ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2018

Ὁ Μηδενισμὸς τοῦ Ἀνθρώπου


τοῦ Ἐπισκόπου πρώην Ἐρζεγοβίνης π. Ἀθανασίου Γέφτιτς
ἀπὸ ὁμιλία στὴν Ἀθήνα τὸ 1968 μὲ τίτλο 
«Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεανθρώπου καὶ ὁ μηδενισμὸς τοῦ ἀνθρώπου»

Τὸ ὅλο πρόβλημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: νὰ εὑρεθεῖ ἐν τῷ Χριστῷ καὶ νὰ μὴ ἐκπέσει Αὐτοῦ, ἢ ἀφοῦ ἐξέπεσε (ὁ Ἀδὰμ καὶ ἐμεῖς) νὰ εὑρεθεῖ καὶ πάλι ἐν Αὐτῷ ὡς Θεῷ του καὶ ἀνθρώπῳ του, διότι ὁ Λόγος Χριστὸς διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, διὰ νὰ τὸν ἑνώσει μεθ᾿ Ἑαυτοῦ, νὰ τὸν «ἐνυποστήσει» ἐν Ἑαυτῷ, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, καὶ ἔτσι νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν πληρότητά του ὡς ἀνθρώπου καὶ νὰ τὸν θεώσει, δηλαδὴ μὲ μία λέξη νὰ τὸν θε-ανθρωποποιήσει.
Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, δημιουργηθεὶς ἔβλεπε τὸν Θεὸ καὶ εἶχε κοινωνία μαζί Του, καὶ ἔπρεπε ἐν συνεχείᾳ ἐλευθέρως καὶ ἀγαπητικῶς νὰ φθάσει ἐν τῷ Θεῷ Λόγω στὴν πλήρη ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ θέωσή του. Διότι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ σκοπὸς ὁλόκληρης τῆς θείας δημιουργίας, καὶ ἡ θέωση εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θέωση δὲ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δυνατὴ καὶ κατορθωτὴ μόνον ἐν τῷ Θεῷ Λόγῳ, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, δυναμικὴ εἰκὼν τοῦ Ὁποίου εἶναι δημιουργικῶς ἐναποτεθειμένη στὸν ἄνθρωπο καὶ βάσει αὐτῆς καὶ μόνο πραγματοποιεῖται ἡ αὐθεντικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ κατὰ χάριν θέωσή του. Ἡ πρὸς θέωσιν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ δεδομένη δυνατότης καὶ δυναμικότης τῆς θεώσεως δὲν εἶναι ἕνας «εὐσεβὴς πόθος» τοῦ «θρησκευτικοῦ» ἀνθρώπου, ἀλλὰ μία ἀνθρωπολογικὴ (=χριστολογική, θεανθρώπινη) ἀλήθεια, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὴν ταύτη τὴν τραγωδία τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ πατὴρ τοῦ ψεύδους, ὁ διάβολος, ἦλθε καὶ εἶπε στοὺς πρώτους ἀνθρώπους νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ θὰ γίνουν καὶ χωρὶς τὸν Θεὸ «θεοί», αὐτὸ ἦταν ἕνα μεγάλο ψεῦδος. Ἕνα ψεῦδος ὅμως προϋποθέτει πάντοτε μία ἀλήθεια, τῆς ὁποίας τὸ ψεῦδος αὐτὸ τυγχάνει ἡ κατάχρηση, ἢ διαστρέβλωση, ἢ «λήθη», ἢ ἀναίρεση, ἢ στέρηση. Ὁ διάβολος ἐψεύδετο συμβουλεύων τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἄνευ Θεοῦ «θέωση» (τὴν ψευδῆ, ἐπειδὴ ἀ-θεο «θέωση»), καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι «ψευδοῦς ὀρεχθέντες θεώσεως» (Ἰω. Δαμασκηνοῦ, P.G. 725) δεχθήκαμε καὶ ἀκολουθήσαμε τὴν προτροπὴ τοῦ διαβόλου, ἡ ὁποία μας ὁδηγοῦσε πρὸς μία κατάχρηση τῆς θεοσδότου, ἐν ἡμῖν, δυναμικῆς ἐφέσεως πρὸς ἀληθινὴ θέωση. Ἀλλὰ διὰ τῆς καταχρήσεως αὐτῆς ὄχι μόνο δὲν ἐπιτύχαμε τὴν θέωση, ἀλλὰ καὶ καταστρέψαμε τὴν ὕπαρξή μας τὴν αὐθεντικὴ καὶ «τοῖς ἀνοήτοις συμπαρεβλήθημεν κτήνεσιν» (Ψαλμ. 68, 2). Ἡ «ὄρεξις» τῆς θεώσεως μποροῦσε νὰ ὑπάρχει, ἐπειδὴ προϋπῆρχε ἡ πρὸς τὴν ἀληθινὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἡ προδεδωρημένη ἔφεση ἢ δυνατότης ἢ δυναμικότης μέσα στὸν ἄνθρωπο πρὸς αὐτὴ τὴν θέωση, τὴν ὁποία ἔφεση δύναται μὲν ὁ ἄνθρωπος ἐλευθέρως νὰ καταχρᾶται καὶ νὰ διαστρεβλώνει, δὲν δύναται ὅμως νὰ τὴν ἀποβάλλει ἐντελῶς.
Ἡ δημιουργικὴ αὐτὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἡ δοσμένη στὴν φύση τοῦ ἀνθρώπου κτιστῆ «εἰκών» (ἢ «ἐνέργημα») Του μὲ τὶς δυνάμεις καὶ ἐφέσεις της ἀποτελοῦν ἀκριβῶς τὸν «λόγο» τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸ τελικὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως καὶ ἐδῶ καὶ στὴν αἰώνιο ζωή. Ὁ ἅγιος τοῦ Χριστοῦ Ὁμολογητής, ὁ θεῖος Μάξιμος, ὅταν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀνθρώπου ὁμιλεῖ γιὰ τὸν «λόγο» (ἢ τοὺς «λόγους») τῆς φύσεώς του, τὸν ὁποῖο ὀνομάζει καὶ «λογιότητα». Ἀλλὰ εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ «λογιότης» αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου (ἢ «ὁ λόγος», ἢ «τὸ λογικόν») καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ Λόγο, ποὺ εἶναι ἡ Αὐτολογιότης, καὶ τὸν συνδέει πάλι μὲ τὸν Θεάνθρωπο Λόγο. Δὲν σημαίνει ἐδῶ ὁ «λόγος» τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου (ἢ «τὸ λογικόν», ἢ «ἡ λογιότης») κάτι τὸ μόνο «διανοητικόν» (ratio) ἐντὸς τοῦ ἄνθρωπου, οὔτε πάλι σημαίνει κάτι τὸ «αὐτόνομον» τοῦ ἀνθρώπου, τὴν «αὐτονομία» ἢ τὴν «αὐτάρκειά» του, ἀλλὰ σημαίνει τὴν καθολικὴ (ἄρα καὶ «λογική» καὶ «ὑπαρξιακή») ἐν ἀγάπῃ σχέση καὶ μετοχὴ καὶ κοινωνία αὐτοῦ μετὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἐν τῷ Ὁποίῳ εὑρίσκεται ὁ θεῖος «λόγος» τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ θεῖος προορισμός του, ἡ «ἀρχή» καὶ τὸ «τέλος» του, τὸ Α καὶ τὸ Ω του, ὅπως καὶ «οἱ λόγοι» πάντων τῶν ὄντων, διότι ὁ Θεάνθρωπος Λόγος εἶναι «ἡ ἀλήθεια πάντων τῶν ὄντων», κατὰ τοὺς Ἁγίους (πρβλ. Κολ. 1, 15-20, Ἀποκ. 1, 8, 20, 5-6. Ἁγίου Μαξίμου, P.G. 91, 1081). Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἐν ἀγάπῃ καὶ ἐλευθερίᾳ «λόγιον» ἢ «λογικήν» (logosni) σχέση καὶ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Λόγο Χριστὸ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο «γῆ καὶ σποδός», «γῆ πάσχουσα», εἶναι μία πτῶσις καὶ μία ἁμαρτία, «ἀποτυχία», ἀποτυχία δὲ διότι ἀποτυγχάνει τοῦ σκοποῦ του, καὶ ὑπάρχει μὲν τραγικῶς, ἀλλὰ δὲν ζεῖ, μὴ ἔχων οὔτε κἂν σωστὴ ἀνθρώπινη «φύση» καὶ «ὑπόσταση», οὔτε κἂν σωστὸ «σχέδιο» ἀνθρώπου, ἀλλ᾿ εἶναι μία «ἔκπτωσις» καὶ ἐκ τῶν δυό. Καὶ εἶναι «πτῶσις» καὶ «ἔκπτωσις» καὶ «ἀποτυχία» ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὸν Χριστό, διότι ἡ ψυχή του καὶ ὅλη ἡ ὕπαρξή του εἶναι κατὰ φύσιν χριστιανὴ (ὅπως ἔλεγαν οἱ Ἀπολογητές), χριστοκεντρικὴ καὶ χριστολογική, διότι δημιουργήθηκε κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ ἡ κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὕπαρξή του ὑπάρχει καὶ ζεῖ τὴν ἀληθινὴ ζωή της μόνο ἐν τῇ συνεχεῖ καὶ ἀδιακόπῳ ἀγαπητικῇ σχέσει μὲ τὸν Χριστό, Αὐτὸν ποὺ εἶναι «ἀρχή, μεσότης καὶ τέλος» τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν τὴν εἰκόνα αὐτὴ ἐν τῇ σχέσει της μὲ τὸν Χριστὸ ἀρνεῖται ὁ ἄνθρωπος, αὐτὴ καὶ τότε δὲν ἐξαφανίζεται ἐντελῶς (ἀλλ᾿ εἶναι ὡς «λίνον τυφόμενος») (Ματθ. 12, 20), ὅμως ὁ ἄνθρωπος τότε ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό του ὡς ἄνθρωπο καὶ ἐρημώνει τὴν ὕπαρξή του ἀπὸ τὴν «λογιότητά» του, ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ «ἀνθρωπότητά» του, βλάπτει καίρια καὶ ζημιώνει τὸν ἑαυτό του, πάσχει ὁ ἴδιος ὡς ἄνθρωπος, γίνεται «πάθος», γίνεται ἕνα «αὐτοείδωλον», ὅπως τὸ διαπιστώνουν στὴν ἐμπειρία τοὺς οἱ ἄνθρωποι ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ὅταν ἐπιστραφοῦν πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστό: «Αὐτοείδωλον ἐγενόμην τοῖς πάθεσι τὴν ψυχήν μου βλάπτων, Οἰκτίρμων· ἀλλ᾿ ἐν μετανοίᾳ με παράλαβε καὶ ἐν ἐπιγνώσει ἀνακάλεσαι· μὴ γένωμαι κτῆμα, μὴ βρῶμα τοῦ ἀλλοτρίου (τοῦ διαβόλου), Σωτήρ, αὐτός με οἴκτειρον» Μέγας Κανών, Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, ᾠδὴ δ´).
Ἡ ἐμπειρία τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ συνεχίζεται ὡς βαθειὰ ἀνθρώπινη καὶ βαθειὰ τοῦ ἀνθρώπου ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διὰ τῶν αἰώνων, μαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γίνει καὶ νὰ ὑφίσταται «αὐτόνομος», δηλαδὴ μόνος του καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ Θεοῦ Λόγου, μὲ τὴν «αὐτάρκειά» του, τὴν δῆθεν ἀνεξάρτητη ἀπὸ ὁποιονδήποτε «ἐλευθερία» του. Διότι ἡ διεκδίκηση ἑνὸς «αὐτόνομου» ἀνθρώπου, ἑνὸς «χωρὶς Χριστοῦ» ἀνθρώπου (Ἐφ, 2, 12, 4, 18), χάριν μίας «ἐλευθερίας» (σφετερισμένης καὶ αὐτῆς), καταντᾶ ἀναπόφευκτα στὸ ἀντίθετο: στὴν τραγικὴ ὑποδούλωση τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἀλύτους καὶ παρα-λόγους καὶ παρα-νόμους «νόμους» (ἢ ἀπρόσωπα «στοιχεῖα» καὶ «δυνάμεις») τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου, μὲ ἀποτέλεσμα τὸν ἀπ-ανθρωπισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ὑπαρξιακὸς «οἶκος» τοῦ ἀνθρώπου χωρὶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν χάρη τοῦ Πνεύματός Του μὲ τοὺς καρπούς της δὲν δύναται νὰ παραμείνει ἐπὶ πολὺ ἢ καὶ καθόλου ἄδειος («σχολάζων καὶ σεσαρωμένος», Ματθ. 12, 44), διότι, ἐπειδὴ δὲν «συνάγει» καὶ δὲν συνάγεται μετὰ τοῦ Χριστοῦ, ἕνεκα τούτου «σκορπίζεται» (Λουκ. 11, 23) καὶ διασκορπίζεται ἀπὸ τὸ «ἀκάθαρτον πνεῦμα» καὶ τὰ «ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα αὐτοῦ», καὶ γίνονται «τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων» (Λουκ. 11, 26). Ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὴν συνεκτικὴ καὶ ἑνοποιὸ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, φθείρεται καὶ ἀποσυντίθεται καὶ «λεγεωνοποιεῖται», ὅπως λέγει τὸ Εὐαγγέλιο (Μαρκ. 5, 9, 15), καὶ ὅπως ἀναγκάζεται ἀπὸ τὴν τραγικὴ πραγματικότητα νὰ τὸ ὁμολογήσει ἀκουσίως ἡ ψυχανάλυση καὶ ὁ σύγχρονος ὑπαρξισμός. Ἡ διεκδίκηση τῆς «αὐτονομίας» καὶ τῆς «ἐλευθερίας» τοῦ ἀνθρώπου ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ (καὶ συχνὰ ἡ ἀναζήτηση τῆς «ἐλευθερίας» στὸ «Μηδέν») καταντᾶ νὰ εἶναι πλέον ἐλευθερία ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο (καὶ ὄχι γιὰ τὸν ἄνθρωπο), ἐκφυλισμὸς δηλαδή, ἢ μᾶλλον ἀνθρωποκτονία καὶ αὐτοκτονία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καὶ ὁ διάβολος ὑποσχεθεὶς στοὺς ἀνθρώπους τὴν «θέωση» ἀπέβη ἀνθρωποκτόνος ἐξ ἀρχῆς (Ἰω. 8, 44).

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Χριστός, ἀρχὴ καὶ τέλος»

από nektarios

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2018

Το εγώ και ο αληθινός Θεός


Ὅταν τὸ ἐγὼ ἀναζητᾶ τὸ Θεό, ἀπογοητεύεται βαθειὰ ἀπὸ τὴ σιωπή Του. Τὰ ὅρια τῆς σιωπῆς, τοῦ σκότους καὶ τῆς ἀπόκρυψης μὲ τὰ ὁποῖα συνήθως ὁ Θεὸς περιβάλλει τὸν Ἑαυτό Του, ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀπογοήτευση, ἐπιχειρήματα, θυμὸ, ἀκόμα καὶ ἀπόρριψη. Τὸ ἐγὼ συχνὰ ἀντικαθιστᾶ τὰ προϊόντα τοῦ μυαλοῦ μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ὡς ἰδέα εἶναι ἕνας Θεὸς ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα στὶς ἀνάγκες τοῦ ἐγώ. Τέτοιος Θεὸς θὰ καταλήξει νὰ εἶναι μία εἰκόνα τοῦ ἴδιου τοῦ ἐγώ. Ἀναπόφευκτα γινόμαστε αὐτὸ τὸ ὁποῖο λατρεύουμε.

Τὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποῖα ἔψαχνα σοβαρὰ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ ἕλκυε ἕνας Θεὸς τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦσα νὰ ἀποκτήσω. Ἀντιλαμβανόμουν τὴν εὐχαριστιακὴ πειθαρχία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὅτι ὑπῆρχαν πράγματα ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ χώρους στοὺς ὁποίους δὲν μποροῦσα νὰ ἐπισκεφτῶ, ἐνῶ τὸ πνευματικό μου ταξίδι ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν εἶχε ὅρια. Μποροῦσα νὰ πάω ὅπου ἤθελα, νὰ πῶ ὁτιδήποτε, νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ νὰ ταξιδέψω ὅπου ἤθελα. Καὶ ἔτσι κάθε προσπάθεια ποὺ κατέβαλλε τὸ ἐγώ μου, μὲ ἔφερνε ἀντιμέτωπο μὲ τὸ ἴδιο τὸ ἐγώ μου. Οἱ ἀκολουθίες τῆς Κυριακῆς ποὺ ἐπιτελοῦσα ὡς Ἀγγλικανὸς ἱερέας ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μεγάλων διαπραγματεύσεων, μεταξύ τοῦ δικοῦ μου ἐγὼ ἐνάντια στὰ ἐγὼ τῶν ἄλλων ποὺ ἤθελαν κάτι ἄλλο. Ἡ λατρεία ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀνήσυχης εἰρήνης, μιὰ ἐκπαίδευση σ’ ἕναν ἀνταρτοπόλεμο. Στὴν τελευταία μου ἐνορία, εἴχαμε τρεῖς λειτουργίες κάθε Κυριακή, γιὰ τρεῖς διαφορετικὲς ὁμάδες, οἱ ὁποῖες συχνὰ δὲν συμπαθοῦσαν ἡ μία τὴν ἄλλη.

Ἡ σύγχρονη συνήθεια τοῦ νὰ ψάχνουμε μία φιλικὴ Ἐκκλησία εἶναι τὸ λογικὸ παράγωγο μιᾶς ζωῆς ποὺ περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴ θεωρία τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένεια ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ ὅλους. Ὁ Ἰησοῦς δὲν πέθανε γιὰ νὰ σώσει τὸ ἐγώ. Πέθανε γιὰ νὰ τὸ νεκρώσει. Ὅταν μεταστράφηκα στὴν Ὀρθοδοξία, ἕνας φίλος, ὁ ὁποῖος ἀσπαζόταν τὸ σύγχρονο φιλελευθερισμό, εἶπε: «Ὁ Στέφανος ἔγινε Ὀρθόδοξος γιατί φοβᾶται τὴν ἀλλαγή».

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἔγινα Ὀρθόδοξος γιατί φοβόμουν ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀλλαγή, ἀλλὰ ὅτι οἱ ἴδιες κουβέντες θὰ ἐπαναλαμβάνονταν διαρκῶς.

Τὸ ἐγὼ κατασκευάζει μία χαρούμενη πόλη, γεμάτη μὲ κτίρια, ποὺ εἶναι προϊόντα διαπραγμάτευσης καὶ διαρκῶς μεταβαλλόμενους δρόμους. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἀξίες γιατί δὲν ὑπάρχει πραγματικότητα. Μόνο τὰ ὅρια ποὺ βάζουμε στὴ ζωὴ μας φανερώνουν τὸ ποιοὶ εἴμαστε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Θεός.


π. Στέφανος Freeman,τα όρια της ζωής μας

από εδώ

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2017

To μυστήριο των διαπροσωπικών σχέσεων


Επιστολή 36 του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, 7 Ιουλίου 1968
… Ναι, και εγώ επίσης το πήρα απόφαση ότι το μυστήριο των διαπροσωπικών σχέσεων θα παραμείνει για μένα άλυτο ως το τέλος των ημερών μου, τέλος που ήδη πλησιάζει[1]. Έχει ενισχυθεί μέσα μου η συνείδηση ότι όλοι εμείς οι άνθρωποι στον ένα ή τον άλλο βαθμό είμαστε τυφλοί.
Βλέπουμε κάποιο μέρος της παγκόσμιας ζωής και βασιζόμαστε στις κρίσεις μας από τη «μερική» αυτή θεώρηση. Η μερική, ατομική αυτή θεώρηση κυριεύει τον άνθρωπο τόσο ισχυρά, ώστε να μην μπορεί να κρίνει διαφορετικά, παρά βασιζόμενος στη δική του αντίληψη ή, όπως είπα, θεώρηση των πραγμάτων.
Ως συνέπεια της χαρακτηριστικής σε όλους μας τυφλώσεως, όλοι ανεξαιρέτως, δεν κατανοούμε πότε πληγώνουμε τους άλλους, πότε καταστρέφουμε τη ζωή τους, πότε κρίνουμε γι’ αυτούς σύμφωνα με την αντίδραση εκείνη που αποδείχθηκε συνέπεια ίσως κάποιας δικής μας ενέργειας.
Γνωρίζουμε ότι στη βάση της προσωπικής μας συνείδησης βρίσκεται η επιθυμία του αγαθού, η αναζήτηση της τελειότητος, και κινούμενοι από τη βεβαιότητα για το δίκαιο της αναζητήσεώς μας τείνουμε αθεράπευτα να δικαιώνουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας. Και αυτό αποτελεί κοινή αρρώστια όλων μας. Από αυτό προέρχονται οι άλυτες συγκρούσεις σε όλο τον κόσμο. Άλυτες, γιατί ο καθένας δικαιώνει τον εαυτό του απορρίπτοντας τη δικαιοσύνη του άλλου που στέκεται απέναντί του.
Δεν τα γράφω αυτά με σκοπό να σου καταλογίσω εκ νέου οτιδήποτε. Δεν γνωρίζω ποιος πρώτος με κάποια ορατή ή αόρατη κίνηση της ψυχής του προξένησε πληγή στην άλλη ψυχή. Γνωρίζω μόνο ότι δεν είναι δυνατό να σωθεί ο κόσμος διαφορετικά, παρά μόνο με το «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. 6, 12).
Η δύναμη λοιπόν αυτή της συγχωρήσεως για τις πληγές που μας προξένησαν εκπορεύεται από το Πνεύμα το Άγιο. Αυτή ήταν φυσική στον άνθρωπο πριν από την πτώση του, αλλά τώρα είναι για μας υπερφυσική. Εμείς δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε με δική μας δύναμη για τον πόνο που ζήσαμε.
Σου έγραψα ήδη, μου φαίνεται, ότι από πολύ παλιά άρχισα να βλέπω όλα όσα «συμβαίνουν» σε μένα, όχι μόνο ως προσωπικό μου δράμα ή ακόμη και τραγωδία, αλλά ως αποκάλυψη εκείνων που διαδραματίζονται στον ανθρώπινο ωκεανό, στην απεραντοσύνη της ζωής του κόσμου, που περνάει από μένα σαν θάλασσα από κάποιον «πορθμό». Ο πορθμός αυτός δεν είναι η ίδια η θάλασσα, αλλά το νερό μέσα σε αυτόν είναι το ίδιο με το νερό της θάλασσας. Και αυτό αποτελεί τον δρόμο για τη βαθύτερη κατανόηση των λόγων του Χριστού: «Πάντα ούν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς»[3] (Ματθ. 7, 12).
Συνεπώς αυτό είναι η μάθηση μας, το σχολείο μας· αυτό αποτελεί τον δρόμο προς την παγκόσμια γνώση, την οδό για την αφομοίωση της διδαχής του Χριστού, ως τότε ακατανόητης, παραμορφωμένης από τα πάθη και την «τύφλωση» μας.
Λοιπόν, αγαπητή μου Μαρία, ειρήνη σε σένα και χάρη Άνωθεν. Και μην φοβάσαι, δεν θα σε ανησυχήσω άλλο με τίποτε που θα μπορούσε να σου θυμίσει την πληγή σου.
Εγώ ο ίδιος είμαι τυφλός και δεν θυμάμαι καθόλου την πρώτη εκείνη χειρονομία μου, που εσύ κατανόησες με τον τρόπο που γράφεις γι’ αυτή. Συγχώρησέ με και δώσε μου την αγάπη σου…


Σημειώσεις:
[1] Η παράγραφος αυτή είναι απάντηση του Γέροντος Σωφρονίου στο γράμμα της Μαρίας της 2ας Ιουλίου 1968, όπου αυτή γράφει για κάποια παρεξήγηση στις σχέσεις με έναν κοινό γνωστό.
[2] Ματθ. 6,12.
[3] Ματθ. 7,12. Πρβλ. Λουκ. 6,31.

(Αρχιμανδρίτη Σωφρονίου Σαχάρωφ, "Γράμματα στη Ρωσία", εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, Αγγλίας, 2009, σ. 114-115)

από ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ
alopsis.gr

Δευτέρα, Ιουλίου 24, 2017

Μιὰ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Θεόδωρο Ντοστογιέφσκυ


Αποτέλεσμα εικόνας για Παπαδιαμάντη καὶ ΝτοστογιέφσκιΑποτέλεσμα εικόνας για Ντοστογιέφσκι                         τοῦ π. Ἀθανασίου Γέφτιτς

Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…


Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του...

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσί της τὴν ζωντανή.

Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκομε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν: «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πῶς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμεθα σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους…

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν σ᾿ αὐτὸ τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον. Εἶναι γνωστὴ ἡ σχέσι καὶ τῶν δυό με τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ εἰδικὰ μὲ τὰ Μοναστήρια, καὶ διαπιστώνεται αὐτὴ ἡ σχέσι στὰ ἔργα τους, μὲ διαφορὲς βέβαια, ἀλλὰ καὶ μὲ μία ἐσωτάτη ταυτότητα. Οἱ Κολλυβάδες τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ Στάρετς (Γέροντες) τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἦσαν φορεῖς τῆς ζωντανῆς αὐτῆς παραδόσεως τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Οἱ Στάρετς τῆς Ρωσίας –καὶ ὄχι μόνον τῆς Ὄπτινα στὰ μετέπειτα ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ καὶ τοῦ (ἁγίου) Τύχωνος τοῦ Ζαντόνκ, ἐπισκόπου καὶ ἀσκητοῦ– καὶ οἱ Κολλυβάδες μαρτυροῦν προσωπικά, καὶ ὄχι μόνο με τὰ ἔργα τους ἣ τὰ γραπτά τους, ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ: Τὸ ἀνθρώπινο πρόβλημα, ἡ ἀνθρώπινη μοίρα, ἂν θέλετε, ἢ τὸ πεπρωμένο του· ὄχι, ὅμως, μὲ τὴν ἐξωχριστιανικὴ ἔννοια τοῦ κρίματος ἢ τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἑπομένως μαρτυροῦν γιὰ τὸ ἀνθρωπολογικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ πρόβλημα.

Πόσα χρωστᾶ ὁ Ντοστογιέφσκυ στὰ Μοναστήρια, στὸν ἅγιο Τύχωνα καὶ στοὺς Στάρετς ἐν συνεχείᾳ καὶ πόσα χρωστᾶ ὁ Παπαδιαμάντης στὸν πατέρα του ἱερέα, ἀλλὰ καὶ στὴν παράδοση τῶν Κολλυβάδων στὴν Σκιάθο… Ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια ἦσαν πολὺ ποτισμένοι μὲ τὶς ἐμπειρίες αὐτὲς καί, ὅπως λένε καὶ οἱ δυό, ἀλλὰ τὸ ἐκφράζω μὲ τὰ λόγια του Κ. Παλαμᾶ, ὅτι ἦσαν παιδιά: «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα αὐτό, ποὺ ἦταν παιδί». Ἴσως δὲν τὸ ξέρομε ἀκριβῶς, ἀλλὰ ξέρομε ὅτι μένει πάντα μέσα του, καὶ στὸν πλέον ἀλλαγμένο ἄνθρωπο –ἀλλαγμένο ἀπὸ τὴν ἡλικία, ἀπὸ τὰ πάθη, ἀπὸ τὴν σκέψι– μένει κάτι ἀπὸ τὸ παιδί. Καὶ ἦσαν παιδιὰ ὅταν ἔζησαν τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῶν ἡρῴων της Βίβλου, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἔτσι νὰ πῶ.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ τὸ περιγράφει βάζοντας τὸν στάρετς Ζωσιμᾶ, ποὺ ὡς μικρὸς βρέθηκε στὸν ναὸ τὴν Μ. Ἑβδομάδα, ὅταν διαβαζόταν τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Καὶ εἶναι γνωστό, πὼς ἐκεῖ ἔζησε ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς, δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Ντοστογιέφσκυ, τὸ μεγάλο μυστήριο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πεπερασμένη γήινη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ αἰώνια Ἀλήθεια, ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ, συναστήθηκαν, ἀγγίχτηκαν μαζί. Καὶ ἡ γήινη δικαιοσύνη –μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας, διότι τὸ ῥωσσικὸ «πράβδα» ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας– συναντήθηκε μὲ τὴν αἰώνια ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰὼβ ἀπήντησε: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας».

Ὁ Παπαδιαμάντης, στὸ καταπληκτικὸ κείμενό του: «Φωνὴ αὔρας λεπτῆς», γραμμένο τὸ 1901, (σχολιάζοντας) ἕνα εἱρμὸ ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, γράφει: «Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου».

Ἐν συνεχείᾳ τελειώνει τὸ πολὺ μικρὸ καὶ πολὺ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ἄρθρο –γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι ὅλα τὰ διηγήματα, οὔτε ἀκόμη λιγότερο ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαμάντη τῆς ἴδιας ἀξίας, οὔτε τοῦ Ντοστογιέφσκυ, στὸ ἴδιο ἐπίπεδο, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι πάλευαν καὶ ἀποτύπωναν– τελειώνει ἀναφέροντας τὸ ποίημα τοῦ Πινδάρου, ὅπου «οἰονεὶ (:σὰν νὰ) προφητεύει» γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ «τοιοῦτος Θεός, ἥρως καὶ ἄνθρωπος οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει, εἰ μὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστός».

Φαίνεται μία μεγάλη ἀγάπη τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ γιὰ τὸν Χριστό. Εἶναι γνωστὸ τὸ γράμμα τοῦ Ντοστογιέφσκυ στὸν Φονβίζιν (τὸ 1854), ποὺ λέει παράδοξα: «Ἂν ἡ ἀλήθεια, ἂς ὑποθέσωμε, θὰ ἀπέκλειε τὸν Χριστό, ἐγὼ θὰ ἔμενα μὲ τὸν Χριστὸ κι ὄχι μὲ τὴν ἀλήθεια». Παράδοξο, παραδοξότατο, (ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Αὐτοαλήθεια, Ἰωάν. ιδ´ 6), ἀλλ᾿ ἀληθηνέστατο. Ὁ Τ. Χρυσάφης, σ᾿ ἕνα βιβλίο του, γράφει γιὰ τὴν θεολογικὴ σκέψι τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ λέει: «Σπάνια συναντοῦμε τὴν λέξι Θεός. Στὰ γραπτά του μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἀπευθύνεται στὸν Χριστό». Ὁ Τέσλαν Μίλος ἔχει γράψει ἕνα ἄρθρο γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ καὶ λέει: «Δὲν βρῆκε τὸν Θεό, ἔχασε τὸν Θεὸ καὶ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό». Καὶ τὸ θεωρεῖ κατάντημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ αὐτό. Ὅμως, τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ γράψη ἕνας καθολικὸς καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήση ἡ θρησκεία του; Πῶς νὰ καταλάβη γιατί ὁ Ντοστογιέφσκυ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό…

Ὁ Παπαδιαμάντης τὴν ἴδια ὁμολογία δίνει ὅταν λέῃ: «Ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ δὲν θὰ παύσω πάντοτε νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου…». Διότι δὲν ἀρκεῖ κάποιος θεός, οὔτε κάποια θρησκεία. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς ἐνσαρκωμένος στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεὸς ποὺ δὲν ἔλαβε σάρκα, ποὺ δὲν ἔζησε τὸν πόνο μας τὸν ἀνθρώπινο, τὴν ὕπαρξί μας, τὰ βάσανά μας, τί νὰ τὸν κάνωμε; Ἔτσι καὶ οἱ θεοὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ποὺ ὁ Πλήθων στὴν «Γυφτοπούλα» (τοῦ Παπαδιαμάντη) θέλει νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ, ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης πρίν, εἶναι νεκροί.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ πέρασε ἀπὸ τὸν μεγάλο πειρασμὸ (τῆς Εὐρώπης) καὶ μπολιάστηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν Δύσι, καὶ δὲν μποροῦσε (ἴσως) νὰ μὴ μπολιαστῇ. Διότι «ἀνένδεκτον (:ἀδύνατον) ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα», τοὺς πειρασμοὺς (Λουκ. ιζ´ 1). Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρωμε ὅτι «πειρασμὸς ἡμᾶς οὐκ εἴληφεν (:κατέλαβε) εἰ μὴ ἀνθρώπινος» (Α´ Κορ. Ι´ 12). Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ περάσωμε κι ἐμεῖς (τέτοιο πειρασμό), διότι εἶναι ὄχι γεωγραφικές, ἀλλὰ πνευματικὲς κατηγορίες αὐτές. Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος εἶναι μέσα μας, εἶναι ὁ παλαιὸς Ἀδάμ. Καὶ παλεύουμε μέσα μας νὰ βγοῦμε, ἂν ὄχι Ἀνατολίτες, νὰ βγοῦμε τουλάχιστον ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἄνθρωποι ὀρθόδοξοι, πέστε τὸ Βαλκάνιοι, Βυζαντινοί, Ἕλληνες, Σέρβοι, Ῥῶσσοι, κτλ, πάντως μὲ διαφορετικὴ γεῦσι ζωῆς, μὲ πείρα ἀνθρώπου διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος.

Αὐτὸ ποὺ λέμε «δυτικὸς ἄνθρωπος», ἐμφωλεύει πάντα μέσα μας. Ἤξερε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεότητος ῥέπει πρὸς τὸ πονηρό. «Ἐκ νεότητός μου πολλὰ πολεμεῖ με πάθη». Γράφει τὸ 1875 σὲ μία ἐπιστολή του ὁ Παπαδιαμάντης: «Εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὑπάρχει μία ῥοπή, μία τάσις πρὸς τὴν διαφθοράν. Θέλει κανεὶς νὰ χαλασθῇ καὶ διὰ τούτου χαλνιέται». Στὸν «Χρῖστο Μηλιώνη» μὲ ἄλλα λόγια γράφει: «Τὰ ὅρια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας εἶναι τοσοῦτον δυσδιάκριτα ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ὥστε οἱ νεώτεροι ἐκ τῶν φιλοσοφούντων ἔχουν δίκαιον νὰ ἀνακηρύξουν ὡς ὅλως ἀνωφελῆ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ψυχολογίαν, ὅπως ἀνεκήρυξαν καὶ τὴν μεταφυσικήν».

Λέει κι ἄλλα ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ τὸ σκοτεινὸ ἄντρο τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Ἡ αἰωνία τάσις τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾷ πᾶν τὸ μισητόν». Καὶ μιλάει γιὰ αὐτολατρεία: «Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρείας καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι κατηργήθησαν». Ὁ κ. Μπαστιᾶς, (στὸ ὡραῖο βιβλίο του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη), μιλάει γιὰ αὐτολατρεία τοῦ οὐμανισμοῦ, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης τὸ εἶχε πῆ πολὺ πρὶν στὸν Μεγάλο Κανόνα του: «Αὐτείδωλον ἐγενόμην». Αὐτὸ εἶναι ἡ Δύσι: αὐτείδωλον. Καὶ αὐτὸ εἶναι μέσα μου…

Ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶχε πολὺ μπολιαστεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη κι ἔλεγε: «Εἶναι χώρα τῶν θαυμάτων, ἀλλ᾿ εἶναι νεκροταφεῖο. Εἴμαστε εὐγνώμονες, πήραμε πάρα πολλὰ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ θὰ πάρωμε καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾿ εἶναι πλέον καιρὸς νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν “αἰχμαλωσία τῆς Αἰγύπτου”, ἀπὸ τὴν Εὐρώπη». Αὐτὸ ἔχει πολλὴ σημασία ἂν τὸ μετρᾶμε μὲ τὶς διαστάσεις ἑνὸς Ντοστογιέφσκυ. Νομίζω πὼς καὶ ὁ Παπαδιαμάντης πέρασε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν βαθὺ πειρασμὸ τῆς Δύσεως. Ἦταν ἄνθρωπος εὐρωπαῖος, σύγχρονος, μορφωμένος, διαβασμένος, μετέφρασε (δυτικὰ ἔργα), ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὴν μέτρησε…, δὲν εἶπε ἀνάθεμα στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ τὴν ζοῦσε μέσα του.

Αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ δράμα τῶν λαῶν, ποὺ σήμερα ζοῦμε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι λαοί. Γιατί τόσο δὲν θέλουν τοὺς Ῥώσσους, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ἕλληνες; Γιατὶ εἶναι ἀπρόβλεπτοι, ἀπροσδόκητοι. Αὐτοὶ θέλουν τὸ σίγουρο, θέλουν τὸ καλούπι, θέλουν νὰ ἐλέγχουν. Αὐτὸ εἶναι φιλαρχία δαιμονικὴ στὸ βάθος τῆς στάσεως τῆς Εὐρώπης, γιὰ γνῶσι καὶ γιὰ κυριαρχία καὶ γιὰ ὅ,τι φαίνεται. Ὁ π. Ἰουστίνος (Πόποβιτς) ἐμμένοντας στὸν Ντοστογιέφσκυ –δὲν ξέρω ἂν διάβασε τὸν Παπαδιαμάντη, δὲν τὸν ἀναφέρει– ἔλεγε ὅτι Παπισμὸς κατὰ βάθος εἶναι στὴν Εὐρώπη ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Ἡ νοοτροπία αὐτὴ νὰ κατέχῃς τὸν ἄλλον, νὰ τὸν γνωρίζῃς, νὰ τὸν κάνῃς εὐτυχισμένο, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέτρα σου.

Κι ἐδῶ ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ὁ πράος, ὁ ταπεινός, ὁ ἀδύναμος, ποὺ φανερώνεται στὰ πρόσωπα τῶν ἡρῴων του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ δὲν σῴζει βίαια, σῴνει καὶ καλά. Δὲν ἔσωσε τὴν «Φραγκογιαννοῦ τὴν φόνισσα», ποὺ δὲν μετάνοιωσε, δὲν ἔσωσε τὴν «κα Αὐγούστα», ποὺ κι ἐκείνη δὲν μετάνοιωσε. Γιατὶ ἡ αὐτομεμψία ἀπὸ μόνη της δὲν σῴζει. Σῴζει ὁ Θεὸς βλέποντας τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεχύνεται, νὰ καταγκρεμίζη τὰ εἴδωλα καὶ αὐτείδωλά του, τὴν αὐτοθρησκεία του, τὴν αὐτολατρεία του καὶ νὰ προσφέρῃ λατρεία στὸν Θεό.

Τὸ καλὸ καὶ χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ εἶναι ὅτι αὐτοὶ δὲν φτιάχνουν πρόσωπα, ἀλλὰ περιγράφουν, παριστάνουν. Στὸν Ντοστογιέφσκυ βλέπει κανεὶς μία πολυφωνία καὶ μία διαλογικότητα, δηλαδὴ τὸν πλοῦτο τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, τὸν πλοῦτο τῆς ἰδιοφορφίας, τῆς ἰδιοπροσωπίας. Καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἱστορήματα τοῦ Παπαδιαμάντη (εἶναι) μαζεμένος ὁλόκληρος λαός, ἕνα ἑλληνικὸ πανηγύρι, κι ἁπλώνεται μία ὁμοαλήθεια. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔλεγε ὁ Ντοστογιέφσκυ μὲ τὴν «σόμπορνοστ» (:ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ), ὄχι ἐπιβαρυμένη μὲ τὴν ἔννοια τῶν Σλαβοφίλων του Σολόβιεφ, ἀλλὰ μ᾿ ἐκείνη ποὺ τῆς ἔδωσε στὴν ὁμιλία του γιὰ τὸν (μεγάλο ῥῶσσο ποιητή) Πούσκιν, ὅπου εἶπε ὅτι ὁ Πούσκιν εἶναι «πανάνθρωπος», ἀντὶ τοῦ εὐρωπαίου «ὑπερανθρώπου».

Στὴν ὁμιλία αὐτὴ τοῦ 1880 ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶπε: «Ταπεινώσου ὑπερήφανε ἄνθρωπε…». Καὶ σὲ λίγο ἐκοιμήθη († 1911) μὲ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν Θ. Κοινωνία, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους…


Κυριακή, Μαρτίου 08, 2015

Αντρας και Γυναίκα: Ισότιμοι.



 

Λέμε πώς η γυναίκα στην Εκκλησία είναι ισότιμη με τον άντρα. Αλλά ποιές είναι οι δωρεές και χάρες, πού την καθιστούν τέτοια και πολυτιμότερη σε πολλά από το ανδρικό φύλο; 

Ο Άντρας πλάστηκε από χώμα, από ύλη. Η γυναίκα όμως από την ύλη του ανδρός, από ευγενέστερα υλικά δηλαδή. Η γυναίκα παρήκουσε και έφαγε τον καρπό , επειδή είχε περιέργεια και προσωπικότητα. Ο άνδρας όμως τον έφαγε επειδή του το είπε η γυναίκα, δηλαδή όχι από δική του περιέργεια, αλλά από απλή χαζομάρα και εξάρτηση από το δικό της θέλημα.Δεν θέλω να πώ πώς ξεγελάστηκε, αλλά στον χαρακτήρα ήταν ατελέστερος από αυτην.Η γυναίκα άκουσε από τον Θεό πώς ο απόγονος της θα νικήσει την αμαρτία. Ο άντρας άκουσε από τον Θεό κάτι ευτελέστερο και πιό πρακτικό, ότι θα δουλεύει την γη. Στην γυναίκα δόθηκε η πνευματική επαγγελία και στον άντρα η πρακτική άσκηση.

Όμως , ας μην υποτιμάμε τον άντρα, αφού τα φύλα είναι ισότιμα. Ανάλογα,ο άντρας πλάστηκε από τον Θεό με ιδιαίτερη μέριμνα, αφού "έσκυψε και τον έπλασε και φύσηξε πνοή πάνω του". Η γυναίκα φτιάχτηκε από το πλευρό του άντρα όμως υστερότερα , καίτοι φτιάχτηκε από το πλευρό και όχι από το κεφάλι για να τον εξουσιάζει, ούτε από τα πόδια για να εξουσιάζεται, αλλ όμως είναι πλάσμα φτιαγμένο από τον άνδρα και ονομάζεται γυνή, πού σημαίνει γόνος.Ο άντρας άκουσε από τον Θεό , πώς η εξάρτηση της γυναίκας του θα είναι προς αυτόν και τέλος μπορεί η πνευματικότερη επαγγελία να δόθηκε στην γυναίκα και στον άντρα η πρακτική άσκηση, αλλά ο Σωτήρας γεννήθηκε στο φύλο άντρας, καίτοι ήταν απόγονος της Εύας.Τέλος, ο άντρας ονόμασε την γυναίκα, πράγμα πού σημαίνει πώς την είχε υπό την ποιμαντική του μέριμνα και φροντίδα. Και η ποιμαντική δεν είναι εξουσία, αλλά διακονία.Αλλά και μέχρι τον ερχομό του Χριστού και την γέννηση Του από γυναίκα, στον άνδρα ανατέθηκε η πνευματική μέριμνα για την πορεία της γυναίκας πρός το μυστήριο της τελείωσης και στην ευσέβεια.

Για αυτό και στον άντρα δόθηκε η Ιερωσύνη για να ποιμαίνει την Γυναίκα. Στην δε Γυναίκα δόθηκε η μητρότητα για να φέρνει στην ζωή τον άντρα.Και έτσι ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο για να υπάρξει και στην φυσική ύπαρξη και την πνευματική τελειότητα.

Ο άντρας είδε την γυναίκα και παραδέχτηκε πώς ήταν όμορφη και καλή λίαν και αυτή πλάστηκε για να είναι σύντροφος του και βοηθός επί της γης. Η γυναίκα ανάλογα δεν είπε πώς αυτός είναι ο άντρας μου,ο καλός ή κακός άντρας μου, αλλά παραδόθηκε με μεγάλη ταπείνωση και αφοσίωση στην αγάπη και την συνεργασία. Στον μεν άντρα δηλαδή φάνηκε μία κάποια αδυναμία αφού ήθελε βοηθό,αλλά και κάποια κρίση αφού είχε το προνόμιο να δεί τί είναι όμορφο, στην γυναίκα όμως δύναμη ψυχής, πού σημαίνει η υπακοή και η αφοσίωση της και ηθική ανωτερότητα σε αυτο το σημείο.

Και οι δύο έχουν ίδια δικαιώματα στην σωτηρία. Και η ιερά ιστορία μιλάει για γυναίκες πού οδήγησαν τον άντρα τους στον Θεό. Ο Χριστός δε προσέλαβε κατά είδος μεν άρρεν, αλλά κατά φύσιν Άνθρωπον. Ανθρωπος σημαίνει άντρας και γυναίκα.Επίσης, όταν αμάρτησαν ενώπιον του Θεού έδειξαν και οι δύο κοινή αχαριστία και απείθεια, αφού ο μεν άντρας έριξε την ευθύνη στον Θεό διά μέσω της γυναίκας, η δε γυναίκα στον Θεό διά μέσω του όφεως.

Βλέπουμε λοιπόν πώς ο Θεός ισότιμα έπλασε τα δύο φύλα και δεν άφησε ούτε τον Άντρα, ούτε την Γυναίκα χωρίς προνόμια και ιδιαίτερες χάρες. Αλλά και στους δύο φάνηκε η αγάπη και η δόξα Του!

Πέμπτη, Οκτωβρίου 02, 2014

To αλλιώτικο




Η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί. 

Μέσα μας υπάρχει ο άλλος άνθρωπος, ο αληθινός εαυτός.Πεινά, διψά, κρυώνει για Χριστό. 

Οι άνθρωποι σήμερα όταν πεινάνε τρώνε, όταν διψάνε πίνουν, όταν είναι φορτωμένοι καθαρίζονται, όταν τους προσβάλεις γυρεύουν εκδίκηση τιμής. Και αυτό το ονομάζουν ΕΑΥΤΟ.

Άλλοι πάλι ξοδεύουν χρόνο, χρήμα και ψυχή σε διαλογισμούς, γιόγκες και τεχνικές για να βρουν αυτόν τον εαυτό και ειναι πλήρως ικανοποιημένοι με αυτό.

 Αλλά αυτό δεν είναι ο εαυτός. Είναι η σάρκα, ο σαρκικός άνθρωπος, το είδωλο των παθών. 
Θεραπεύουν ένα εξουσιαστικό φάσμα, έναν απαιτητικό δυνάστη. 

Ο άνθρωπος έρχεται σε άμεση επαφή και γνώση με τον έσω άνθρωπο, τον αληθινό εαυτό όταν γίνει εκκλησιαστικός, μυστηριακός, όταν συναντήσει με κόπο, δάκρυ και θυσία τον Χριστό. 

Ο κόσμος μας βρίζει για νεφελολόγους και ομφαλοσκόπους. Ετσι είναι ο κόσμος. Εχει ρίξει άγκυρα στον βόθρο των αισθήσεων και των ιδεών και νομίζει όλο αυτό για πραγματικότητα. 

Ας είναι. Εμείς θα κηνυγάμε το αλλιώτικό!

Καλημέρα σε όλο το βασίλειο του Θεού!

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2013

Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware Τὸ ἀληθινὸ θαῦμα


«Μίλησέ μας γιὰ τὶς θεῖες ὀπτασίες ποὺ ἔχεις», εἶπε κάποτε ἕνας μοναχὸς στὸν Ἀββᾶ Παχώμιο (286-346). «Ἕνας ἁμαρτωλὸς σὰν ἐμένα δὲν περιμένει νὰ ἔχει καμιὰ ὀπτασία ἀπὸ τὸ Θεό», ἀπάντησε ὁ Παχώμιος. «(...) Ἐπίτρεψέ μου ὅμως νὰ σοῦ πῶ γιὰ μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Ἂν δεῖς ἕναν ἅγιο καὶ ταπεινὸ ἄνθρωπο, αὐτὸ εἶναι μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Γιατί ποιὰ ἄλλη μεγαλύτερη ὀπτασία ἀπ᾿ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει: νὰ δεῖς τὸν ἀόρατο Θεὸ νὰ φανερώνεται στὸ ναό του, σ᾿ ἕνα ὁρατὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο»;
 
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνώτερη ὀπτασία ἀπὸ ὅλες, τὸ ἀληθινὸ θαῦμα: μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ. «Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθην» (Ψαλμ. 138:14). Στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς ἴσως δὲν ὑπάρχει καθῆκον πιὸ ἐπιτακτικὸ ἀπὸ αὐτό: νὰ ἀνανεώνουμε τὸ αἴσθημα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἔκπληξης μπροστὰ στὸ θαῦμα καὶ τὸ μυστήριο τοῦ δικοῦ μας προσώπου. 


Ἡ λέξη μυστήριον, ἰδιαίτερα, χρειάζεται ἔμφαση. Ποιὸς εἶμαι; Τί εἶμαι; Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη...


 









https://www.facebook.com/groups/260918685266/10151270089750267/

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2012

Ο Θεός ἀφήνει καί πεθαίνουν ἀπό τήν πείνα παιδιά;


Τό γράμμα τοῦ ἐφήβου τῆς Γ΄ Λυκείου Α.Κ. ἔχει ὥριμη­ σκέψη καί θέτει σπουδαῖα ἐρω­τήμα­τα. Ἀρχίζω ἀπό τό πρῶτο, πού λέει: «Ἀφοῦ ὁ Θεός φροντίζει καί γιά τά πετεινά τ᾿οὐ­ρανοῦ, γιατί ἀφήνει νά πεθαίνουν ἀπό τήν πείνα τόσα παιδιά στήν Ἀφρική, στήν Ἀσία, νά ὑπάρχουν τόσοι ἄστεγοι κ.τ.λ.;». 

Πράγματι· ὁ Θεός δέν δημιούργησε ἁπλῶς τόν κόσμο· ἡ ἀγαθή του πρόνοια φροντίζει μόνιμα γιά ὅλα τά ὄντα· ἄψυχα καί ἔμψυχα· ἄλογα καί λο­γι­κά.
Καί γιά τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ, πού δέν σπέρ­­νουν οὔ­τε θερίζουν οὔτε μαζεύουν σέ ἀπο­­θῆκες. Φροντί­ζει καί γιά ἐκεῖνα ἀκόμη τῶν ὁποίων ἡ τρο­φή εἶναι σπά­νια καί δυσεύρετη – ὅπως π.χ. τά κοράκια πού τρέφονται μέ ψοφίμια. Ὁ Θεός τρέ­­φει καί αὐτά. Πολύ περισσότερο φροντίζει γιά τούς ἀνθρώπους (Ματθ. στ´ 26-27 καί Λουκ. ιβ´ [12] 24-25). Ἡ ἀγαπητική μέριμνα τοῦ Θεοῦ ἐκτείνεται σ᾿ ὅλα αὐτά, καί διότι τά δημιουργήματα αὐτά δέν μποροῦν νά βοηθήσουν τό ἕνα τό ἄλλο· μόνο νά εἰδοποιηθοῦν μεταξύ τους μποροῦν, ὅταν ἐπι­σημάνουν κάποιο μέρος, ὅπου ὑπάρχει τροφή· π.χ. οἱ μέλισσες εἰδοποιοῦνται μετα­ξύ τους μ᾿ ἕναν πολύ ἔξυπνο τρόπο κ.λ.π.
       Στίς 7η καί 9η Ὁμιλίες του «Εἰς τήν Ἑξαήμερον» ὁ Μ. Βασίλειος ἀπαριθμεῖ πλῆθος παραδειγμάτων γιά νά βεβαιώσει ὅτι ὁ Θεός προνοεῖ γιά ὅλη τήν κτίση. Γράφει: Κανένα δημιούργημα δέν εἶναι ἀπρονόητο οὔτε παραμελημένο ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ὅλα τά σκοπεύει ὁ ἀκοίμητος ὀφθαλμός του, καί σ̓ ὅλα χορηγεῖ καί βραβεύει τή σωτηρία τους. Καί ἀλλοῦ γράφει: Κανένα ἀπό τά ὄντα δέν εἶναι ἀπρονόητο, οὔτε ἄμοιρο τῆς ἐπιμέλειας, ἡ ὁποία τοῦ ἀνήκει.
Ο Θεός λοιπόν δέν ἀδιαφορεῖ γιά κανένα ἀπό τά πλάσματά του. Ὅμως ἡ ἀγάπη του ἐκτείνεται ἰδιαίτερα σ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Αὐτός, ὁ Κύριος νοιάζεται καί ἐνδιαφέρεται γιά σᾶς, μᾶς διδάσκει ὁ ἀπ. Πέτρος (βλ. Α΄ Πέτρ. ε΄ 7). Εἶναι δέ τόσο τό ἐνδιαφέρον τοῦ Κυρίου γιά τόν καθένα προσωπικά, ὥστε ἔχει γνώση καί τῶν ἐλαχίστων γεγονότων πού μᾶς συμβαίνουν, στά ὁποῖα ἐμεῖς δίνουμε ἐλάχιστη ἤ καί καμιά σημασία! Αὐτό μᾶς τό βεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μέ τόν λόγο του: Ἀκόμα καί οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας, γιά μιά ἀπό τίς ὁποῖες σεῖς μικρή ἤ καμιά φροντίδα δέν λαμβάνετε, καί τόν ἀριθμό τῶν ὁποίων ἀγνοεῖτε, ὅλες ἔχουν ἀριθμηθεῖ (βλ. Ματθ. ι΄ 30). Ἄν ὅμως ὁ Κύριος ἐνδιαφέρεται γιά τά ἀσήμαντα, πολύ περισσότερο ἐνδιαφέρεται γιά τά σημαντικά.
Ἀκόμη ὁ Κύριος ἀνατέλλει χωρίς διάκριση τόν ἥλιο σέ πονηρούς καί ἀγαθούς· βρέχει τή βροχή του σέ δικαίους καί ἀδίκους (Ματθ. ε´ 45). Ἔτσι εὐ­εργετεῖ κι αὐτούς πού Τόν μισοῦν καί Τόν ὑβρί­­ζουν. Ὁ Θεός βρέχει καί στή γῆ πού καλλιεργεῖ­ται ἀπό χέρια πλεονεκτῶν καί ἐκμεταλλευτῶν. ­Ἀ­να­τέλ­­λει­ τόν ἥλιο, πού θερμαίνει τούς σπόρους καί πολ­λαπλα­σιάζει διά τῆς εὐφορίας τούς καρ­πούς. Ὅταν δέ ἡ Ἁγία Γραφή μιλάει γιά τόν ἥλιο καί τή βροχή, ἐννοεῖ καί ὅλα ὅσα εἶναι ἀπαραίτη­τα γιά τή ζωή μας, τήν αὔξηση, τήν προκοπή καί τήν εὐτυ­χία μας.
Ἡ ἀγαθή λοιπόν πρόνοια τοῦ Θεοῦ φροντίζει καί γιά τά πιό ἀσήμαν­τα τῆς ζωῆς μας. Ἀγκαλιάζει ὅλους. Μεριμνᾶ γιά ὅλες τίς χῶρες, γιά ὅλους τούς λαούς. Μάλιστα ὁ ἱερός Χρυσόστομος στήν ὁμιλία του «Πρός τούς λέγοντας ὅτι οἱ δαίμονες διοικοῦν τά ἀνθρώπινα» τονίζει: Οὔτε ὁ ἥλιος δέν εἶναι τόσο φωτεινός, τόσο λαμπρός, ὅσο σα­φής εἶναι ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ! Ὅμως ποιά εἶναι ἡ δική μας συμπε­ριφορά; Εἶναι συνήθως ἡ ἀδικία, ἡ κακότητα, τό συμφέρον, ἡ ἐκμετάλλευση, ἡ μισανθρωπία, ἡ ἄρ­­νη­ση νά δώσουμε στόν ἄλλο ἀπό τά ἀγαθά μας. Λησμο­νοῦμε ὅτι ἔχουμε ὅλοι _ λευκοί, μαῦροι, κί­τρινοι _ κοινή καταγωγή, κοινή φύση. Μένουμε ὅμως ἀσυγκίνητοι, ἀνάλγητοι, ἄκαμπτοι μπροστά στή δυστυχία τῶν ἄλλων. Τό μόνο πού μᾶς ἐνδια­φέρει εἶναι πῶς θά αὐξήσουμε τά δικά μας κεφά­λαια _ ἀτομικά ἤ κρατικά. Ἡ ὅποια δυστυχία ὄχι μό­νο δέν μᾶς συγκινεῖ, ἀλλά καί ἀποτελεῖ εὐκαι­ρία το­κογλυφικῶν δανείων σ᾿ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, πού σημαίνει τελικά αὔξηση τῶν δικῶν μας κεφα­­λαίων. Μέ μιά φράση· Ἡ δική μας συμπεριφορά πρός τούς συνανθρώπους μας εἶναι ἐντελῶς ἀ­­­ντίθετη πρός τήν ἀπέραντη ἀγαπητική συμπερι­φορά τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.
Ξεχνοῦμε ὅμως μιά μεγάλη ἀλήθεια. Παραβλέ­που­με ἕνα μέτρο καλλιεργείας τῆς ἑνότητος ὅ­­­λων διά τῆς ἀγάπης, πού ἔλαβε ὁ πάνσοφος Θεός γιά τά πλάσματά του. Ποιό εἶναι αὐτό τό μέτρο; Δέν ἔχουν ὅλες οἱ χῶρες τά ἴδια ἀγαθά, τά ἴδια προϊόντα, τόν ἴδιο πλοῦτο. Γιατί; Γιά νά ἔχει ὁ ἕνας λαός, ἡ μία χώρα ἀνάγκη τῆς ἄλλης. Ἔτσι τό ὑστέρημα ἤ τό ἔλλειμμα τοῦ ἑνός καλεῖται νά τό ἀναπληρώσει ὁ ἄλλος. Μ᾿ αὐτό τόν τρόπο καλ­λιεργοῦνται στε­νές ἀδελφικές, διακρατικές, εἰ­ρηνικές σχέσεις. Δυ­στυχῶς ὅμως μπαίνει ἡ δική μας ἀπληστία καί τό συμφέρον. Καί ἀντί ἀγάπης ἐφαρμόζουμε τό «ὁ θάνατός σου ζωή μου»! ῎Η αὐτό πού καταδικάζει ὁ ἀπ. Παῦλος: Ἄλλος μέν φτω­χότερος νά πεινᾶ, ἄλλος δέ πλουσιότερος νά μεθᾷ! (Α´ Κορ. ια´ [11] 21).
Μέ τή συμπεριφορά ὅμως αὐτή ὅ,τι πρέπει νά συντελεῖ στήν ἀ­­­μοι­βαία φιλία καί ἀγάπη καί στή δημιουργία καλῶν καί εἰρηνικῶν σχέ­σεων, γίνεται ὄργανο ἁρπακτικότητος, ἐκμεταλλεύσεως· δηλα­δή κα­τα­στάσεων πού συντελοῦν στήν ψυχρότη­­τα, στή διάσταση ἤ καί σ᾿ αὐτόν ἀκόμη τόν πόλε­­­μο! Στόν ὁποῖο, προκειμένου νά ἐξοντώσουμε τόν ἀν­­­τί­­παλο _ ἀδελφό μας, χρησιμοποιοῦνται ὅπλα, πλοῖα, ἀεροπλάνα, βόμβες, πύραυλοι… Ὅλα ὅμως αὐτά φτωχαίνουν ἀκό­μη περισσότερο τούς φτω­χούς καί ἀδύνατους λαούς. Τούς βυθίζουν στήν πείνα καί στήν ἐξαθλίωση. Καί πλουτίζουν ἀκόμη περισσότερο τούς πλούσιους καί ἰσχυρούς, ἀφοῦ αὐτοί εἶναι οἱ κατασκευαστές καί οἱ ἔμποροι τῶν ὁπλικῶν συστημάτων…
Ὥστε ἡ φτώχεια, ἡ πείνα, ἡ δυστυχία τῶν λαῶν δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά καρπός τῆς δικῆς μας κακίας, τοῦ δικοῦ μας ἐγωισμοῦ, τοῦ δικοῦ μας αὐ­τεξουσίου. Γιά τή θεραπεία αὐτοῦ τοῦ κακοῦ δέν φταίει βέβαια ὁ Θεός. Ὡστόσο μᾶς ἔχει δώσει φάρ­μακο.



εδώ

Κυριακή, Οκτωβρίου 31, 2010

Ενός λεπτού σιγή

Στην θέση του πλουσίου του σημερινού ευαγγελίου είμαστε λίγο πολύ όλοι μας. Και αυτό όχι μόνο γιατί είμαστε απλά περιφερόμενες κοιλιές και ακόρεστοι νόες πού ζούν μόνο  για υλικές και αισθησιακές εμπειρίες και ικανοποίηση του εγώ, αλλά κυρίως γιατί μεμψίμοιροι και φοβισμένοι, κάναμε το έγκλημα να βάζουμε την αγάπη σε δεύτερο πλάνο. 

Δίπλα μας πτωχολάζαροι πολλοί οι αδελφοί μας, λιμώττοντες ή χορτασμένοι, γυμνοί ή πορφυροντυμένοι, ασθενείς ή σκασμένοι από υγεία ζητούν ένα μόνο πράγμα : α γ ά π η. 

Αγάπη, ενδιαφέρον, σεβασμό, μέριμνα. Ο σημερινός άνθρωπος ξεχνά να σκύψει πάνω από τον διπλανό του για να δεί τον εαυτό του να καθρεφτίζεται στο έτερο πρόσωπο. Είμαστε αξιολύπητα αυτείδωλα. Να μάθουμε να ζούμε και να υπάρχουμε με αλληλοπεριχώρηση. Να οριζόμαστε από την αγάπη μας για τον άλλο.

¨Ολοι μας κατά τραγική ειρωνία είμαστε ταυτόχρονα "πλούσιοι" και "λάζαροι". Πλούσιοι γιατί είμαστε έμπλεοι του αυτάρεσκου εγώ. Λάζαροι γιατί περιδεείς αναζητάμε την αγάπη και το ενδιαφέρον του άλλου. Ας σπάσουμε το χρυσό κλουβί του εγωισμού για να ελεήσουμε και να ελεηθούμε. Να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Να υπάρξουμε σαν εκκλησία και κοινωνία και όχι αυτονομημένες αξιολύπητες μονάδες. Εγώ είμαι ο άλλος.

Πιό πολύ από το ψωμί σήμερα, αναγκαίο είναι το ενδιαφέρον και η μέριμνα. Να σπάσει ο φόβος, να σπάσει ο εγωτισμός. Να γίνουμε διάκονοι του ετέρου, πού δεν θα είναι πια έτερος αλλά αυτός ο ίδιος ο εαυτός. ΝΑ  ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΛΛΟ!

Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

Ν. Χριστιανόπουλος

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;
(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)

Παρασκευή, Ιουνίου 18, 2010

Ο άνθρωπος είναι ένα ον που πεινάει




Ο άνθρωπος είναι ένα ον που πεινάει. Πεινάει όμως για το Θεό. Πίσω από όλες τις πείνες της ζωής μας βρίσκεται ο Θεός. Κάθε πόθος είναι τελικά πόθος για Εκείνον. Βέβαια δεν είναι μονάχα ο άνθρωπος ένα ον που πεινάει. Όλα όσα υπάρχουνε ζούνε "τρώγοντας". Η δημιουργία ολόκληρη εξαρτάται από την τροφή. Η μοναδική όμως θέση του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν βρίσκεται στο ότι μονάχα αυτός ευλογάει το Θεό για την τροφή και για τη ζωή που λαβαίνει από Εκείνον. Μονάχα αυτός αποκρίνεται στην ευλογία του Θεού με τη δική του ευλογία. Το σημαντικό γεγονός γύρω από τη ζωή στο Παράδεισο είναι πως ο άνθρωπος ονομάζει τα πράγματα. Μόλις δημιουργηθήκανε τα ζώα για να μη μείνει ο Αδάμ ασυντρόφευτος, ο Θεός τα πηγαίνει στον Αδάμ για να τα ονοματίσει. "Καὶ πᾶν ὃ ἐκάλεσεν αὐτὸ Ἀδὰμ ψυχὴν ζῶσαν, τοῦτο ὄνομα αὐτῷ". Στη Βίβλο ένα όνομα είναι κάτι αμέτρητα περισσότερο από ένα μέσο για να διακρίνουμε ένα πράγμα από ένα άλλο πράγμα. Στη Βίβλο ένα όνομα φανερώνει την ίδια την ουσία ενός πράγματος ή καλύτερα την ουσία του ως δώρου του Θεού. Το όνομα φανερώνει το νόημα και την αξία που του έδωσε ο Θεός, τη γνώση ότι προέρχεται από το Θεό και τη γνώση της θέσης του και της λειτουργίας του μέσα στον κόσμο που δημιούργησε ο Θεός.

Το όνομα ενός πράγματος, με άλλα λόγια, είναι η ευλογία που κάνουμε στο Θεό για το πράγμα αυτό και μέσα στο πράγμα αυτό. Και στη Βίβλο να ευλογήσεις το Θεό δεν είναι μια "θρησκευτική" ή μια "τελετουργική" πράξη, αλλά ο ίδιος ο τρόπος της ζωής. Ο Θεός ευλόγησε τον κόσμο, ευλόγησε τον άνθρωπο, ευλόγησε την έβδομη μέρα (δηλαδή τον καιρό), και αυτό σημαίνει πως όλα όσα υπάρχουνε ο Θεός τα γέμισε με την αγάπη Του και την αγαθότητα, όλα αυτά τα έκανε "καλὰ λίαν". Ώστε η μόνη φυσική (και όχι "υπερφυσική") αντίδραση του ανθρώπου, στον οποίο ο Θεός έδωσε αυτόν τον ευλογημένο και αγιασμένο κόσμο, είναι να ευλογάει με τη σειρά του το Θεό, να Τον ευχαριστάει, να βλέπει τον κόσμο όπως ο Θεός τον βλέπει – και στην πράξη αυτή της ευγνωμοσύνης και της λατρείας, να γνωρίζει, να ονομάζει και να κατέχει τον κόσμο. Όλες οι λογικές, οι πνευματικές και οι υπόλοιπες ιδιότητες του ανθρώπου, που τον ξεχωρίζουνε από τα άλλα πλάσματα, έχουνε την εστία τους και βρίσκουνε την τελική πλήρωσή τους στην ικανότητα αυτή του ανθρώπου να ευλογάει το Θεό, να γνωρίζει, ας το πούμε έτσι, το νόημα της δίψας και της πείνας που αποτελούνε τη ζωή του. "Homo sapiens", "homo faber" …ναι, αλλά πριν από όλα "homo adorans". Ο πρώτος, ο βασικός ορισμός του ανθρώπου είναι πως ο άνθρωπος είναι ο ιερέας. Στέκεται στο κέντρο του κόσμου και τον ενοποιεί με την πράξη του αυτή, δηλαδή ευλογώντας το Θεό, δεχόμενος συνάμα τον κόσμο από το Θεό και προσφέροντάς τον πίσω στο Θεό. Και γεμίζοντας με τούτη την ευχαριστία τον κόσμο, ο άνθρωπος μεταμορφώνει τη ζωή του που δέχεται από τον κόσμο, σε ζωή του Θεού, σε κοινωνία (communion).

Ο κόσμος δημιουργήθηκε ως "ύλη", ως υλικό μιας ευχαριστίας που τα περιέχει όλα, και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ως ο ιερέας του κοσμικού αυτού μυστηρίου (sacrament). Οι άνθρωποι τα καταλαβαίνουνε όλα αυτά, αν όχι με τη λογική, τουλάχιστο με το ένστιχτό τους. Αιώνες κοσμικότητας (secularism) δεν μπορέσανε να μετασχηματίσουνε το φαγητό σε κάτι αυστηρά χρησιμοθηρικό. Το φαγητό εξακολουθούμε να το αντιμετωπίζουμε με σεβασμό. Ένα γεύμα εξακολουθεί να είναι μια τελετή – το στερνό "φυσικό μυστήριο" της οικογένειας και της φιλίας, της ζωής που είναι κάτι παραπάνω από "φαγητό" και "πιοτό". Το φαγητό εξακολουθεί να είναι κάτι παραπάνω από μια διατήρηση των σωματικών λειτουργιών μας. Μπορεί ο κόσμος να μην καταλαβαίνει τι είναι αυτό το "κάτι παραπάνω", έχει όμως ωστόσο την επιθυμία να το τελεί. Ο κόσμος εξακολουθεί να πεινάει και να διψάει για μυστηριακή ζωή.


π.Αλέξανδρος Σμέμαν, Η ζωη του κόσμου