ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοίμηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοίμηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Αυγούστου 12, 2018

Αυγή ημέρας μυστικής – Η Κοίμηση της Θεοτόκου Πρωτοπρεσβύτερου Αλέξανδρου Σμέμαν (π. Alexander Schmemann)

Τον Αύγουστο η Εκκλησία εορτάζει το τέλος της επίγειας ζωής της Παναγίας, το θάνατό της, γνωστό ως Κοίμηση, μια λέξη όπου το όνειρο, η μακαριότητα, η ειρήνη,η ηρεμία και η χαρά ενώνονται.
Τίποτε δεν γνωρίζουμε για τις συνθήκες που περιβάλλουν το θάνατο της Παναγίας, της μητέρας του Χριστού. Διάφορες ιστορίες, διανθισμένες με παιδική τρυφεράδα, έχουν φθάσει ως εμάς από τον πρώιμο Χριστιανισμό, αλλά, ακριβώς λόγω της ποικιλίας τους, δεν νιώθουμε υποχρέωση να υπερασπιστούμε την «ιστορικότητα» καμιάς απ’ αυτές.
Στην Κοίμηση, η αγάπη και η μνημόνευση της Εκκλησίας δεν επικεντρώνονται στο ιστορικό και πραγματικό πλαίσιο, ούτε στην ημερομηνία και στον τόπο όπου αυτή η μοναδική γυναίκα, αυτή η Μητέρα όλων των μητέρων, ολοκλήρωσε την επίγεια ζωή της. Οποτεδήποτε και οπουδήποτε κι αν αυτό συνέβη, η Εκκλησία, αντ’ αυτού, παρατηρεί την ουσία και το νόημα του θανάτου της, μνημονεύοντας το θάνατο αυτής που ο Υιός της, σύμφωνα με την πίστη μας, κατέβαλε το θάνατο, ανέστη εκ νεκρών, και μας υποσχέθηκε την τελική ανάσταση και τη νίκη της αθάνατης ζωής.
Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου _Dormition of the Mother of God_ Успение Богородицы_Adormirea-Maicii-DomnuluiΟ θάνατός της αναλύεται καλύτερα μέσα από την εικόνα της Κοιμήσεως, που είναι τοποθετημένη στο κέντρο της Εκκλησίας εκείνη την ημέρα, ως κέντρο όλου του εορτασμού. Η Θεοτόκος νεκρή βρίσκεται στο νεκροκρέβατό της. Οι απόστολοι του Χριστού είναι συναγμένοι γύρω της, και από πάνω της στέκεται ο ίδιος ο Χριστός, κρατώντας στα χέρια τη Μητέρα Του, η οποία είναι ζωντανή και αιώνια ενωμένη μαζί Του. Εδώ βλέπουμε το θάνατο κι ο,τι έχει ήδη περάσει σ’ αυτό το συγκεκριμένο θάνατο: όχι ρήξη αλλά ένωση. Όχι λύπη αλλά χαρά. Και σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο, όχι θάνατος αλλά ζωή. «Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος, εν τη κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος», ψάλλει η Εκκλησία, βλέποντας αυτή την εικόνα. «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε…».
Τα λόγια μιάς βαθύτατης και πολύ όμορφης προσευχής που απευθύνεται στην Παναγία έρχονται τώρα στο νού μας, «Χαίρε αυγή μυστικής ημέρας!»(Ακάθιστος Ύμνος). Το φως που ξεχύνεται από την Κοίμηση προέρχεται ακριβώς απ’ αυτή την άδυτη, μυστική Ημέρα. Παρατηρώντας αυτόν το θάνατο, και στεκόμενοι δίπλα σ’ αυτό το νεκροκρέβατο, καταλαβαίνουμε ότι ο θάνατος δεν ισχύει πλέον, ότι η διαδικασία του θανάτου ενός ανθρώπου έχει γίνει τώρα μια πράξη ζωής, μια είσοδος σε μια ευρύτερη ζωή, όπου βασιλεύει η ζωή. Αυτή που δόθηκε εντελώς στο Χριστό, που Τον αγάπησε έως τέλους• συναντιέται μ’ Αυτόν σ’ εκείνες τις φωτεινές πύλες του θανάτου, κι εκεί ο θάνατος μεταστρέφεται αμέσως σε χαρμόσυνη συνάντηση – η ζωή θριαμβεύει, η χαρά και η αγάπη κυριαρχούν πάνω στα πάντα.
Για αιώνες η Εκκλησία στοχάστηκε κι εμπνεύστηκε από το θάνατο Αυτής που υπήρξε μητέρα του Χριστού• που έδωσε ζωή στο Σωτήρα και Κύριό μας• που Του δόθηκε ολοκληρωτικά μέχρι τέλους και στάθηκε δίπλα Του στο Σταυρό. Και παρατηρώντας η Εκκλησία το θάνατό της, ανακάλυψε και βίωσε το θάνατο, όχι ως φόβο, τρόμο, τέλος, αλλ’ ως αστραποβόλα και αυθεντική Αναστάσιμη χαρά. «Ποίοις πνευματικοίς άσμασιν, ανυμνήσωμέν σε, Παναγία; Διά γαρ της αθανάτου Κοιμήσεώς σου ηγίασας τα σύμπαντα…». Εδώ, σ’ έναν από τους πρώτους ύμνους της εορτής, βρίσκουμε αμέσως να εκφράζεται η βαθιά ουσία της χαράς της: «Νέκρωσις άφθορος», αθάνατη κοίμηση. Ποιο είναι όμως το νόημα αυτής της αντιφατικής και φανερά παράλογης συνυπάρξεως αυτών των λέξεων;
Στην Κοίμηση μας αποκαλύπτεται όλο το χαρμόσυνο μυστήριο αυτού του θανάτου και γίνεται χαρά μας, επειδή η Παρθένος Μαρία είναι ένας από μας. Αν ο θάνατος είναι ο τρόμος και η θλίψη του χωρισμού, η κάθοδος στην τρομερή μοναξιά και το σκοτάδι, τότε τίποτ’ απ’ όλα αυτά δεν είναι παρόν στο θάνατο της Παρθένου Μαρίας, αφού ο θάνατός της, όπως και ολόκληρη η ζωή της, είναι μια συνάντηση, αγάπη, συνεχής κίνηση προς το αιώνιο, άδυτο φως της αιωνιότητος και μια είσοδος σ’ αυτό. «Η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον», λέγει ο αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, ο απόστολος της αγάπης (Α΄ Ιωάν. 4,18). Γι’ αυτό δεν υπάρχει φόβος στην άφθορη κοίμηση της Παρθένου Μαρίας. Εδώ ο θάνατος έχει καταληφθεί εκ των ένδον, έχει ελευθερωθεί απ’ ο,τι τον γεμίζει με τρόμο και απελπισία. Ο ίδιος ο θάνατος γίνεται ζωή θριαμβεύουσα. Ο θάνατος γίνεται «αυγή μυστικής ημέρας». Έτσι στη γιορτή δεν υπάρχει ούτε λύπη, ούτε νεκρώσιμα μοιρολόγια, ούτε στεναχώρια, αλλά μόνο φως και ζωή. Προσεγγίζοντας την πόρτα του αναπόφευκτου θανάτου μας, είναι σαν να τη βρίσκουμε ορθάνοικτη, με το φως να ξεχύνεται από τη νίκη που πλησιάζει από την ερχόμενη επικράτηση της Βασιλείας του Θεού.
Στη λάμψη αυτού του ασύγκριτου φωτός της εορτής, στις αυγουστιάτικες αυτές μέρες, όταν ο φυσικός κόσμος φθάνει στο αποκορύφωμα της ομορφιάς του και γίνεται ύμνος δοξολογίας και ελπίδας και σύμβολο ενός άλλου κόσμου, ακούγονται τα λόγια της Κοιμήσεως, «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν• ως γαρ ζωής Μητέρα προς την ζωήν μετέστησεν ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον…». Ο θάνατος δεν είναι πλέον θάνατος. Ο θάνατος ακτινοβολεί αιωνιότητα και αθανασία. Ο θάνατος δεν είναι πλέον ρήξη αλλά ένωση. Δεν είναι λύπη, αλλά χαρά. Δεν είναι ήττα, αλλά νίκη.
Αυτά είναι όσα εορτάζουμε την ημέρα της Κοιμήσεως της Παναγίας Παρθένου, καθώς τα προεικονίζουμε, τα προγευόμαστε και τα απολαμβάνουμε από τώρα, στην αυγή της μυστικής και αιώνιας Ημέρας.
 Από το βιβλίο, «Η Παναγία», π. Alexander Schmemann, εκδόσεις Ακρίτα.

Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2017

Μακαρία έξοδος...



Λέει η ευλαβής παράδοση για την κοίμηση της Θεοτόκου:

" Κι όταν αντιλήφθηκε πως πλησιάζει η ώρα της, σκούπισε και τακτοποίησε το φτωχικό της δωμάτιο. Κάλεσε μια φτωχή γυναίκα και της έδωσε το ένα από τα δύο ρούχα που είχε, ξάπλωσε στο κρεβάτι, τακτοποίησε το σώμα της και έτσι αθόρυβα, αυτή η βασίλισσα των ουρανών, παρέδωσε την ψυχή της στο Υιό και Πλάστη της..."

Αρχοντική ταπείνωση, όλα της μετρημένα, σιωπηρή εμπιστοσύνη για την μετάσταση της...Φυσικά και υπερφυσικά μέσα στον ίδιο τον αγιασμένο της τον χώρο...Μια μητέρα πάει στο παιδί της. Συγκινητική, μετρημένη απόδωση ενός τεράστιου ιστορικού γεγονότος. Μιας τελείωσης. Αυτή πού έγινε γέφυρα γης και ουρανού με πόση ταπείνωση παραδίδει το πνεύμα της. Γι αυτό και αφού έκλεισε τα μάτια, απόστολοι καταλαμβάνουν τον λόφο της Σιών πάνω σε σύννεφα με τρόπο θαυμαστό. Κατεβαίνουν και διακονούν άγγελοι, χερουβείμ και τα φρικτά Σεραφείμ. Και ο Ίδιος ο Δεσπότης κατεβαίνει με δόξα! Γιατί αυτή πού έζησε και εκοιμήθη με ταπείνωση και κρυφά, απ όλο τον κόσμο και δεν επήρθη ποτέ, ενώ ήταν ανωτέρα πάσης δημιουργίας και αυτών των ουρανίων ταξιαρχιών,έπρεπε τώρα να φανερωθεί και να δοξαστεί από τον Υιό και Θεό της,φανερά, εξαίσια, πανηγυρικά, τιμητικά, παγκόσμια.

Είθε να καλλιεργήσουμε αυτή την απλότητα. Οι τρόποι της Παναγιάς δείχνουν ασφάλεια, εμπιστοσύνη. Γνώριζε πού πήγαινε και πώς πήγαινε και γι αυτό ήταν τόσο ήρεμη και γαλήνια. Εμείς φοβόμαστε την έξοδο μας γιατί βαρυνόμαστε, πότε από απιστία για την δυνατότητα μιας νέας ζωής πέρα από τον θάνατο πότε από αμαρτίες αβάσταχτες και ανομολόγητες.
Πόσοι φεύγουν δοξασμένοι και τιμημένοι από τον κόσμο και αντί να προετοιμαστούν για την ουράνια δόξα, πάσχουν να αφήσουν υστεροφημία στον κόσμο πού σήμερα είναι και αύριο παρέρχεται...
Το να σε κλαίνε βασιλιάδες και να σε κηδεύουνε άρχοντες,δεν προσφερει τίποτα στην έξοδο σου.Η παράδοση μας θελει τους πνευματικούς ανθρώπους να φεύγουν πνευματικα μέχρι τελους οπως εζησαν. Αν ρωτούσαμε τους κεκοιμημένους θα μας ζητούσαν με αγωνία μια θερμή προσευχή,θυσιες και ελεημοσύνες και ενα ασημο μνήμα.Τους αδικούμε.Δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τον θάνατο.

Παρασκευή, Αυγούστου 14, 2015

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: Εγκώμιον Γ΄ εις την πάνσεπτον Κοίμησιν της Θεομήτορος

Μετάφραση - Λογοτεχνική απόδοση: Δημήτρης Σταθόπουλος

1. Όποιοι έρωτα νιώθουνε για κάτι, συνηθίζουνε να μιλάν αδιάκοπα γι' αυτό και να το φέρνουνε μέρα και νύχτα στη σκέψη τους. Μη με κατακρίνετε, λοιπόν, που για τρίτη φορά τώρα έκαμα τούτο δω το έφύμνιο στη μάνα του Θεού μου, για να της το προσφέρω σαν αποχαιρετιστήριο δώρο στην έξοδό της. 

Στην πραγματικότητα όμως τούτο το δώρο μου δεν είναι προσφορά σ' εκείνη, αλλά σε μένα τον ίδιο και σε σένα, θείε και ιερέ λαέ, που παραστέκεσαι δω γύρω.

Κι αυτό γίνεται με το να στρώσω τραπέζι με τροφές που δεν είναι μονάχα σωτήριες κι ωφέλιμες στις ψυχές, αλλά και ταιριαστές στην ιερή τούτη νύχτα· και με το να γενώ έτσι νοικοκύρης πνευματικής χαράς. 

Επειδή βλέπετε πώς σπανίζουνε τα τρόφιμα, γι' αυτό ακριβώς ετοιμάζω στα πρόχειρα το δείπνο, αν κι όχι ταιριαστά κι επιδέξια κι ούτε όπως θάξιζε στα μάτια Εκείνης που μας κάλεσε, αλλά τουλάχιστο στην ανάγκη μας τούτη, να μας δώσει παρηγοριά στην πείνα μας.
Η Παναγιά δεν έχει ανάγκη, βέβαια, από τα δικά μας εγκώμια, μα εμείς είμαστε κείνοι που χρειαζόμαστε τη δική της δόξα. Γιατί ό,τι είναι γεμάτο από τη δόξα του Θεού, πώς γίνεται να δοξαστεί (από μας); Και πώς μπορεί να φωτιστεί από μας η πηγή του φωτός; Μα μ' ό,τι κάνουμε τώρα, πλέκουμε για μας τους ίδιους στεφάνι. «Γιατί ο Κύριος λέει: ζω εγώ κι όσους με δοξάζουνε, θα τους δοξάσω».

Γλυκό που 'ναι, αλήθεια, γλυκό το κρασί και πόσο καλοφάγωτο το ψωμί! Εκείνο ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου και τούτο την στεριώνει. Αλλά τί 'ναι πιο γλυκό από τη μάνα του Θεού μου; Αυτή μου πήρε τα μυαλά και μου 'δεσε τη γλώσσα. Αυτήν βλέπω στον ύπνο μου και μ' ανοιχτά την βλέπω μάτια. Αυτή γίνηκε μάνα του Λόγου του Θεού και τούτου δω του δικού μου λόγου. Το γέννημα της στείρας, κάνει τώρα να καρποφορήσουνε οι στέρφες μας ψυχές. Αυτής την ιερή και θεία μετάσταση γιορτάζουμε σήμερα.


2. Για ελάτε, λοιπόν, ν' ανέβουμε στο μυστικό βουνό κι αφού υψωθούμε πάνω απ' τις μέριμνες του βίου κι απ' τη γυαλάδα των υλικών πραγμάτων και μπούμε μέσα στο θείο κι ακατανόητο σκοτάδι και βρεθούμε παράδοξα μέσα στο θείο φως, τότε να δοξολογήσουμε την απειροδύναμη δύναμη.
Πώς ο Λόγος απ' το υπερούσιο ύψος του κι από το κάθε τι επέκεινα, χωρίς ν' αφήσει την πατρική αγκαλιά, κατέβηκε στα σπλάγχνα της Παρθένας· και πώς αφού γίνηκε η σύλληψη κι η σάρκωσή του, μεσ' από παθήματα που υπόμεινε εθελοντικά, τράβηξε στο θάνατο· και αφού ήρθε με σώμα χοϊκό, και με τη φθορά κατάκτησε την αφθαρσία, τράβηξε πάλι κατά κει πάνω στον Πατέρα· και πώς τότε παράσυρε κοντά στον Πατέρα του τη μάνα που τούδωσε σάρκα, κι ύψωσε αυτήν που γίνηκεν επίγειος ουρανός ψηλά στην επουράνια γη!

Σήμερα η πνευματική κι έμψυχη σκάλα, με την οποία ο Ύψιστος κατέβηκε και «φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους», χρησιμοποιώντας το θάνατο για σκάλα της, μετανάστεψε από τη γη στους ουρανούς.

Σήμερα η επίγεια τράπεζα, αυτή που χωρίς γάμο κράτησε μέσα της τον ουράνιο άρτο της ζωής, τ' αναμμένο κάρβουνο της θεότητας, υψώθηκε από τη γη στους ουρανούς. Σ' εκείνη που γίνηκε η ανατολική πύλη για να περάσει μέσα της ο Θεός, τώρα της ανοιχτήκανε διάπλατα οι πύλες τ' ουρανού.

Σήμερα η έμψυχη πόλη του Θεού μεταθέτεται από την επίγεια Ιερουσαλήμ στην «άνω Ιερουσαλήμ» κι αυτή που γέννησε πρωτότοκο μαζί και μονογενή, τον «πρωτότοκο της δημιουργίας όλης», τον μονάκριβο Γιο του Πατέρα, αυλίζεται τώρα πια εκεί πάνω στην συντροφιά των «πρωτοτόκων». Η έμψυχη και λογική κιβωτός του Κυρίου μεταναστεύει στην ανάπαυση του Γιου της.

Οι πύλες της παράδεισος ανοίγονται για να υποδεχτούν τη θεοφόρα γη, απ' όπου, μόλις βλάστησε το δέντρο της αιώνιας ζωής, διάλυσε την παρακοή της Εύας και τη νέκρωση του Αδάμ. Ο ίδιος ο Χριστός, ο αίτιος της ζωής των πάντων, υποδέχεται το λαξεμένο σπήλαιο, το αλοτόμητο βουνό, απ' όπου, χωρίς ανθρώπου χέρι, ξεπήδησε η πέτρα που γέμισε όλη την οικουμένη.

Η νυφική παστάδα, που μέσα της ο Θείος Λόγος σαρκώθηκε, αναπαύεται τώρα σε πανέμορφο τάφο, σαν σε νυφικό θαλάμι, απ' όπου ανεβαίνει στον ουράνιο νυμφώνα και ολόφωτη βασιλεύει μαζί με τον Γιο και Θεό της, αφήνοντας σε μας εδώ κάτω τον τάφο της σαν νυφική παστάδα. Μα πώς γίνεται να 'ναι ο τάφος νυφική παστάδα; Μα ναι.

Κι απ' οποιαδήποτε νυφική παστάδα είναι λαμπρότερος ο τάφος της, όχι από χρυσαφιού ανταύγειες, απ' ασημιού λαμπράδα κι από λάμψες πετραδιών κι ούτε από φόρεμα μεταξωτό και πορφυρένιο, αλλ' από τη θεία λαμπρότητα του πανάγιου Πνεύματος. Κι ο τάφος της Παναγιάς δεν γίνεται αιτία για τη σωματική σύνδεση των χοϊκών εραστών, αλλά αιχμαλωτίζει με το Πνεύμα τις όσιες ψυχές και τις ενώνει με το Θεό σε μιά ένωση που 'ναι καλύτερη και γλυκύτερη απ' ο,τιδήποτε άλλο.

Αυτός ο τάφος της Παναγιάς είναι ωραιότερος κι απ' την Παράδεισο. Λέγοντας τούτο, δεν θέλω να θυμάμαι το τι γίνηκε μέσα εκεί: το πόσο ενδιαφέρον έδειξε ο διάβολος, πόσο ανόητη, φθονερή κι απατηλή συμβουλή έδωσε στην Εύα και πόσο κείνη δείχτηκε αδύνατη κι ευκολόπιστη· ούτε θέλω να θυμάμαι κείνο το γλυκόπικρο δόλωμα με το οποίο την ξεμυάλισε κι ύστερα κείνη εξαπάτησε τον άντρα της, ούτε την παρακοή, την εξορία, τον θάνατο· δεν θάπρεπε ίσως να τα θυμηθώ όλα τούτα, για να μη κάνω τη γιορτή μας και γυρίσει σε λύπη.

Ο τάφος τούτος, σώμα θνητό ανύψωσε στον ουρανό κι εκείνη υψώθηκε κει ψηλά και κατέβασε στη γη τον γενάρχη. Σε τούτη τη γη άλλωστε δεν καταδικάστηκε αυτός που πλάστηκε «κατ' εικόνα Θεού» με το «γη είσαι και σ' αυτή τη γη θα πας»;

Αυτός ο τάφος είναι τιμιώτερος κι απ' την αρχαία σκηνή, γιατί δέχτηκε το λογικό, έμψυχο και θεόφεγγο λυχνάρι και τη ζωηφόρο τράπεζα που πάνω της έχει όχι «άρτους προθέσεως», αλλά ουράνιο ψωμί κι είναι αναμμένη όχι με υλική φωτιά, αλλά με τ' άυλο φως της θεότητας.

Αυτός ο τάφος είναι πιο μακάριος κι από την κιβωτό του Μωυσή, γιατί ευτύχησε να φιλοξενήσει όχι «σκιές» και «τύπους», αλλά την ίδια την αλήθεια. Κι ακόμα γιατί πραγματικά υποδέχτηκε την ανόθευτη και χρυσαφένια στάμνα που από μέσα της καρποφόρησε το ουράνιο μάνα, και την ζωντανή πλάκα π' αγκάλιασε το Λόγο του Θεού, (όχι απλά το Νόμο, αλλά) τον ενυπόστατο Λόγο που σαρκώθηκε με την ενέργεια του παντοδύναμου Πνεύματος. Κι ακόμα δείχτηκε το χρυσό θυμιατήρι που κυοφόρησε το θείο άνθρακα και μοσχομύρισε όλη την πλάση.

3. Σκορπίστε πέρα σεις δαιμόνια και κλάψτε πανάθλιοι αιρετικοί, καθώς παλιά τότε οι Αιγύπτιοι κι ο αρχηγός τους ο νέος Φαραώ, αυτός ο πικρός άθλιος και τύραννος, καταχώθηκαν στα βάθη της βλαστήμιας, εμείς όμως που σωθήκαμε χωρίς να βρέξουμε το πόδι μας και ξεπεράσαμε την αρμυρή θάλασσα της ασέβειας, ας ψάλουμε τώρα στη Μάνα του Θεού ωδή εξόδια. Ας πάρει ο λαός σαν την Μαριάμ το τύμπανο κι' ας αρχίσει το γιορταστικό τραγούδι. Εβγάτε σεις κορίτσια του πνευματικού Ισραήλ «με τύμπανα και χορούς» κι ας ακουστούν οι χαρούμενες φωνές σας.
Ε, βασιλιάδες της γης, κριτές κι αρχόντοι, «αγόρια και κορίτσια, γερόντοι και νιοι», υμνήστε τη Θεοτόκο. Γλώσσες, έθνη και λαοί ας μελουργήσουμε «καινούργιο άσμα». Κι ο αγέρας να γεμίσει από ήχους πνευματικούς σαν θ' αντηχούν οι αυλοί κι οι σάλπιγγες και μέσα από χαριτωμένες φλόγες φωτιάς ας ανατείλει καινούργια και σωτήρια μέρα. Ας ευφρανθούν τα ουράνια και τα σύγνεφα ας σταλάξουν αγαλλίαση.

Πηδήστε από χαρά οδηγοί του διαλεχτού ποιμνίου του Θεού, σεις θείοι Απόστολοι, που ωσάν τα βουνά ψηλά στον αέρα υψώνεστε με τις θείες θεωρίες. Χαρείτε κι εσείς πρόβατα του Θεού, άγιε λαέ, τα θρεφτάρια της Εκκλησίας, σεις ταπεινές κορφές, που με το θείο σας πόθο τραβάτε κει πάνω στα ψηλά βουνά.

Αλλοί! Αλλοί! Πέθανε η Μάνα του Κυρίου μου, η πηγή της ζωής. Γιατί έπρεπε ό,τι από γη γίνηκε, σ' αυτή τη γη να επιστρέψει για να μεταφερθεί έτσι ψηλά στον ουρανό. Καταθέτοντας στη γη το σώμα της η Παναγιά μετάδωσε σ' αυτή την άφθαρτη ζωή της. Και τώρα την ξαναπαίρνει πίσω. Όπως ακριβώς το χρυσάφι στο χωνευτήρι βγάζει τ' άχρηστα υλικά, έτσι κι η Παναγιά έπρεπε στο χωνευτήρι του θανάτου να ξεντυθεί τη γήινη και θαμπή όλη της θνητότητας, για να υψώσει από το μνήμα τη σάρκα της άφθαρτη και καθάρια, έτσι που να λάμπει από το φεγγοβόλημα της αφθαρσίας.


4. Σήμερα η Παναγιά αρχίζει τη δεύτερη ύπαρξή της, που της χάρισε Εκείνος που της έδωσε και την προηγούμενη ύπαρξη, και που η προηγούμενη αθάνατη ύπαρξή του δεν είχε χρονική αρχή, αν και είχε τον Πατέρα σαν αιτία της θείας του ύπαρξης.
Χαίρε Σιών, βουνό θείο και άγιο, που σε σένα κατοικούσε το θείο κι έμψυχο βουνό· η νέα Βαιθήλ που μέσα σου η ανθρώπινη φύση χρίεται με τη θεότητα, όπως στην παλαιά Βαιθήλ χρίστηκε η στήλη του Ιακώβ. Απ' όπου απ' το όρος των Ελαιών, έχει ανυψωθεί ψηλά στον ουρανό ο Γιός της Παναγιάς.

Ας ετοιμαστεί νεφέλη ουράνια και πανέμορφη και των ανέμων τα φτερά ας μεταφέρουν στην Σιών τους αποστόλους απ' τα πέρατα της γης. «Ποιοί είναι τούτοι δω που πετάνε σαν σύγνεφα και σαν αϊτοί κοντά στο λείψανο τούτο», που 'ναι η αιτία της ανάστασης όλων των πραγμάτων, για να το υπερετήσουνε στην έξοδό του; «Ποιά είναι κείνη που ανεβαίνει στ' άσπρα ντυμένη, πανώρια και λάμπει σαν τον ήλιο»;

Τραγουδήστε σεις κιθάρες του Πνεύματος, αποστολικές γλώσσες· βγάλτε φωνές χαρμόσυνες, σεις όργανα, οι κορυφές των θεολόγων. Και συ ο Ιερόθεος, το σκεύος της εκλογής, ο καθαγιασμένος από το θείο Πνεύμα, που με τη θεία ένωση έλαβες πείρα και μάθηση, παραμέρισε το σώμα και μ' όλη σου την καρδιά συναποδήμησε και ηχηρά ν' ακουστούν τα εφύμνιά σου. Όλα τα έθνη χειροκροτήστε κι υμνήστε την Θεοτόκο· κι εσείς άγγελοι διακονήστε το θνητό σώμα.

Θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, ακολουθήστε τη βασίλισσα και παρθένες, που το Πνεύμα κρατάει πάντα νέα τα νιάτα σας, ελάτε μαζί της στο νυμφίο, για να παρασταθείτε στα «δεξιά» του Κυρίου. Και συ, Κύριε, κατέβα, κατέβα για ν' αποδώσεις στη Μάνα σου, που της είσαι τόσο πολύ υποχρεωμένος, ό,τι για την ανατροφή σου της χρωστάς.

Άνοιξε τα θεία σου χέρια και δέξε της Μάνας την ψυχή, Συ που Εκεί πάνω στο σταυρό το πνεύμα σου εμπιστεύτηκες στα χέρια του Πατέρα και πες της κάποιο γλυκό ψιθύρισμα: έλα καλή μου συ, «κοντινή σε μένα» που με την ομορφιά της παρθενίας σου ακτινοβολείς πιο πάνω κι απ' τον ήλιο. Μου μετέδωσες τα δικά σου. Έλα ν' απολάψεις τα δικά μου. Έλα Μάνα στο παιδί σου!

Έλα, να βασιλέψεις μαζί μ' εμένα που ταπεινά γεννήθηκα από σένα κι έζησα ταπεινά μ' εσένα. Πήγαινε, Δέσποινα, ξεκίνα όχι με τη μωσαϊκή τάξη, «ανέβα» και «απόθανε». Θάλεγα ν' αποθάνεις πρώτα και μετά ν' ανεβείς. Την ψυχή σου εμπιστέψου στα χέρια του Γιου σου. Δώσε πίσω στη γη το χώμα που της ανήκει αφού κι αυτό θα συνανυψωθεί.

Σήκωσε τα μάτια σου, λαέ του Θεού, ύψωσέ τα. Να, στη Σιών, βρίσκεται η κιβωτός Κυρίου του Θεού των δυνάμεων. Και γύρω της παρευρίσκονται σωματικά οι απόστολοι κηδεύοντας το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα. Χωρίς υλικό σώμα, αόρατα και σεβαστικά πετάν άγγελοι και συντροφεύουνε το σώμα της Μάνας του Κυρίου τους.

Κι ο ίδιος ο Κύριος είναι δω, «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών», αυτός που συντηρεί το κάθε τι κι είναι πέρα από κάθε τόπο, γιατί μέσα σ' αυτόν είναι όλα τα πράγματα, αφού αυτός είναι το ποιητικό και συνεκτικό τους αίτιο.

Να, η παρθένα, η θυγατέρα του Αδάμ και Μάνα του Θεού. Εξ αιτίας εκείνου του Αδάμ επιστρέφει το σώμα της στη γη, την ψυχή της όμως χάρη στο γιο, στέλνει στις ουράνιες σκηνές. Αγιάζου η άγια πόλη και ήδη ευλογημένη απόλαψε αιώνια ευλογία στο πέρασμα του θείου σκηνώματος. Προπορευτείτε σεις οι άγγελοι και περιποιηθείτε τον τάφο· ας τον στολίσει η λάμψη του Πνεύματος.

Ας ετοιμασθούν μύρα και από το πανάμωμο και μοσχομύριστο ας αρωματισθούν σώμα. Ας έρθει εδώ νάμα καθαρό για να ευλογηθεί απ' την αμόλυντη πηγή της ευλογίας. «Αγάλλου γη» καθώς μέσα σου καταθέτεται το σώμα κι εσύ αγέρα χαίρε πολύ καθώς τώρα ανεβαίνοντας σε διασχίζει το πνεύμα της. Πνεύστε αύρες δροσερές και χαριτωμένες.

Η πλάση όλη πανηγύριζε την άνοδο στους ουρανούς της Μάνας του Θεού. Αλαλάξτε νεανικές συντροφιές κι από τις γλώσσες των ρητόρων ας ξεχυθούν τα εφύμνια· οι καρδιές των σοφών ας φιλοσοφήσουν πάνω στο θαύμα και οι γέροντες με τ' ολόλευκο κεφάλι, που τους σεβόμαστε, ας μας δώσουνε γαλήνια τους καρπούς της μυστικής τους θεωρίας. Η πλάση όλη ας προσφέρει στον έρανο. Αλλά κι έτσι, νιώθω, πως ελάχιστα θάφταναν την αξία της γιορτής.

5. Ελάτε όλοι εγκάρδια να κατεβούμε στο τάφο μαζί μ' αυτή που τον κατεβαίνει. Ας σταθούμε γύρω γύρω στην πανίερη κλίνη της και μελωδικά να ψάλουμε ύμνους ιερούς:
«Χαίρε χαριτωμένη, ο Κύριος μαζί σου»! Χαίρε συ, η προορισμένη Μάνα του Θεού. Χαίρε συ που ήσουνα διαλεγμένη προαιώνια στο σχέδιο του Θεού· χαίρε το θειότερο της γης βλαστάρι, κατοικία του θείου πυρός, το ιερώτατο αριστούργημα του πανάγιου Πνεύματος, πηγή του ζωντανού νερού, παράδεισε του ξύλου της ζωής, έμψυχο κλήμα του θείου σταφυλιού, που πηγάζεις νέκταρ και αμβροσία, ποτάμι κατάμεστο από τ' αρώματα του Πνεύματος, χωράφι με το θείο στάχυ, ρόδο τόσο φωτεινό, από το παρθένεμα, που αναδίνεις πνοή με την ευωδιά της χάρης, κρίνο βασιλικού φορέματος, αμνάδα που γέννησες τον αμνό του Θεού, κείνον που στις πλάτες του σήκωσε την αμαρτία του κόσμου, εργαστήρι της σωτηρίας μας, συ ανώτερη κι απ' τις αγγελικές δυνάμεις, δούλα και Μάνα Θεού.

Ελάτε να περιτριγυρίσουμε τον αμόλευτο τάφο και ν' αντλήσουμε θεία χάρη. Ελάτε με τις αγκαλιές της ψυχής να κρατήσουμε το αειπάρθενο σώμα κι έτσι βαστώντας το να μπούμε μαζί του μέσα στο μνήμα και να νεκρωθούμε μαζί του, βγάζοντας πάνωθέ μας τα πάθη και ζώντας μαζί με την Παναγιά, ζωή ειρηνική κι ολοκάθαρη. Ας ακούσουμε, λοιπόν, τους θείους ύμνους, που έρχονται από τ' αγγελικά χείλη. Ας μπούμε να προσκυνήσουμε και ας μάθουμε τα παράξενα μυστήρια: πώς, δηλαδή, το σώμα της σηκώθηκε, πώς υψώθηκε, πώς αναλήφτηκε στους ουρανούς και παραυρίσκεται κοντά στο Γιό της πάνω απ' όλες τις αγγελικές τάξεις. Γιατί, στ' αλήθεια, τίποτα δεν χωρίζει τη Μάνα από το Γιο.

Αυτός εδώ είναι ο τρίτος αποχαιρετιστήριος λόγος στην κοίμησή σου, Μάνα του Θεού, που έγραψα κοντά στους άλλους δυο για σένα και για το σεβασμό και την αγάπη στην Πανάγια Τριάδα, που την υπηρέτησες με την πατρική ευδοκία και τη δύναμη του Πνεύματος, με το να δεχτείς μέσα σου, τον άναρχο Λόγο, την παντοδύναμη σοφία και δύναμη του Θεού.

Δέξου λοιπόν το ζήλο μου που ξεπερνάει τις δυνάμεις μου και δίνε μου τη σωτηρία, την αποξένωση από τα ψυχικά πάθη, την παρηγοριά στους σωματικούς πόνους, τη διάλυση των δυσκολιών, τη γαλήνη του βίου και το φωτισμό του Πνεύματος. Παναγιά μου, κάμε να λαμπαδιάσει ο πόθος για το Γιο σου και το βίο μας κάνε τον έτσι που να του αρέσει. Ώστε, σαν θα ευτυχήσουμε να λάβουμε από κει ψηλά την μακαριότητα και να σε βλέπουμε να λάμπεις με του Γιου σου τη δόξα, ν' αναπέμπουμε ύμνους ιερούς στο Χριστό, το Γιο του Θεού και Θεό μας, που μεσ' από σένα οικοδόμησε τη σωτηρία μας, κι εμείς σ' αιώνια, κοινή με το λαό του Θεού ευφροσύνη, αντάξια στο Πνεύμα.

Σ' αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα και τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
--------------------------------------------------------
πηγή:  Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Η Θεοτόκος - Τέσσερις Θεομητορικές ομιλίες, εκδ. Αποστολική Διακονία, 1970.
 

Τρίτη, Αυγούστου 14, 2012

Παράλληλα κείμενα: Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



1. Ἂν ὁ θάνατος τῶν ὁσίων εἶναι τίμιος καὶ ἡ μνήμη δικαίου συνοδεύεται ἀπὸ ἐγκώμια, πόσο μᾶλλον τὴν μνήμη τῆς ἁγίας τῶν ἁγίων, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ὅλη ἡ ἁγιότης στοὺς ἁγίους, δηλαδὴ τὴ μνήμη τῆς ἀειπάρθενης καὶ Θεομήτορος, πρέπει νὰ τὴν ἐπιτελοῦμε μὲ τὶς μεγαλύτερες εὐφημίες.
Αὐτὸ πράττουμε ἑορτάζοντας τὴν ἐπέτειο τῆς ἁγίας κοιμήσεως ἢ μεταστάσεώς της, ποὺ ἂν καὶ μὲ αὐτὴ εἶναι λίγο κατώτερη ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ὅμως ξεπέρασε σὲ ἀσύγκριτο βαθμὸ καὶ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους καὶ ὅλες τὶς ὑπερκόσμιες δυνάμεις διὰ τῆς ἐγγύτητός της πρὸς τὸν Θεὸ καὶ διὰ τῶν ἀπὸ παλαιὰ γραμμένων καὶ πραγματοποιημένων σ᾿ αὐτὴ θαυμασίων.
Ὁ θάνατός της εἶναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σὲ οὐράνια καὶ ἀθάνατο ζωή, καὶ ἡ μνήμη τούτου εἶναι χαρμόσυνη ἑορτὴ καὶ παγκόσμια πανήγυρις, ποὺ ὄχι μόνο ἀνανεώνει τὴ μνήμη τῶν θαυμασίων τῆς Θεομήτορος, ἀλλὰ καὶ προσθέτει τὴ κοινὴ καὶ παράδοξη συνάθροιση τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ἀπὸ κάθε μέρος τῆς γῆς γιὰ τὴν πανίερη κηδεία της, μὲ θεολήπτους ὕμνους, μὲ τὶς ἀγγελικὲς ἐπιστασίες καὶ χοροστασίες καὶ λειτουργίες γι᾿ αὐτήν.
Οἱ Ἀπόστολοι προπέμπουν, ἀκολουθοῦν, συμπράττουν, ἀποκρούουν, ἀμύνονται καὶ συνεργοῦν μὲ ὅλη τη δύναμη μαζὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ἐγκωμιάζουν τὸ ζωαρχικὸ καὶ θεοδόχο ἐκεῖνο σῶμα, τὸ σωστικὸ φάρμακο τοῦ γένους μας, τὸ σεμνολόγημα ὅλης τῆς κτίσεως.
Ἐνῷ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Σαβαὼθ καὶ Υἱὸς αὐτῆς τῆς ἀειπάρθενης, εἶναι ἀοράτως παρὼν καὶ ἀποδίδει στὴ μητέρα τὴν ἐξόδιο τιμή. Σὲ αὐτοῦ τὰ χέρια ἐναπέθεσε καὶ τὸ θεοφόρο πνεῦμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἔπειτα ἀπὸ λίγο μεταθέτει καὶ τὸ συζυγικὸ πρὸς ἐκεῖνο σῶμα σὲ χῶρο ἀείζωο καὶ οὐράνιο.
Διότι μόνο αὐτή, εὑρισκομένη ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ σ᾿ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, τὸν μὲν Θεὸ κατέστησε υἱὸν ἀνθρώπου, τοὺς δὲ ἀνθρώπους ἔκανε υἱοὺς Θεοῦ, οὐρανώσασα τὴ γῆ καὶ θεώσασα τὸ γένος. Καὶ μόνο αὐτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς γυναῖκες ἀναδείχθηκε μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐκ φύσεως πάνω ἀπὸ κάθε φύση. Ὑπῆρξε βασίλισσα κάθε ἐγκοσμίου καὶ ὑπερκοσμίου κτίσματος.
Τώρα ἔχοντας καὶ τὸν οὐρανὸ κατάλληλο κατοικητήριο, ὡς ταιριαστό της βασίλειο, στὸν ὁποῖο μετατέθηκε σήμερα ἀπὸ τὴ γῆ, στάθηκε καὶ στὰ δεξιὰ τοῦ παμβασιλέως μὲ διάχρυσο ἱματισμὸ ντυμένη καὶ στολισμένη, ὅπως λέγει ὁ προφήτης. (Ψαλμ. 44,11). Διάχρυσο ἱματισμό, ποὺ σημαίνει στολισμένη μὲ τὶς παντοειδεῖς ἀρετές. Διότι μόνο αὐτὴ κατέχει τώρα μαζὶ μὲ τὸ θεοδόξαστο σῶμα καὶ μὲ τὸν Υἱό, τὸν οὐράνιο χῶρο. Δὲν μποροῦσε πραγματικὰ γῆ καὶ τάφος καὶ θάνατος νὰ κρατεῖ ἕως τὸ τέλος τὸ ζωαρχικὸ καὶ θεοδόχο σῶμα της καὶ ἀγαπητὸ ἐνδιαίτημα οὐρανοῦ καὶ τοῦ οὐρανοῦ τῶν οὐρανῶν.

άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, εις την κοίμησιν της Θεοτόκου



2.
Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλῖμαξ πρὸς οὐρανόν, ὁ τάφος γίνεται. Εὐφραίνου Γεθσημανῆ, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος.
Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον, Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος.

στιχηρόν του Εσπερινού


3.
Τι είναι αυτό το μυστήριο το μέγα, που συντελείται γύρω από το πρόσωπό σου, ιερή Μητέρα και Παρθένε; «Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου». Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα σε μακαρίζουν, γιατί μονάχα Συ είσαι άξια για μακαρισμό!
Και να που όλες οι γενιές Σε μακαρίζουν. Εσένα είδαν οι θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, δηλαδή της Εκκλησίας, και σε μακάρισαν οι βασίλισσες, δηλαδή οι ψυχές των δικαίων, και θα σε υμνούν αιώνια. Γιατί Συ είσαι ο θρόνος ο βασιλικός, στον οποίον παραστέκονται Άγγελοι κοιτάζοντας τον Βασιλέα και Δημιουργό να κάθεται επάνω του.
Συ έγινες Εδέμ νοητή, πιο ιερή και πιο θεϊκή από την παλιά. Γιατί σε εκείνη την Εδέμ έμεινε ο Αδάμ ο γήϊνος, ενώ σ' Εσένα ο Κύριος του ουρανού.
Εσένα προεικόνισε η κιβωτός, γιατί Συ γέννησες τον Χριστό, τη σωτηρία του κόσμου, που καταπόντισε την αμαρτία και κατασίγησε τα κύματά της.
Εσένα προεικόνισε η βάτος, Εσένα είχαν επιγράψει προφητικώς οι θεοχάρακτες πλάκες, Εσένα προζωγράφισε η κιβωτός του νόμου και Σένα είχαν φανερά προτυπώσει η στάμνα η χρυσή και η λυχνία και η τράπεζα και η ράβδος του Ααρών που 'χε βλαστήσει.
Από Σένα προήλθε η φλόγα της θεότητος, το μέτρο και ο Λόγος του Πατρός, το γλυκύτατο και ουράνιο μάννα, το όνομα το απερίγραπτο και πάνω από όλα τα ονόματα, το φως το αιώνιο και απρόσιτο, ο άρτος της ζωής ο ουράνιος, ο καρπός που δεν γεωργήθηκε, αλλά βλάτησε από Σένα με σώμα ανθώπινο.
Εσένα δεν προμηνούσε το καμίνι που έβγαζε φωτιά και ταυτόχρονα δρόσιζε αλλά και έκαιγε κι ήταν αντίτυπο της θείας φωτιάς που μέσα Σου κατοίκησε;
Παρά λίγο όμως θα ξεχνούσα τη σκάλα του Ιακώβ. Τι δηλαδή; Δεν είναι φανερό σε όλους ότι Εσένα προεικόνιζε κι ήταν προτύπωσή Σου; Όπως ο Ιακώβ είχε δει τις άκρες της σκάλας να ενώνουν τον ουρανό με τη γη και να ανεβοκατεβαίνουν σ' αυτήν Άγγελοι, έτσι κι εσύ ένωσες αυτά που ήσαν πριν χωρισμένα, αφού μπήκες στη μέση Θεού και ανθρώπων κι έγινες σκάλα, για να κατεβεί σε μάς ο Θεός, που πήρε το αδύναμο προζύμι μας και το ένωσε με τον εαυτό Του κι έκανε τον ανθρώπινο νου που βλέπει τον Θεό.

αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, εγκώμιον εις την κοίμησιν 





4. "Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ' η προστάτρια, που μας παραστέκεται σε κάθε περίσταση.
Σε κάθε μέρος της Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι' ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της.

Μέσα στο καθένα από αυτά βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών».
Το κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος κ' η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό κάλλος φέρνει κατυάνυξη, σεβασμό κι αγνή αγάπη. Αυτό το κάλλος έχει η Παναγία. Κι' αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική καθαρότητα.
Στην όψη της Παναγίας έχει τυπωθεί αυτό το μυστικό κάλλος που τραβά σαν μαγνήτης τις ευσεβείς ψυχές και τις ησυχάζει και τις παρηγορά."

Φώτης Κόντογλου 






5.
[...]Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν κανόνα τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιάς ψυχής, και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει νέφη.
Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους, ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:
“Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε,
Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα.
Και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα".
 Και είτα προσέτι, παρεκάλει δια του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, "μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των Αγγέλων [...]". Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι, τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως [...]

δος μου και εμένα άνεση παναγιά μου πριν να απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω ...

Αλεξ. Παπαδιαμάντης 


πηγές: Nektarios.gr
enoriaka.gr
http://agiabarbarapatras.blogspot.gr/
myriobiblos.gr 

Τρίτη, Νοεμβρίου 22, 2011

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ Η τελευταία ημέρα της ζωής του


 Νύχτα της 20ης Νοεμβρίου - πρωί της 21ης. Ήρθε η ώρα να τελειώσει το μαρτύριο της ζωής αυτής. Αρκετά οι αρρώ­στιες, αρκετά και η άσκηση του μεγάλου βιαστή. Ο ίδιος ο μακαριστός γέροντας το γνώριζε καλά. Έπεφτε η αυλαία στο μικρόκοσμο και άνοιγε η αυλαία στον απέραντο, τον ατε­λεύτητο κόσμο της μακαριότητας και της δόξας. Γι' αυτόν που προορίζονται όσοι πόνεσαν πολύ και όσοι αγάπησαν τον Κύριο χωρίς όρια.  
 Ο μακαριστός γέροντας Ιάκωβος αγρύπνησε αποβραδίς με προσευχή. Μα ο εξουθενωμένος δε λησμόνησε και τους πονε­μένους. Διάβασε τα τελευταία γράμματα και απάντησε περί­που σε δεκαπέντε. Παρηγόρησε, συμβούλεψε κατά περίπτω­ση. 21 του Νοέμβρη. Ξημερώνοντας θα γιόρταζε τα Εισόδια της Θεοτόκου. Ετοιμαζόταν όλη τη νύχτα, θα κατέβαινε. Κανονικά δε θα ‘πρεπε, μα το ήθελε πολύ. τόσο πολύ που τί­ποτα δεν μπορούσε να τον αποκλείσει από την τελευταία του θεία Κοινωνία. Με κόπο κατέβηκε, σκοτάδι ακόμα, στην Ακολουθία. Μερικοί μοναχοί πρόσεξαν μιαν άλλη διάθεση στο πρόσωπο του γέροντα. Ιλαρότητα υπέρμετρη, αγάπη ξε­χείλιζε ολόκληρος, το αγγελικό του χαμόγελο ατέλειωτο. Έγινε η Ακολουθία. Έψαλε γονατιστός τόσο άνετα και αναστάσιμα, λες και δεν ήταν άρρωστος.
 Η θεία φωνή του γέμιζε το ναό, εξαίσια μελωδία, λες και ψέλνανε πολλοί άγγελοι μαζί. Ημέρα ιερή για τον Ιλαρίωνα, γιατί το πρωί εκείνο, στα Φύλλα, τον χειροτονούσε ιεροδιάκονο ο μητροπολίτης Χαλκίδας. Φαινότανε πως η Λει­τουργία τούτη δεν έμοιαζε συνηθισμένη. Όμως. ούτε είπε ούτ' έδειξε τι έζησε στην τελευταία του Λειτουργία. Είδε πά­λι τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ; Είδε γύρω του Αγίους; Είδε το πανάγιο Αίμα του Κυρίου ή τον ίδιο τον Κύριο αμνό στην Άγια Τράπεζα. Όπως άλλοτε; Δεν το ξέρουμε.
 Το πρωί, λίγο πριν τις 9, βγήκε από το ναό, πήγε στην κουζίνα με καλή διάθεση και ήπιε καφέ. Τον περίμεναν όμως για εξομολόγηση. Σηκώθηκε σιγά σιγά, βγήκε, κατέβηκε τα σκαλιά μπροστά στην κεντρική πύλη της Μονής, προχώρησε για την απέναντι πτέρυγα και ανέβηκε τα λίγα σκαλιά. Σε λί­γα μέτρα το εκκλησάκι του Αγίου Χαράλαμπου. Εκεί συνή­θως εξομολογούσε. Το ίδιο και τώρα. Στις 10 η ώρα εξομολό­γησε τον αγιορείτη διάκονο Γεννάδιο, στον οποίο ευχάριστα μα σταθερά είπε μεταξύ άλλων:
- Καλά που ήρθες, να είσαι που θα με αλλάξετε, μη φεύ­γεις.
 Ο διάκος διαμαρτυρήθηκε με διάφορα λόγια για τα περί θανάτου του γέροντα, μα εκείνος επέμενε.
Τελειώνοντας την εξομολόγηση έδειχνε κουρασμένος, αλλά διατηρούσε χαρμόσυνη διάθεση. Σηκώθηκε, πήρε από το χέρι το διάκο και βγήκανε από το εκκλησάκι. Προχώρη­σαν, κατεβήκανε τα σκαλιά και μπήκανε στο ναό. Έκανε την προσευχή του, ασπάστηκε όλες τις εικόνες, ευχαρίστησε και δοξολόγησε. Μα πλέον ζούσε άλλες καταστάσεις. Μέσα του κι έξω του αυγαζόταν από θείο φως - γι' αυτό η ευφροσύνη και ιλαρότητα του προσώπου του. Τη θαυμαστή κατάσταση τούτη αξιώθηκε να δει μόνο ένας μοναχός, ο Εφραίμ. Καθά­ριζε τα μανουάλια του ναού και είδε το μακαριστό γέροντα να μπαίνει μεταμορφωμένος. Έλαμπε ολόκληρος και ακτι­νοβολούσε χαρά και αγαλλίαση. Στάθηκε ακίνητος και τον παρατηρούσε πλημμυρισμένος και ο ίδιος ο Εφραίμ από αγαλλίαση και έκπληξη.
 Βγήκε από το ναό και με το διάκο φέρανε γύρω γύρω τη Μονή εσωτερικά. Έβλεπε όλους τους χώρους, όλους τους μοναχούς, τους ευλογούσε ειρηνικά και τους μετέδιδε αγαλ­λίαση, που διαχυνόταν άφθονη από το αγγελικό του πρόσωπο. Αφού τελείωσε ο γύρος αυτός, ήθελε να βγουν έξω από τη Μονή. Βγήκανε από τη νότια πόρτα. Προχώρησε σιγά σι­γά δεξιά. Σταμάτησε στο εργαστήριο κι ευλόγησε με άπειρη αγάπη τους εκεί μοναχούς. Πάλι προς τα δεξιά, ενώ σταμα­τούσε στα εκκλησάκια και σταυροκοπιότανε πολλές φορές. Ανέβηκε ακόμα ψηλότερα, βορειοδυτικά. Ζήτησε να τον βοηθήσει ο διάκος ν’ ανεβούνε ακόμα λίγο. Από κει το μονα­στήρι φαινότανε όλο. Σαν από αεροπλάνο. Ήταν ωραίο, ανακαινισμένο, φροντισμένο... και το 'χε βρει ερείπιο, διαλυ­μένο, ξεχαρβαλωμένο και πολύ μικρότερο. Τώρα και ανακαι­νισμένο και γεμάτο με καλούς μοναχούς.
 Το κοίταζε από κει ψηλά και δεν το χόρταινε. Το βλέμμα του είχε τόση αγάπη για το μοναστήρι. Έμεινε να το κοιτάει αρκετά. Συλλογιζότανε άραγε πως βρήκε παλιά το μοναστή­ρι; Μάλλον όχι, γιατί δεν έφευγε από το πρόσωπο του καθό­λου η ευφροσύνη. Δεν ήταν ώρα για δυσάρεστες μνήμες... τώρα μόνο δοξολογούσε, οι στιγμές λίγες και αφιερώνονται στα μεγάλα...
 Τα πόδια δεν τον κρατούσαν.
- Έλα, παιδί μου. πάμε.
Γυρίσανε από την άλλη μεριά. Σχεδόν μεσημέρι. Μεσημέρι της 21ης.
Κατάκοπος, μετά το μεσημέρι, αποσύρθηκε για λίγο στο κελί του. Έφτασε όμως ο π. Αλέξιος, που έπρεπε για πρώτη φορά να κάνει κηδεία. Νέος ιερέας και δεν ήξερε το τυπικό και πως ψάλλεται. Με υπομονή ο μακαριστός γέροντας του είπε πως θα κάνει τούτο, πως εκείνο. Κι έπιασε να του ψέλνει τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Έψελνε και ο Αλέ­ξιος, μα ο γέροντας έψελνε πολύ ωραία. Έκπαγλα και χαιρό­τανε όλο και περισσότερο. Σε κάποια στιγμή ο Αλέξιος νόμι­σε ότι έμαθε να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία και ήθελε να φύγει, ευχαριστώντας και παίρνοντας την ευχή του γέρο­ντα. Εκείνος όμως επέμενε να την ψάλουνε όλη από την αρχή. Έτσι κι έγινε. Την ψάλανε ολόκληρη, και ο γέροντας ήτανε όλο χαρά κι ευφροσύνη.
Έφυγε μετά τις 2 η ώρα ο π. Αλέξιος κι έμεινε μόνος ο γέ­ροντας. Στις 3.15 του χτύπησαν την πόρτα για καφέ και του είπαν ότι ήρθε η Γερασιμία. Κι ενώ δύσκολα δεχότανε στο κελί. είπε μόνος του:
-Να έρθει. Αυτό το παιδί έχει ανάγκη, πρέπει να το δω!
Αργότερα δέχτηκε τη Γερασιμία, για εξομολόγηση. Έβαλε το πετραχήλι του, έκατσε στην άκρη του κρεβατιού, βλέποντας τον Εσταυρωμένο, και άρχισε. Την άκουσε προ­σεχτικά, τη συμβούλεψε, της έδωσε κουράγιο... και ξαφνικά με αλλοιωμένη όψη της λέει:
-Εδώ, παιδί μου, είναι ο όσιος Δαβίδ... Και ο άγιος Ιά­κωβος ο Αδελφόθεος... ψάλε το Απολυτίκιο τους...
 Στο μεταξύ τα λεπτά περνούσαν και μέσα του ο γέροντας είχε πολλή αγωνία. Ήθελε να προλάβει να δει διάκο τον υποτακτικό του Ιλαρίωνα, που εκείνο το πρωί. στη Λειτουρ­γία, τον χειροτόνησε ιεροδιάκονο ο Σεβασμιώτατος μητρο­πολίτης Χαλκίδας Χρυσόστομος. Και χωρίς ν' ακούγεται κά­ποιος θόρυβος, στις 4.15. λέει στη Γερασιμία:
-Παιδί μου, άνοιξε τη ν πόρτα, ήρθαν οι πατέρες.
 Πράγματι, έφταναν στην πόρτα οι πατέρες. Τη στιγμή που στράφηκε στην πόρτα η Γερασιμία, δοκίμασε ο γέροντας να σηκωθεί, να σταθεί στα πόδια του... Μα την ίδια στιγμή είπε «ζαλίζομαι, ζαλίζομαι...» κι έγειρε, χάνοντας την ευστά­θεια του. Πρόλαβε η κοπέλα κι έπιασε λίγο το γέροντα και τον βοήθησε να μη χτυπήσει πολύ, πέφτοντας στο πάτωμα. Η αναπνοή του ήτανε πολύ δύσκολη και προσπαθούσε. Συγ­χρόνως έμπαιναν και οι πατέρες με πρώτο τον π. Ιλαρίωνα. Αμέσως σύγχυση, φόβος, πανικός, κλάματα... Γονάτισε δί­πλα του ο π. Κύριλλος, πήρε να του τρίψει τα χέρια... άλλοι μοναχοί τρέξανε στον Άγιο Χαράλαμπο και κλαίγοντας κά­νανε Παράκληση. Άλλος έτρεξε να τηλεφωνήσει σε γιατρό. Ο σφυγμός του μεγάλου ασκητή φάνηκε νηματοειδής, ανε­παίσθητος... Το πρόσωπο του πήρε λίγο κοκκινωπό χρώμα... έμεινε ήρεμο, χωρίς αγωνία... και μια στιγμή έκανε με τα σε­πτά χείλη του ένα μικρό φύσημα...
 Αυτό ήταν, σαν πουλάκι παρέδωσε το πνεύμα. Όλα είχα­νε τελειώσει. Στις 4.17 το απόγευμα, ο μακαριστός γέροντας άφησε το φθαρτό κόσμο του πόνου. Μπήκε σε μακάρια μονή του Τριαδικού Θεού.
 Οι πατέρες της Μονής δε θέλανε να πιστέψουν ότι ο γέρο­ντας έφυγε. Κάτι προσπαθούσανε να του προσφέρουν... σύγ­χυση απερίγραπτη, μιλούσαν κλαίγοντας... και η συνεννόη­ση δύσκολη. Πάντως όλα είχανε τελειώσει.
  Καθ. Στυλιανός Γ. Παπαδόπουλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΑΚΡΙΤΑΣ - Η' Έκδοση: Νοέμβριος 2003 
πηγή: http://www.egolpion.com/iakovos_tsalikis.el.aspx