ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Δευτέρα, Απριλίου 23, 2018

Το παλληκάρι της αιώνιας νιότης


Άγιος Γεώργιος,το παλληκάρι της πίστης μας, ο των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος, τροπαιοφόρος και των Μαρτύρων ταξίαρχος.
Μαρτύρησε πάνω στην άνοιξη της λεβεντιάς και της νεότητας του, γι αυτό και άνοιξη τον εορτάζει η Εκκλησία.Πέθανε μαρτυρικά για να συμβασιλέψει με τον Αναστημένο μας Κύριο, γι αυτό και η μνήμη του είναι ζυμωμένη με την ανάσταση και το πάσχα. Γιατί οι δίκαιοι ζουνε εις τον αιώνα και ο θάνατος δεν τους κατακυριεύει, αλλά με τον θάνατο τους νίκησαν και εκείνοι τον θάνατο με Πρώτο τον Αγιο των Αγίων και Κύριο τους.
Και ο υμνωδός μας καλεί να ευωχηθώμεν, γιατί ανέτειλε το Έαρ και να καταστέψουμε τον μεγαλομάρτυρα του Χριστού με εαρινά άνθη και αναστάσιμες υμνωδίες.Ο άγιος Γεώργιος είναι λαοφίλητος άγιος. Αυτός σηματοδοτεί την έναρξη του θέρους και στον αντίποδα , το άλλο παλληκάρι ο άγιος Δημήτριος την έναρξη του χειμώνα.
Συμπαθής και ελεήμων στουςαιχμαλώτους, ταπεινούς και αδικημένους, ακόμα και στους αλλόθρησκους πού τον σέβονται και τον τιμούν και φοβερός εκδικητής των ταπεινών έναντι των αδίκων και των ισχυρών της γης. Τα θαύματα του πολλά και η παρρησία του μεγάλη.
Όσοι χριστιανοί έχουν ακόμα αυτιά ακούνε τον καλπασμό του αλόγου του,όταν Εκείνος προστρέχει σε άμεση βοήθεια των πτωχών και των αδικημένων του βίου.Και η πίστη των νοερών οφθαλμών βλέπει σε κάθε βαθούλωμα της γης,πέριξ των ναϋδρίων του, το αποτύπωμα του αλόγου του.Μαρτύριο ότι αφού η παρουσία του άπαξ αγίασε τον χώρο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η επίσκεψη του θα επαναληφθεί και η προστασία του θα είναι αιώνια.
Ο άγιος κατακόντισε τον δράκοντα στην Λιβύη διασφαλίζοντας το νερό και σώζοντας την πριγκήπισσα από βέβαιο θάνατο. Αυτή είναι η γνήσια μαρτυρία για τον θρίαμβο του Μεγαλομάρτυρα πάνω στον διαβολο και την δαψιλή χάρη του ζωντανού νερού του Χριστού, το οποιο σώζει από την δίψα την θανατερή την αιχμάλωτη στους νοητούς και φυσικούς εχθρούς της Εκκλησία.
Ο ποιητής θέλει τον αη Γιώργη μας, να καλπάζει τροπαιοφόρος ανά τους αιώνας, ως εικόνα της αιώνιας νιότης που χάρισε ο Χριστός στους φίλους Του. Είναι ο υπέρμαχος της αγιασμένης ρωμηοσύνης.Και στα καπούλια του αλόγου του, παρακάθεται η ίδια η ρωμηοσύνη ως νεανις αεί θάλλουσα και διασωζόμενη, από το θηρίο το φρικτό και αλλόκοτο, τον δαιμονόμορφο βαρβαρισμό του πνεύματος και του σώματος. Και με το αργυρό κοντάρι του, ο πρωτοταξίαρχος των παλληκαριών του Χριστού, το στελνει πίσω στα σκοταδια του ταρτάρου. Εκει που ο φθονερός ο θάνατος και καθε ασχήμια καταδικάστηκαν στην αιώνια ανυπαρξία.

Κυριακή, Απριλίου 22, 2018

Mέτρο της πιστότητας η στιγμή της ήττας


Σήμερα λοιπόν τιμοῦμε τούς ἀνθρώπους πού ἀποδείχθηκαν πιστοί, ἐκείνους πού ἐνῶ ἦσαν ἀδύναμοι δέν τό ἔβαλαν στά πόδια καί ἐκείνους πού μπροστά στήν ἥττα καί τήν τραγωδία ἀναδείχθηκαν πιστοί μαθητές. ῎Ας τούς θυμόμαστε, ὄχι μόνο ὅταν βλέπουμε πόσο δοξάστηκαν, ὅπως σήμερα στή Θεία Λειτουργία, ἀλλά καί γιά νά ρωτοῦμε τόν ἑαυτό μας· Μοιάζουμε, σέ κάποιο βαθμό, μέ ὁποιονδήποτε ἀπό αὐτούς; ῞Οταν ὁ Χριστός μοιάζει ἡττημένος, ἔχω τή δύναμη νά κάνω ἕνα βῆμα μπροστά καί νά πῶ «εἶμαι κι ἐγώ μαθητής Του», τή στιγμή πού σέ ἀνέφελους καιρούς ἤμουν συγκρατημένος, ἀβέβαιος, διστακτικός καί ἔθετα στόν ἑαυτό μου, ἤ μᾶλλον ἔθετα στόν Κύριο, ἕνα σωρό ἐρωτήματα;
Κι ἀκόμα, ἄς τό σκεφθοῦμε· Εἶναι εὔκολο νά εἴμαστε μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅταν εἴμαστε στήν κορυφή τοῦ ἀφρισμένου κύματος, στήν ἀσφάλεια τῶν χωρῶν πού δέν ὑπάρχει διωγμός, οὔτε κίνδυνος ἀπόρριψης, οὔτε ἡ προδοσία μπορεῖ νά ὁδηγήσει στό μαρτύριο, οὔτε κἄν τό ἐνδεχόμενο νά πέσουμε θύματα γελοιοποίησης ἤ κοροϊδίας. ῎Ας σκεφθοῦμε τούς ἑαυτούς μας ὄχι σέ σχέση μέ τόν Χριστό μόνο ἀλλά καί σέ σχέση μέ τούς ἀδελφούς μας, ἐπειδή ὁ Χριστός εἶπε ὅτι ὅ,τι κάνουμε στόν ἐλάχιστο, τόν πιό ἀσήμαντο ἀπό αὐτούς, τό ἔχουμε κάνει στόν ῎Ιδιον. ῎Ας ἀναρωτηθοῦμε πῶς συμπεριφερόμαστε ὅταν κάποιος παραμερίζεται, λοιδωρεῖται, ἀποδιώχνεται ἤ καταδικάζεται ἀπό τήν κοινή γνώμη ἤ ἀπό τή γνώμη ὅσων μετροῦν γιά μᾶς· βρίσκουμε τή στιγμή ἐκείνη τό θάρρος νά ποῦμε, «ἦταν καί παραμένει φίλος μου, εἴτε τόν ἀποδέχεστε εἴτε ὄχι»;  Δέν ὑπάρχει πιό ἀξιόπιστο μέτρο πιστότητας ἀπό ἐκείνη τήν πιστότητα πού ἐκδηλώνεται τή στιγμή τῆς ἥττας.
῎Ας τό σκεφθοῦμε αὐτό, γιατί ὅλοι ὑφιστάμεθα τήν ἥττα, καί μέ τόσους πολλούς τρόπους! ῞Ολοι ἀγωνιζόμαστε, μέ ὅση δύναμη ἔχουμε -λίγη ἤ πολλή- γιά νά εἴμαστε αὐτό πού πρέπει, καί παρόλα αὐτά ὑπολειπόμαστε ὅλη τήν ὥρα. Δέν θά ’πρεπε ἄραγε νά βλέπουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον ὄχι μόνο μέ συμπάθεια, ἀλλά καί μέ τήν πιστότητα τοῦ φίλου πού εἶναι διατεθειμένος νά σταθεῖ κοντά σ’ ἐκεῖνον πού πέφτει, πού ἐκπίπτει τῆς χάριτος, πού ἀποτυγχάνει νά φθάσει στό δικό του ἰδανικό, πού διαψεύδει τίς ἐλπίδες καί τίς προσδοκίες πού εἴχαμε ἐναποθέσει ἐπάνω του; Στίς ὧρες αὐτές, ἄς στεκόμαστε δίπλα του, ἄς εἴμαστε πιστοί καί ἄς ἀποδεικνύουμε ὅτι ἡ ἀγάπη μας δέν ἐξαρτᾶτο ἀπό τήν ἐλπίδα τῆς νίκης ἀλλά ἦταν ἕνα δῶρο ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας, δῶρο «δωρεάν», δῶρο χαρούμενο καί ὑπέροχο.
Εἶναι κανείς ἀπό μᾶς ᾿Ιωσήφ ἀπό ᾿Αριμαθαίας, εἶναι κανείς ἀπό μᾶς Νικόδημος, καί μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι μοιάζουμε στίς Μυροφόρες, τίς ὁποῖες οὔτε οἱ ἀνάγκες, οὔτε ἡ ἥττα, οὔτε ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ μπόρεσε νά τίς χωρίσει ἀπό Αὐτόν; Κανείς μας δέν μοιάζει ἀπόλυτα μέ ὅλους αὐτούς. ῎Ας διδαχτοῦμε ὅμως ἀπό αὐτούς καί ἄς προσπαθήσουμε νά αὐξηθοῦμε σέ πιστότητα, μιμούμενοι ἐκείνους· ἐκείνους πού Τόν διακόνησαν, ἐκείνους πού στάθηκαν δίπλα Του τήν ὥρα τῆς ἥττας.
METR. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ

Σάββατο, Απριλίου 21, 2018

«Οι μυροφόρες πρότυπα μιμήσεως των πιστών» (Μάρκ. ιϛ´ 2. 5. 8.)


Αυτές λοιπόν τις ένθεες και μακάριες γυναίκες, ας μιμηθούμε κι εμείς με ζέση. Και άλλος μεν ας επιδεικνύει ζήλο μιμούμενος τη Μαρία τη Μαγδαληνή όσον άφορα την πράξη. Και όπως εκείνη όλη τη νύκτα παρέμενε με ευχαρίστηση στον τάφο, ερευνώντας από κοντά την ανάσταση του Κυρίου, έτσι κι εκείνος ας επιζητεί σε όλη του τη ζωή την ανάσταση του λόγου που βρίσκεται μέσα του πεθαμένος. Αυτός όμως που θέλει να μιμηθεί τη Μαρία του Ιακώβου, ας προσηλώνει το νου του στο θεωρητικό μέρος. Αυτός ας ασχοληθεί σ’ όλη του τη ζωή με τη μελέτη των θείων εννοιών, και μέσα από την αληθινή γνώση ας γεννήσει μέσα του το λόγο και ας καρπώνεται τη συγγένεια που έχουμε με το Θεό κατά χάρη. Γιατί ο Σωτήρας μας, μας λέει· «Μητέρα και αδελφοί μου είναι όσοι εφαρμόζουν το θέλημά μου». Τέλος ας μιμηθεί τη Σαλώμη εκείνος που ως προς την αναζήτηση του καλού αποδείχθηκε ράθυμος στη νεανική του ηλικία, γιατί ήταν βυθισμένος στον ύπνο της ραθυμίας. Αυτός λοιπόν όταν ανατείλει ο ήλιος, δηλαδή όταν θα τον φωτίσει το θείο φως, ας αποδιώξει τη ραθυμία και ας συγκαταριθμήσει τον εαυτό του στη χορεία εκείνων που έχουν ήδη εντρυφήσει στο αγαθό. Το όνομα Σαλώμη ερμηνεύεται ειρηνική και δηλώνει την αγαθή ψυχή που νίκησε τα πάθη και ειρηνεύει όσο μπορεί. Αυτές λοιπόν αφού μιμηθούμε σχετικά με τη γνώση του λόγου, ας ζητήσουμε ολοπρόθυμα όταν ανατείλει ο ήλιος, όταν φωτιστεί δηλαδή το ηγεμονικό της ψυχής μας, και διασκορπιστεί σαν το σκοτάδι η άγνοια των λογισμών. Εάν λοιπόν συμπεριφερθούμε έτσι, θα δούμε την καρδιά μας να απαλλάσσεται από την σκλήρυνσή της, σαν να σηκώνεται μια πέτρα. Όταν δε μαλακώσει η καρδιά μας, θα φανεί σε μας ο άγγελος, η κίνηση δηλαδή της συνειδήσεως, που θα μας αναγγέλλει την ανάσταση του λογιστικού μέρους της ψυχής, που είχε νεκρωθεί μέσα μας. Ας γίνουμε λοιπόν στους άλλους διδάσκαλοι του καλού, σε όσων η ακοή πείθεται στην ακρόαση των θείων λόγων. Σε όσους όμως θεωρούν ότι η θεία διδασκαλία είναι ανοησίες, ας μην πούμε σε κανέναν τίποτα. Γιατί δεν είναι θεμιτό να αποκαλύπτουμε τα θεία μυστήρια στους απίστους, αυτά που εμείς αξιωθήκαμε να δούμε. Έτσι θα αποφύγουμε και ο λόγος να είναι ανώφελος και μείς να γίνουμε γι’ αυτούς αίτιοι μεγαλύτερης καταδίκης. Και ο Χριστός, ο Θεός μας, που μας ζωοποίησε με την ανάστασή του από τους νεκρούς, αυτός ας μας αναστήσει και από το θάνατο που προέρχεται από τις αμαρτίες, κι ας μας αξιώσει να κληρονομήσουμε τη βασιλεία του.

Θεοφάνους Κεραμέως,λόγος εις το β εωθινόν 

Κυριακή των Μυροφόρων: Λόγος εις το Β΄Εωθινόν



Το σημερινό ευαγγέλιο είναι το β΄εωθινό και  είναι από τον ευαγγελιστή Μάρκο και αναφέρεται στην επίσκεψη τριων μυροφόρων στο μνήμα για να μυρώσουν τον Ιησού, ανατείλαντος του ηλίου. Από την παράδοση παραλάβαμε πώς οι επισκέψεις των Μυροφόρων στο μνημείο, το πρωΐ της Κυριακής,ήταν περισσότερες από μία και αυτή στην οποία αναφερόμαστε, είναι η τρίτη και τελευταία. Άλλοι δε ομιλούν για μία επίσκεψη των μυροφόρων και για διαφορετικές παραδόσεις πού αξιοποιεί ο καθείς των ευαγγελιστών. Εμείς στα κηρύγματα μας θα δεχτούμε πώς οι επισκέψεις ήταν πολλές και διαφορετικές.Αυτή λοιπόν , ήταν η τρίτη και πρωϊνή επίσκεψη και οι μυροφόρες ήταν η Μαγδαληνή Μαρία, η Σαλώμη, μητέρα των αποστόλων Ιωάννου και Ιακώβου και συγγενής του Χριστού  και η Μαρία του Ιακώβου, μάλλον συγγενής της Θεοτόκου ή ακόμα και αυτή η Θεοτόκος, η οποία ανέθρεψε τους αδελφούς του μνήστορος Ιωσήφ με πρώτον τον Αδελφόθεο Ιάκωβο.Αναφέρεται δεν τελευταία από τις μυροφόρους, ίνα ώστε μη πιστευθεί πώς η Ανάσταση ήταν επινόηση της μητέρας του Ιησού και σπαρεί  η αμφιβολία στους ευαγγελιζομένους.

Αυτές λοιπόν οι μυροφόρες μετά την πρόχειρη και βιαστική Ταφή του Χριστού, ησύχασαν και κατά τον νόμο έμειναν αργές όλο το σάββατο, από την Παρασκευή το βράδυ, έως και την εσπέρα του Σαββάτου, κατά την οποία έληγε η αργία του πάσχα των εβραίων και το σάββατο. Και βράδυ του Σαββάτου πήγαν και αγόρασαν αρώματα για να περιποιηθούν το νεκρό σώμα του διδασκάλου τους. Μακαρίζονται από τους υμνωδούς οι γυναίκες αυτές πού αγάπησαν πολύ και δεν λογάριασαν τον φόβο των ιουδαίων και της φρουράς, αλλά έκαναν αυτό πού η αγάπη τους υπαγόρευε και θεωρούσε σωστό. Η αγάπη προς τον Χριστό, νίκησε τον φόβο των ανθρώπων.Όταν ξημέρωσε η πρώτη μέρα της εβδομάδας, η καθ ημάς Κυριακή επισκέφτηκαν το μνημείο για να μυρίσουν το σώμα. Διότι τριήμερος ο Χριστός έπρεπε να ευρίσκεται στον άδη για να κηρύξει εκεί την λύτρωση στους δεσμίους του θανάτου και πρίν την Κυριακή, πού είναι η ημέρα η μία και κλητή και βασιλική, δεν επιθυμούσε να αναστηθεί από τους νεκρούς. Ο Μάρκος μας λέγει πώς οι μυροφόρες πήγαν στο μνήμα ανατείλαντος του ηλίου. Αυτό έχει διττή σημασία. Μπορεί να αναφέρεται στην ανατολή του φυσικού ηλίου και να προσδιορίζει τον χρόνο επίσκεψης τους ή εχει πνευματικό νόημα και να αναφέρεται στην Ανατολή του νοητού Ηλίου Χριστού από το σκοτάδι του τάφου και του θανάτου. Άρα όταν οι Μυροφόρες επορεύοντο προς το μνήμα, ο Χριστός είχε ήδη αναστηθεί από τους νεκρούς, κατά το μεσονύκτιον μάλλον ή κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες, την λεγομένη στα συναξάρια αλεκτροφωνία.

Στην συνέχεια έχουμε την αγωνία των μυροφόρων για το ποιός θα κυλίσει τον μέγα λίθο από την είσοδο του τάφου, με τον οποίο εσφράγισαν το μνημείο. Βλέπουμε πώς  ο πόθος των μυροφόρων να επισκεφτούν τον νεκρό διδάσκαλο τους ήταν τόσο μεγάλος, πού δεν σκέφτηκαν από πριν ξεκινήσουν, αυτή τη λεπτομέρεια, παρά μόνο τώρα λίγο πριν φτάσουν στον τάφο. Οι υμνωδοί αναφέρονται στον μέγα λίθο της πωρώσεως και της αμαρτίας πού κρατά κλειστή και θαμμένη την ψυχή μας στο θάνατο των παθών και αιτούνται τον αναστημένο Χριστό, να άρει τον λίθο τον βαρύ από τις καρδιές μας. Βλέποντας όμως τον τάφο, καταλαβαίνουν πώς ο μέγας λίθος είχε σηκωθεί και ο τάφος ήταν ολάνοιχτος. Αυτό το σημείο σημαίνει πώς ο Χριστός ανέστη και δεν χρειάζεται πιά λίθος και σφραγίδες να φυλάττουν την πέτρα της ζωής. Και αυτές ατενίζουν έκπληκτες στην δεξιά πλευρά του μνημείου, όχι πιά το νεκρό σώμα, αλλά νεανίσκον , ενδεδυμένον στολήν λευκήν.Εισήλθαν στο μνημείο, όπως οι πιστοί πρέπει να εισέρχονται στα άγια των αγίων της καρδίας τους για να συναντήσουν τον Αναστάντα Χριστό. Και ο άγγελος ειναι νεανίσκος, νέος δηλαδή γιατί είναι κατά χάριν αθάνατος από τον Θεό και φορά λευκή στολή δια την δόξαν και χαρά της αναστάσεως , αλλά και επειδή είναι φως δεύτερον κατά τους Πατέρες, μετά το πρώτον Φως Θεόν. Οι γυναίκες εξεθαμβήθησαν, θαμπώθηκαν, ένιωσαν έκπληξη βαθιά και πρωτοφανή, γιατί συναντούν όχι άνθρωπο, αλλά ουράνιο πλάσμα, περιβεβλημένο την δόξα του Θεού.

Ο Άγγελος, πού κατά την παράδοση είναι ο Γαβριήλ, ο αρχάγγελος των ευαγγελισμών του Θεού, τις καθησυχάζει: Μη εκθαμβείσθε. Κατά την ιουδαϊκή νοοτροπία, όποιος βλέπει άγγελο και όραμα αγγέλου πεθαίνει. Ο άγγελος όμως φέρνει το μήνυμα της χαράς και της ανάστασης και έχει επέλθει ήδη συμφιλίωση, καταλλαγη και ειρήνη μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Ας μην νιώθουν λοιπόν έκθαμβες και φοβισμένες. Στην συνέχεια, σαν να διαβάζει τις επιθυμίες και τους φόβους τους, τις πληροφορεί πώς γνωρίζει πώς ζητούν τον Ιησούν τον εσταυρωμένον. Και τονίζει το εσταυρωμένος διότι διά του σταυρού η ζωή και διά του θανάτου η ανάσταση και επειδή η εικόνα του εσταυρωμένου πού κυριαρχεί και βασανίζει τις συνειδήσεις τους, πρέπει πλέον να αντικατασταθεί με την εικόνα του Αναστημένου, αλλά και επειδή η πραγματικότητα του θανάτου του Χριστού πάνω στον σταυρό, πιστοποιεί το θαύμα και το εξαίσιον και καταπληκτικό της ανάστασης Του από τους νεκρούς. Γιατί ήταν όντως νεκρός και ανέστη. Γιατί όντως πέθανε και ιδού ζει. Γι αυτό η Ανάσταση είναι θαύμα και λύτρωση και μοναδικό φαινόμενο. Γιατί ο Χριστός υπήρξε όντως νεκρός. Αν υπήρχε νεκροφάνεια ούτε ανάσταση θα υπήρχε. Τις πληροφορεί δε να πούνε στους μαθητές Του πώς προπορεύεται στην Γαλιλαία, όπου θα τους συναντήσει.Προπορεύεται από αυτούς, διότι μετά την ανάσταση δεν τον περιορίζει χρόνος και τόπος. Και όχι στην μιαιφόνο Ιερουσαλήμ, αλλά στην Γαλιλαία , στον οικείο δηλαδή και φιλικό τόπο θα τους αποκαλυφθεί. Και εμείς τον Χριστό δεν τον συναντάμε στην πόλη της αμαρτίας, αλλα΄στον φιλικό και οικείο χώρο της Εκκλησίας. Εκεί η συνάντηση του Αναστάντος με τους γνησίους μαθητές Του. Ξέχωρα ο άγγελος αναφέρεται στον Πέτρο, για να δηλωθεί πώς ο Χριστός δέχτηκε την μετάνοια του και τον αποκαθιστά στο αποστολικό αξίωμα.

Στην συνέχεια οι μυροφόρες βγαίνουν από το μνημείο και παρουσιάζονται κυριευμένες από τρόμο και έκσταση και εφοβούντο. Αυτός ο τρόμος και η έκσταση, λένε οι πατέρες της Εκκλησίας, δεν έχουν σχέση με τον παθολογικό φόβο πού υποβάλλουν τα οράματα και οι εκφοβισμοί των δαιμόνων, ούτε αναφέρονται στο φυσικό του φόβου πάθος. Γιατί οι μυροφόρες με την πράξη και την αγάπη τους ενίκησαν κάθε αίσθημα δειλίας. Είναι αυτό το υπερβατικό δέος και η ανεκλάλητη αίσθηση πού κυριεύει και πληροί τους ανθρώπους του Θεού , μετά από κάθε θεοφάνεια και αγγελοφάνεια και δεν περιγράφεται με λόγια συμβατικά ανθρώπων. Αυτή η χαρά και το δέος και η έκσταση φυλάττονται ως μαργαρίτες εν τη καρδία και δεν κοινοποιούνται στους αμαρτωλούς και αναξίους. Γι αυτό και οι μυροφόρες, δεν είπαν τίποτα σε κανένα για το όραμα και τον ευαγγελισμό τους. Αυτό το "ουδενί" αναφέρεται βέβαια στους φονείς του Χριστού ιουδαίους και στην πόλη της αμαρτίας και του θανάτου και όχι στους αποστόλους, τους οποίους γνωρίζουμε ότι πληροφορούν, επειδή είναι δεκτικοί του ευαγγελίου και άλλωστε τους υπαγόρευσε κάτι τέτοιο ο Κύριος, διά μέσω του αγγέλου Του. Οι μυροφόρες λοιπόν γίνονται προφήτες και ευαγγελιστές του Θεού, στο μεγαλύτερο και σπουδαιότερο μήνυμα Του προς τον Κόσμο: Ότι νικήθηκε και καταργήθηκε ο θάνατος, νικήθηκε ο τύρρανος διάβολος και ο άνθρωπος βρήκε την ζωή και το μέγα έλεος με την ανάσταση του Κυρίου Του. Αυτή η ανάσταση ας φωτίζει την εκκλησιαστική πνευματική μας ζωή, ως κέντρο πίστης και εκπομπής, πάσης ευλογίας. ΑΜΗΝ



έγραφα τη 13-6-2015 ππκ

Παρασκευή, Απριλίου 20, 2018

Ας μιμηθούμε τον Ιωσήφ...


Επαινώ την πίστη σου, Ιωσήφ. Μακαρίζω την προαίρεσή σου. Υποκλίνομαι με σεβασμό στο έργο σου. Ελεεινολογώ τους ανθρώπους εκείνους, που αγαπούν τους φίλους τους τον καιρό της ευημερίας τους και τους πλησιάζουν, τον καιρό όμως της δυστυχίας τους τους αποστρέφονται και τους αποφεύγουν.
Επειδή, λοιπόν, είναι μακάριο το έργο του Ιωσήφ, ας το μιμηθούμε. Και πώς θα το μιμηθούμε; Ακούστε, αδελφές μου. Είναι κάποιος κλεισμένος στη φυλακή, καταδικασμένος, περιφρονημένος, μισημένος από συγγενείς και φίλους και γείτονες; Ας πάμε στη φυλακή να τον επισκεφθούμε, να τον ελευθερώσουμε από τη φυλακή, να εγγυηθούμε γι’ αυτόν, να συνεισφέρουμε όλοι και καλύπτοντας τα χρέη του με το σεντόνι της συνεισφοράς μας και της άρσεως του βάρους του, να τα θάψουμε (Ματθ. κε’ 36). Είναι ο άλλος κατάκοιτος από αρρώστια; Ας τον υπηρετήσουμε, ας του προσφέρουμε αυτά που απαλύνουν την αρρώστια του, ας δέσουμε τα τραύματά του και με τη θεραπεία, ας θάψουμε τους πόνους του στην υγεία (Ματθ. κε’ 36). Είναι ένας άλλος αιχμάλωτος; Ας τον εξαγοράσουμε, ας τον βγάλουμε από τα χέρια αυτών που τον κρατούν, ας τον ελευθερώσουμε και ας τον οδηγήσουμε στην πατρίδα του, για να τον κρατήσουμε έτσι και στην ευσέβεια. Άλλος ζει μέσα στις απολαύσεις τού βίου και γενικά περνά τη ζωή του μέσα στα πράγματα του κόσμου; Να τον συμβουλέψουμε και με την καλή συμβουλή να τον πιάσουμε και μαζί του να πάμε προς την Εκκλησία και με την παρουσία του εκεί να τον βγάλουμε έξω από τους μάταιους δρόμους της ζωής του. Εάν κάνουμε αυτά, με οσιότητα ενταφιάζουμε το σώμα του Ιησού και μιμούμαστε τον Ιωσήφ.

άγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας 

Mη μου άπτου...


Τά σκηνικά πού πλαισιώνουν, ὡς πρόσωπα καί καταστάσεις, τά λόγια τοῦ Κυρίου πρός τήν ἁγία Μαρία τή Μαγδαληνή (Ἰωάν. κ´ 17), μᾶς ὠθοῦν σέ πλούσια βιώματα ἀναγόμενα στή βαθύτερη σχέση μας μέ τόν Χριστόν. Σέ βιώματα ἐσώτερης πνευματικῆς καί μυστικῆς ζωῆς, ἀλλά καί βαθύτερου λατρευτικοῦ ἤθους.
Ἡ Μαγδαληνή Μαρία, στή δεδομένη χωροχρονική τομή, θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ σύμβολο κάθε ἀνθρώπου «ἐκκλησιασμένου» σέ ἐπίπεδο ψυχικό, πού εὐτύχησε νά ἔχει πολυάριθμες, θερμές καί «καρποφόρες» σχέσεις μέ τόν Κύριο μέσα στήν ἐκκλησία Του, πού ὅμως μέσα στήν πορεία τῶν σχέσεών του πρός Αὐτόν κάποτε χάνει τήν «ἐπαφή» (ὁ Χριστός Σταυρώθηκε καί Ἐνταφιάστηκε) καί τή θρησκευτική «συναλλαγή», καί βλέπει ὅτι δέν κερδίζει τίποτε!
Τότε παραπαίει μεταξύ ἐλπίδας καί ἀποκαρδίωσης, διατηρώντας συγχρόνως, «μπλοκαρισμένα» κάπως, ὅλα τά αἰσθήματα λατρείας καί ἀφοσίωσης στό μή βλεπόμενο πιά πρόσωπό Του. Ἐξακολουθεῖ καί «πηγαίνει στήν Ἐκκλησία» Του, ὅπως ἡ Μαγδαληνή Μαρία παρέμενε στό «κενό» πιά μνημεῖο Του, ἐπιθυμώντας μίαν ἀναζωογόνηση κερδοφόρου σχέσης μέ τόν Χριστόν, ἀκούοντας τά κηρύγματα τοῦ Θείου λόγου, ἀναστρεφόμενος τούς ἁγίους καί τούς πιστούς, ὅπως ἡ Μαγδαληνή Μαρία τούς ἀγγέλους πλησίον τοῦ κενοῦ μνημείου.
Βοηθεῖται, μέ μιά τέτοια προσπάθεια, νά ζήσει τό πένθος του γιά τή «χαμένη σχέση» καί νά τό ἐκφράσει (Γύναι τί κλαίεις, τίνα ζητεῖς; Ὅτι ἦραν τόν Κύριόν μου τοῦ τάφου καί οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν). Τότε ἀκριβῶς, πού θρηνεῖται ἡ ἄγνοια καί μεγεθύνεται ὁ σπαραγμός γιά τήν ἀπώλεια τοῦ ἐπιθυμητοῦ, ὁ Ἰησοῦς κρίνει ὅτι μπορεῖ, μέ μιά ἄμεση ἀλλά ὄχι καί χειροπιαστή μέθοδο, νά προκαλέσει μιά διαλογική σχέση μέ τόν ἄνθρωπο, χωρίς ὅμως καί νά τοῦ δώσει τήν δυνατότητα ἀνανέωσης τῆς «ἐπαφῆς», στό ἐπίπεδο πού λειτουργοῦσε κατά τό παρελθόν (μή μου ἅπτου), ἀλλά προκαλώντας τον νά κοινωνήσει, τήν ἀλήθεια τῆς ἀνάστασής Του μέ τούς ἄλλους, τού φοβισμένους καί προβληματισμένους Μαθητές Του, καί περιμένοντας τήν ἀνάβασή Του σέ νέο πνευματικό – τουλάχιστον πνευματικώτερο – ἐπίπεδο, στό «Ὑπερῶο τῆς Πεντηκοστῆς» μέ τήν κάθοδο τοῦ Παρακλήκου Πνεύματος, ὅπου θά κατανοήσει τούς λόγους «πνεῦμα ὁ Θεός καί τούς προσκυνοῦντας Αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν».
Τότε πιά θά μπορεῖ νά κατανοήσει καί νά ἐπιθυμήσει νά ζήσει τό «…ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ», θά μπορεῖ νά συνεργασθεῖ γιά τήν ἔνταξη τῆς ὑπόστασης του στήν ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ, θά λαχταρᾶ τή Χριστοείδεια καί ὄχι τή ἰδιοτελῆ θρησκευτική συναλλαγή!   Ὅλη αὐτή τή «γκάμμα» τῶν πνευματικῶν «μεθηλικιώσεων», κάθε πιστός, ἀκόρεστος γιά πρόοδο πνευματική, ὀφείλει νά τήν περάσει μέ ἐπιτυχία καί ὑπαρκτική γνησιότητα.

Ἀρχιμ.Ἀντώνιος Ρωμαῖος
 imaik.gr 

Πέμπτη, Απριλίου 19, 2018

Ο Ιωσήφ, ο Νικόδημος και οι άρχοντες κάθε εποχής



Ο Ιωσήφ ο ευσχήμων και δίκαιος, είναι ένα πρόσωπο, πού εμφανίζεται στα ευαγγέλια αμέσως την ημέρα του Πάθους και μετά τον θάνατο του Χριστού. Ζητά το σώμα από τον Πιλάτο και θάβει τον διδάσκαλο του, σε καινό μνημείο πού προετοίμαζε για τον εαυτό του. Πληροφορούμαστε επίσης πώς ήταν επίσημο πρόσωπο και πώς περίμενε και αυτός την βασιλεία του Θεού, πράγμα πού μπορεί να σημαίνει πώς ήταν ένας κρυφός μαθητής του Χριστού, διά τον φόβο των Ιουδαίων ή ένας πολύ ευλαβής και ευσεβής άνθρωπος. Ο Νικόδημος είναι αυτός ο νυχτερινός μαθητής του Ιησού με τον οποίο διαλέχτηκε κάποτε σε υψηλό θεολογικό επίπεδο και πού προσπάθησε εις μάτην να υποστηρίξει τον Χριστό ενώπιον του συνεδρίου. Αυτός έφερε μια τεράστια ποσότητα μύρων στην ταφή του Χριστού για να τιμήσει τον διδάσκαλο Του.Και οι δύο ήταν άνθρωποι της εξουσίας και με υπόληψη ενώπιον των ιουδαϊκών και ρωμαϊκών αρχών.Και όμως αυτή την τους την υπόληψη και κοινωνική θέση καταφέρνουν από την αγάπη την πολλή ή από την καρδιακή τους εντιμότητα και με γενναιότητα ψυχής να μην την υπολογίζουν. Ενώ ακόμα ο όχλος μαίνεται και οι άρχοντες της αμαρτίας επικρατούν και ο Ιησούς φαίνεται ότι νικάται και εξουθενώνεται και μαθητές και απόστολοι διασκορπίζονται και κρύβονται, τα δυο αυτά ιερά πρόσωπα δείχνουν γενναιότητα και αυτοθυσία. Περιστοιχίζουν τον ηττημένο και αποσυνάγωγο και εβδελυγμένον θεωρούμενον ως νεκρόν, ον απεδοκίμασαν οι θρησκευτικοί άρχοντες του λαού τους και τον θάβουν επιμελώς και τιμητικά με βασιλικές τιμές.


Ζούμε σε μια εποχή πού η εξουσία ταυτίζεται άμεσα με την πνευματική και υλική διαφθορά και η διαφθορά αυτή διαχέεται ως ατομισμός και δίψα για διάκριση, επιβίωση, αυτοπροβολή, συντήρηση του ειδώλου( Image) και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Όποιος δεν βαδίζει με τον συρμό και πολύ περισσότερο όποιος δεν αγωνίζεται να επιβληθεί εξουσιαστικά στο κοινωνικό στερέωμα, όχι μόνο καταποντίζεται αλλά και αναγνωρίζεται ως περιθωριακός και μηδαμινός.Η στάση των ευσχημόνων ανδρών δεν είναι προκλητική μόνον για την εποχή τους. Είναι εκτός έθους και παραμένει προκλητική και για  την σημερινή ανταγωνιστική και απόλυτα εικονολατρική εποχή. Είναι πολύ γενναίο να πηγαίνεις ενάντια στο ρεύμα και στις κοινωνικές αρχές και συμβάσεις, είναι ανοίκειο να επιβάλεις εσύ το πρέπον επειδή υπάρχει προσωπική ηθική συνείδηση, ενώ γύρω και πλάι καταργείται κάθε γνήσια πρωτοβουλία και γνησιότητα. Ιερό είναι το επιβαλλόμενο και ό,τι επικρατεί. Λοιπόν, οι ευσεβείς είναι ασεβείς για τον κόσμο και οι φειλεύσπλαχνοι τρελοί που μαίνονται, άρα και οι έντιμοι είναι επικίνδυνοι και κάθε αλτρουισμος τρέφει την καχυποψία.Ο νους μας δεν μπορεί να συλλάβει την παράσταση δύο αρχόντων να υπερβαίνουν τα νενομισμένα και να φέρονται με τέτοια ανθρώπινη τρυφερότητα και εντιμότητα σε έναν αποστάτη του γένους και της κοινωνίας.Γιατί οι άρχοντες είναι σκληροί συνήθως και υπηρετούν τον εαυτό τους. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος είναι οι ήρωες της αγάπης και της αυτοθυσίας, αυτό πού εμείς που λεγόμαστε οι πολλοί και το σύνολον έχουμε απαίτηση απο την άρχουσα τάξη να ασπαστεί και να υποδυθεί: τον ρόλο της θυσίας και της προσφοράς, το σπάσιμο κάθε αλυσίδας πού συγκρατεί την τυρανία του φόβου, της επιβολής και της διάκρισης. Η φιλευσπλαχνία και η αγάπη για την αλήθεια, την έμπρακτη αλήθεια είναι το αεί ζητούμενον.Φτάνει εμείς ως σύνολο να απεκδυθούμε την διαφθορά και την προκατάληψη και να εννοήσουμε πώς οι άρχοντες δεν είναι οι ιεροφάντες του καθεστώτος και του πρέποντος και εμείς οι σιωπηλοί ακόλουθοι τους, αλλα οι τηρητές του αυτονόητου που έρχονται και να μας εκφράσουν, αλλά και να μας διδάξουν δίνοντας το παράδειγμα της γενναίας απόφασης. Σε κάθε άλλη περίπτωση αποτελούμε μαζί τους ένα αξιολύπητο σύνολο.



ππκ

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΠΛΑΝΟ ΠΟΛΥΒΟΟ ΚΟΣΜΟ...




Κάθε χρονιά , προσμένοντας των μυροφόρων , η σκέψη πάει στις απλές και πολλές φορές και απλοϊκές εκείνες ψυχές, πού θα περάσουν από τον ναό ή κάποιο παρεκκλήσι και θα ακουμπήσουν με αγάπη και διακριτικότητα, ένα κεράκι, ένα λουλούδι, λίγα σπειριά λιβάνι σε κάποιο εικόνισμα του Χριστού ή της Παναγίας.
Και βαθιά βαθιά τους δεν γνωρίζουν τίποτα από το ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη τίποτα από αυτά, αλλά τούτο είναι το μεγαλείο της αγάπης τους, η προσφορά τους η καρδιακή πού Τον βλέπουν και σαν πρόσωπο υπερβατικό και συνάμα αγαπημένο και κοντινό πού δέχεται την λατρεία τους απλώνοντας την παλάμηΤου την θεϊκή και δεχόμενος τα δώρα τους.
Είναι η προσευχή τους και η ευγνωμοσύνη τους, πολλές φορές το αίτημα τους, πού παίρνει μορφή και ύλη σε κάτι τόσο ταπεινό και ευτελές, πού μεταμορφώνεται σε αρχοντικότατη προσφορά. Και αυτο το μικρό είναι τα δώρα των μάγων, το αλάβαστρο της πόρνης, τα μύρα των γυναικών πρωΐ της μιάς των σαββάτων και το θυμίαμα των αγγέλων.
Τέτοια αγάπη! Ελάχιστη για τον κόσμο, πού δεν αντισταθμίζεται όμως με χιλιάδες διακηρύξεις πίστης και τα μεγάλα λόγια των σπουδαίων της κάθε εκκλησιαστικής κοινότητας.

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2018

Mακάριοι άνθρωποι-φ.κόντογλου

Θα σας πάγω σήμερα σε κάποια μέρη ξεχασμένα, κοντά σ’ ένα βουνό γίγαντα, λεγόμενο Τσιμποράθο. Άλλη φορά ζούσανε σ’ αυτόν τον τόπο κάτι ανθρώποι απλοί κι αγαθόκαρδοι, πλην σήμερα έχουνε ξεκληριστεί από τους άσπρους που περάσανε στην Αμερική από την Ευρώπη· γι’ αυτό φαντάζουμαι πως οι λιγοστοί που βαστάνε ακόμα απ’ αυτουνούς τους φουκαράδες, στη φαντασία τους ο διάβολος θε να ’ναι άσπρος κι όχι μαύρος σαν τον δικό μας.
  Από τόσες που πατήσανε στον καινούργιο κόσμο οι άσπροι, όλες οι δυστυχίες πέσανε στην κεφαλή τους. Προ χρόνια, βρισκόντανε ακόμα κάτι σπίτια χτισμένα με ξεροτρόχαλο και σκεπασμένα με χορτάρια. Κοντά στο Σούπα φαίνουνται τα χαλάσματα από μια μεγάλη πολιτεία, χτισμένη στην πλαγιά ενούς βράχου, και μέσα στην πέτρα έχουνε σκάψει κάτι γαλαρίες. Σώζουνται ακόμα και κάτι τοίχοι σα να ’ναι από κάστρο. Στα μνημούρια μέσα βρίσκουνται κομμάτια από ρούχα μπαμπακερά, κανάτια, αραποσίτι, μπιζέλια, φύλλα των δέντρων, κοντάρια, κούκλες χωματένιες κι άλλες από μπαμπάκι, βραχιόλια, κάτι δαχτυλήθρες από μάλαμα που τις βάζανε στ’ αυτιά και στο στόμα των πεθαμένων.
  Το χώμα είναι σαν άμμος, κατάξερο, για τούτο τα κορμιά διατηρούνται σα μούμιες, με τα ρούχα μαζί.
  Πέτρες κείτουνται σωριασμένες, κι απάνου σ’ αυτές τις πεθαμένες πέτρες και στα χαλάσματα κάθουνται οι γουστέρες κατακαιγόμενες από τον ήλιο· το κορμί τους θαρρείς πως το ζωγράφισε κανένας μεγάλος τεχνίτης, με ρίγες ωραιότατες, πράσινες, κίτρινες και καφεδιές. Χάφτουνε τις μύγες.
  Σ’ ένα μέρος που το λένε Παραμόγκα βρίσκουνται χαλάσματα από κάποιο παλάτι καστρογυρισμένο, πολύ μεγάλο. Οι τοίχοι είναι από λάσπη, μα είναι πολύ χοντροί. Το καθεαυτού χτίριο ήτανε χτισμένο απάνου σ’ ένα ύψωμα, αλλά οι τοίχοι του κατεβαίνουνε ίσαμε κάτω, στη ρίζα του βουνού. Ανεβαίνανε από κάποιο μονοπάτι που στρίβει σα λαβύρινθος ολόγυρα σε κείνο το βουνί, για να μην μπορεί να τό ’βρει εύκολα ο οχτρός.
  Εκεί κοντά βρισκότανε κι ένα χωριό λεγόμενο Ιχοκάν, απάνου σ’ ένα βουνό. Κάνει πολύ κρύο. Στα παλιά τα χρόνια ήτανε σ’ αυτό το χωριό παπάς κάποιος Ιντιάνος, που πρωτύτερα ήτανε Κασίκης, δηλαδή βασιλιάς του τόπου. Αλλά γίνηκε χριστιανός και στάθηκε σοφός στη θεολογία και στα λατινικά, κι είχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη με βιβλία ελληνικά, λατινικά, γαλλικά και ιγγλέζικα. Ήξερε και πολλά πράματα της επιστήμης.
  Σ’ αυτά τα μέρη, τη νύχτα φέγγουνε στον ουρανό άλλα άστρα. Το δρόμο τούς δείχνει ο Σταυρός της Νοτιάς, όπως εμείς έχουμε τ’ Άστρο της Τραμουντάνας. Λένε «ο Σταυρός γέρνει κατά τη θάλασσα· σε λίγο θα φέξει».
 Να δείτε τι καλοί άνθρωποι βρίσκουνται ανάμεσα σε κείνα τ’ άσπλαχνα βουνά.
  Λέγανε πως πολύ μακριά, κοντά σε κάποιο ποτάμι, ζούσε μια φυλή πολύ άγρια κι αιμοβόρα, λεγόμενη Μαλάμπας. Βρέθηκε ένας Ιγγλέζος χασομέρης κι αποφάσισε να πάγει να τους δει, μα οι φίλοι του τον μποδίζανε, από φόβο μην τον χαλάσουνε κείνοι οι ανθρωποφάγοι. Αλλά αυτός πήρε τα μάτια του ολομόναχος, αφού κι ο παραγιός του φοβήθηκε να πάγει μαζί του, και τράβηξε, έχοντας μέσα σε κάτι ταγάρια χάντρες πολλές και κάτι τέτοια μωροπαίχνιδα.
  Κίνησε κατά το γλυκοχάραμα, με μια ποταμίσια κουρίτα κουπί τραβούσανε δυο Ιντιάνοι. Τη νύχτα κοιμηθήκανε στην ακροποταμιά. Το πρωί στείλανε τον ένα Ιντιάνο να πάγει στον Κασίκη και να του πει πως ήρτε ένας άσπρος άνθρωπος, γιος του Ήλιου, όπως τους λέγανε. Σε λίγη ώρα ήρτε ο Κασίκης, μέσα στην κουρίτα του, μαζί με τον Ιντιάνο που ’χανε σταλμένον.
  Ο Ιγγλέζος του ’πε πως είχε πάγει σ’ αυτά τα μέρη γιατί είχε πόθο να δει τους Μαλάμπας από κοντά, και πως ήρτε σα φίλος. Και κείνος πολύ φχαριστήθηκε. Αγκαλιαστήκανε και τον πήρε ο Κασίκης μέσα στο καΐκι του.
  Φτάξανε στο παλάτι του πριν το μεσημέρι. Τότες ο Κασίκης κάθισε μαζί με τον άσπρο σε μια ψάθα. Τέσσερα παλικάρια παραστεκόντανε.  Κουβεντιάζανε κάμποση ώρα. Ωστόσο ο Κασίκης υποψιαζότανε ακόμα πως ο άσπρος πήγε για χρυσάφι, μα ο Ιγγλέζος τον βεβαίωσε πως να μην έχει τέτοια ιδέα.
  Τότες ο γέρος τού είπε πως είναι λεύτερος να καθίσει μαζί τους όσο του αρέσει και να φύγει όποτε βαρεθεί, και πως μπορούσε να στείλει πίσω στο χωριό τούς δυο βαρκάρηδες· και πως θα τον πηγαίνανε στο χωριό οι δυο γιοι του, όποτε τραβήξει η καρδιά του να γυρίσει πίσω.
  Αυτή η φυλή ήτανε απάνου κάτου ίσαμε διακόσιες οικογένειες. Αλλά μέσα στα λογκάρια ήτανε σκορπισμένες και πολλές άλλες φυλές. Για τούτο βλέπανε οι άσπροι ν’ ανεβαίνει καπνός εδώ και κει μέσα στα δάση.
  Άμα φάγανε, έβγαλε ο Ιγγλέζος τις χάντρες και τις μοίρασε, κι οι Ιντιάνοι κάνανε σαν τρελοί από τη χαρά τους. Ύστερα παρακάλεσε τις γυναίκες να ζωγραφίσουνε το κορμί του και να το παρδαλίσουνε, όπως είναι η συνήθειά τους. Τον πλουμίσανε λοιπόν μ’ όλη την τέχνη τους…
  Τους ξανάδωσε πάλι χάντρες, κουδούνια, χτένια και τέτοια. Στο γέρο Κασίκη χάρισε το κουτάλι του, το πιρούνι του και το μαχαίρι του, και στους γιους του δυο μπουκάλια. Με το ρολόγι του ζουρλαθήκανε, μάλιστα σαν το ’βαλε απάνου σ’ ένα σανίδι, γιατί πρωτύτερα νομίζανε πως ο σφυγμός του χεριού του το ζωντάνευε. Σαν το ’βαλε στ’ αυτί τους, αρχίσανε να φωνάζουνε σαν παιδιά, πηδούσανε, χορεύανε, κι ύστερα πάλι πηγαίνανε και τ’ αφουγκραζόντανε. Στο τέλος συμφωνήσανε όλοι, πως είχε κλείσει μέσα κανένα πουλί, κι έκανε τικ τακ θέλοντας να φύγει. Τότες τ’ άνοιξε, και σαν είδανε μέσα, πιάσανε και φωνάζανε: «Μανάν, Mανάν, Xι τρομπιχότε», που θα πει: «Όχι, όχι, είναι ζαχαρόμυλος», επειδή κάποιος τους είχε πει για μια τέτοια μηχανή.
  Τρώγανε δυο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ. Τρώγανε μπανάνες κι άλλα φρούτα, λίγο κρέας και ψάρια, που ’χε πολλά το ποτάμι. Τιμωρούσανε τον κλέφτη, βάζοντάς τον ο Κασίκης να δώσει τα διπλά απ’ όσα έκλεψε. Μα πολύ ανάριες ήτανε οι αδικίες, και ποτές δε μαλώνανε. «Ποτές δε γίνεται σκοτωμός στο μέρος μας» είπε του Ιγγλέζου ο γέρος.
  Κάθισε μαζί τους μονάχα δυο τρεις μέρες. Τους αποχαιρέτησε, κι ήτανε πολύ πικραμένοι. Οι δυο γιοι του Κασίκη πήγανε μαζί του. Ο Κασίκης τον παρακάλεσε να του στείλει λίγο αλάτι, γιατί δε βρισκότανε εκεί πέρα τέτοιο πράμα, κι ύστερα του ’πε να ζήσει μαζί τους αν βαρεθεί τους άσπρους, και πως θα του ’δινε την κόρη του για γυναίκα, και πως θα γίνει Κασίκης στο ποδάρι του.
  Σαν κατεβήκανε στην ακροποταμιά, όλες οι γυναίκες τρέξανε κοντά του. Τη στιγμή π’ αρχίσανε να κατεβαίνουνε το ποτάμι, μαζευτήκανε όλες και πιάσανε και λέγανε κάποιο τραγούδι του μισεμού. Αυτές πρωτολέγανε κι οι γιοι του Κασίκη αποκρινόντανε από το καΐκι. Κοίταξε η μάνα μας η φύση, τι μεγάλα πράματα μαθαίνει στα παιδιά της.
  Κείνη τη στιγμή ο άσπρος άνθρωπος γύρισε το πρόσωπό του και σφούγγιξε τα δάκρυά του ντροπιασμένος. Αχ! Γι’ αυτόν τον αμαρτωλό κατέβηκε ο Χριστός στη γη, ενώ για κείνα τα αθώα πλάσματα δεν ήτανε καμιά ανάγκη να σταυρωθεί.
  Φτάνοντας στο χωριό, απ’ όπου είχε ξεκινήσει, οι φίλοι του χαρήκανε πολύ, γιατί τον είχανε για χαμένο, και γελάσανε με το πλουμισμένο πετσί του. Γέμισε αλάτι το καΐκι και το ’στειλε του Κασίκη. Έδωσε και κάτι πράματα στα παιδιά του. Τον αγκαλιάσανε και τον φιλήσανε απάνου στο στήθος.
  Άμα αλαργάρανε, τα μάτια του Ιγγλέζου ξαναβουρκώσανε. «Αυτοί οι ανθρώποι τι είχανε να περιμένουνε από τη φυλή του; Να γίνουνε πιο τίμιοι; Να γίνουνε πιο φτυχισμένοι;»

(από το βιβλίο: Φώτης Kόντογλου, Ιστορίες και περιστατικά, Eκδότης Σ. Nικολόπουλος, 1944)

ΣΝΕλλ.
Πιές μια γουλιά απ'αυτή τη χρυσή κούπα, το νέκταρ της κάνει παράδεισο αυτόν τον κόσμο.
 Πιές, πιές και γέλασε μ'αυτόν τον παλιάτσο που άλλοι τον λένε απελπισία...

αναρτήθηκε στο fb από santi italogreci

Τρίτη, Απριλίου 17, 2018

Η αναστάσιμη χαρά του αγίου Πορφυρίου και η αναστάσιμη τρέλα του παπα Φώτη Λαυριώτη



Ἀντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα ἀναστάσιμα βιώματα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Πορφύριου, ὅπως τά ἔζησα μία Τρίτη της Διακαινησίμου στό κελάκι του.
Πῆγα νά τον δω σάν γιατρός. Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, μέ παρακάλεσε νά μήν φύγω. Κάθισα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεβάτι του. Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του.
Μέ ρώτησε:
-Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει «Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν…»;
-Ναί γέροντα, τό ξέρω.
-Πές το.
Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα. «Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτής, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιο, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων Θεόν καί ὑπερένδοξον».
-Τό κατάλαβες;
-Ἀσφαλῶς τό κατάλαβα. Νόμισα πώς μέ ρωτάει γιά τήν ἑρμηνεία του. Ἔκανε μία ἀπότομη κίνηση τοῦ χεριοῦ του καί μοῦ εἶπε:
-Τίποτε δέν κατάλαβες βρέ Γιωργάκη! Ἐσύ τό εἶπες σάν βιαστικός ψάλτης… Ἄκου τί φοβερά πράγματα λέει αὐτό τό τροπάριο. Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του δέν μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα ποτάμι, ἀπό ἕνα ρῆγμα γής, ἀπό μία διώρυγα, ἀπό μία λίμνη ἤ ἀπό τήν Ἐρυθρά θάλασσα. Μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα χάος, ἀπό μία ἄβυσσο, πού ἦταν ἀδύνατο νά τήν περάσει ὁ ἄνθρωπος μόνος. Αἰῶνες περίμενε αὐτό τό πέρασμα, αὐτό τό Πάσχα. Ὁ Χριστός μᾶς πέρασε ἀπό… τόν θάνατο, στή Ζωή. Γι’ αὐτό σήμερα «Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τήν καθαίρεσιν». Χάθηκε ὁ θάνατος. Τό κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε τήν «ἀπαρχή» τῆς «ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου» ζωῆς κοντά Του.
Μίλαγε μέ ἐνθουσιασμό καί βεβαιότητα. Συγκινήθηκε. Σιώπησε λίγο καί συνέχισε πιό δυνατά:
-Τώρα δέν ὑπάρχει χάος, θάνατος καί νέκρωση, Ἅδης. Τώρα ὅλα χαρά, χάρις καί Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἀναστήθηκε μαζί Του ἡ ἀνθρώπινη φύση. Τώρα μποροῦμε καί μεῖς νά ἀναστηθοῦμε, νά ζήσουμε αἰώνια κοντά Του… Τί εὐτυχία ἡ Ἀνάσταση! «Καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον». Ἔχεις δεῖ τά κατσικάκια τώρα τήν ἄνοιξη νά χοροπηδοῦν πάνω στό γρασίδι, νά τρῶνε λίγο ἀπό τή μάνα τους καί νά χοροπηδοῦν ξανά; Αὐτό εἶναι τό σκίρτημα, τό χοροπήδημα.
Ἔτσι ἔπρεπε κι ἐμεῖς νά χοροπηδοῦμε ἀπό χαρά ἀνείπωτη γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί τήν δική μας. Διέκοψε πάλι τό λόγο του. Ἀνέπνεα μία εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα.
-«Μπορῶ νά σού δώσω μία συμβουλή;» συνέχισε. «Σέ κάθε θλίψη σου, σέ κάθε ἀποτυχία σου νά συγκεντρώνεσαι μισό λεφτό στόν ἑαυτό σου καί νά λές ἀργά-ἀργά αὐτό τό τροπάριο. Θά βλέπεις ὅτι τό μεγαλύτερο πράγμα στή ζωή σου -καί στή ζωή τοῦ κόσμου ὅλου- ἔγινε. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία μας. Καί θά συνειδητοποιεῖς ὅτι ἡ ἀναποδιά πού σου συμβαίνει εἶναι πολύ μικρή γιά νά χαλάσει τή διάθεσή σου».
Μοῦ’ σφίξε τό χέρι λέγοντας:
-Σού εὔχομαι νά «σκιρτᾶς» ἀπό χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό χάος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς πέρασε ὁ Ἀναστάς Κύριος, «ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων»… Ψάλε τώρα καί τό «Χριστός Ἀνέστη».
Ὑστερόγραφο δικό μου: «ἀληθῶς Ἀνέστη»!!!
(Γεώργιος Παπαζάχος, καθηγητής Ἰατρικῆς)

***

[Η Αναστάσιμη Τρέλα του παπα-Φώτη Λαυριώτη ]
...Η χαρά αυτή που ζούσε και εξέπεμπε δεν τον εγκατέλειπε σχεδόν ποτέ. Θυμάμαι, όταν κάποια στιγμή βρισκόμουν για προσωπική μου υπόθεση, στον Παπάδο της Γέρας (περιοχή της Μυτιλήνης), τη μεταπασχαλινή περίοδο του 1999, συνάντησα τον παπα-Φώτη να τριγυρνά καταμεσής στο δρόμο με το τριμμένο ράσο του, τις παντόφλες του, τον παραδοσιακό τρουβά στον ώμο και ένα μπαστούνι στο χέρι, το οποίο χτυπούσε ρυθμικά στον δρόμο, ψέλνοντας με όση δύναμη του είχε δώσει ο Θεός, «τόν Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας» και τα αυτοκίνητα να περνάνε δίπλα του, δεξιά και αριστερά του και να κορνάρουν και οι οδηγοί να βγαίνουν στα παράθυρα των αυτοκινήτων τους και να τον χαιρετάνε. Πραγματικά, πασχαλινή γιορτή ανεπανάληπτη, απτή απόδειξη «της τρέλας τού να είσαι χριστιανός». Το περιστατικό αυτό το ενθυμούμαι και το αναφέρω συχνά ως ένα παράδειγμα «αγίας σαλότητας», για το πώς, δηλαδή, μεταμορφώνεται ο άνθρωπος εκείνος που ζει την «σαλή», την «τρελή», την ολοκληρωτική αφοσίωση, την πηγαία αγάπη και χαρά για τον αναστάντα εκ νεκρών Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. 

π.τσαγκάρης,θεολόγος

Κυριακή, Απριλίου 15, 2018

Η πλούσια πτώχεια


Βλέπεις καταπάνω
σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε
ὁ ἴδιος ὁ Χριστός;
Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία
τὰ ὑπόμεινε ὅλα; ...
Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ,
ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι
ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι
ἀπὸ τὸν Χριστὸ
μ᾿ ἕνα τοῖχο παγωμένον,
τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας.
Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του
καὶ μᾶς καλεῖ
κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε.
Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του
καὶ τὰ πόδια του,
κ᾿ ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε.
Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε
στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας
γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε
τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη.
Ἡ λέξη Ἀνάσταση
δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία
τῆς γνώσης μας...
Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου,
δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς,
ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται
μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας».
Ναί, ἐκείνους
ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας,
τοὺς μακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας:
«Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ,
ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».
Καὶ στὸν Θωμᾶ,
ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ
γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε:
«Γιατὶ μὲ εἶδες Θωμᾶ,
γιὰ τοῦτο πίστεψες;
Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».
Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦμε ν᾿ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς μαζί του.
Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε.
Χριστὸς ἀνέστη!
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

«Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω. 20, 29)


Διδαχή την Κυριακή του Αντίπασχα για τον Χριστιανισμό (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

«ΜΑΚΑΡΙΟΙ είναι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει». Αυτά τα λόγια είπε ο Κύριος στον πιστό μαθητή Του, που αρνήθηκε να πιστέψει στην ανάστασή Του, όταν οι αδελφοί του, οι απόστολοι, του τη γνωστοποίησαν. Αυτά τα Λόγια είπε ο Κύριος στον μαθητή Του, που είχε δηλώσει ότι δεν θα πίστευε στην ανάστασή Του, ώσπου να βεβαιωνόταν με τις αισθήσεις του γι’ αυτό το τόσο θαυμαστό και τόσο σημαντικό για ολόκληρη την ανθρωπότητα γεγονός. «Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας!» (Ιω. 20, 25), έλεγαν με χαρά στον άγιο Θωμά οι άλλοι απόστολοι, στους οποίους εμφανίστηκε ο Κύριος την ημέρα της αναστάσεώς Του, όταν βράδιασε. Οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι σ’ ένα σπίτι με κλειδωμένες τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους, που μόλις είχαν διαπράξει τη θεοκτονία κι έπαιρναν ήδη μέτρα εναντίον της προαναγγελμένης αναστάσεως του Ιησού (Βλ. Ιω. 20, 19). Ο Κύριος είχε μπει στο σπίτι χωρίς ν’ ανοίξει τις πόρτες.
Ο Θωμάς, λοιπόν, αποκρίθηκε στους αδελφούς του με αμηχανία: «Αν δεν δω στα χέρια Του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά Του, δεν θα πιστέψω» (Ιω. 20, 25). Με τα λόγια αυτά δεν εκφράστηκε απιστία, που είναι εναντίωση στον Θεό. Με τα λόγια αυτά εκφράστηκε μια άφατη χαρά. Με τα λόγια αυτά εκφράστηκε η απορία μιας ψυχής μπροστά στο μεγαλείο ενός γεγονότος που υπερβαίνει την ανθρώπινη νόηση, ενός γεγονότος που άλλαξε την κατάσταση της ανθρωπότητας.
Ο πανάγαθος Κύριος δεν άργησε να δώσει στον μαθητή Του την επιβεβαίωση που τόσο ποθούσε. Μία εβδομάδα μετά την πρώτη εμφάνισή Του στους αποστόλους, εμφανίστηκε πάλι σ’ αυτούς εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι. Μαζί τους βρισκόταν τώρα κι ο Θωμάς. Ξαφνικά, λοιπόν, μολονότι οι πόρτες ήταν κι αυτή τη φορά κλειδωμένες, είδαν τον Κύριο να παρουσιάζεται και να στέκεται ανάμεσά τους. «Ειρήνη σ’ εσάς» (Ιω. 20, 26), τους είπε. Έπειτα γυρίζει στον Θωμά και του λέει: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου. Φέρε και το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις· πίστεψε!» (Ιω. 20, 27). Έτσι ο Κύριος έδειξε ότι, ως «πανταχού παρών», βρισκόταν εκεί, ανάμεσα στους μαθητές Του, και τότε που ο Θωμάς, θεωρώντας Τον απόντα, είχε αμφισβητήσει την ανάστασή Του. Ο Θωμάς ήθελε να βεβαιωθεί για την ανάσταση του Χριστού. Αλλά τώρα, παίρνοντας μιαν ασύγκριτα ανώτερη διαβεβαίωση, δεν χρειάζεται την επιβεβαίωση της αναστάσεως. «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» (Ιω. 20, 28), αναφωνεί. Σαν να έλεγε: “Αφού βεβαιώθηκα για τη θεότητά Σου, δεν ζητώ να διαπιστώσω την ανάστασή Σου. Σ’ Εσένα, τον παντοδύναμο Θεό, είναι όλα δυνατά, ακόμα κι εκείνα που υπερβαίνουν την ανθρώπινη αντίληψη”.
Απαντώντας στην ομολογία του αποστόλου, ο Κύριος μακάρισε εκείνους που πιστεύουν χωρίς να Τον έχουν δει. Μακάρισε κι εμάς ο Κύριος μαζί μ’ όλους όσοι δεν Τον είδαν με τα σωματικά τους μάτια. Μακάρισε κι εμάς, που βρισκόμαστε τόσο μακριά Του χρονικά και τοπικά. Μας μακάρισε τότε που στεκόταν ανάμεσα στους άγιους αποστόλους Του με την ανθρώπινη φύση που την είχε προσλάβει, την είχε προσφέρει θυσία για την ανθρωπότητα και, τελικά, την είχε δοξάσει, ανασταίνοντάς την. Δεν ξέχασε ο Κύριος κι εμάς, όσους βρισκόμαστε εδώ, στον Ιερό ναό Του, αναπολώντας το γεγονός, από το οποίο μας χωρίζουν δεκαοκτώ αιώνες. Μακάριοι κι εμείς, που δεν Τον είδαμε, αλλά πιστεύουμε σ’ Αυτόν. Μακάριοι όσοι από μας πιστεύουν σ’ Αυτόν.
Η ουσία βρίσκεται στην πίστη. Αυτή φέρνει τον άνθρωπο κοντά στον Θεό και τον κάνει παιδί του Θεού. Αυτή θα παρουσιάσει τον άνθρωπο στον Θεό. Αυτή, την τελευταία ημέρα της ζωής του πρόσκαιρου τούτου κόσμου και κατά την απαρχή της αιώνιας ημέρας, θα βάλει τον άνθρωπο στα δεξιά του θρόνου του Θεού, για ν’ ατενίζει αιώνια τον Θεό, για να ευφραίνεται αιώνια με τον Θεό, για να βασιλεύει αιώνια μαζί με τον Θεό.
«Μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει». Μ’ αυτά τα λόγια ο Κύριος συνένωσε τους πιστούς όλης της γης και όλων των εποχών με τους αποστόλους. Το ίδιο είχε κάνει, όταν προσευχήθηκε στον Πατέρα Του, λίγο πριν οδηγηθεί στα παθήματα και τον θάνατο για τη σωτηρία μας. «Δεν προσεύχομαι μόνο γι’ αυτούς (δηλαδή τους αποστόλους)», είχε πει τότε, «αλλά και για εκείνους που με το κήρυγμα αυτών θα πιστεύουν σ’ εμένα» (Ιω. 17,20). Έτσι κι εδώ, λοιπόν, κάνει μετόχους του μακαρισμού των αποστόλων όλους τους πιστούς, όλα τα μέλη της Εκκλησίας. «Μακάρια είναι τα μάτια σας», είχε πει στους μαθητές Του σε μιαν άλλη περίσταση, «γιατί βλέπουν, και τ’ αυτιά σας γιατί ακούνε! Σας βεβαιώνω ότι πολλοί προφήτες και δίκαιοι» της Παλαιάς Διαθήκης «επιθύμησαν να δουν και ν’ ακούσουν αυτά που βλέπετε και ακούτε εσείς, αλλά δεν τα είδαν και δεν τα άκουσαν» (Ματθ. 13, 16-17).
Οι μακάριοι αυτόπτες και υπηρέτες του Λόγου μας παρέδωσαν με ακρίβεια ό,τι είδαν και άκουσαν (Βλ. Λουκ. 1,3, Α’ Ιω. 1, 1-3), όταν, όπως λέει ένας απ’ αυτούς, «ο Λόγος έγινε άνθρωπος, κι έστησε τη σκηνή Του ανάμεσά μας, και είδαμε τη θεϊκή Του δόξα, τη δόξα που ο μονογενής (Υιός) έχει από τον Πατέρα, και ήρθε γεμάτος θεία χάρη και αλήθεια για μας» (Ιω. 1, 14). Η σαφής αφήγηση των αποστόλων μας κάνει νοερούς θεατές των γεγονότων, των οποίων εκείνοι υπήρξαν αυτόπτες.
Μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας βρισκόμαστε σε διαρκή κοινωνία με τον Κύριο. Η ζωντανή πίστη κάνει τον Θεό, που είναι αόρατος με τα μάτια του σώματος, ορατό με το μάτι της ψυχής, τον νου (Πρβλ. Εβρ. 11, 27). Μυστικά μας αποκαλύπτει τον Κύριο η ζωή η σύμφωνη με τις εντολές ΤουΌταν οι “μαθητές” του Κυρίου, δηλαδή οι ιδέες που έχει προσλάβει ο νους από το Ευαγγέλιο, συγκεντρωθούν στο “υπερώο”, δηλαδή στην καρδιά και κλειδώσουν τις πόρτες της για να μην εισχωρήσουν εκεί οι “Ιουδαίοι”, δηλαδή οι λογισμοί που εναντιώνονται στον Κύριο και την πανάγια διδασκαλία Του, τότε Εκείνος εμφανίζεται πνευματικά εκεί, στον εσωτερικό άνθρωπο.

Σάββατο, Απριλίου 14, 2018

Κυριακή του Θωμά: Ποιος νίκησε τον θάνατο...


Ο φόβος του θανάτου  υπήρξε πάντα η τυραννία και και το μικρόβιο πού κατατρώει την παγκόσμια σκέψη και δημιουργεί φορτία δυβάσταχτα στην ψυχή και δυσερμήνευτα κενά στον νου. Ο κάθε άνθρωπος,σκεπτόμενος ή μη, αδιάφορο για την ορθόδοξη θεολογία, γεννιέται με την κατάρα αυτού του φόβου. Της αγωνίας ενός ταξιδιού πού λέγεται ζωή και πού καταλήγει σε μια άβυσσο δυσπρόσιτη και τρομαχτική:την σιγουριά του θανάτου. Οι φιλόσοφοι και οι μύστες, οι οποίοι επιχείρησαν να φθάσουν στην υπέρβαση ή την κατανόηση αυτού του φόβου με λογικά ή μηχανιστικά μέσα, τρελάθηκαν ή απελπίστηκαν και τέλος πίστεψαν ότι συμφιλιώθηκαν με την κατάρα του θανάτου, συναντώντας τον ή αγνοώντας τον ή και ακόμα λατρεύοντας τον.  Κανείς όμως δεν τον νίκησε.

Από αυτόν τον φόβο δεν εξαιρέθηκε ούτε ο έμπιστος μαθητής, αυτός πού ήταν στον κύκλο των δώδεκα, αυτός πού έγινε αυτήκοος και αυτόπτης και μύστης σημείων και θαυμάτων, ακόμα και νεκραναστάσεων, αυτός πού ήταν έτοιμος να πεθάνει για τον Χριστό κάποτε.Ο Θωμάς της σημερινής περικοπής. Ο Θωμάς έζησε , διά τον φόβο των Ιουδαίων , μακρόθεν το θείο δράμα και σίγουρα είδε τον θάνατο πάνω στον σταυρό,  την πλευρά την λογχευμένη, είδε την ταφή και το τέλος, όπως νόμιζε. Είδε το σκότος να κυριαρχεί προς στιγμήν παντοδύναμο, να καταπίνει τον ήλιο της δικαιοσύνης, είδε τα μεσσιανικά όνειρα να δύουν και να χάνονται μέσα σε έναν χαρισμένο τάφο. Και τάφος σημαίνει τέλος. Πέραν από τον τάφο δεν νίκησε κανείς.

Οι δυνάμεις του σκότους νίκησαν, η φυσική ροή επιβλήθη, οι ιουδαϊκές αρχές κατέπνιξαν το ευαγγέλιο, οι μαθητές διώκονται, οι θύρες κλείονται, η φωνή της αγάπης εσίγησε. Άρα η απελπισία πάντα νικά. Άρα ο θάνατος κυριεύει. 

Μην βρίσκοντας κουράγιο να θρηνήσει καν τον διδάσκαλο του, απομακρύνεται και έτσι την στιγμή της ανάστασης, την στιγμή της υπέρβασης του λογικού, της μεγάλης ανατροπής και νίκης απουσιάζει, νικάται από τον φόβο και την απελπισία και χάνει την στιγμή πού ο Αναστημένος Χριστός παρουσιάζεται στους Δέκα και δίνει την Ειρήνη. Ειρήνη πνευματική αλλά και Ειρήνη καθησυχαστική, ότι όντως Χριστός Ανέστη, ότι όντως κατανικήθηκε ο θάνατος και ευτελίστηκε μια για πάντα η σιγουριά του και η λατρεία του. Γι αυτό και καταφεύγει σαν κάθε κοινός και αδύναμος άνθρωπος στην ασφάλεια του ρεαλισμού και της εμπειρίας: Αν δεν ψηλαφήσω δεν πιστεύω! Και ιδού μεθ' ημέρας οκτώ παρουσιάζεται Αναστημένη η Ειρήνη και πάλι και καθησυχάζει τον φόβο και την απελπισία. "Έλα και ψηλάφησε" και " μακάριοι αυτοί πού πιστεύουν χωρίς να δούν" . Για αυτό και η ομολογία. Ομολογία Χαράς και Υπέρβασης: Ο Κυριος μου και ο θεός μου! Είναι Κύριος ο νικητής του θανάτου, ο καθαιρέτης του φόβου και Θεός αυτός πού κατόρθωσε το ακατόρθωτο, άξιος να προσκυνείται και να δοξολογείται. Είναι ο ελευθερωτής όχι από τον φόβο και την σιγουριά του θανάτου μόνον, αλλα κύρια από αυτόν τον ίδιο τον Θάνατο. 

Αναγνωριστικά τεκμήρια της ανάστασης, της πιστότητας ότι ο Αναστάς είναι ο Θεός, είναι οι πληγές από τον Σταυρό. Αυτές οι πληγές νίκησαν τον θάνατο. Μόνον όταν ένας Θεός έφθασε ως τα όρια του ανθρώπου, ταπεινώθηκε και κατέβηκε στον θάνατο, τότε νικήθηκε ο θάνατος.Ποτέ πριν. Ήταν ανάγκη λοιπόν ο Θεός να προσλάβει άνθρωπο. Να γευθεί θάνατο για να κατακρατήσει στην ουσία έναντι του θανάτου. Αυτές οι πληγές είναι η απόδειξη και η αποκάλυψη ενός κρυμμένου μυστηρίου. Όλοι ψηλάφησαν και αντίκρυσαν τον θάνατο. Κανείς όμως δεν παραδόθηκε εκούσια στον θάνατο για να τον νικήσει. Κανείς δεν υπήρξε Θ ε ό ς   εσαρκωμένος. Κανείς δεν υπήρξε Αγάπη για τους νεκρούς. Όλοι περιορισμένοι νεκροί, που δεν μπόρεσαν είναι αγάπη οι ίδιοι στην ουσία τους.

Η ορθόδοξη πίστη λοιπόν, πού έχει στο κέντρο την Ανάσταση, την απόλυτη απελευθέρωση από την δυναστεία του θανάτου, είναι αποκάλυψη εμπειρική. Είναι συνάντηση με τον Αναστημένο, ο οποίος παρέχει την ειρήνη και προσκαλεί σε εμπειρική σχέση και σε ψηλάφηση και ονομάζει μακάριους, δηλαδή άγιους αυτούς που είναι αναπαυμένοι στην πίστη της ανάστασης, προτού δούν και ψηλαφήσουν.

Ο Χριστός δεν είναι απρόσιτος μετά την ανάσταση, δεν είναι αναπαυμένος σε θρίαμβο πανθεϊκό και υψηλά στον ουρανό, καταδυναστεύοντας την αιχμαλωσία. Γιατί αιχμάλωτος είναι αυτός ο ίδιος ο θάνατος και ο Χριστός για λογαριασμό του καθένα μας προσκαλεί να συνεορτάσουμε Αυτόν, πάσχα αιώνιον και να συμπατήσουμε τον θάνατο μαζί Του. Μας συναντά στο υπερώο, τουτέστιν στην Εκκλησία, πού είναι ο τόπος της ειρήνης, δηλαδή της συμφιλίωσης, του καθησυχασμού, της αποκάλυψης της βασιλείας Του, όπου έσχατος εχθρός κατηργήθη ο αρχαίος τύρρανος, ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου. Σε αυτή την μυστηριακή σχέση , σε αυτό το συμφιλιωτικό πεδίο της Εκκλησίας και δη της μυστηριακής ζωής και του ορθόδοξου Ησυχασμού, ο Αναστάς είναι παρών και ψηλαφητός. Εκεί αίρονται τα κλείθρα κάθε απιστίας και έαρ μυρίζει, έαρ ζωοποιόν και πάσχα αιώνιον.Ας μετάσχουμε της εμπειρίας, συναναστημένοι με τον Χριστό.Η τελευταία πλάκα, το τελευταίο εμπόδιο πού κρατούσε δέσμια την ανθρώπινη φύση ήρθη και κατετροπώθη. Ας μετάσχουμε λοιπόν στην νίκη του Θεανθρώπο, στην εκδίκηση Του για το ανθρώπινο γένος όλων των εποχών, αγαλλομένω ποδί πάσχα κροτούντες αιώνιον.

ππκ 2013-2018

Παρασκευή, Απριλίου 13, 2018

Πάσχα νομικό, Πάσχα θείας χάριτος, Πάσχα του μέλλοντος αιώνος

 

 

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διαιρεί το Πάσχα σε τρία, ήτοι το Πάσχα το νομικό, το Πάσχα της θείας Χάριτος και το Πάσχα του μέλλοντος αιώνος.

Το νομικό Πάσχα, κατά το οποίο οι Εβραίοι εόρταζαν την θαυματουργική τους διάβαση δια της Ερυθράς θαλάσσης, ήταν μια ενθύμηση της πικράς δουλείας της Αιγύπτου και της ελευθερίας τους με την βοήθεια του Θεού. Ήταν Πάσχα “χαριστήριον και ικέσιον”. Στην πραγματικότητα, το Πάσχα αυτό ήταν προτύπωση του δικού μας Πάσχα.

 

Το Πάσχα της θείας Χάριτος είναι η Ανάσταση του Χριστού, δια της οποίας γίνεται διάβαση “εκ θανάτου προς ζωήν και εκ γης προς ουρανόν”. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα πή: “ώ Πάσχα το μέγα και ιερόν και παντός του κόσμου καθάρσιον”. Χωρίς την μέθεξη του Χριστού και την κοινωνία μαζί Του υπάρχει νέκρωση και δουλεία. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, “ο μη ορών και ακούων και αισθανόμενος πνευματικώς νεκρός εστιν”. Επομένως, το Πάσχα είναι έλευση του Χριστού μέσα στην καρδιά. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θα πη πολύ χαρακτηριστικά: “Πάσχα η επί τον ανθρώπινον νουν έλευσις του Λόγου”. Πραγματικά, ο άνθρωπος όταν λαμβάνη τον Χριστό, ζη πνευματικά και ο Χριστός γίνεται η ζωή του, η ψυχή της ψυχής του. “Ψυχή τις δευτέρα τοις ανθρώποις η ανάστασις” (όσιος Νείλος).

 

 

Το Πάσχα του μέλλοντος αιώνος είναι “τελεώτερον και καθαρώτερον”. Ο Χριστός, όταν τελούσε το Πάσχα λίγο πριν από το Πάθος Του, και μάλιστα όταν τέλεσε τον Μυστικό Δείπνο, είπε: “ου μη πίω απ’ άρτι εκ τούτου του γεννήματος της αμπέλου έως της ημέρας εκείνης, όταν αυτό πίνω μεθ’ υμών καινόν εν τη βασιλεία του πατρός μου” (Ματθ. κστ’, 29). Σαφώς εδώ γίνεται λόγος για το Πάσχα της Βασιλείας των Ουρανών. Ακόμη και το Πάσχα της παρούσης ζωής είναι τυπικό, σχετικά με το Πάσχα του μέλλοντος αιώνος. Τότε οι άγιοι θα έχουν μεγαλύτερη κοινωνία με τον Χριστό, αφού ο Λόγος θα αποκαλύψη και θα διδάξη “ά νυν μετρίως παρέδειξε” (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος).Οι Χριστιανοί αγωνίζονται για να περάσουν από το τυπικό Πάσχα, στο Πάσχα της θείας Χάριτος, και από εκεί στο αιώνιο Πάσχα. Μια τέτοια εορτή έχει σημασία και νόημα. Κάθε άλλος εορτασμός δεν αποβλέπει σε βαθύτερους σκοπούς, δεν ικανοποιεί το πεινασμένο και διψασμένο πνεύμα του ανθρώπου.Κατά την διάρκεια της εορτής του Πάσχα των Εβραίων σφραγιζόταν αμνός άμωμος, τέλειος και νέος. Αυτό ήταν προτύπωση του Χριστιανικού αμνού, που είναι αυτός ο Ίδιος ο Χριστός, άμωμος, νέος και τέλειος. Αυτός θυσιάστηκε και προσφέρεται στους Χριστιανούς για να ενωθούν μαζί Του.

  «ΟΙ ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ» Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου.

Πέμπτη, Απριλίου 12, 2018

Η Άλωση από τους Σταυροφόρους: 12-13 Απριλίου 1204



Αναφερόμενος στη Δ’ Σταυροφορία ο Η. Gregoire μιλεί για «αίσχος της Δύσεως», ο Colin Morris παρατηρεί ότι «the Latin capture of Constantinople was a disaster for Christendom», ο δε St. Ranciman, στο κλασικό έργο του για τις Σταυροφορίες, δεν διστάζει να γράψει, ότι «δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από τη Δ’ Σταυροφορία». Είναι γεγονός ότι η συμπεριφορά των σταυροφόρων μετά την άλωση της Πόλης (13.4.1204) τεκμηριώνει αυτούς τους χαρακτηρισμούς. Οι Φράγκοι «χριστιανοί» διέπραξαν ακατονόμαστες πράξεις αγριότητας και θηριωδίας. Φόνευαν αδιάκριτα γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Λεηλάτησαν και διήρπασαν τον πλούτο της «βασίλισσας των πόλεων του κόσμου». Στη διανομή των λαφύρων μετέσχε, κατά τη συμφωνία, και ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ’ (1198-1216). Το χειρότερο: πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πόλης και εξανοραπόδισαν μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της. Μόνο την πρώτη ημέρα δολοφονήθηκαν 7.000 κάτοικοι. Ιδιαίτερα όμως στόχος των σταυροφόρων ήταν ο ορθόδοξος Κλήρος. Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια και κατασφάζονταν με πρωτοφανή μανία. Ο Πατριάρχης (Ιωάννης Γ΄) μόλις μπόρεσε, ανυπόδυτος και γυμνός, να περάσει στην απέναντι ακτή. Εσυλήθησαν οι ναοί και αυτή η Αγία Σοφία, σε πρωτοφανείς σκηνές φρίκης. Στη λεηλασία πρωτοστατούσε ο λατινικός κλήρος. Επί πολλά χρονιά τα δυτικά πλοία μετέφεραν θησαυρούς από την Πόλη στη Δύση, Οπού ακόμη και σήμερα κοσμούν εκκλησίες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Βασικός τόπος συγκέντρωσης των διαρπαγέντων θησαυρών ο ναός του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Ένα μέρος των θησαυρών (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος από τους «βυζαντινούς» θησαυρούς του Αγ. Μάρκου εκποιήθηκε το 1795 από τη Βενετική Δημοκρατία για πολεμικές ανάγκες.

Πολλοί μελετητές ιστορικοί πιστεύουν ότι η λεηλασία που υπέστη η Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς το 1453, ωχριά μπροστά στη λεηλασία που οι (ξαναλέμε) ομόθρησκοι χριστιανοί σταυροφόροι, έκαναν το 1204. Οι Οθωμανοί σε πολλές περιπτώσεις σεβάστηκαν και τις ζωές των ανθρώπων και τις εκκλησιές και τα κτίρια. Οι Οθωμανοί δεν έβαλαν ποτέ πόρνες να γδυθούν, να χορέψουν και να κάνουν έρωτα ομαδικά με στρατιώτες πάνω στην Αγία τράπεζα της μεγαλύτερης εκκλησίας του κόσμου. Οι Λατίνοι και οι Φράγκοι τα έκαναν όλα.
 
Κατέσφαξαν αθώους νέους γέρους μικρά παιδιά, βίασαν γυναίκες, σύλησαν νεκροταφεία, έβαλαν πόρνες πάνω στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας, έβαλαν τα άλογα τους μέσα σε εκκλησιές και τις έκαναν στάβλους, άρπαξαν ιερά κειμήλια, έμπαιναν στα σπίτια δολοφονούσαν τον κόσμο και έκλεβαν τα χρυσαφικά. Ένας στρατός ισχυρός, πάνοπλος, διψασμένος για αίμα σάρκα και χρυσάφι. Ένας στρατός που η λέξη “ιπποσύνη” και “ιππότης” ήταν μόνο για τους τύπους.
 
Οκτακόσια χρόνια μετά, το 2001, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β στη συνάντηση του στην Αθήνα, με τον τότε Αρχιεπίσκοπο τον Μακαριστό Χριστόδουλο, εξέφρασε τη λύπη του για τις ωμότητες των Σταυροφόρων το 1204, οι οποίοι «εστράφησαν εναντίον των εν Χριστώ αδελφών μας». Το 2004 ο Πάπας ζήτησε πάλι ταπεινά “συγγνώμη”, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στη συνάντηση τους στο Βατικανό.
 
Οι ωμότητες, οι κλεψιές, οι βιασμοί, οι δολοφονίες, και η για 57 χρόνια διακυβέρνηση και διοίκηση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους γονάτισε και ισοπέδωσε ανεπανόρθωτα την Πόλη των πόλεων. Ποτέ δεν κατάφερε να ορθοποδήσει και να ακμάσει όπως πριν. Από το 1204 και μετά το Βυζάντιο καταστράφηκε οικονομικά και πληθυσμιακά συρρικνώθηκε. Το εμπόριο και οι πρώτες ύλες πέρασαν στα χέρια των Δυτικών, ενώ έχανε τη μία μετά την άλλη τις επαρχίες του που έπεφταν πια στα χέρια των Σελτζούκων και των Οθωμανών. Περίπου 200 χρόνια αργότερα θα προβάλει την ύστατη ηρωική αλλά και άνιση αντίσταση και θα καταληφθεί για πάντα το 1453.


πηγες: από το διαδίκτυο

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails