὸς τὸν Δημιουργό της. Ὁ ἄπιστος βλέπει τὸν πλοῦτο καὶ τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ καὶ σαγηνεύεται. Βλέπει κι ὁ χριστιανὸς τὸν πλοῦτο καὶ τὸν περιφρονεῖ. Εἶναι φτωχὸς ὁ ἄπιστος καὶ ὀδύρεται. Ζεῖ φτωχικὰ ὁ χριστιανὸς καὶ χαίρεται. Διαφορετικά βλέπει ὁ χριστιανός τά πράγματα κι ἀλλιῶς ὁ ἄπιστος.
Τὸ ἲδιο ἀκριβῶς κάνουμε καὶ μὲ τὸ θὰνατο.Βλέπει τὸν νεκρὸ ὁ ἄπιστος καὶ τὸν θεωρεῖ ὁριστικὰ χαμένο. Τὸν βλέπει κι ὁ χριστιανὸς καὶ τὸν θεωρεῖ σάν νά βρίσκεται σὲ βαθὺ ὕπνο. Συμβαίνει καὶ στὴν περίπτωση τοῦ θανάτου, ὅτι γίνεται καὶ μὲ τὰ γράμματα. Ὅλοι ἔχουμε τά ἴδια μάτια καὶ βλέπουμε τά γράμματα. Ἐκεῖνοι ποὺ ξέρουν νὰ διαβάζουν, εἰσπράττουν τό μήνυμα ποὺ ἔχουν μέσα τους, καθὼς διαβάζονται τά γράμματα. Ὅσοι ὅμως δὲν ξέρουν νά διαβάζουν, βλέπουν βέβαια τά γράμματα, ἀλλὰ δὲν παίρνουν κανένα μήνυμα ἀπὸ τὴν ὕπαρξή τους.
Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ στὴ ζωή μας. Μὲ τὰ ἴδια μάτια βλέπουμε τὰ γεγονότα, ἀλλὰ ὄχι καὶ μὲ τὸ ἲδιο πιστεύω. Ἐφόσον λοιπόν, διαφέρουμε ὡς χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς ἄπιστους, πῶς μποροῦμε νὰ συμπεριφερόμαστε ἴδια μ’ αὐτούς, ὅταν φεύγει κάποιος δικός μας ἀπὸ αὐτὴ ἐδῶ τή ζωή;
Ἀναλογίσου, ἀγαπητέ μου, γιὰ ποιὸ λόγο ἔφυγε ὁ ἄνθρωπός σου ἀπὸ αὐτὴ ἐδῶ τή ζωή, καὶ παρηγορήσου. Αὐτὸς τώρα βρίσκεται μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παὺλο, μὲ τὸν Ἀπόστολο Πὲτρο, μὲ τὸ χορὸ ὅλων των Ἁγίων. Ἀναλογίσου πὼς θὰ ἀναστηθεῖ μὲ μεγάλη δόξα καὶ λαμπρότητα. Μὲ τὰ κλάματα καὶ τοὺς ὀδυρμοὺς δὲν μπορεῖς νὰ ἀλλάξεις τίποτα ἀπ’ ὅσα ἔχουν πιά γίνει. Ἀντίθετα, θὰ κάνεις μεγάλο κακὸ στὸν ἑαυτό σου. Σκέψου μέ ποιούς μοιάζεις μὲ τὰ κλάματα καὶ τὰ μοιρολόγια σου. Μὴν γίνεσαι κοινωνός τῆς ἁμαρτίας τῶν ἀπίστων. Ποιοὺς μιμῆσαι μὲ τοὺς ὀδυρμούς; Ποιοὺς ζηλεύεις; Ἀσφαλὼς τοὺς ἄπιστους, αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα, καθὼς εἶπε καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Γιὰ νὰ μὴν λυπόσαστε ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Πρόσεξε, τί ἀκριβῶς θέλει νά πεῖ ὁ Ἀπόστολος. Δὲν εἶπε “ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα γιὰ ἀνάσταση”, ἀλλὰ “αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Γιατί, αὐτὸς ποὺ δὲν ἐλπίζει στὴ μέλλουσα Κρίση, δὲν ἔχει καμιὰ ἐλπίδα, οὔτε γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει Θεός, οὔτε γιὰ τὴ ματαιότητα τῶν παρόντων καὶ τὴν Θεία Πρόνοια, ποὺ ἐπιβλέπει καὶ φροντίζει γιά ὅλους καὶ γιά ὅλα.
Αὐτὸς βέβαια, ποὺ δὲν γνωρίζει καὶ δὲν πιστεύει στὸν Θεὸ εἶναι πιὸ ἀνόητος καὶ ἀπὸ θηρίο, ἐφόσον ἔχει πετάξει ἀπὸ μέσα του κάθε ἰερὸ καὶ ὅσιο. Γιατί ὅποιος δὲν περιμένει ὅτι θά λογοδοτήσει γιά τὰ ἔργα του, δὲν νοιάζεται ν’ ἀποκτήσει τὴν ἀρετὴ οὔτε νὰ ἀποβάλλει τὴν κακία.
Ἂς ἀποφεύγουμε λοιπὸν νὰ μοιάζουμε στὴ συμπεριφορὰ μὲ τοὺς ἄπιστους, τώρα ποὺ καταλαβαίνουμε τό βάθος τῶν πραγμάτων καὶ ἀφοῦ κατανοήσαμε τὴν ἀνοησία καὶ τὴν παραφροσύνη τῶν ἀπίστων ἀνθρώπων ποὺ θρηνοῦν ἔτσι καὶ κόπτονται. Γιατί καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γι’ αὐτό τό λὸγο σοῦ τοὺς ἔφερε ὡς παράδειγμα. Σοῦ τοὺς ἀνέφερε γιά νά δεῖς σὲ ποιὸ λάθος πέφτεις μὲ τὸ νὰ τοὺς μιμῆσαι στὴν συμπεριφορά. Κι ἔτσι, νά φροντίζεις νά ἀποφύγεις τὴν συμφωνία μαζί τους καὶ νὰ ἐπανέλθεις στὴ δική σου, χριστιανικὴ εὐγένεια.


Θὰ μποροῦσες ἴσως νὰ ρωτήσεις: Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι κανείς ἄνθρωπος καὶ νὰ μὴν πονάει; Ἐγὼ ὅμως θὰ σοῦ ἀπαντήσω τό ἀντίθετο. Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι κανείς ἄνθρωπος καὶ νὰ πονάει, τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχει τιμηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ νοῦ καί τή λογικὴ καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν;
Ἴσως μὲ ξαναρωτήσεις: Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν ἔχει κυριευθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος; Σοῦ ἀπαντῶ: Ὑπάρχουν πολλοὶ καὶ σὲ διάφορους τόπους καὶ ἀπ’ ὅσους βρισκόμαστε τώρα στὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς προγόνους μας. Ἄκουσε, γιὰ παράδειγμα, τί εἶπε ὁ Ἰώβ, ὅταν ἔφυγαν ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ὅλα τά παιδιά του: “Ὁ Κύριος μοῦ τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος καὶ τὰ πῆρε. Ὅπως θεώρησε ὁ Κύριος καλό, ἔτσι καὶ ἔγινε”

Ὁ Ἰὼβ οὔτε ἀπελπίστηκε, οὔτε εἶπε: “Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβή μου γιὰ τὴν καλωσύνη μου; Γι’ αὐτὸ ἐγὼ εἶχα συνεχῶς ἀνοιχτὸ τὸ σπίτι μου στοὺς ξένους, γιὰ νὰ δῶ αὐτὸ τὸ σπίτι νὰ γίνεται ὁ τάφος των παιδιῶν μου; Γι’ αὐτὸ τοὺς δίδαξα τὴν ἀρετὴ καὶ τὸ σωστὸ τρόπο ζωῆς, γιὰ νὰ χαθοῦν μὲ τέτοιο θάνατο”;
Τίποτα ὅμως, ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶπε ὁ Ἰώβ. Τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν σκέφθηκε. Τὰ ὑπέμεινε ὅλα μὲ γενναιότητα, ἂν καὶ ὅλα τά’ χασε, μετὰ ἀπὸ τόση ἀρετὴ καὶ τέτοια φροντίδα. 


 Μετὰ ἀπὸ τόση ἀρετή, μετὰ ἀπὸ τόσες φιλανθρωπίες καὶ ἐλημοσύνες καὶ ἐφόσον οὔτε ἡ δική του συνείδηση οὔτε τῶν παιδιῶν του, δὲν βαρυνόνταν γιὰ κάτι πονηρό, ὅταν εἶδε τὴν παράδοξη, ἀπροσδόκητη καὶ ὑπέρμετρη συμφορά, συμφορὰ ποὺ ποτὲ καὶ σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους κακούργους δὲν εἶχε συμβεῖ, ἐκεῖνος δὲν ἀντέδρασε ὅπως θὰ ἀντιδροῦσε ὁ καθένας. Δὲν θεώρησε ὅτι ἄσκοπα καὶ ἀνώφελα ζοῦσε ἐνάρετη ζωή, οὔτε εἶπε πὼς ἦταν λάθος ἐκεῖνα ποὺ πρὶν πίστευε.


Κι ἐμεῖς λοιπόν, ἂς προετοιμάσουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας τὸν καιρό τῆς εἰρήνης, ὅπλα καὶ φάρμακα κατάλληλα. Ἔτσι, ἂν κάποτε μᾶς συμβεῖ πόλεμος τῶν παθῶν, τοῦ πένθους, τῆς ὀδύνης ἤ ὁτιδήποτε παρόμοιο, νὰ εἴμαστε ἐξοπλισμένοι καλὰ κι ὁλόγυρα περιφραγμένοι, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουμε μὲ ἐμπειρία καὶ ἐπιτυχία τὶς προσβολές τοῦ Πονηροῦ. Ἂς περιτειχίσουμε ὁλόγυρα τὸν ἑαυτό μας μὲ ὀρθοὺς λογισμούς, μὲ ὅπλο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ παραδείγματα τῶν γενναίων ἀνδρῶν καὶ μὲ ὅ,τι ἄλλο ἀνάλογο. Γιατί, ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ διανύσουμε καὶ τὴν παροῦσα ζωὴ χαρούμενα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ εἰσέλθουμε στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη, καθὼς καὶ στὸν Πατέρα καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, στοὺς αἰῶνες, τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

πηγή των αποσπασμάτων από εδώ

Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2018

Ερωτηίς έρωτι Χριστού πυρπολουμένη, των χειρών σου αγλαϊστόν καλλιτέχνημα.




Ήταν τα χρόνια του ξακουστού αυτοκράτορα Ιουστινιανού, όπου σ’ όλη την Αλεξάνδρεια νέοι και γέροι θαύμαζαν τον ασκητή Αγάθωνα. 
Πάμπολλοι καμάρωναν λέγοντας πως τον είχαν αντικρίσει ακούγοντας τα λιγοστά του λόγια, και oι πάντες διέδιδαν πως το πρόσωπό του αστραφτοκοπούσε σε μια φωτοχυσία, που στον κόσμο δεν είναι άλλη. 
Κι όλοι ήξεραν την καλύβα του, που έμοιαζε σπηλιά, σιμά σ’ ένα μεγάλο μοναστήρι, στα περίχωρα της Αλεξάνδρειας. 
Χιλιάδες και μυριάδες σκαρφάλωναν κει πάνω για να δουν από μακριά, έστω και μόνο το στέκι του, απαραίτητα ωστόσο τις τριγύρω φωτόχυτες σπίθες που χρύσιζαν τις ξερές πέτρες.
Όμως μεγάλος καημός, και καταπώς έλεγαν σαράκι ζήλειας, κατέτρωγε την πεντάμορφη Ερωτηίδα, που όλοι την ήξεραν σαν την πιο ονομαστή και ακριβοπληρωμένη πόρνη της Αλεξάνδρειας: ευχόταν να κοπάσει εκείνο το ανθρωπομάνι ν’ ανεβαίνει συρρέοντας στη σπηλιά του ασκητή. 
Οι εκλεκτοί της φίλοι, μεγιστάνες του πλούτου, άρχοντες, διοικητές, στρατιωτικοί, έμποροι, ακόμα και σοφοί, την αναστάτωναν ξανά και ξανά με τα τσουχτερά τους πειράγματα!
Έτσι λοιπόν σ’ ένα τρικούβερτο νυχτερινό γλέντι στο αρχοντικό της, στο έπακρο πεισματωμένη, έβαλε στοίχημα μεγάλο πως θα κοιμόταν μια νύχτα με τον Αγάθωνα, και το πρωί φεύγοντας θα του έπαιρνε το πολυθρύλητο τρίχινο ράκος που φορούσε: Θα του το πάρω εξάπαντος, ποιος αντιστάθηκε σε μένα;, έλεγε και ξανάλεγε μεθοκοπώντας.
Μερόνυχτα την έθλιβε τούτο το σαράκι, οπόταν μια και δυό ένα απόγευμα αποφασίζει επιτέλους να τραβήξει κατά τη φωλιά του ασκητή. 
Φτάνει ίσαμε τη γρανιτένια κορυφή, ο ήλιος μόλις είχε προλάβει να βασιλέψει. 
Κατάκλειστη η σπηλιά λίγο παράμερα, σα να’ ταν τυλιγμένη με φωτοστέφανο, ίδιος ο σιωπηλός ασκητής! 
Η Ερωτηίδα δεν πιστεύει στα μάτια της. 
Φρίσσοντας πασχίζει να σκεφτεί ήρεμα. 
Και μεμιάς γαληνεύει, βάζοντας μπρος το σχέδιο της. 
Γδύνεται αργά αργά, πετώντας τα μεταξένια ντύματα σε μια χαραδρούλα. 
Τσίτσιδη, με λυτά μαλλιά, με τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια! 
Στο μισοσκόταδο λευκάζουν τα στήθια, τα λαγόνια και τ’ αστραφτερά της δόντια, καθώς τρεμουλιάζουν και κροτούν ελαφρά. 
Είναι έτοιμη να κάνει την έφοδο. 
Άξαφνα παγώνει. 
Μπροστά της κουτσαίνοντας ένα πελώριο λαβωμένο λιοντάρι βρυχιέται σπαραχτικά και φρικαλέα, και παρευθύς κάνει να χυμήξει καταπάνω της. 
Κι αυτή αλαφιασμένη τρέχει προς τη σπηλιά. 
Όμως μπερδεύονται τα χρυσαφένια της σανδάλια, και γκρεμίζεται κάτω ουρλιάζοντας. 
Βογγάει απανωτά και μπήγει κραυγές σπαραχτικές. 
Και το λιοντάρι σιμώνει.
Κι άξαφνα η Ερωτηίδα θωρεί τον αββά Αγάθωνα μπροστά της, και νομίζει πως ονειρεύεται. 
Κι αυτός σκύβει αργά, τη σηκώνει και την παίρνει αγκαλιά, γιατί δεν μπορεί να πατήσει. 
Τι να’ ναι άραγε τούτο που μου’ λαχε!, ψελλίζει κάνοντας να κρύψει απεγνωσμένα τη γύμνια της. 
Τώρα σπαρταράει σαν ψάρι που χάνεται η πνοή του. 
Ο αββάς με δυο τρεις δρασκελιές την πηγαίνει μέσα και την ξαπλώνει μαλακά ατό αχυρένιο του στρώμα, σκεπάζοντας την με μια προβιά. 
Σε λίγο μπάζει και το λιοντάρι και το ξαπλώνει στην απέναντι γωνιά. 
Ανάβει ένα λαδολύχναρο. 
Γαληνεμένος πέρα για πέρα μ’ ένα λαγήνι πλένει το σπασμένο πόδι του λιονταριού, που τώρα μουγκρίζει ελαφρά δείχνοντας ευτυχισμένο. 
Τον δένει την πληγή και σιωπηλά το ευλογεί.
Έπειτα με τις ίδιες αργές κινήσεις γιατρεύει το στραμπουλιγμένο πόδι της ολόγυμνης Ερωτηίδας. 
Και μετά βγάζει το τρίχινο ράκος, και μ’ αυτό ντύνει το κορμί της, ενώ αυτή φρίσσοντας πασχίζει με τρεμάμενα χέρια να κρύψει τη γύμνια της. 
Μα η γύμνια της τελικά κρύβεται στο τρίχινο ράκος, περνάει όμως λίγη ώρα για να νιώσει τούτη την προστασία. 
Και ο Αγάθων ήρεμος την αφήνει στο στρώμα, τυλίγεται με την προβιά και κουλουριάζεται απέναντι της, πλάι στο λιοντάρι, που τώρα ανασαίνει εντελώς ευχαριστημένο. 
Γυναίκα και λιοντάρι κοιτάζονται κι οι δυό τους αλλοπαρμένοι. 
Μα η ματιά του λιονταριού αργά αργά αποκτά μια περίσσια τρυφεράδα. 
Η Ερωτηίδα ζαρώνει στο στρώμα του αββά βρέχοντας το με πνιχτά και καφτερά δάκρυα, που μαλακώνουν τα σωθικά της, και τον ανεκλάλητο παιδεμό εκείνης της νύχτας τον μεταμορφώνουν σε αγαλλίαση. 
Βαθιά μεσάνυχτα ο Αγάθων την πλησιάζει και της λέει: 
Σύρε στο σπίτι σου, και μη φοβάσαι πια.
Ήρεμη σηκώνεται σκουπίζοντας τα μουσκεμένα μάτια της. 
Ο αββάς την ευλογεί, κι αυτή νιώθει την ευλογία σα χάδι στα μαλλιά της.
Έξω σκέτη σκοτομήνη. 
Απεραντοσύνη και νύχτα. 
Το τρίχινο ράκος τη φλογίζει με μια πρωτόγνωρη αγαλλίαση. 
Ευφραίνεται όσο ποτέ άλλοτε, αναπνέοντας αρώματα που είναι γη, αγέρας, ουρανός, θεϊκό μεθύσι. 
Αισθάνεται σάμπως να οσμίζεται την ίδια την αγιοσύνη. 
Εκεί κοντά βρυχιέται παραπονεμένα ένα άλλο λιοντάρι. 
Η Ερωτηίδα κοντοστέκεται τώρα για να χαρεί τις κραυγές του. 
Χαράματα φτάνει στο αρχοντικό της κι αμέσως κλείνεται μέσα. 
Και χάθηκε για πάντα από τα μάτια του κόσμου. 
Χρόνια και χρόνια κανείς δεν ήξερε πια τίποτα.
Μια μέρα ο υποτακτικός του ασκητή έφερε στο μοναστήρι την είδηση πως ο αββάς Αγάθων είχε πεθάνει στη σπηλιά του. 
Πεντέξι αδελφοί πήγαν για το εξόδιο μυστήριο. 
Αμήχανοι τον θωρούσαν τυλιγμένο στην προβιά του -όμως πουθενά το τρίχινο ράκος. 
Κι άξαφνα απορημένοι βλέπουν έναν παράξενο καλόγερο -ντυμένο με μηλωτή ως πάντοτε την νέκρωσιν του Χριστού εν τω σώματι φέροντα- να μπαίνει σιωπηλός και σκυφτός, δείχνοντας πως ήθελε να κρύψει το πρόσωπο του. 
Παρευθύς τους παραδίδει το τρίχινο ράκος του Αγάθωνα, και εξαφανίζεται σαν αθόρυβη σκιά. 
Αμέσως ντύνουν το σκήνωμα με τούτο το ράκος, οπότε θαμπωμένοι διακρίνουν και διαβάζουν πάνω του τα χρυσά γράμματα:
Ερωτηίς έρωτι Χριστού πυρπολουμένη, των χειρών σου αγλαϊστόν καλλιτέχνημα.

Το συναξάρι ενός ασκητή
Νίκου Αθ. Ματσούκα
Από το βιβλίο
«Ο ΘΑΜΠΟΣ ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ»
Πεζά-Ποιήματα
Εκδόσεις Π. Πουρνάρα Θεσσαλονίκη 2000

Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2018

...Ὀλίγον παραπάνω εἶναι τ᾿ Ἀναφιώτικα. Ἐκεῖ ἀνάφτουν καθ᾿ ἑσπέραν ἐναέριοι λύχνοι. Ἐκεῖ εἶναι ἀναρίθμητα παλαιὰ παρεκκλήσια, χωμένα κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὴν γῆν. Ὑπάρχουν σπήλαια τεχνητὰ καὶ φυσικὰ φρέατα. Σταυροὶ λαξευμένοι ἐπάνω εἰς τοὺς βράχους. Κανδῆλαι ἀναμμέναι εἰς μικροὺς σηκούς, εἰς παλαιοὺς βωμοὺς περιφράκτους, θυμίαμα, κηρίον, λατρεία. Ἀντηχεῖ ὑψηλὰ ἐκεῖθεν ἀκόμη τό, Ἀγνώστῳ Θεῷ.

Ἐκεῖ ἐπιφαίνονται ἐνίοτε δύο λαμπραὶ ὀπτασίαι.Ἡ μία φορεῖ πενιχρὸν χιτῶνα, καὶ ἀναβεβλημένον ἐπὶ τῶν ὤμων τὸ ἱμάτιον. Κρατεῖ βακτηρίαν. Γαλιλαῖος, ἐπίρρινος, ἀναφαλαντίας, καὶ ἁρπαγεὶς ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Ἡ ἄλλη φορεῖ φαιλόνιον ὑφασμένον μὲ ἐρυθροὺς σταυρούς, ἐπιτραχήλιον κεντητὸν μὲ ἀγγελούδια, καὶ ὠμοφόριον ἀπὸ μαλλίον προβάτου. Εὐθύρριν, βαθυπώγων, σεβάσμιος, ἐξήρθη ποτὲ μέχρι τῆς ἄνω ἱεραρχίας καὶ περιέγραψε τὰς τάξεις τῶν Ἀγγέλων.

Ἀμφότεραι αἱ ὀπτασίαι εἶναι ὑψηλαί, ἐπιβάλλουσαι, μεγαλοπρεπεῖς. Ἡ πρώτη ὀνομάζεται Παῦλος, ἡ δευτέρα Διονύσιος.

αλεξ. παπαδιαμάντης, αι αθήναι ως ανατολική πόλις

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2018

Τα παιδιά και οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο. Εμείς οι άλλοι είμαστε επαναστάτες...




Μή διώχνετε τό Θεό ἀπό τά παιδιά σας.

Μή φροντίζετε μόνο νά διατηρεῖτε τό σῶμα τῶν παιδιῶν σας ἀσφαλές γιατί ἀκόμα καί οἱ ἀλεποῦδες τό ἴδιο κάνουν γιά τά μικρά τους. Ἀλλά βασικά ἐνδιαφερθεῖτε γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή τῶν παιδιῶν σας. Ἐάν ἐσεῖς ἐνδιαφέρεστε γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, Ἐκεῖνος θά φρόντισει γιά ὅλα τά ὑπόλοιπα. Καί ὅ,τι ἐσεῖς συσσωρεύετε μέ πόνο καί κόπο γιά τά παιδιά σας Ἐκεῖνος τούς τά παρέχει ἄνετα καί ταχύτητα. (Ματθ 6: 33).
Μή διώχνετε τό Θεό ἀπό τά παιδιά σας, γιατί θά τούς στερήσετε τήν εἰρήνη, τήν εὐτυχία, τήν ὑγεία καί τήν εὐημερία τους.
Σέ ἀνθρώπους πού ἔχουν ἐγκαταλείψει τό Θεό, καί ὁλόκληρο τόν κόσμο νά τούς ἀφήσετε, εἶναι σάν νά τόν ἀφήνετε σέ πεινασμένους πού θά τόν καταβροχθίσουν ὁλόκληρο καί ἀκόμη θά πεινοῦν καί θά πεθάνουν ἀπό τήν πεῖνα.
Πολλές φορές κάνετε τό πᾶν γιά νά ἐξασφαλίσετε ἕνα κομμάτι ψωμί γιά τά παιδιά σας ἀλλά ἀδιαφορεῖτε τελείως ἔστω καί γιά τήν παραμικρή ποσότητα τροφῆς τῆς ψυχῆς καί τῆς συνειδήσεώς τους. Μόνο μ᾽ αὐτή τήν τροφή ἐξασφαλίζετε ἀπόλυτα τό μέλλον τῶν παιδιῶν σας καί ἐσεῖς ἐλκύετε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Βασιλιάς Θεός ἐμπιστεύετε τά παιδιά Του στήν κηδεμονία σας. Θά ἀνταμείψει δέ βασιλικά ἐκείνους πού ἀληθινά προστατεύουν τήν «πριγκιπική γενιά» καί δέν σβύνουν μέ τόν τρόπο τους τό Ὄνομα τοῦ Πατέρα ἀπό τή μνήμη τῶν παιδιῶν Του.
Μέσω τῶν παιδιῶν Του ὁ Βασιλιάς παρακολουθεῖ ἐσᾶς πού τά φροντίζετε καί περιμένει τήν ἀνταπόκρισή σας. Ἄν ἡ ἀπάντησή σας εἶναι «νεκρή» αὐτό θά σημαίνει ὅτι φροντίζετε….πτώματα!.
Τά παιδιά – πολύτιμες ὕπαρξεις γιά τό Θεό – μαζί μέ τούς ἁγίους εἶναι στραμένα ἀπόλυτα καί εἰλικρινά πρός τό Θεό… Τά παιδιά καί οἱ ἅγιοι θά κρίνουν τόν κόσμο.
Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι εἴμαστε ἐπαναστάτες….
Πρόσεχε, ψυχή μου, πρόσεχε καί μήν κάνεις λάθη.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2018

Οι εχθροί μας ευεργέτες μας-άγιος νικόλαος αχρίδος



Αγαπάτε τους εχθρούς υμώνΔε λέει «μην ανταποδίδετε κακό στο κακό». Αυτό δεν είναι σπουδαίο πράγμα. Αυτό είναι απλά ανοχή. Ούτε και λέει «αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν».
Αυτή είναι μόνο παθητική αγάπη. Ο Χριστός λέει αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Όχι απλά να τους ανέχεστε, όχι να είστε παθητικοί, αλλά να τους αγαπάτε. Το ξαναλέμε και πάλι, πως η αγάπη είναι ενεργητική αρετή.
Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι αφύσικη; Η αντίρρηση αυτή προβάλλεται πολύ έντονα από τους μη χριστιανούςΔε βλέπουμε πως πουθενά στη φύση δεν υπάρχει παράδειγμα αγάπης για τους εχθρούς, παρά μόνο αγάπης για τους φίλους; Αυτή είναι λοιπόν αιτία αμφισβήτησηςΤι έχουμε ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό;
Πρώτ’ απ’ όλα η πίστη μας αναγνωρίζει δύο φύσεις: μία άφθαρτη, φωτεινή και άτρεπτη στο κακό από την αμαρτία, σαν κι αυτήν που είχε ο Αδάμ στον παράδεισο· κι άλλη μια διεστραμμένη, σκοτεινή κι επιρρεπή στο κακό και την αμαρτία, σαν κι αυτήν που αντιμετωπίζουμε διαρκώς σ’ αυτόν τον κόσμο.
Στον κύκλο της πρώτης φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι απόλυτα φυσική. Στη φύση αυτή η αγάπη είναι σαν τον αέρα που ανασαίνουν όλα τα πλάσματα και ζουν. Αυτή είναι η αληθινή φύση που δημιούργησε ο Θεός. Απ’ αυτήν η θεϊκή αγάπη λάμπει στη φύση μας όπως οι ακτίνες του ήλιου μέσα από τα σύννεφα. Οτιδήποτε στη γη έχει αληθινή αγάπη, προέρχεται από την αγάπη αυτή.
Στον κύκλο της δεύτερης, της επίγειας φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι σπάνια και θα μπορούσε να θεωρηθεί αφύσικηΔεν είναι πραγματικά αφύσικη. Σε σχέση με την επίγεια φύση μας είναι στην ουσία υπερφυσική ή, καλύτερα, προ-φυσική, καθώς η αγάπη φτάνει στην αμαρτωλή φύση μας από την πρωταρχική, αναμάρτητη κι αθάνατη φύση που προϋπήρχε της δικής μας.
Η αγάπη για τους εχθρούς είναι τόσο σπάνια ώστε θα μπορούσε να κληθεί αφύσικη, λένε άλλοι αντιρρησίες. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε και το μαργαριτάρι είναι αφύσικο, όπως και το διαμάντι κι ο χρυσός. Αυτά είναι όλα σπάνια αντικείμενα. Ποιός όμως μπορεί να τα ονομάσει αφύσικα; Όπως υπάρχουν φυτά που ευδοκιμούν μόνο σε μία περιοχή, έτσι γίνεται και με το σπάνιο αυτό φυτό, τη σπάνια αυτή αγάπη. Φυτρώνει κι αναπτύσσεται μόνο στην Εκκλησία του Χριστού. Για να πειστεί κάποιος από τα πολυάριθμα παραδείγματα του φυτού αυτού και του κάλλους του, πρέπει να διαβάσει τους βίους των αποστόλων του Χριστού, των πατέρων και των ομολογητών της χριστιανικής πίστης, των μαρτύρων της μεγάλης αλήθειας κι αγάπης του Χριστού.
Μια τρίτη ομάδα αντιρρησιών ισχυρίζεται πως αν δεν είναι αδύνατη, η αγάπη αυτή είναι τουλάχιστο εξαιρετικά δύσκολη. Είναι αλήθεια πως δεν είναι εύκολη, κυρίως για εκείνον που διδάσκεται την αγάπη μακριά από το Θεό, από τον οποίο ενισχύεται και τροφοδοτείται η αγάπη αυτήΠώς όμως δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε αυτούς που αγαπάει ο Θεός; Ο Θεός δεν αγαπά περισσότερο εμάς απ’ όσο αγαπά τους εχθρούς μαςκαι μάλιστα όταν είμαστε εχθροί άλλων. Ποιός από μας μπορεί να ισχυριστεί πως δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο που να τον αποκαλεί εχθρό του; Αν ο ήλιος του Θεού ζέσταινε κι η βροχή έπεφτε μόνο σ’ εκείνους που κανένας δεν τους λογάριαζε εχθρούς του, δύσκολα θά ‘φτανε κάποια ακτίνα στη γη ή θά ‘πεφτε κάποια σταγόνα βροχής στο χώμα. Ο άνθρωπος φορτώνεται από μόνος του μεγάλο φορτίο έχθρας. Η αμαρτία δημιουργεί φόβο στον άνθρωποΚι ο φόβος αυτός με τη σειρά του τον κάνει να υποπτεύεται εχθρούς σ’ όλα τα πλάσματα γύρω του. Ο Θεός όμως είναι αναμάρτητος κι άφοβος κι επομένως δεν υποπτεύεται κανέναν, αλλά τους αγαπά όλους. Μας αγαπά τόσο πολύ ώστε, όταν μας κυκλώνουν εχθροί χωρίς να φταίμε σε τίποτα, πρέπει να πιστεύουμε πως αυτό γίνεται σε γνώση Του και για το καλό μας.
Ας είμαστε δίκαιοι. Ας ομολογήσουμε πως οι εχθροί μας μάς βοηθούν πολύ στην πνευματική μας πορεία. Αν δεν υπήρχε έχθρα στους ανθρώπους, πάρα πολλοί από εκείνους που ευαρέστησαν στο Θεό δε θα είχαν γίνει φίλοι Του. Ακόμα κι η έχθρα του σατανά μπορεί να βοηθήσει εκείνους που είναι ζηλωτές των ιερών πραγμάτων του Θεού και της ψυχικής τους σωτηρίας. Ποιός ήταν περισσότερο ζηλωτής των ιερών του Θεού πραγμάτων ή είχε μεγαλύτερη αγάπη για το Χριστό από τον απόστολο Παύλο; Ο ίδιος απόστολος όμως λέει πως επέτρεψε ο Θεός στο διάβολο να τον πειράξει, όταν του αποκαλύφθηκαν πολλά μυστήρια: «Και τη υπερβολή των αποκαλύψεων ίνα μη υπεραίρομαι, εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος σατάν, ίνα με κολαφίζη ίνα μη υπεραίρομαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 7).
Όταν ο διάβολος ο ίδιος χωρίς να το θέλει βο­ηθάει τον άνθρωπο, πώς δεν μπορούν οι άνθρωποι να βοηθούν το συνάνθρωπό τους, που είναι οπωσδήποτε λιγότερο εχθρός από τους δαίμονες; Θα τολμούσε να πει κανείς πως οι φίλοι του ανθρώπου ζημιώνουν περισσότερο την ψυχή του από τους εχθρούς του. Ο ίδιος ο Κύριος είπε πως «εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. ι’ 36). Εκείνοι που ζουν κάτω από την ίδια στέγη μαζί μας, που ενδιαφέρονται πολύ για τις σωματικές ανάγκες και τις ανέσεις μας, συχνά γίνονται εχθροί της σωτηρίας μας. Η αγάπη κι η φροντίδα τους δε στοχεύει στην ψυχή αλλά στο σώμα μας. Πόσοι γονείς δεν έχουν κάνει ανυπολόγιστη ζημιά στις ψυχές των γιων τους κι αδέρφια στ’ αδέρφια τους, καθώς και σύζυγοι στους συζύγους τους; Κι όλ’ αυτά από αγάπη!
Η πραγματικότητα αυτή που διαπιστώνεται καθημερινά είναι μια ακόμα αιτία για να μας κάνει να μη δοθούμε ολοκληρωτικά στην αγάπη προς τους συγγενείς και τους φίλους μας, ούτε και να μειώσουμε την αγάπη προς τους εχθρούς μας. Είναι ανάγκη να το ξαναπούμε, πως συχνά, πολύ συχνά, οι εχθροί μας είναι στην ουσία πραγματικοί φίλοι; Οι τρόποι που χρησιμοποιούν για να μας αναστατώσουν, μας βοηθούνΟι τρόποι με τους οποίους μας απορρίπτουν, υπηρετούν τη σωτηρία μαςΟι τρόποι με τους οποίους πιέζουν την εξωτερική, τη φυσική ζωή μας, μας ωθεί ν’ αποσυρθούμε μέσα μας, στον εαυτό μας, να βρούμε την ψυχή μας και να ζητήσουμε από το Θεό να τους σώσειΟι εχθροί μας είναι πραγματικά εκείνοι που μας σώζουν από την καταστροφή που μας ετοιμάζουν αθέλητα οι οικείοι μας, που φροντίζουν το σώμα μας σε βάρος της ψυχής μας και χαλαρώνουν το χαρακτήρα μας.

από άλλη όψις

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2018

Κυριακή Β Λουκά:καὶ ἐὰν δανείζητε παρ' ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;

( από τον Λόγο Κατά Τοκιζόντων του αγίου Γρηγορίου Νύσσης)

Ἀργόσχολη καὶ πλεονεκτικὴ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ τοκιστῆ. Δὲ γνωρίζει αὐτὸς τοὺς κόπους τῆς γεωργίας οὔτε τὴν ἐφευρετικότητα τοῦ
ἐμπορίου. Ἀντίθετα (ἀπ’ ὅ,τι συμβαίνει μὲ ὅσους ἀσκοῦν παραγωγικὰ ἐπαγγέλματα), ὁ τοκιστὴς κάθεται στὸν ἴδιο πάντοτε τόπο, μέσα στὸ σπίτι του μεγαλώνει τὰ θρεφτάρια τῆς κερδοσκοπίας.

Ἄσπαρτα κι ἀκαλλιέργητα θέλει τὰ πάντα γι’ αὐτὸν νὰ φυτρώνουν.
Γι’ ἀλέτρι ἔχει τὴν πέννα· γιὰ χωράφι, τὸ χαρτί· γιὰ σπόρο, τὸ μελάνι· γιὰ βροχή, τὸ χρόνο ποὺ τοῦ πολλαπλασιάζει ἀθόρυβα τοὺς τόκους τῶν χρημάτων. Δρεπάνι του εἶναι ἡ δικαστικὴ ἀπαίτηση τοῦ χρέους, ἁλώνι, τὸ σπίτι του, ὅπου λιανίζει τὶς περιουσίες τῶν ἀναγκεμένων ἀνθρώπων. Ὁλωνῶν τ’ ἀγαθὰ τὰ βλέπει δικά του.  Εὔχεται στοὺς ἀνθρώπους ἀνάγκες καὶ συμφορές, γιὰ νὰ τρέξουν ὑποχρεωτικὰ νὰ δανειστοῦν ἀπ’ αὐτόν. Μισεῖ τοὺς αὐτάρκεις καὶ ὅσους δὲν ἔχουν δανειστεῖ ἀπ’ αὐτόν, τοὺς θεωρεῖ ἐχθρούς του.
Συχνάζει στὰ δικαστήρια γιὰ ν’ ἀνακαλύψει κάποιον ποὺ τὸν πιέζουν οἱ δανειστὲς καὶ τοὺς φοροεισπράκτορες ἀκολουθεῖ, ὅπως τὰ κοράκια τοὺς στρατοὺς ποὺ διεξάγουν πόλεμο (γιὰ νὰ τρῶνε τοὺς σκοτωμένους). Κουβαλάει παντοῦ τὸ κομπόδεμα, καὶ σὰν δόλωμα τὸ δείχνει σ’ἐκείνους ποὺ τοὺς πνίγει ἡ ἀνάγκη, ὥστε, ἀνοίγοντας
γι’ αὐτὸ τὸ στόμα, νὰ καταπιοῦν μαζὶ μ’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀγκίστρι τοῦ τόκου. Καθημερινὰ μετράει τὰ κέρδη, μὰ ἡ δίψα του γιὰ χρῆμα δὲ σβήνει. Στεναχωριέται γιὰ τὸ χρυσάφι ποὺ ἔχει φυλαγμένο στὸ σπίτι, ἐπειδὴ μένει ἀχρησιμοποίητο κι ἀνεκμετάλλευτο...
Περιεργάζεται ὁ δανειστὴς ὅλες τὶς πράξεις τοῦ ὀφειλέτη, τὰ ταξίδια του, τὶς χειρονομίες του, τὶς ἐπισκέψεις του, τὶς ἐμπορικὲς συναλλαγές του. Κι ἂν καμιὰ δυσάρεστη εἴδηση φτάσει, ὅτι δηλ. ὁ τάδε ἔπεσε στοὺς ληστές, ἢ ὅτι φτώχεψε ξαφνικὰ ἀπὸ κάποια ἀτυχία, κάθεται μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, ἀναστενάζει ἀδιάκοπα, χύνει κρυφὰ μαῦρο δάκρυ·
ξετυλίγει τὸ χρεώγραφο, θρηνεῖ τὸ χρυσάφι ποὺ ἀντιπροσωπεύουν οἱ γραμμές του, προσκομίζει τὸ συμβόλαιο σὰ νὰ ἦταν ἔνδυμα πεθαμένου παιδιοῦ του· μάλιστα κι ἀπὸ ’κεῖνο, περισσότερη θλίψη τοῦ προκαλεῖ.
Ἂν μάλιστα συμβεῖ νὰ ἔχει δανείσει ναυτικούς, κάθεται διαρκῶς κοντὰ στοὺς γιαλούς, μελετάει τὶς κινήσεις τῶν ἀνέμων, ρωτάει ἐπίμονα ὅσους καταπλέουν, μήπως ἀκούστηκε κανένα ναυάγιο, μήπως κινδύνεψαν πουθενὰ ναυτικοί; Λιώνει ἡ ψυχή του κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν καθημερινῶν φροντίδων. Σ’ ἕνα τέτοιον ἀξίζει βέβαια νὰ εἰπωθεῖ: σταμάτα, ἄνθρωπέ μου, τὶς ἐπικίνδυνες αὐτὲς φροντίδες· λυτρώσου ἀπὸ τὴν ἐξουθενωτικὴ προσδοκία τοῦ κέρδους· πρόσεξε μήπως κυνηγώντας τόκους, δαπανήσεις τὸ πολύτιμο κεφάλαιο ποὺ εἶναι ὁ εαυτός σου. Ζητεῖς εἰσοδήματα καὶ πρόσθετα πλούτη ἀπ’ τὸ φτωχό,κάνοντας κάτι ἀνάλογο μ’ αὐτὸν ποὺ θἄθελε νὰ πάρει θημωνιὲς σιτάρι
ἀπὸ χωράφι ποὺ τὸ ξέρανε ὁ λίβας, ἢ ἄφθονα σταφύλια ἀπὸ ἀμπέλι ἀπ’τὸ ὁποῖο πέρασε χαλαζοφόρο σύννεφο, ἢ παιδιὰ ἀπὸ στείρα κοιλιὰ ἢ θρεπτικὸ γάλα ἀπὸ γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουν γεννήσει...Πῶς θὰ προσευχηθεῖς λοιπόν, τοκογλύφε; Μὲ τί συνείδηση θὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ κάποια εὐεργεσία, σὺ ποὺ ἔμαθες ὅλο νὰ παίρνεις καὶ ποτὲ νὰ μὴ δίνεις; Ἢ μήπως σοῦ διαφεύγει ὅτι ἡ προσευχή σου ἀποτελεῖ ὑπόμνηση τῆς δικῆς σου ἀπανθρωπιᾶς; Ποιὰ συγχώρηση ἔδωσες καὶ ζητᾶς συγγνώμην; Ποιὸν ἐλέησες κι ἐπικαλεῖσαι τὸν Ἐλεήμονα; Ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμη προσφέρεις ἐλεημοσύνη, ὡς προϊὸν ἀπάνθρωπης ἐκμετάλλευσης δὲν θὰ εἶναι καρπὸς
τῶν συμφορῶν τῶν ἄλλων, γεμάτη δάκρυα καὶ στεναγμούς; Ἂν γνώριζε ὁ φτωχὸς ἀπὸ ποῦ προσφέρεις τὴν ἐλεημοσύνη, δὲν θὰ τὴ δεχόταν, γιατὶ θὰ αἰσθανόταν σὰ νὰ ἔμελλε νὰ γευτεῖ σάρκες ἀδελφικὲς καὶ αἷμα συγγενῶν του. Θὰ σοῦ πετοῦσε δὲ κατάμουτρα τοῦτα τὰ λόγια τὰ γεμάτα θάρρος καὶ φρονιμάδα: Μὴ μὲ θρέψεις, ἄνθρωπε, ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν ἀδελφῶν μου. Μὴ δώσεις στὸ φτωχὸ ψωμὶ βγαλμένο ἀπὸ τοὺς στεναγμοὺς τῶν ἄλλων φτωχῶν. Μοίρασε στοὺς συνανθρώπους σου ὅσα μὲ ἀδικίες μάζεψες καὶ τότε θὰ παραδεχτῶ τὴν εὐεργεσία σου. Ποιὸ τὸ ὄφελος, ἂν ημιουργεῖς πολλοὺς φτωχοὺς (μὲ τὴν ἐκμετάλλευση) κι ἀνακουφίζεις ἕνα (μὲ τὴν ἐλεημοσύνη); Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ πλῆθος τῶν τοκογλύφων (τῶν ἐκμεταλλευτῶν γενικά), δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε ἡ στρατιὰ τῶν πεινασμένων. Ἂς διαλυθοῦν τὰ ὀργανωμένα οἰκονομικὰ συμφέροντα καὶ ὅλοι θ’ ἀποκτήσουμε τὴν οἰκονομική μας αὐτάρκεια.