ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταμόρφωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταμόρφωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Αυγούστου 06, 2021

«Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»-π.Αλεξ. Σμέμαν



Λίγοι θα διαφωνήσουν πως η εικόνα του Χριστού στα ευαγγέλια είναι κατεξοχήν μια εικόνα ταπείνωσης. Ήδη κατά τη γέννησή Του δεν βρέθηκε χώρος σε κανένα από τα σπίτια της πόλης, κι έτσι γεννήθηκε έξω, σε μια σπηλιά. Μέχρι τέλους δεν είχε σπίτι, «οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8, 20), σύμφωνα με τα δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αυτούς που θεραπεύει και βοηθά να μη μιλήσουν σε κανένα για τη βοήθεια που δέχθηκαν. Αποφεύγει κάθε τιμή και κάθε ευκαιρία που του δίνεται για να αποκτήσει φήμη. Εκουσίως μάλιστα άφησε την ασφάλεια της Γαλιλαίας, όπου δεν υπήρχε καμιά απειλή, και διάλεξε να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ, όπου τον περίμενε ο πόνος, η ταπείνωση της δίκης και της καταδίκης, και μια οδυνηρή και επαίσχυντη εκτέλεση. «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ», είπε, «ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ …» (Ματθ. 11, 29).

Σ’ αυτή τη ζωή ταπεινοφροσύνης και αυταπάρνησης, λίγες ήταν οι περιπτώσεις που οι κρυμμένες ακτίνες της θείας ενέργειας και δόξας φάνηκαν εξωτερικά. Δίχως εξαίρεση, μόνο πολύ λίγοι άνθρωποι έγιναν ζωντανοί μάρτυρες των περιπτώσεων εκείνων που «περιεβλήθη τὴν δόξαν», και αυτοί συνήθως δεν κατανοούσαν τη σημασία αυτών που έβλεπαν. Αυτό ακριβώς συνέβη τη νύχτα της γέννησής Του, όταν οι απλοί ποιμένες άκουσαν τον αγγελικό ύμνο, και τα νέα της μεγάλης χαράς, όπως μας λέει το ευαγγέλιο (Λουκ. 2,10). Το ίδιο συνέβη πολλά χρόνια αργότερα, την ημέρα που ο Ιησούς ήλθε στον Ιορδάνη για να δεχθεί το βάπτισμα, όταν ακούστηκε η ίδια φωνή από τον ουρανό, ενώ τα ίδια λόγια ακούστηκαν και κατά τη Μεταμόρφωση: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα …» (Ματθ. 3,17). Τελικά δοξάζεται εδώ στο όρος παρουσία των τριών μαθητών. Κάθε φορά δε που αποκαλύπτεται αυτή η μυστηριώδης ουράνια δόξα, δεν προέρχεται από ανθρώπους, αλλά από πάνω, από τον ουρανό. Η Εκκλησία στο ερώτημα για τη σημασία που έχουν οι επίγειες φανερώσεις της δόξας του Χριστού απαντά όχι με εξηγήσεις αλλά με πανηγυρισμούς, εορτάζοντας αυτή τη μοναδική χαρά που σημαδεύει την ετήσια μνήμη της Μεταμορφώσεως.

Μία λέξη κυριαρχεί σ’ όλες τις ευχές, τους ύμνους και τα αναγνώσματα αυτής της εορτής. Είναι η λέξη φως. «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον». Ο κόσμος είναι ένα σκοτεινό, ψυχρό και τρομακτικό μέρος. Αυτό το σκοτάδι δεν διαλύεται από το φυσικό φως του ήλιου. Αντίθετα, το φως του ήλιου ίσως κάνει την ανθρώπινη ζωή να φαίνεται ακόμη τρομερότερη και απελπιστικότερη, καθώς η ζωή ξεχύνεται αμείλικτα και αδυσώπητα προς το θάνατο και τον αφανισμό περικυκλωμένη από πόνο και μοναξιά. Όλα είναι καταδικασμένα, όλα υποφέρουν, όλα υπόκεινται στον ακατανόητο και ανελέητο νόμο της αμαρτίας και του θανάτου. Τότε όμως εμφανίζεται πάνω στη γη, εισέρχεται στον κόσμο ένας άνθρωπος ταπεινός και άστεγος, που δεν εξασκεί καμιά εξουσία πάνω σε κανένα, και δεν διαθέτει καμιά επίγεια εξουσία. Λέει δε στους ανθρώπους πως αυτό το βασίλειο του σκότους, του κακού και του θανάτου δεν είναι η αληθινή τους ζωή· πως δεν είναι ο κόσμος που δημιούργησε ο Θεός· πως μπορεί και πρέπει να νικηθεί το κακό, ο πόνος και τελικά ο ίδιος ο θάνατος· και πως έχει σταλεί από τον Θεό, τον Πατέρα Του, για να σώσει τον άνθρωπο από την τρομακτική δουλεία στην αμαρτία και στο θάνατο.

Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει την αληθινή τους φύση και κλήση, τις έχουν απαρνηθεί. Πρέπει να επιστρέψουν για να δουν πως έχουν χάσει την ικανότητα να βλέπουν, και να ακούν αυτά που είναι ανίκανοι ήδη να ακούσουν. Πρέπει να ξαναπιστέψουν πως το καλό είναι ισχυρότερο από το κακό, η αγάπη ισχυρότερη από το μίσος, η ζωή ισχυρότερη από τον θάνατο. Ο Χριστός θεραπεύει, βοηθά και δίνεται σε όλους. Παρ’ όλα αυτά οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, δεν ακούν, δεν πιστεύουν. Θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει την ουράνια δόξα και δύναμή Του, και να τους υποχρεώσει να πιστέψουν. Θέλει όμως απ’ αυτούς την πίστη, την αγάπη και την αποδοχή που δίνονται ελεύθερα. Γνωρίζει πως την ώρα της έσχατης θυσίας Του, της έσχατης αυτοπροσφοράς Του, οι πάντες θα φύγουν από φόβο και θα Τον εγκαταλείψουν. Όμως ακριβώς τότε, όπως και μετά. όταν όλα θα έχουν τελειώσει, ο κόσμος θα διαθέτει ακόμη κάποια ένδειξη για την κατεύθυνση που είχε καλέσει τους ανθρώπους να πάρουν, για το τι μας προσέφερε ως δώρο, ως ζωή, ως πληρότητα νοήματος και χαράς· τώρα λοιπόν, κρυμμένος από τον κόσμο και τους ανθρώπους, αποκαλύπτει σε τρεις από τους μαθητές Του αυτή τη δόξα, αυτό το φως, αυτόν το νικητήριο εορτασμό, στον οποίο ο άνθρωπος έχει κληθεί προ αιώνων να μετάσχει.

Το θείο φως που διαπερνά όλον τον κόσμο. Το θείο φως που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Το θείο φως στο οποίο τα πάντα αποκτούν το έσχατο και αιώνιο νόημά τους. «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι», φώναξε ο απόστολος Πέτρος όταν είδε αυτό το φως και αυτή τη δόξα. Και από την ώρα εκείνη ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία, η πίστη είναι μια συνεχής, χαρούμενη επανάληψη αυτών των λόγων, «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Η πίστη όμως είναι και μια έκκληση για το αΐδιο φως, μια δίψα γι’ αυτόν το φωτισμό και γι’ αυτή τη μεταμόρφωση. Αυτό το φως συνεχίζει να λάμπει, μέσα στο σκοτάδι και στο κακό, μέσα στη μουντή γκριζάδα και στη θολή ρουτίνα αυτού του κόσμου, σαν ηλιαχτίδα που διασχίζει τα σύννεφα. Το αναγνωρίζει η ψυχή, παρηγορεί την καρδιά, μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί, και μας μεταμορφώνει εκ των έσω.

«Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»! Ας γίνονταν δικά μας αυτά τα λόγια, ας γίνονταν απάντηση της ψυχής μας στο δώρο του θείου φωτός, ας γινόταν η προσευχή μας προσευχή για τη μεταμόρφωση, για τη νίκη του φωτός! «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον».

Πέμπτη, Αυγούστου 05, 2021

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ-ΑΡΧΙΜ. ΖΑΧΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΟΥ



Ο  Κύριος τρία μόλις χρόνια προτοῦ νά ἐκπληρώσει μέ τή σταυρική Του θυσία τόν προορισμό τῆς Σαρκώσεως καί τῆς ἐπί γῆς παρουσίας Του, ἄρχισε νά φανερώνει στόν κόσμο τή Δύναμή Του, κηρύττοντας καί θαυματουργώντας ποικιλοτρόπως, ἀλλά καί νά μορφώνει τούς Μαθητές Του κατά τήν ῾Εαυτοῦ εἰκόνα, μεταδίδοντάς τους Θεῖο λόγο καί πνευματικά χαρίσματα.

Κλείνοντας τόν τριετῆ αὐτό κύκλο τῆς συναναστροφῆς Του μέ τόν κόσμο, ὁ Διδάσκαλος ζήτησε νά μάθει ἀπό τούς ἴδιους τούς Μαθητές Του γι᾿ Αὐτόν, ὑποβάλλοντας τό ἐρώτημα· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου;» (Ματθ. 16, 13).

῞Οσοι Τόν περιέβαλλαν, κατανοοῦσαν βέβαια ἐν μέρει τή Θεϊκή Του προέλευση καί γι᾿ αὐτό ἔδιναν ποικίλες ἀπαντήσεις. ῾Ο ἅγιος Πέτρος, ὅμως, ἐξέφρασε ἐκ μέρους τῶν Μαθητῶν τήν τελειότερη πίστη, διατυπώνοντας τό λόγο· «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16, 16). Καί ὁ Κύριος —μέ τή σειρά Του— μακάρισε τόν Πέτρο, πιστοποιῶντας ὅτι ἡ ὁμολογία αὐτή δέν ἦταν ἀποκάλυψη σαρκός καί αἵματος, ἀλλά δωρεά τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Βεβαίωσε δέ ὅτι ἐπάνω σ᾿ αὐτή τήν ὁμολογία θά στηρίξει καί θά οἰκοδομήσει τήν ᾿Εκκλησία Του «καί πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18).

᾿Αναμφίβολα, μόνο ὁ ἴδιος ὁ Διδάσκαλος —ὄντας ἡ ἀλήθεια— εἶχε τή δυνατότητα νά δώσει προσδιορισμό σαφῆ καί εὐκρινῆ περί ῾Εαυτοῦ. ᾿Ονόμαζε, λοιπόν, τόν ῾Εαυτό Του «Υἱόν ἀνθρώπου», λόγω τῆς ταπεινῆς μορφῆς πού ὡς Υἱός Θεοῦ προσέλαβε ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας. Ταυτόχρονα, ὅμως, εἶχε ἀπόλυτη συνείδηση τοῦ ὕψους τῆς οἰκείας δόξης, τῆς ὁποίας ἔμενε ἀδιάστατος· «οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν εἰ μή ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (᾿Ιω. 3, 13)· καί ἀλλοῦ πάλι προφήτευε ὅτι οἱ ᾿Ιουδαῖοι θά ἔβλεπαν τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα «ὅπου ἦν τό πρότερον» (᾿Ιω. 6, 62).

῾Ωστόσο, ἡ θεόπνευστη αὐτή ὁμολογία τοῦ Πέτρου φανέρωνε πώς οἱ ᾿Απόστολοι εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κατανοοῦν τή θεία προέλευση καί, κατά συνέπεια, τήν τελειότητα τοῦ Διδασκάλου τους, καί ὁ Κύριος θέλησε νά τούς ἐνδυναμώσει τήν πίστη αὐτή μέ τή μαρτυρία τοῦ ἰδίου τοῦ Οὐρανίου Πατρός. ῎Οντως οἱ Μαθητές, ἐκφράζοντας προοδευτικά ὅλο καί μεγαλύτερη ἀφοσίωση καί ἀγάπη πρός τόν Διδάσκαλο, ἦταν φανερό ὅτι ἦταν πιά δεκτικοί μεγαλύτερης ἀποκαλύψεως. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Κύριος ἀποφάσισε νά τούς μυήσει βαθύτερα σέ ὅσα ἐπρόκειτο νά διαδραματισθοῦν στήν ῾Ιερουσαλήμ, στό μυστήριο δηλαδή τῆς ἐπί τοῦ Γολγοθᾶ θυσίας Του.

᾿Επιπλέον, εἶχε φθάσει τό πλήρωμα τοῦ χρόνου νά τούς μεταδώσει τή στέρεη τροφή τῆς διδασκαλίας Του, ἐκθέτοντας τούς ὅρους τῆς πλησίον Του μαθητείας· «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». ᾿Εκεῖνος ἔμελλε νά πάθει καί νά σταυρωθεῖ στήν ῾Ιερουσαλήμ. Κατ᾿ ἀνάλογο τρόπο, καί οἱ ὀπαδοί Του ἔπρεπε νά ἀψηφίσουν τήν πρόσκαιρη ζωή τους, προκειμένου νά τήν μεταβάλουν σέ αἰώνια ζωή «ἐν τῇ Βασιλείᾳ Του» —κατά τήν ὑπόσχεσή Του— «ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρός Αὐτοῦ μετά τῶν ᾿Αγγέλων Αὐτοῦ» (Ματθ. 16, 27).

Μέ τούς λόγους αὐτούς, δηλαδή, ὁ Κύριος ἀφ᾿ ἑνός μέν προεῖπε τά τῆς Σταυρώσεώς Του στήν ῾Ιερουσαλήμ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ πρότεινε ὡς ὅρο μαθητείας κοντά Του τή σταύρωση στόν παρόντα κόσμο, μέ ὑπόσχεση ἀνταποδόσεως «ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῆς ἐνδόξου Παρουσίας Του». Καί ἐπειδή ὁ λόγος Του εἶναι εἰς τούς αἰῶνας ἀψευδής, ἔσπευσε νά ἐπισφραγίσει τήν ὑπόσχεσή Του λέγοντας:

«᾿Αμήν λέγω ὑμῖν, εἰσί τινες τῶν ᾧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσωνται θανάτου ἕως ἄν ἴδωσι τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. 16, 28).

Τά προφητικά ἐπίσης αὐτά λόγια τοῦ Κυρίου ἐπιβεβαίωσαν τήν ἐν δόξῃ ἔλευσή Του καί πραγματοποιήθηκαν ἕξι μέρες ἀργότερα ἐπί τοῦ ῎Ορους Θαβώρ. ῎Ετσι ἑρμηνεύεται καί ἡ λογική ἀκολουθία ὅλων αὐτῶν τῶν γεγονότων, πού διαδοχικά περιγράφονται ἀπό τούς Εὐαγγελιστές, ξεκινῶντας ἀπό τό ἐρώτημα τοῦ ᾿Ιησοῦ.

Τό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου δέν εἶναι παρά ἡ ἀπάντηση στήν ἐρώτηση τοῦ Χριστοῦ «τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι». ᾿Επιπλέον, κατά τή Σοφία Του, ὁ Διδάσκαλος θέλησε νά προετοιμάσει καί νά ἐνισχύσει τούς Μαθητές, ἐν ὄψει τῶν φοβερῶν γεγονότων πού ἐπρόκειτο νά τελεσιουργηθοῦν στήν πόλη τοῦ Θεοῦ, τήν ῾Ιερουσαλήμ. Πράγματι, βλέποντας στό Θαβώρ τή δόξα Του, θά κατανοοῦσαν οἱ Μαθητές ὅτι τό Πάθος καί ἡ Σταύρωσή Του ἦταν ἑκούσια καί θά ἀντλοῦσαν τό ἀπαραίτητο θάρρος καί τήν πίστη ἕως τέλους, ὅτι Αὐτός εἶναι ἀληθῶς τό «ἀπαύγασμα τῆς δόξης» τοῦ Πατρός. Αὐτό εἶναι καί τό νόημα πού προβάλλεται ἀπό τούς δύο βασικούς ὕμνους τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, τό ᾿Απολυτίκιον καί τό Κοντάκιον·

«Μετεμορφώθης ἐν τῷ ῎Ορει, Χριστέ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τήν δόξαν σου, καθώς ἠδύναντο…». «… ἵνα ὅταν σέ ἴδωσι σταυρούμενον, τό μέν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον, τῷ δέ κόσμῳ κηρύξωσιν, ὅτι σύ ὑπάρχεις ἀληθῶς, τοῦ Πατρός τό ἀπαύγασμα.»

Μελετῶντας τά σχετικά χωρία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, παρατηροῦμε καί στούς τρεῖς Εὐαγγελιστές, Ματθαῖο, Μᾶρκο καί Λουκᾶ, ὅτι ἀκριβῶς πρίν ἀπό τή διήγηση τῆς Μεταμορφώσεως τοποθετεῖται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «εἰσί τινες τῶν ᾧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσωνται θανάτου ἕως ἄν ἴδωσι τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. 16, 28), ἤ «… ἕως ἄν ἴδωσι τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει» (Μάρκ. 9, 1), ἤ «… ἕως ἄν ἴδωσι τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 9, 27).

Δίνεται δηλαδή ἡ ὑπόσχεση ἀπό τόν ἴδιο τό Χριστό ὅτι σύντομα, κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς τῶν ᾿Αποστόλων, κάποιοι ἀπ᾿ αὐτούς θά δοῦν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῞Οσον ἀφορᾶ δέ τόν ὅρο «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ἔχουν δοθεῖ διάφορες ἑρμηνεῖες. Στήν πλεοιοψηφία τους ὅμως οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας ἀποδίδουν τό στίχο αὐτό στή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου.

Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, ὅσον ἀφορᾶ τό ὕφος τοῦ κειμένου πού περιγράφει τό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως, εἶναι ἀξιοσημείωτο τό ἑξῆς· Παρόλο πού εἶναι ἀναμφισβήτητα μιά ἀπό τίς πιό ἀποκαλυπτικές Θεοφάνειες καθ᾿ ὅλη τήν ῾Ιερά ῾Ιστορία —πρό καί μετά τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ— ἡ ἐξιστόρηση τῶν συμβάντων καί στά τρία συνοπτικά Εὐαγγέλια εἶναι ἐντυπωσιακά ἀπέριττη καί τό ὕφος ἐντελῶς ἁπλό. ᾿Ενῶ τό γεγονός εἶναι μέγα καί ὑπερφυσικό, περιγράφεται μέ ἄκρα συντομία· «… μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καί ἔλαμψε τό πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τά δέ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκά ὡς τό φῶς».

Εἶναι ἐν γένει κοινό στοιχεῖο στίς ῞Αγιες Γραφές, ὅσο πιό μεγαλειώδη εἶναι τά ἱστορούμενα γεγονότα καί οἱ Θεῖες ἀλήθειες πού ἐμπεριέχονται σ᾿ αὐτά, τόσο πιό ἀνεπιτήδευτη εἶναι ἡ μορφή τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου πού τά διατυπώνει, μέ ἀποτέλεσμα τήν καταστολή κάθε φαντασίας ἤ εἰκασίας. ῾Ο αἰώνιος καί μυστηριακός χαρακτήρας τέτοιων ῾Ιερῶν γεγονότων εἶναι φύσει εὐγλωττότερος κάθε ρητορικοῦ σθένους, ὑπερέχοντας κάθε νοῦ καί διάνοια. ᾿Επιπλέον, ὁ θεόπνευστος χαρακτήρας τῶν Γραφῶν, μέσω τῆς Θείας Χάριτος, μεταγγίζει ἄπλετη πνευματική δύναμη σ᾿ ὅσους τίς προσεγγίζουν, γιατί εἶναι «Ρήματα Ζωῆς Αἰωνίου».

Κάνοντας μιά προσπάθεια νά προσεγγίσουμε καί νά ἑρμηνεύσουμε τό περιεχόμενο τοῦ κειμένου, διαπιστώνουμε τό μεγαλεῖο τῆς σοφίας, ἀλλά καί τῆς δόξης τοῦ Κυρίου. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, ὅπως σχολιάζει σχετικά ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, «ὁ Κύριος μετά τῶν μαθητῶν τελεῖ ἐν σιωπῇ τήν πορείαν ἐκ τῶν ὁρίων τῆς Καισαρείας τῆς Φιλίππου ἕως τοῦ ῾Ιεροῦ Θαβώρ» (᾿Αρχιμ. Σωφρονίου, ῎Ασκησις καί Θεωρία, σ. 180). \

Πολύ εὔστοχα ὁ Γέροντας παρατηρεῖ τά ἑξῆς· ῾Η προαναφερθεῖσα πορεία διήρκεσε ἕξι μέρες καί δέν ἀναφέρεται κατά τή χρονική αὐτή διάρκεια οὔτε ἕνα θαῦμα, οὔτε ἕνα συμβάν. Καί, βέβαια, τό γεγονός τῆς σιωπῆς δέν εἶναι τυχαῖο, ἀλλά ἔχει οὐσιαστική σημασία. Παρατηροῦμε στίς ῞Αγιες Γραφές -καί τήν Παλαιά καί τή Καινή- ὅτι ὅλα τά μεγάλα καί ἀποκαλυπτικά γεγονότα εἶχαν ὡς προπομπό τήν προσευχητική σιγή.

Ξεκινῶντας, ἤδη, ἀπ᾿ τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας, τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον ἐπώαζε ἐν σιωπῇ τήν ἄβυσσο τοῦ μηδενός καί ξαφνικά ὠοτόκησε ὅλη τή Δημιουργία.

῾Ο ᾿Ιακώβ πάλεψε ἐν σιωπῇ ὅλη τή νύχτα μπροστά στόν Θεό. Κι ᾿Εκεῖνος ἔθεσε τή σφραγῖδα τῆς προστασίας πάνω του, γιά νά μπορέσει νά συναντήσει τό θηριώδη ᾿Ησαῦ.

῾Ο Μωϋσῆς ἡσύχασε μέ τό λαό τοῦ ᾿Ισραήλ γιά σαράντα ἡμέρες καί κατόπιν εἰσῆλθε στό γνόφο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ.

῾Ο ᾿Ιησοῦς τοῦ Ναυῆ ἡσύχασε μέ τό λαό ἐπί ἑπτά ἡμέρες γύρω ἀπό τά τείχη τῆς ῾Ιεριχώ· τήν ἕβδομη ἡμέρα ἤχησε ἡ σάλπιγγα κι ἔπεσαν τά τείχη.

῾Ο ᾿Ιώβ τήρησε σιγή γιά ἑπτά ἡμέρες καί στή συνέχεια ὁ λόγος του ὁμοίαζε μέ θύελλα.

῾Ο ᾿Ηλίας ἡσύχασε γιά σαράντα ἡμέρες στό Χωρήβ καί κατέβασε ἄνεμο, σεισμό καί πῦρ ἀπό τούς οὐρανούς.

῾Η ῾Αγία Παρθένος δέχθηκε τό ὑπερφυές μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀπό τόν Γαβριήλ, ἐνῶ βρισκόταν σέ νήψη καί σιωπηλή προσευχή.

Καί στή ζωή τοῦ Κυρίου βλέπουμε πάντοτε ὅτι ἐμφανίζει τή δύναμή Του μετά ἀπό ἡσυχία καί σιωπή στό ῎Ορος τῶν ᾿Ελαιῶν ἤ στήν ῎Ερημο.

῾Η ᾿Ανάσταση ἔγινε ἀφοῦ ἐσίγησε γιά τρεῖς ἡμέρες πᾶσα σάρξ βροτεία.

Τό ῞Αγιο Πνεῦμα κατῆλθε κατά τήν Πεντηκοστή, ἐνόσῳ οἱ Μαθητές ἡσύχαζαν ὁμοθυμαδόν.

᾿Ακόμα καί ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι Θεοῦ Δύναμις καί Θεοῦ Σοφία, γεννήθηκε ἀπό τή σιωπή τοῦ ᾿Ανάρχου Πατρός καί ἡ ἡσυχία ἑτοιμάζει τόν τόπο τῆς Παρουσίας Του.

Στό τέλος λοιπόν τῆς σιωπηλῆς αὐτῆς πορείας. ὁ Κύριος ἐξέλεξε τούς προκρίτους τῶν Μαθητῶν Του Πέτρον, ᾿Ιάκωβον καί ᾿Ιωάννην. Τόν πρῶτο γιά τή θερμή πίστη καί τήν ἀγάπη πού εἶχε γιά τόν Χριστό, τόν δεύτερο γιά τήν αὐταπάρνηση καί τή διάθεση πού εἶχε νά πιεῖ τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ καί νά μιμηθεῖ τό θάνατό Του καί τόν τρίτο γιά τήν ἀγάπη πού ἀπολάμβανε ἀπό τόν Χριστό καί τήν ἀρετή του.

Τούς Μαθητές αὐτούς ὁδήγησε «εἰς ὄρος ὑψηλόν κατ᾿ ἰδίαν καί μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν καί ἔλαμψεν τό πρόσωπο αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τά δέ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκά ὡς τό φῶς» (Ματθ. 17, 1). Τό ὄρος αὐτό τῆς θεωρίας εἶναι «ὑψηλόν», (ὅπως ὁ Γολγοθᾶς καί τό «ὑπερῶον» τῆς ῾Ιερουσαλήμ), γιατί εἶναι τόπος πού φανερώθηκε ἡ μεγαλοπρέπεια καί ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ, «δόξα ἥν εἶχε παρά τῷ Πατρί πρό τοῦ τόν κόσμον εἶναι» (᾿Ιω. 17, 5).

῾Ο Εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἀναφέρει ὅτι ἡ θαυμαστή Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ σέ Φῶς ἔλαβε χώρα κατά τή διάρκεια τῆς προσευχῆς Του· «ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτόν» (Λουκ. 9, 29). Καί πάλι ἐδῶ ὁ Γέροντας σχολιάζει ὅτι ἡ προσευχή αὐτή τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ἦταν κατά τό περιεχόμενο ὅμοια μέ ἐκείνη τῆς Γεσθημανῆ, γιατί «ἐλήλυθεν Αὐτοῦ ἡ ὥρα». Δηλαδή, μέ τήν προσευχή Του ὁ Κύριος ἀγκάλιαζε ὅλα τά πλάτη τῶν αἰώνων καί ἔπασχε γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ ᾿Αδάμ. Προσευχόταν γιά τούς ᾿Αποστόλους ἀλλά καί γιά ὅλους πού θά πίστευαν σ᾿ Αὐτόν, «ὅπως φανερωθῇ εἰς αὐτούς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί ὅπως ἡ ἀγάπη, διά τῆς ὁποίας ὁ Πατήρ ἠγάπησε τόν Υἱόν, μένῃ ἐν αὐτοῖς» (῎Ασκησις καί Θεωρία, σ. 181).

Γίνεται σαφές δηλαδή ὡς ἐδῶ ὅτι δύο ἦταν οἱ βασικοί παράγοντες πού συνετέλεσαν στό θαυμαστό γεγονός τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος· ἀφ᾿ ἑνός ἡ ὑπερφυής προσευχή τοῦ Κυρίου καί ἀφ᾿ ἑτέρου ἡ πίστη τῶν Μαθητῶν στή θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἤδη εἶχε ὁμολογηθεῖ διά στόματος τοῦ κορυφαίου ἐκπρο σώπου τους, Πέτρου. Δύο προϋποθέσεις δηλαδή, ἡ Θεία ἐνέργεια καί ἡ ἀνθρώπινη συμβολή, συνήργησαν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἄπειρα μεγάλη, ἡ δεύτερη πολύ μικρή ἀλλά ἀπόλυτα ἀναγκαία.

Προσεγγίζοντας τώρα τή φράση ἀκριβῶς πού περιγράφει τή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καί πού αἰτιολογεῖ τήν ὀνομασία τοῦ ὑπερφυοῦς Γεγονότος· «μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καί ἔλαμψεν τό πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τά δέ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκά ὡς τό φῶς», παρατηροῦμε τά ἑξῆς.

Πρῶτα παρομοιάζεται ἡ λάμψη τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου μ᾿ αὐτή τοῦ ἡλίου, γιά νά δείξει τό ὑπέρμετρο, τό ὑπερφυσικό, τό ἀφόρητο στήν ὅραση. Εἶναι ἐμφανής σ᾿ αὐτό τό σημεῖο ἡ ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης γλώσσας νά περιγράψει τή μορφή τοῦ Θεανθρώπου, ὅπως ἤδη προείπαμε. Καί κατόπιν, τά ἱμάτια παρομοιάζονται -κατά ὑποδεέστερο τρόπο- μέ τό φῶς, στοιχεῖο τοῦ ἥλιου. ᾿Αντανακλοῦν βέβαια τή λάμψη τοῦ Σώματος, ἐπισκιάζονται ὅμως ἀπό τό ἄρρητο φῶς τῆς δόξης τοῦ Προσώπου. Τό φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου ἔχει ὑπερφυσικό χαρακτήρα καί μαρτυρεῖ τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ «ἐληλυθυῖα ἐν δυνάμει» κατά τήν ὑπόσχεσή Του. Καί, ἐφόσον ἡ Βασιλεία Του εἶναι καθεαυτή Βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καί τό Φῶς Του εἶναι ῎Ακτιστο καί Αἰώνιο. Τό Φῶς δέ αὐτό τῆς Θεότητος, τό ἔφερε πάντοτε κρυπτόμενο στό σῶμα Του, ὄντας ταυτόχρονα ἀληθινός Θεός καί ἀληθινός ἄνθρωπος, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκαν ὑποστατικά στό Πρόσωπο τοῦ Λόγου. Τό ἔκρυβε ὅμως ἐν τῷ σώματι Αὐτοῦ, εἰς τρόπον ὥστε νά εἶναι ἀόρατο σέ ὅσους δέν εἶχαν ἀκόμα πνευματικά αἰσθητήρια γιά νά τό ἀντιληφθοῦν.

Ξαφνικά, στό φωτεινό αὐτό πανηγύρι καί τήν ἐκθαμβωτική λάμψη τῆς ὄψεως τοῦ Σωτῆρος, ἥλκυσε τήν προσοχή τῶν τριῶν Μαθητῶν ἡ παρουσία τῶν δύο μεγάλων Προφητῶν, τοῦ Μωϋσέως καί τοῦ ᾿Ηλία, τῶν ἐνδόξων αὐτῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν. Συνδιαλέγονταν μέ τόν Χριστό καί παρίσταντο ἐνώπιόν Του, μέ τρόπο ὥστε νά εἶναι ἐμφανής ἡ διαφορά τοῦ Δεσπότου ἀπό τούς δούλους. ῾Ο Κύριος τούς συγκάλεσε στήν Παρουσία Του. Καί ἐνῶ ὁ ἕνας εἶχε πεθάνει καί ταφεῖ πρό πολλοῦ καί ὁ ἄλλος εἶχε μεταστεῖ ζωντανός στόν οὐρανό, ὁ Κύριος, ὡς ἐξουσιαστής τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, τῶν ἄνω καί τῶν κάτω, συνήγαγε καί τούς δύο ἐνώπιόν Του. ῾Ως ἀντιπρόσωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ὑπηρέτες τῆς προετοιμασίας τοῦ μυστηρίου τῆς προαιώνιας βουλῆς Του, ἦλθαν νά παραστοῦν καί νά μαρτυρήσουν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ λυτρωτής τοῦ κόσμου. Συνομίλουν δέ μέ τόν ᾿Ιησοῦ, ἀποδεικνύοντας ὅτι ὅλα ὅσα ὁ Νόμος καί οἱ Προφῆτες εἶχαν προείπει γύρω ἀπό τό Πάθος καί τήν ᾿Ανάστασή Του θά ἐκπληρώνονταν στήν ῾Ιερουσαλήμ, ὅπως γράφει ὁ Λουκᾶς.

Στή θεσπέσια, μυστηριακή αὐτή ὁμήγυρη τοῦ Χριστοῦ μέ τούς δύο Προφῆτες καί τούς τρεῖς Μαθητές, τό κέντρο ἀναφορᾶς εἶναι βέβαια ὁ Χριστός, ὡς ᾿Αρχηγός τῆς καινῆς κτίσεως πού ἀποκαλύπτει καί Πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος τῆς Βασιλείας Του.

Κατά τήν ὑπερφυῆ αὐτή σύναξη, πάλι παίρνει τό λόγο ὁ κραταιός Πέτρος, λέγοντας· «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοί μίαν καί Μωσεῖ μίαν καί μίαν ᾿Ηλίᾳ». ῾Η ὅραση τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ὄντας ἀσυνήθιστα μεγαλειώδης, προκάλεσε ἔπληξη καί ἀπορία. ῾Ο Πέτρος, σάν νά βρισκόταν σέ μακάρια, νηφάλια μέθη, εἶπε· «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». ῾Ο δέ Λουκᾶς προσθέτει ὅτι προέφερε τό λόγο αὐτό «μή εἰδώς ὅ λέγει». Αὐτή, ὡστόσο, ἡ παρέμβαση ἔχει τήν ἑρμηνεία της. ᾿Επειδή ὁ Πέτρος ἀγαποῦσε πολύ τό Διδάσκαλό του, δέν ἤθελε νά ἀπέλθει στά ῾Ιεροσόλυμα κι ἐκεῖ νά πεθάνει. Δέν τολμοῦσε βεβαίως νά ἐμποδίσει τόν Κύριο, ἴσως γιά νά μήν ἐπιτιμηθεῖ καί πάλι «ὡς σατανᾶς καί φρονῶν τά τῶν ἀνθρώπων». ῾Απλῶς, αὐτή τή φορά, ὁ Πέτρος συμβούλευσε μέ μετριοπάθεια «εἰ θέλεις», ἀνεπιτυχῶς ὅμως καί πάλι, ἐφόσον ἐξίσωσε τόν Κύριο μέ τούς δύο θεράποντές Του.

῾Η λέξη «σκηνή» πού ἀνέφερε ὁ Πέτρος, ὑπονοεῖ ἴσως τή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου ἤ —κατά ἄλλη ἑρμηνεία— ἐν γένει τή σκηνή τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι πλήρης τῆς δόξης Του. Βέβαια, τήν ἀπάντηση ὁ Πέτρος δέν τήν πῆρε οὔτε ἀπό τό Μωϋσῆ, οὔτε ἀπό τόν ᾿Ηλία, ἀλλά ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Πατέρα· «νεφέλη φωτεινή ἐπεσκίασεν αὐτούς, καί ἰδού φωνή ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε». ῾Ο Πατέρας εἶναι ὁ πιό Μεγάλος καί ἀξιόπιστος ἀπ᾿ ὅλους· γι᾿ αὐτό κι ᾿Εκεῖνος πῆρε τό λόγο.

῾Η Νεφέλη δεικνύει τήν πυκνή, ἔντονη παρουσία καί δύναμη τοῦ Θεοῦ, τό ἔνδυμα «τῆς μεγαλοπρεποῦς δόξης» τοῦ Θεοῦ, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ ᾿Απόστολος Πέτρος. ῾Η Νεφέλη αὐτή εἶναι ὄντως ἡ θεία σκηνή, σκηνή ἀχειροποίητη, ὁ παράδεισος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται στή Μεταμόρφωση αὐτή, γιά νά διδάξει τούς Μαθητές τί νά γυρεύουν· τά ἄνω, τά θεῖα, τά τέλεια.

Αὐτή ἦταν καί ἡ μεγαλύτερη μακαριότητα γιά τούς ᾿Αποστόλους, τό νά βρεθοῦν δηλαδή κάτω ἀπ᾿ τήν ἴδια στέγη μέ τόν Δεσπότη Χριστό. ῞Οπως μαρτυρεῖ καί ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος, πού πέτυχε τήν εἴσοδό του σ᾿ αὐτή τήν ἀχειροποίητη σκηνή καί γεύθηκε τῆς οὐράνιας μακαριότητος, ἐπιθυμοῦσε «ἀναλῦσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι» (Φιλ. 1, 23). Κι ἔχοντας τήν πεῖρα αὐτή ἐνεθάρρυνε τούς πιστούς νά μή λυποῦνται μπροστά στό θάνατο, γιατί αὐτός εἶναι τό μέσο μέ τό ὁποῖο μποροῦμε νά συναντήσουμε τόν Κύριο, «καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θεσ. 4, 17). ῾Η Νεφέλη εἶναι ἡ Παρουσία τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία ἤδη μετέχουν οἱ ᾿Απόστολοι. Εἶναι ἡ πρόγευση τῆς οὐράνιας μακαριότητος τῶν δικαίων. Καί παρόλο πού ἔφερε τή φωνή τοῦ Πατρός, ἡ ἴδια συμβολίζει τό συμπαγές καί ἀδιάρρηκτο ὅλης τῆς ῾Αγίας Τριάδος.

῾Η φωνή αὐτή ἦλθε ἀπό τή Νεφέλη, γιά νά φανεῖ ἡ θεία προέλευσή της, νά μαρτυρήσει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Υἱός Μονογενής, Υἱός ἀγαπητός, καί σ᾿ Αὐτόν ἀναπαύεται ὅλη ἡ Εὐδοκία τοῦ Οὐρανίου Πατρός. «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου», δηλαδή Μονογενής καί ῾Ομοούσιος μέ τό Γεννήτορα. «῾Ο ἀγαπητός», πού ἔχει τό ἕνα καί αὐτό θέλημα μέ τόν Πατέρα. «᾿Εν ᾧ εὐδόκησα» προαιωνίως, κατά τήν ἄναρχο ὑποστατική γέννηση, ἀλλά καί ἐν χρόνῳ, κατά τήν ἐνανθρώπηση καί τό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Οἱ λόγοι αὐτοί σημαίνουν, κατ᾿ ἐπέκταση, ὅτι «ὁ Υἱός εἶναι τό παντοτινό ὑποστατικό ἀπαύγασμα τῆς δόξης Μου, ἀλλά καί ἡ ἀληθινή εἰκόνα Μου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἔκτισα τόν ἄνθρωπο· τόν ἄνθρωπο πού ἀποδέχομαι νά συμβασιλεύσει αἰώνια μαζί Μου. Αὐτός ἐκφράζει καί δικαιώνει κι ἐμένα ὡς δημιουργό, ἀλλά καί σώζει ὅλους ὅσοι ὁμοιάσουν καί ἑνωθοῦν μαζί Του».

Τέλος, ἡ φωνή συμπληρώνει· «Αὐτοῦ ἀκούετε». ῎Αν θέλετε δηλαδή Πέτρο, νά μεταμορφωθεῖτε κι ἐσεῖς, καί ὅλοι οἱ ἄλλοι πιστοί, καί νά εἰσέλθετε στήν οὐράνια καί ἀχειροποίητη σκηνή τοῦ «Πρωτοτόκου πάσης κτίσεως», ὑπάρχει μόνο μία ὁδός, «ἡ ὁδός τῶν ἐντολῶν». Αὐτός ἔδειξε τήν ὁδό καί ταυτόχρονα εἶναι ὁ ῎Ιδιος ἡ ῾Οδός πού εἰσάγει στόν Οὐρανό, πέραν τοῦ καταπετάσματος τῆς ὁρατῆς δημιουργίας. ῞Οποιος δεχθεῖ τό σταυρό Του, πού εἶναι τό κεφάλαιο ὅλων τῶν ἐντολῶν, αὐτός βρίσκει τή δόξα Του. Γι᾿ αὐτό «Αὐτοῦ ἀκούετε».

᾿Εκτός ἀπ᾿ τό κοινό περιεχόμενο μέ τήν προσευχή τῆς Γεσθημανῆ, ὑπάρχει κι ἄλλο κοινό στοιχεῖο στό Θαβώρ. ῞Οπως ἐκεῖ, ἔτσι κι ἐδῶ, οἱ Μαθητές «οἱ σύν αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ» (Λουκ. 9, 32). ᾿Εξαντλήθηκαν ἀπό τή συμμετοχή στήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ, καί πάλευαν μέ τόν ὕπνο. Παράλληλα, ὅμως, φαίνεται ὅτι ἡ προσευχή τοῦ Διδασκάλου ἄγγιξε τήν καρδιά τους καί ἐνήργησε σ᾿ αὐτή, προκαλῶντας τους ἐσωτερικό σεισμό καί «διεγρηγορήσαντες εἶδαν τήν δόξαν αὐτοῦ καί τούς δύο ἄνδρας τούς συνεστῶτας αὐτῷ» (Λουκ. 9, 32).

Καί, βέβαια, ὅταν πραγματοποιεῖται στήν καρδιά τό γεγονός τῆς Παρουσίας τοῦ ῾Αγίου τῶν ῾Αγίων, πῶς εἶναι δυνατόν νά ὑπνώσει ὁ ἄνθρωπος; ῾Η προσευχή, δηλαδή, ὑπερνίκησε τήν ἀσθένεια τῆς σαρκός καί τούς χάρισε τή θέα τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, μέσω τοῦ Φωτός τῆς θεότητός Του. Εἶδαν ἔτσι τόν Χριστό καί τούς Προφῆτες «ἐν τῷ φωτί», ἐνῶ παράλληλα καί οἱ ἴδιοι —προσευχόμενοι— ἦσαν πλήρεις φωτός. Γι᾿ αὐτό τό λόγο καί οἱ ῞Αγιοι, κατά τρόπο φυσικό, ἀγρυπνοῦν, ἀφοῦ πρωτίστως ἀγρυπνεῖ ἡ καρδιά τους.

᾿Από τόν τρόπο τῆς περιγραφῆς, στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, διακρίνεται μία κλιμάκωση τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως. Στήν ἀρχή, οἱ ᾿Απόστολοι διατηροῦσαν τίς παραστάσεις καί τήν αἴσθηση τοῦ ὁρατοῦ κόσμου πού τούς περιέβαλλε. Στή συνέχεια, ὅμως, ὅταν ἐντάθηκε τό Φῶς κι ἑπομένως ἡ Παρουσία τοῦ Θεοῦ, μεταφέρθηκε ὁλοκληρωτικά τό πνεῦμα τους ἀπό τά ὁρατά καί πρόσκαιρα στά ἀόρατα καί αἰώνια. ῾Η νεφέλη, πού τούς κάλυψε, ἦταν τό Φῶς καί ἡ Πνοή τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Κι ἐνῶ στήν ἀρχή ἔβλεπαν τόν Μεταμορφωθέντα Κύριο, κατά σάρκα, ἔπειτα δέν Τόν ἔβλεπαν, γιατί ἔγινε Πνεῦμα, καί αὐτοί Τόν θεωροῦσαν πλέον μόνο «κατά πνεῦμα» (῎Ασκησις καί Θεωρία, σ. 182).

᾿Η Νεφέλη τῆς δυνάμεως καί παρουσίας τοῦ Θεοῦ, σέ συνδυασμό μέ τή φωνή τοῦ ἀνάρχου Γεννήτορος, ὑπῆρξε ἡ ὑπέρτατη στιγμή τῆς Θαβώρειας Θεοφάνειας. Συγκλόνισε δέ τούς ᾿Αποστόλους κι «ἔπεσαν ἐπί πρόσωπον αὐτῶν καί ἐφοβήθησαν σφόδρα». Δέν μπόρεσαν νά χωρέσουν τό πλήρωμα καί τήν τελειότητα τοῦ Φωτός πού τούς ἐμφανίσθηκε. Προσέπεσαν στή γῆ, δείχνοντας τήν ἀδυναμία τους, ἀλλά καί τή λατρευτική τους στάση.

Σίγουρα, ἡ ὅραση τῶν ᾿Αποστόλων ὑπερεῖχε κατά πολύ τῆς ὁράσεως τοῦ Μωϋσέως στό Σινᾶ καί τοῦ ᾿Ηλία στό Χωρήβ. Παρ᾿ ὅλη τήν προπαρασκευαστική συναναστροφή πού εἶχαν οἱ ᾿Απόστολοι μέ τόν Κύριο, ἡ φύση δέν μποροῦσε ὡστόσο νά ἐναρμονισθεῖ πλήρως μέ τό Φῶς τῆς θεότητος, γιατί ὁ Κύριος δέν εἶχε ἀκόμα δοξασθεῖ· «καί οὕπω γάρ ἦν Πνεῦμα ῞Αγιον». Μετά ὅμως τήν ἐπιδημία τοῦ Παρακλήτου, βλέπουμε στό βιβλίο τῶν Πράξεων, ὅτι οἱ ᾿Απόστολοι ὁμιλοῦσαν μέ τόν ἀναστάντα Κύριο, πρόσωπο μέ Πρόσωπο, καί ὄρθιοι. Τό Πνεῦμα τό ῞Αγιο εἶχε ἐνισχύσει καί μετασχηματίσει τή φύση τους, γιά νά μπορεῖ νά βαστάζει τή θεϊκή Παρουσία.

᾿Ενῶ βρίσκονταν κατακείμενοι οἱ Μαθητές στή γῆ, τούς πλησίασε ὁ ᾿Ιησοῦς καί τούς ἀνόρθωσε, ἀποδιώχνοντάς τους τό φόβο καί ἐνθαρρύνοντάς τους. Πρᾶγμα τό ὁποῖο σημαίνει πώς ὅσο βρισκόμαστε στή γῆ, ἡ μεσιτεία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν ἀνόρθωσή μας. ῏Ηταν ἀπαραίτητη ἡ κατάβαση ᾿Εκείνου πρός ἐμᾶς, γιά νά ἐπιτύχουμε κι ἐμεῖς τήν ἄνοδό μας στή Βασιλεία Του.

῞Οταν τέλος, οἱ ᾿Απόστολοι συνῆλθαν ἀπό τή μακαρία αὐτή ἔκσταση τῆς ὁράσεως «οὐδένα εἶδον εἰ μή τόν ᾿Ιησοῦν μόνον» (Ματθ. 17, 8). Παρέμεινε μόνο ὁ ᾿Ιησοῦς, γιά νά καταστεῖ ἀπόλυτα σαφές ὅτι γι᾿ Αὐτόν δόθηκε ἡ μαρτυρία τοῦ Πατρός.

῾Η Μεταμόρφωση ἦταν μιά διδαχή γιά τούς ᾿Αποστόλους. Τούς δίδαξε ὅτι ὁ Μεσσίας, μέ τό Πάθος πού θά ὑφίστατο, δέν θά ἔχανε τή δόξα τῆς Βασιλείας Του, ἀφοῦ ἔχει οὐράνια καί ὄχι γήινη προέλευση. ῎Ηξεραν πιά ὅτι, κι ἄν ἀκόμη ὁ Μεσσίας ἀτιμαζόταν ἀπό τούς ἀνθρώπους, θά παρέμενε αἰώνια ἀγαπητός καί εὐάρεστος στόν Θεό. Γιατί ὁ Υἱός εἶναι ἡ εὐδοκία τοῦ Πατρός.

῎Αν ἡ διδαχή αὐτή ἦταν δύσκολα κατανοητή γιά τούς τρεῖς Μαθητές πού ὑπῆρξαν οἱ αὐτόπτες μάρτυρες τῆς μεγαλοπρεποῦς Θαβώρειας δόξης, πολύ πιό ἀκατάληπτη θά ἦταν γιά ἐκείνους πού δέν μετεῖχαν καθόλου στή θεωρία αὐτή. Γι᾿ αὐτό καί πολύ σοφά ὁ Κύριος ἔδωσε ἐντολή, ἡ ὀπτασία νά μή λεχθεῖ σέ κανένα καί νά παραμείνει μυστική «ἕως οὗ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ» (Ματθ. 17, 9). ῾Η δόξα τῆς ᾿Αναστάσεως, μετά τό Πάθος, θά ἐνίσχυε καί τή δόξα τῆς Μεταμορφώσεως. ᾿Εξ ἄλλου, μετά τήν ἔλευση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, θά εἶχαν ἤδη τήν ἐσωτερική μαρτυρία ὅτι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ ἦταν τό Πάθος καί ὁ Σταυρός Του.

῾Η Μεταμόρφωση ἀποτελεῖ ἐσχατολογική φανέρωση. ῎Ελαβε χώρα τή συγκεκριμένη στιγμή γιά νά στηρίξει τούς Μαθητές στή δοκιμασία τοῦ Πάθους τοῦ Διδασκάλου τους, ἔχει ὅμως διαχρονική σημασία καί ἀποσκοπεῖ στό νά ἐνισχύσει κι ἐμᾶς στή πίστη τοῦ Χριστοῦ. ᾿Εκεῖνος πού μεταμορφώθηκε στό Θαβώρ καί ἔδειξε τή δόξα Του στούς ἐκλεκτούς Μαθητές Του, μέλλει καί πάλι νά ἔλθει μετά δόξης «κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς». Καί ἀπ᾿ ὅ,τι μᾶς παραδίδουν οἱ ῞Αγιοι τῆς ᾿Εκκλησίας μας, ἡ ἔσχατη ᾿Επιφάνεια τοῦ Χριστοῦ θά εἶναι πολύ πιό ἔνδοξη ἀπό ἐκείνη τῆς Μεταμορφώσεως.

Κατά τή Θαβώρεια Μεταμόρφωση, ὁ Κύριος ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος καί ἡ δόξα Του περιέλαβε τούς δύο προφῆτες καί τούς τρεῖς Μαθητές. Κατά τήν ἔσχατη ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του, ἡ λάμψη τῆς ἀστραπῆς τοῦ Προσώπου Του θά καλύψει ὅλη τήν οἰκουμένη καί θά εἶναι «ἀπ᾿ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν», ἤ —ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος— «ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ». ῞Οσοι μέν δέν θά ἀναμένουν τό σωτήριον τοῦ Θεοῦ «κόψονται», θά θρηνήσουν δηλαδή ἀπαράκλητα. Οἱ στρατιές δέ ὅλων τῶν ἀγγέλων καί οἱ χοροί ὅλων τῶν ῾Αγίων καί δικαίων —ἀνά τούς αἰῶνας— θά συναχθοῦν στήν Παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ᾿Ανθρώπου, μέ ἀναστημένα καί ἀφθαρτοποιημένα σώματα, καί θά λάμψουν «ὡς ὁ ἥλιος». Αὐτό πού φανέρωσε ὁ Κύριος στή Μεταμόρφωση, θά εἶναι ἡ κατάσταση τῶν σεσωσμένων στή Βασιλεία Του. ῾Η δόξα τῆς Μεταμορφώσεως δέν ἦταν παρά μέρος μόνο ἐκείνης τῆς δόξας πού θά λάβει χώρα στή Δευτέρα Παρουσία.

Τό θέμα τοῦ Θαβωρείου Φωτός εἶναι ἐν γένει πολύ οἰκεῖο καί προσφιλές στήν ᾿Ορθόδοξη ῾Ησυχαστική Παράδοση, ἀκριβῶς ἐπειδή ὁ Κύριος μεταμορφώθηκε ἐνόσῳ προσευχόταν. Αὐτό εἶχε ὡς σκοπό νά δώσει σ᾿ ἐμᾶς τύπο ζωῆς. Οἱ ὀρθόδοξοι ἡσυχαστές προσκαρτεροῦν στήν προσευχή, στή μονολόγιστη ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Η εὐχή αὐτή τοῦ ᾿Ιησοῦ ‒ὅπως ὀνομάζεται‒ τοποθετεῖ τόν προσευχόμενο στήν Παρουσία τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, τόν ῾Οποῖο ἐπικαλεῖται. ῞Οταν αὐξηθεῖ ἡ ἐνέργεια αὐτή τῆς προσευχῆς καί ἡ Παρουσία τοῦ Χριστοῦ πυκνώσει καί κυριαρχήσει μέσα στόν ἄνθρωπο, τότε, ὅπως ἀναφέρει καί τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας, ἡ αἰώνια ἡμέρα τοῦ Κυρίου «διαυγάζει καί φωσφόρος ἀνατέλλει» μέσα στήν καρδιά. Καί, ὅπως λέγει ὁ Ψαλμωδός, τότε ὁ ἄνθρωπος ἐξέρχεται ἐπί τήν ὄντως ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας. Μετά τό φωτισμό αὐτό, ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει πῶς νά πορευτεῖ ἐνώπιον τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ καί νά «ἐπιτελέσει ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Του».

Στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας, ὁ Θεός εἶπε· «Γενηθήτω Φῶς καί ἐγένετο Φῶς». Αὐτό τό Φῶς ἦταν τό ἄκτιστο δημιουργικό Φῶς τῆς Θεότητος, πού ἅπλωσε ὁ Θεός πάνω ἀπό τήν ἄβυσσο τοῦ μηδενός καί ὠοτόκησε ὅληλη τήν ποικιλόμορφη κτίση. Τό φῶς τό αἰσθητό τοῦ ἥλιου δημιουργήθηκε τήν τέταρτη μέρα, ἀπό εὐσπλαχνία καί πρόβλεψη τοῦ Θεοῦ, γιά τή συμφορά πού θά εὕρισκε τόν ἄνθρωπο λίγο ἀργότερα, χάνοντας τό νοητό φῶς του. ᾿Αλλά καί στά τέλη τῶν αἰώνων ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καί τά ἄστρα θά σβήσουν. ῾Η μέλλουσα καί ἀεί μένουσα ἐκείνη πόλη τοῦ Θεοῦ δέν θά ἔχει ἀνάγκη ἀπό τό φέγγος τους, ἀφοῦ θά καταλάμπεται ἀπό τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τό λύχνο τοῦ ἐσφαγμένου —πρό καταβολῆς κόσμου— ἀρνίου.

᾿Εκείνη ἡ μέρα τοῦ Κυρίου θά εἶναι μία διαρκής Μεταμόρφωση, γι᾿ αὐτό καί λέγεται ἀνέσπερη ἡμέρα τῆς Οὐρανίου Βασιλείας. ῞Οπως λέγει τό βιβλίο τῆς ᾿Αποκαλύψεως, ὅσοι ἀξιωθοῦν νά δοῦν τήν ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Κυρίου δέν θά ἔχουν ἀνάγκη ἀπό ἥλιο. Θά λατρεύουν τόν Θεό μέ ἀνακεκαλυμμένα πρόσωπα· καί θά βλέπουν τό πρόσωπό Του· καί τό ὄνομα Του θά εἶναι γραμμένο στά μέτωπά τους· «καί νύξ οὐκ ἔσται ἔτι, καί οὐ χρεία λύχνου καί φωτός ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεός φωτιεῖ αὐτούς καί βασιλεύσουσιν εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (᾿Αποκ. 22, 5).

Πρῶτος μάρτυρας τῆς Μεταμορφώσεως καί τῆς ζωῆς τῶν ἐσχάτων εἶναι ὁ κραταιός καί Μέγας ᾿Απόστολος Πέτρος. Στό ᾿Αποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας μαρτυρεῖ γιά τή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καί μᾶς παροτρύνει νά δείξουμε ἐπιμέλεια, ὥστε νά ἐπιχορηγηθεῖ καί σ᾿ ἐμᾶς πλουσίως ἡ εἴσοδος στήν αἰώνια καί ἀνέσπερη Βασιλεία.

Τέτοιοι μάρτυρες εἶναι καί οἱ ῞Αγιοι ὅλων τῶν αἰώνων. Καί στή δική μας ἐποχή, ὁ Κύριος δέν ἄφησε τή δόξα Του ἀμάρτυρο. Στό βίο τοῦ δικοῦ μας ῾Αγίου Σιλουανοῦ βλέπουμε μία παρόμοια μ᾿ αὐτή τοῦ Πέτρου ἐμπειρία. Τό πρῶτο κοινό στοιχεῖο εἶναι ὅτι μετά ἀπό θερμή καί ἀδιάλειπτη προσευχή ἀξιώθηκε καί ὁ ῞Αγιος Σιλουανός νά δεῖ τόν Ζῶντα Χριστό στόν τόπο τῆς εἰκόνας Του, μέ τή λάμψη τοῦ Φωτός τῆς Θεότητός Του. Κατόπιν, ὅπως ἁπλῆ εἶναι ἡ περιγραφή τῶν Εὐαγγελίων γιά τή Μεταμόρφωση, ἔτσι ἁπλῆ εἶναι ἡ διήγηση τῆς ὁράσεως τοῦ ῾Αγίου. Τά ἐνεργήματα ὅμως τῆς ἐνδόξου αὐτῆς θέας τοῦ Κυρίου εἶναι μεγαλειώδη καί ἀνεξάλειπτα. Καθορίζουν δηλαδή ἐφ᾿ ὅρου ζωῆς ὅλη τήν ὕπαρξη αὐτοῦ πού δέχθηκε τήν ῞Οραση, ὡς «πνευματικός γενετικός κώδικας».

῾Ο ῞Αγιος, κατά τήν ὅραση αὐτή πού ἦταν σάν ἀστραπή, ἐνεπλήσθη Πνεύματος ῾Αγίου. ῎Εκτοτε καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα του ποθοῦσαν νά πάσχουν γιά τόν Χριστό, πού πρῶτος ἔπαθε γιά μᾶς. Πλατύνθηκε ἡ καρδιά του καί μέ τήν προσευχή του περιέβαλε ὅλους τούς λαούς τῆς γῆς. Γνώρισε τήν ἀνεκλάλητη ταπείνωση καί ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καί γιά τούς ἐχθρούς, γεγονός πού, ὅπως ὁ κορυφαῖος Πέτρος, δέν μποροῦσε μέχρι τέλους νά λησμονήσει.

῾Ο Πέτρος στό Θαβώρ ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά μείνει ἐκεῖ μέ τόν Χριστό γιά πάντα. Καί ὁ ῞Αγιος Σιλουανός δέν μποροῦσε ποτέ νά λησμονήσει τήν ἄφατη ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ, τό πρᾶο καί ταπεινό Του βλέμμα καί συνεχῶς ἔκραζε·

«Διψᾶ ἡ ψυχή μου τόν Κύριον

καί μετά δακρύων ζητῶ Αὐτόν».

Κάνοντας κι ἕναν ἄλλο παραλληλισμό μεταξύ τῶν δύο πρωτοκορυφαίων ᾿Αποστόλων, βλέπουμε τό ἑξῆς· ῾Η πείρα τῆς Μεταμορφώσεως πού εἶχε ὁ κρα ταιός Πέτρος καί ἡ πείρα τῆς οὐράνιας ἁρπαγῆς καί ὀπτασίας, τῆς ὁποίας ἀξιώθη κε ὁ ᾿Απόστολος τῶν ᾿Εθνῶν Παῦλος, ἐνεργεῖ στήν ψυχή τέτοια ἀγάπη πού νικᾶ τό θάνατο· ῾Ο μεγάλος ἀπόστολος Πέτρος μέ θεία ἔμπνευση ἑτοιμάζεται νά ἀποθέσει τό σκῆνος του ἀπό τήν ἀγάπη του γιά τόν Χριστό, ὅπως ὁ ἴδιος περιγράφει στό ᾿Αποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς. ῾Ο ἰσοστάσιός του Παῦλος ποθεῖ «ἀναλῦσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι» καί τίποτε, οὔτε ζωή οὔτε θάνατος ἤ ἄλλο τι μπορεῖ νά τόν χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

῎Αν ἐξετάσουμε καί τό δικό μας μάρτυρα ὅσιο Σιλουανό, συναντᾶμε τήν ἴδια ἀγάπη·

«῾Η ψυχή μου πλησίασε τό θάνατο καί ποθεῖ πάρα πολύ νά δεῖ τόν Κύριο καί νά μείνει αἰώνια μαζί Του».

«῾Η ψυχή ἀγαπᾶ τόν Κύριο κι ὅ,τι τήν ἐμποδίζει νά κρατᾶ τό νοῦ κοντά στόν Θεό, τήν στεναχωρεῖ. Κι ἄν τόσο εὐχαριστεῖται στή γῆ ἡ ψυχή ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα, πολύ περισσότερο θά εὐδαιμονῆ ἐκεῖ μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα. ῏Ω Κύριε, πόσο ἀγάπησες τό πλάσμα Σου!»

῾Η ψυχή μου, Κύριε, εἶναι ἀπασχολημένη μαζί Σου ὅλη τή μέρα καί ὁλόκληρη τή νύχτα. Τό Πνεῦμα σου μέ ἑλκύει νά Σέ ζητῶ καί ἡ μνήμη Σου εὐφραίνει τό νοῦ μου. ῾Η ψυχή μου Σέ ἀγάπησε καί χαίρεται, γιατί Σύ εἶσαι ὁ Θεός μου καί ὁ Κύριός μου, καί Σέ ποθεῖ δακρύζοντας. Παρότι ὅλα εἶναι ὡραῖα στόν κόσμο, ἐντούτοις κανένα γήινο δέν μέ χαροποιεῖ καί ἡ ψυχή μου ἐπιθυμεῖ μόνο τόν Κύριο.

Ψυχή πού γνώρισε τόν Θεό δέν μπορεῖ νά τήν σαγηνεύσει τίποτε στή γῆ, ἀλλά ὁρμᾶ ἀκατάπαυστα στόν Κύριο καί φωνάζει σάν τό μικρό παιδάκι πού ἔχασε τή μητέρα του·

«Διψᾶ ἡ ψυχή μου γιά Σένα καί Σ᾿ ἀναζητῶ μέ δάκρυα».

῾Η ψυχή ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι σάν νά παραφρόνησε. Κάθεται, σιωπᾶ, δέν θέλει νά μιλᾶ· καί κοιτάζει σάν παράφρονη τόν κόσμο καί δέν τόν ἐπιθυμεῖ καί δέν τόν βλέπει. Καί οἱ ἄνθρωποι δέν γνωρίζουν πώς αὐτή βλέπει τόν ἀγαπημένο Κύριο καί ὁ κόσμος ἔμεινε πίσω της κι ἔπεσε στή λησμονιά, κι ἡ ψυχή δέν θέλει νά τόν προσέχει, γιατί δέν ὑπάρχει σ᾿ αὐτόν ἡ ἄφθαρτη γλυκύτητα.

῎Ετσι συμβαίνει στήν ψυχή, πού γνώρισε τή θεϊκή γλυκύτητα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.

«῏Ω Κύριε, δῶσε μας τήν ἀγάπη Σου αὐτή, σ᾿ ὅλο τόν κόσμο!

῏Ω Πνεῦμα ῞Αγιο, ζῆσε μέσα στίς ψυχές μας

Γιά νά δοξάζωμε ὅλοι μέ μιά φωνή τόν Ποιητή,

Πατέρα, Υἱό καί ῞Αγιο Πνεῦμα. ᾿Αμήν» (᾿Αρχιμ. Σωφρονίου, ῞Αγιος Σιλουανός σ. 621-623).

Αὐτός ὁ θησαυρός τῆς γνώσεως τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ φυλάττεται στούς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

Δόξα τῷ Κυρίῳ σύν πᾶσι τοῖς ῾Αγίοις Αὐτοῦ, ἐν ᾿Εκκλησίᾳ ἀμολύντῳ καί ἁγίᾳ Αὐτοῦ. ᾿Αμήν.

από την σελίδα ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΡΕΑ

Κυριακή, Αυγούστου 09, 2020

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου αποτελεί στερεό θεμέλιο της ελπίδας για τη μεταμόρφωση όλης της ζωής μας —η οποία τώρα είναι γεμάτη από κόπο, ασθένειες, φόβο— σε ζωή άφθαρτη και θεοειδή.


Η Μεταμόρφωση του Κυρίου αποτελεί στερεό θεμέλιο της ελπίδας για τη μεταμόρφωση όλης της ζωής μας —η οποία τώρα είναι γεμάτη από κόπο, ασθένειες, φόβο— σε ζωή άφθαρτη και θεοειδή. Εν τούτοις, η ανάβαση αυτή στο υψηλό όρος της Μεταμορφώσεως συνδέεται με μεγάλο αγώνα. Όχι σπάνια εμείς εξασθενούμε από την αρχή αυτού του αγώνα και απελπισία φαίνεται να κυριεύει την ψυχή. Σε τέτοιες ώρες μαρτυρικής παραμονής στα όρια μεταξύ του Απροσίτου Φωτός της Θεότητας που έλκει προς τον εαυτό Του και της απειλητικής αβύσσου του σκότους, να ενθυμούμαστε τα διδάγματα των Πατέρων μας, οι οποίοι διήνυσαν την οδό αυτή ακολουθώντας τον Χριστό, και «εζωσμένοι τας οσφύας ημών» να παίρνουμε δύναμη με την κραταιά ελπίδα σε Εκείνον, ο Οποίος με την παλάμη Του βαστάζει ακόπως όλη την κτίση. Να θυμόμαστε ότι στη ζωή μας πρέπει να επαναληφθεί κατά τον ίδιο τρόπο ο,τι έγινε στη ζωή του Υιού του Ανθρώπου, για να ελευθερωθούμε από κάθε φόβο και ολιγοψυχία. Η οδός είναι κοινή σε όλους μας κατά τον λόγο Αυτού του Χριστού: «Εγώ ειμι η οδός»• και γι’ αυτό είναι και μοναδική, διότι «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ει μη δι’ Εμού».


Αν ο Κύριος «επειράσθη», και εμείς πρέπει να περάσουμε διά του πυρός των πειρασμών. Αν ο Κύριος καταδιώχθηκε, και εμείς επίσης θα διωχθούμε από τις ίδιες εκείνες δυνάμεις, οι οποίες δίωκαν τον Χριστό. Αν ο Κύριος έπαθε και σταυρώθηκε, και εμείς αναπόφευκτα οφείλουμε να πάσχουμε και να σταυρωνόμαστε έστω, ίσως, και πάνω σε αόρατους σταυρούς, εφόσον πράγματι Τόν ακολουθούμε στις οδούς της καρδίας μας. Αν ο Κύριος μεταμορφώθηκε, και εμείς θα μεταμορφωθούμε και ενώ ακόμη βρισκόμαστε πάνω στη γη, αν ομοιωθούμε προς Αυτόν στις εσωτερικές επιθυμίες μας. Αν ο Κύριος πέθανε και αναστήθηκε, τότε και όλοι όσοι πιστεύουν σε Αυτόν θα διέλθουν διά του θανάτου, θα τοποθετηθούν σε τάφους και έπειτα θα αναστηθούν όμοια προς Αυτόν, εφόσον πέθαναν όμοια προς Αυτόν….

Σας παρακαλώ, να μην ολιγοψυχήσουμε ακούοντας τα λόγια της διδασκαλίας αυτής, αλλά να λάβουμε θάρρος και να ανοίξουμε τις καρδιές μας για να δεχθούμε με απλότητα το Ευαγγέλιο του Χριστού. Ο Κύριος με το στόμα Του είπε: «Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. ις’ 33). Και εμείς, με τη δύναμη του Χριστού, θα κατορθώσουμε αναμφίβολα τη νίκη αυτή επί του κόσμου, ώστε μαζί με Αυτόν να μετάσχουμε στην αιώνια Βασιλεία των ουρανών.

Καθημερινά η πείρα της ανθρωπότητος μας αποδεικνύει σταθερά ότι οι «σοφοί και συνετοί» του αιώνος τούτου δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον Χριστό ούτε στο Θαβώρ, ούτε στον Γολγοθά, ούτε στο όρος των Ελαιών.

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ

Πέμπτη, Αυγούστου 06, 2020

Ὁμιλία εἰς τὴν Θείαν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ - Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ


 Προφήτης Ἡσαΐας προεῖπε γιὰ τὸ εὐαγγέλιο ὅτι «λόγο συντετμημένο θὰ δώσει  Κύριος ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἡσ. 10, 25). Συντετμημένος λόγος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ μέσα σὲ λίγες λέξεις περικλείει πλούσιο νόημα. Ἂς ἐπανεξετάσουμε λοιπὸν σήμερα ὅσα ἔχουμε ἐκθέσει κι ἂς προσθέσουμε ὅσα ὑπολείπονται, γιὰ νὰ ἐμφορηθοῦμε ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὰ ἐναποκείμενα ἄφθαρτα νοήματα καὶ ὁλόκληροι νὰ καταληφθοῦμε ἀπὸ τὰ θεῖα.

 

«Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο παραλαμβάνει  Ἰησοῦς τὸν Πέτροτὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνεβάζει σὲ ὄρος ὑψηλὸ κατ᾽ ἰδίανἘκεῖ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17, 1). Ἰδοὺ τώρα εἶναι καιρὸς εὐπρόσδεκτος, σήμερα ἡμέρα σωτηρίας, ἀδελφοί, ἡμέρα θεία, νέα καὶ ἀΐδιος, ποὺ δὲν μετρεῖται μὲ διαστήματα, δὲν αὐξομειώνεται, δὲν διακόπτεται ἀπὸ νύκτα. Διότι εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ὑφίσταται ἀλλοίωση ἢ σκιὰ ἕνεκα μετατροπῆς» (Ἰακ. 1, 7). Αὐτός, ἀφ᾽ ὅτου φιλανθρώπως ἔλαμψε σὲ μᾶς μὲ εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μᾶς ἐξήγαγε ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ θαυμαστό του φῶς, συνεχίζει γιὰ πάντα νὰ λάμπει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας ὡς ἄδυτος ἥλιος.

 

Ἐπειδή, λοιπόν, εἶναι δικαιοσύνης καὶ ἀλήθειας ἥλιος, δὲν ἀνέχεται νὰ φέγγει καὶ νὰ γνωρίζεται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μετέρχονται τὸ ψεῦδος ἢ ὑψώνουν τὴν ἀδικία μὲ λόγια ἢ τὴν ἐπιδεικνύουν μὲ ἔργα. Ἀλλὰ ἐμφανίζεται καὶ γίνεται πιστευτὸς ἀπὸ τοὺς ἐργάτες τῆς δικαιοσύνης καὶ τοὺς ἐραστὲς τῆς ἀλήθειας καὶ αὐτοὺς εὐφραίνει μὲ τὶς λάμψεις Του. Αὐτὸ εἶναι ποὺ λέει ἡ Γραφὴ «Φῶς ἀνέτειλε γιὰ τὸν δίκαιο καὶ ἡ σύζυγός του εὐφροσύνη» (Ψαλμ. 96, 12). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ψαλμωδὸς προφήτης ἄδει πρὸς τὸν Θεό: «Τὸ Θαβὼρ καὶ ὁ Ἑρμὼν θὰ ἀγαλλιάσουν στὸ ὄνομά σου» (Ψαλμ. 88, 12), προαναγγέλλοντας τὴν εὐφροσύνη ποὺ προκλήθηκε ἀργότερα στὸ ὄρος ἀπὸ τὴν ἔλλαμψη ἐκείνη σ᾽ αὐτοὺς ποὺ τὴν εἶδαν.

 

Ὁ δὲ Ἡσαΐας λέει: «λύσε κάθε δεσμὸ ἀδικίας, διάλυσε τοὺς κόμπους βιαίων συνθηκῶν, κάθε ἄδικη συμφωνία ἀναίρεσε» (Ἠσ. 58, 6). Καὶ κατόπιν: «Τότε θὰ ξεχυθεῖ σὰν τὴν αὐγὴ τὸ φῶς σου καὶ τὰ ἰάματά σου γρήγορα θὰ ἀνατείλουν, θὰ πορεύεται ἐνώπιόν σου ἡ δικαιοσύνη σου καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θὰ σὲ προστατεύει» (Ἠσ. 58, 8). Καὶ πάλι, «ἐὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ σένα δεσμὸ καὶ χειρονομία καταδικαστικὴ καὶ κακολογία, καὶ δώσεις στὸν πεινασμένο ἄρτο μὲ τὴν ψυχή σου καὶ χορτάσεις ψυχὴ ταπεινωμένη, τότε θὰ ἀνατείλει μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι τὸ φῶς σου καὶ τὸ σκοτάδι σου θὰ γίνει σὰν μεσημέρι» (Ἠσ. 58, 9). Πράγματι, τοὺς καθιστᾶ κι αὐτοὺς ἄλλους ἥλιους, πάνω στοὺς ὁποίους ὁ ἥλιος αὐτὸς θὰ λάμψει ἀπλέτως· «διότι θὰ λάμψουν καὶ οἱ δίκαιοι ὅπως ὁ ἥλιος στὴν βασιλεία τοῦ Πατρός τους» (Ματθ. 13, 43).

 

Ἂς ἀποβάλλουμε λοιπόνἀδελφοίτὰ ἔργα τοῦ σκότουςκι ἂς ἐργαζόμαστε τὰ ἔργα τοῦ φωτόςὥστε ὄχι μόνο νὰ βαδίσουμε εὐσχημόνως σὰν σὲ τέτοια ἡμέραἀλλὰ καὶ ἡμέρας υἱοὶ νὰ γίνουμεΚαὶ ἂς ἀνεβοῦμε στὸ ὄρος, ὅπου ὁ Χριστὸς ἔλαμψε, γιὰ νὰ δοῦμε τί συνέβη ἐκεῖ. Ἢ μᾶλλον, ἐὰν εἴμαστε ὅπως πρέπει καὶ ἔχουμε γίνει ἄξιοι τέτοιας ἡμέρας, ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ θὰ μᾶς ἀνεβάσει στὸν κατάλληλο καιρό. Τώρα ὅμως, παρακαλῶ, ἐντείνετε καὶ ἀνυψῶστε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διάνοιας πρὸς τὸ φῶς τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, ἕως ὅτου μεταμορφωθεῖτε μὲ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ νοῦ σας καὶ ἔτσι ἀποκτώντας τὴν θεία αἴγλη ἀπὸ ψηλά, νὰ γίνετε σύμμορφοι μὲ τὸ ὁμοίωμα τῆς δόξας τοῦ Κυρίου (Φιλ. 3, 21), τοῦ ὁποίου τὸ πρόσωπο ἐπάνω στὸ ὄρος ἔλαμψε σήμερα σὰν τὸν ἥλιο.

 

Τί σημαίνει «σὰν τὸν ἥλιο;» Κάποτε τὸ ἡλιακὸ φῶς δὲν ὑπῆρχε σὰν σὲ σκεῦος στὸν δίσκο τοῦτο. Τὸ μὲν φῶς εἶναι πρωτογεννημένο, τὸν δὲ δίσκο τὴν τετάρτη ἡμέρα δημιούργησε ὁ Κτίστης τῶν πάντων, ἀνάβοντας σ᾽ αὐτὸν τὸ φῶς καὶ κάμνοντάς τον ἄστρο ποὺ φέρνει τὴν ἡμέρα καὶ συγχρόνως φαίνεται τὴν ἡμέρα. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὸ φῶς τῆς θεότητας κάποτε δὲν βρισκόταν σὰν σὲ σκεῦος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνο μὲν εἶναι πρὶν ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ δίχως ἀρχή. Τοῦτο δὲ τὸ πρόσλημμα, τὸ ὁποῖο ἔλαβε ἀπὸ μᾶς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, δημιουργήθηκε γιὰ χάρη μας στοὺς ὕστερους χρόνους, λαμβάνοντας ἐντός του τὸ πλήρωμα τῆς θεότητας. Ἔτσι ἐμφανίσθηκε φωστήρας θεοποιὸς καὶ συνάμα θεοφεγγής. Ἔτσι ἔλαμψε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὅπως ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτιά Του ἔγιναν λευκὰ ὅπως τὸ φῶς. Ὁ δὲ Μᾶρκος λέει «στιλπνὰ καὶ λευκὰ πολὺ σὰν χιόνι, τέτοια ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ λευκάνει γναφέας ἐπὶ τῆς γῆς» (Μαρκ. 9, 3).

 

Λαμπρύνθηκελοιπόνμὲ τὸ ἴδιο φῶς καὶ τὸ προσκυνητὸ ἐκεῖνο σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἱμάτιαἀλλ᾽ ὄχι ἐξίσουΔιότι τὸ μὲν πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο ἔλαμψε, τὰ δὲ ἱμάτια, ἐφόσον ἄγγιζαν τὸ σῶμα Του, ἔγιναν φωτεινά. Καὶ ἔδειξε μὲ αὐτὸ ποιές εἶναι οἱ στολὲς τῆς δόξας, ποὺ θὰ ἐνδυθοῦν κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα ὅσοι πλησίασαν τὸν Θεό, καὶ ποιά εἶναι τὰ ἐνδύματα τῆς ἀναμαρτησίας, τὰ ὁποῖα ὅταν ἀπέβαλε ὁ Ἀδὰμ λόγῳ τῆς παραβάσεως, φαινόταν γυμνὸς καὶ αἰσθανόταν ντροπή. Ὁ μὲν θεῖος Λουκᾶς λέει: «Ἔγινε ἡ μορφή Του διαφορετικὴ καὶ ἡ ἐνδυμασία Του λευκὴ καὶ ἀπαστράπτουσα», βλέποντας ὅτι ὅλα τὰ ἐκεῖ τελούμενα δὲν ἔχουν κάτι ἀντίστοιχο νὰ συγκριθοῦν. Ὁ δὲ Μᾶρκος εἰκονίζει μὲν τὰ ἱμάτια, λέγοντας ὅμως ὅτι εἶναι στιλπνὰ καὶ λευκὰ σὰν χιόνι ἔδειξε καὶ αὐτὸς ὅτι οἱ εἰκόνες καὶ τὰ παραδείγματα ὑστεροῦν ἔναντι τῆς θέας τῶν ἱματίων ἐκείνων. Διότι τὸ χιόνι εἶναι μὲν λευκό, ἀλλ᾽ ὄχι στιλπνό. Ἔχει πάντα ἀνώμαλη ἐπιφάνεια, ἐφόσον ὅλο ἀποτελεῖται ἀπὸ μικρὲς φυσαλίδες λόγῳ τῆς μίξεως τοῦ ἐνυπάρχοντος σ᾽ αὐτὸ ἀέρα. Ὅταν δηλαδὴ τὸ σύννεφο δὲν ἔχει ἀκόμη συσταθεῖ τελείως καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποβάλει τὸν ἐνυπάρχοντα ἀέρα, πήζει ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τοῦ ψύχους καὶ ἔτσι κατέρχεται γεμᾶτο ἀέρα, λευκὸ καὶ ἀνώμαλο, ὅπως περίπου ὁ ἀφρός.

 

Ἐπειδήλοιπόνδὲν ἀρκοῦσε τὸ λευκὸ τοῦ χιονιοῦγιὰ νὰ παραστήσει τὴν τερπνότητα τῆς θέας ἐκείνηςσυμπεριλήφθηκε καὶ τὸ στιλπνόδείχνοντας καὶ μ᾽ αὐτὰ  εὐαγγελιστὴς τὴν ὑπερφυῆ φύση τοῦ φωτὸς ἐκείνουμὲ τὸ ὁποῖο τὰ ἱμάτια ἐκεῖνα ἔγιναν στιλπνὰ καὶ λευκάΠράγματι, δὲν εἶναι ἰδιότητα τοῦ φωτὸς νὰ καθιστᾶ λευκὰ καὶ στιλπνὰ αὐτὰ ποὺ φωτίζει, ἀλλὰ νὰ δείχνει τὸ χρῶμα τους. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνο, καθὼς φαίνεται, τὰ ἀποκάλυψε ἢ μᾶλλον τὰ ἀλλοίωσε, πρᾶγμα ποὺ δὲν συνιστᾶ ἰδιότητα αἰσθητοῦ φωτός. Τὸ δὲ ἀκόμη παραδοξότερο, ὅτι καὶ ὅταν τὰ ἀλλοίωσε, τὰ διατήρησε πάλι ἀναλλοίωτα, ὅπως φάνηκε λίγο ἀργότερα. Πῶς νὰ τὰ ἐνεργεῖ αὐτὰ φῶς γνώριμο σὲ μᾶς; Γι᾽ αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστὴς θέλοντας νὰ δείξει ὑπερφυῆ ὄχι μόνο τὴν ὑπεροχικὴ λαμπρότητα καὶ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ὡραιότητα τῶν ἐνδυμάτων, παραμέρισε μὲ τρόπο τὴν φυσικὴ ὡραιότητα συνάπτοντας τὴν στιλπνότητα μὲ τὸ λευκὸ τοῦ χιονιοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἡ τέχνη μαζὶ μὲ τὴν φύση ἐπινοεῖ τὸ ὡραῖο, θέτοντας ἐκείνη τὴν ὀμορφιὰ πάνω ἀπὸ τεχνητοὺς ὡραϊσμούς, ἀναφέρει: «τέτοια, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ λευκάνει γναφέας ἐπάνω στὴν γῆ».

 

Ἀλλ᾽ ὅμως  προαιώνιος Λόγοςποὺ σαρκώθηκε γιὰ μᾶς ἐνυπόστατη σοφία τοῦ Πατρόςφέρει ὁπωσδήποτε μέσα Του καὶ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος· τοῦ ὁποίου τὸ γράμμα εἶναι σὰν ἐνδυμασία· λευκὸ καὶ σαφέςσυνάμα δὲ στιλπνὸ καὶ λαμπρὸ καὶ σὰν μαργαριτάριμᾶλλον δὲ θεοπρεπὲς καὶ ἔνθεο γι᾽ αὐτοὺς ποὺ βλέπουν πνευματικὰ τὰ τοῦ Πνεύματος καὶ ἑρμηνεύουν θεοπρεπῶς τὶς λέξεις τῶν κειμένων καὶ δείχνουν ὅτι τὰ λόγια τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος εἶναι τέτοιαποὺ γναφέας ἐπάνω στὴν γῆδηλαδὴ σοφὸς τοῦ κόσμου τούτουδὲν μπορεῖ νὰ διασαφήσειΚαὶ τί λέω νὰ διασαφήσει; Δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κατανοήσει, οὔτε ὅταν τὰ ἑξηγεῖ ἄλλος. Διότι, καθὼς λέει ὁ ἀπόστολος, «ψυχικὸς ἄνθρωπος δὲν δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος, οὔτε μπορεῖ νὰ τὰ γνωρίσει» (Α´ Κορ. 2, 14). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐσφαλμένως θεωρεῖ αἰσθητὲς τὶς ἀσύλληπτες καὶ θεῖες καὶ πνευματικὲς ἐλλάμψεις, «ἐρευνώντας πράγματα ποὺ δὲν εἶδε, μάταια ὑπερυφανευόμενος μὲ τὸν ὑποδουλωμένο στὴν ἁμαρτία νοῦ του» (Κολ. 2, 18).

 

Ἀλλ᾽  Πέτροςποὺ  νοῦς του φωτίσθηκε ἀπὸ τὴν θεσπέσια ἐκείνη θέα καὶ ἀνυψώθηκε πρὸς θεῖο ἔρωτα καὶ πόθο μεγαλύτερομὴ θέλοντας πλέον νὰ ἀποχωρισθεῖ τὸ φῶς ἐκεῖνο, «καλὸ εἶναι νὰ εἴμαστε ἐδῶ», ἔλεγε στὸν Κύριο, «ἂν θέλειςἂς κατασκευάσουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνέςμία γιὰ σέναμία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία», μὴ γνωρίζοντας τί λέειΔιότι, βέβαια, δὲν εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς τῆς ἀποκαταστάσεως. Ὅταν ἔλθει ὁ καιρός, δὲν θὰ χρειασθοῦμε σκηνὲς χειροποίητες. Πέρα ἀπὸ αὐτό, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξισώνει τὸν Δεσπότη μὲ τοὺς δούλους μὲ τὴν ὁμοιότητα τῶν σκηνῶν. Ὁ μὲν Χριστὸς ὡς Υἱὸς γνήσιος στοὺς κόλπους τοῦ Πατρὸς βρίσκεται, οἱ δὲ προφῆτες ὡς υἱοὶ γνήσιοι τοῦ Ἀβραὰμ στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραὰμ ὅπως πρέπει θὰ κατοικήσουν. Καθὼς λοιπὸν ὁ Πέτρος στὴν ἄγνοιὰ του ἔλεγε αὐτά, «ἰδού, νεφέλη φωτεινὴ τοὺς ἐπισκίασε», διακόπτοντας τοὺς λόγους τοῦ Πέτρου καὶ δείχνοντας ποιά εἶναι ἡ σκηνὴ ποὺ ἁρμόζει στὸν Χριστό. Τί ἦταν ὅμως αὐτὴ ἡ νεφέλη καὶ πῶς, ἐνῶ ἦταν φωτεινή, τοὺς ἐπισκίασε; Μήπως εἶναι αὐτὴ τὸ ἀπρόσιτο φῶς, στὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς κατοικεῖ, τὸ φῶς ποὺ ἐνδύεται σὰν ἱμάτιο; Διότι λέει: «αὐτὸς ποὺ καθιστᾶ τὰ σύννεφα ἄμαξά Του» (103, 4) καὶ «ἔθεσε τὸ σκότος περικάλυμμά Του σὰν κυκλικὴ σκηνὴ» (Ψαλμ. 17, 13), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος λέει: «εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔχει ἀθανασία καὶ κατοικεῖ σὲ φῶς ἀπρόσιτο» (Α´ Τιμ. 6, 16). Ὣστε τὸ ἴδιο εἶναι ἐδῶ καὶ φῶς καὶ σκότος, ποὺ ἐπισκιάζει ἀπὸ ἀσύγκριτη λαμπρότητα.

 

Ἀλλὰ καὶ αὐτόποὺ λίγο πρὶν εἶδαν τὰ μάτια τῶν ἀποστόλωνχαρακτηρίζεται ὡς ἀπρόσιτο ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς θεολόγους«Σήμερα εἶναι φωτὸς ἀπροσίτου ἄβυσσος. Σήμερα φωτίζει τοὺς ἀποστόλους ἀπεριόριστη ἔκχυση θείας αἴγλης στὸ Θαβώρ». Καὶ ὁ μέγας Διονύσιος ἀποκαλώντας γνόφο τὸ ἀπρόσιτο φῶς, ὅπου λέγεται ὅτι κατοικεῖ ὁ Θεὸς λέει ὅτι «σ᾽ αὐτὸν τὸν γνόφο εἰσέρχεται ὅποιος ἀξιώνεται νὰ γνωρίσει καὶ νὰ δεῖ τὸν Θεό». Ἑπομένως τὸ ἴδιο φῶς ἦταν αὐτὸ ποὺ πρωτύτερα ἔβλεπαν νὰ λάμπει ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου οἱ ἀπόστολοι καὶ ἡ φωτεινὴ νεφέλη ποὺ κατόπιν ἐπισκίασε. Ἀλλὰ στὴν ἀρχὴ ἐπειδὴ ἔλαμπε μετριότερα, ἐπέτρεπε τὴν ὅραση. Ὅταν ὅμως διαχύθηκε μὲ πολὺ μεγαλύτερη ἔνταση, ἦταν γι᾽ αὐτοὺς ἀόρατο λόγῳ τῆς ἀσύγκριτης λαμπρότητας. Καὶ ἔτσι ἐπισκίασε τὴν πηγὴ τοῦ θείου καὶ ἀεννάου φωτός, τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης Χριστό. Ἄλλωστε, καὶ στὸν αἰσθητὸ ἥλιο τὸ ἴδιο φῶς καὶ τὴν ὅραση παρέχει μέσω τῆς ἀκτίνας καὶ ἀφαιρεῖ πάλι τὴν ὅραση, ὅταν κατάματα τὸν κοιτάξει κανείς, διότι ἡ λαμπρότητά του εἶναι ὑπεράνω τῆς δυνατότητας τῶν ὀφθαλμῶν μας.

 

Ἀλλ᾽ ὁ μὲν αἰσθητὸς ἥλιος φαίνεται ὅπως εἶναι ἐκ φύσεως καὶ ὄχι ὅπως θέλει, οὔτε μόνο σὲ ὅποιους θέλει. Ὁ δὲ ἥλιος τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης Χριστός, ἔχοντας ὄχι μόνο φύση καὶ φυσικὴ λαμπρότητα καὶ δόξα, ἀλλὰ καὶ θέληση ἀνάλογη, φωτίζει προνοητικῶς καὶ σωτήρια μόνο ὅσους θέλει καὶ ὅσο θέλει. Ἔτσι θέλησε καὶ φάνηκε σὰν ἥλιος ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων καὶ μάλιστα ὄχι ἀπὸ μεγάλη ἀπόσταση. Ἔπειτα ἔλαμψε πιὸ ἔντονα κατὰ τὴν θέλησή Του καὶ ἀπὸ τὴν ἀσύγκριτη φωτεινότητα ἔγινε ἀόρατος στὰ μάτια τῶν ἀποστόλων, σὰν νὰ εἰσῆλθε σὲ φωτεινὴ νεφέλη. Ἀλλὰ καὶ φωνὴ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὴν νεφέλη: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖον εὐδόκησα, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Ὅταν ὁ Κύριος βαπτίσθηκε στὸν Ἰορδάνη, ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ ἴδια ἀκούσθηκε φωνὴ ἀπὸ τὴν δόξα ἐκείνη ἀσφαλῶς, τὴν ὁποία δόξα καὶ ὁ Στέφανος ἀργότερα ἐνατένισε, ὅταν ἄνοιξαν γι᾽ αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ καὶ καταλήφθηκε ἀπὸ τὸν Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τώρα ἀκούσθηκε ἀπὸ τὴν νεφέλη, ποὺ ἐπισκίασε τὸν Ἰησοῦ. Ἑπομένως εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ὑπερουράνια δόξα τοῦ Θεοῦ. Πῶς λοιπὸν εἶναι αἰσθητὸ φῶς τὸ ὑπερουράνιο;

 

Δίδαξε δὲ ἡ ἀπὸ τὴν νεφέλη φωνὴ τοῦ Πατρός, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησου Χριστοῦ, οἱ νομοθεσίες, οἱ υἱοθεσίες, ἦταν ἀτελῆ καὶ δὲν ἔγιναν οὔτε τελέσθηκαν σύμφωνα μὲ προηγούμενο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ παραχωρήθηκαν γιὰ τὴν μέλλουσα αὐτὴ τοῦ Κυρίου παρουσία καὶ ἐπιφάνεια. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος, στὸν ὁποῖο εὐδοκεῖ καὶ ἀναπαύεται καὶ εὐαρεστεῖται τέλεια ὁ Πατήρ, ὅπως σὲ Υἱὸ ἀγαπητό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ παραγγέλλει Αὐτὸν νὰ ἀκοῦμε καὶ σ᾽ Αὐτὸν νὰ πειθαρχοῦμε. Καὶ ὅταν λέει «εἰσέλθετε ἀπὸ τὴν στενὴ πύλη, διότι εἶναι πλατειὰ καὶ ἄνετη ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, ἐνῶ στενὴ καὶ δύσβατη ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ζωή», Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Κι ὅταν λέει πῶς τὸ φῶς αὐτὸ εἶναι βασιλεία τοῦ Θεοῦ, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε, σ᾽ Αὐτὸν νὰ πιστεύετε καὶ τέτοιου φωτὸς νὰ καθιστᾶτε ἀξίους τοὺς ἑαυτούς σας.

 

Ὅταν λοιπὸν φάνηκε  φωτεινὴ νεφέλη καὶ ἤχησε ἀπὸ τὴν νεφέλη  πατρικὴ φωνήἔπεσανλέειμὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ οἱ μαθητές· ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς φωνῆςἀφοῦ καὶ ἄλλοτε πολλὲς φορὲς ἀκούσθηκεὄχι μόνο στὸν Ἰορδάνη ἀλλὰ καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ὅταν πλησίαζε τὸ σωτήριο πάθοςΠράγματι, ὅταν ὁ Κύριος εἶπε «Πάτερ, δόξασε τὸ ὄνομὰ Σου» ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό: «Τὸ ὄνομά μου τὸ δόξασα καὶ πάλι θὰ τὸ δοξάσω» (Ἰω. 12, 28), καὶ ὅλος μὲν ὁ ὄχλος ἄκουσε, ἀλλὰ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἔπεσε. Ἐδῶ ὅμως ὄχι μόνο φωνή, ἀλλὰ καὶ φῶς ἀπεριόριστο συνάμα φάνηκε. Εὐλόγως, λοιπόν, κατάλαβαν οἱ θεοφόροι Πατέρες ὅτι γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο ἔπεσαν πρηνεῖς οἱ μαθητές, ὄχι γιὰ τὴν φωνή, ἀλλὰ γιὰ τὸ παράξενο καὶ ὑπερφυὲς φῶς. Διότι καὶ πρὶν φθάσει ἡ φωνὴ ἦσαν φοβισμένοι, ὅπως λέει ὁ Μᾶρκος, σαφῶς ἀπὸ τὴν θεοφάνεια ἐκείνη.

 

Ὅμως, ὅταν μὲ ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ φῶς ἐκεῖνο εἶναι θεῖο καὶ ὑπερφυὲς καὶ ἄκτιστο, τί παθαίνουν πάλι αὐτοὶ ποὺ ἐπιδίδονται μὲ ὑπερβολικὸ ζῆλο στὴν θύραθεν καὶ σαρκικὴ παιδεία καὶ δὲν μποροῦν νὰ γνωρίσουν τὰ τοῦ Πνεύματος; Κατρακυλοῦν σὲ ἄλλο γκρεμό. Δὲν τὸ ὀνομάζουν θεία δόξα, οὔτε βασιλεία Θεοῦ, οὔτε κάλλος, οὔτε χάρη, οὔτε λαμπρότητα, ὅπως ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς θεολόγους διδαχθήκαμε, ἀλλὰ ἰσχυρίζονται ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο προηγουμένως ἔλεγαν ὅτι εἶναι αἰσθητὸ καὶ κτιστό. Ὁ δὲ Κύριος στὰ εὐαγγέλια λέει πὼς τούτη ἡ δόξα δὲν εἶναι κοινὴ μόνο σ᾽ Αὐτὸν καὶ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἁγίους ἀγγέλους, καθὼς γράφει ὁ θεῖος Λουκᾶς: «ὅποιος ντραπεῖ νὰ ὁμολογήσει ἐμένα καὶ τὴν διδασκαλία μου στὴν γενεὰ αὐτή, θὰ ντραπεῖ καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου γι αὐτόν, ὅταν ἔλθει μέσα στὴν δόξα Του καὶ τὴν δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων» (Λουκ. 9, 26). Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ ἰσχυρίζονται πὼς ἡ δόξα αὐτὴ εἶναι οὐσία, θὰ δεχθοῦν ὅτι αὐτὴ εἶναι κοινὴ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀγγέλων, πρᾶγμα ποὺ ἀποτελεῖ ἐσχάτη ἀσέβεια.

 

Μάλιστα, ὄχι μόνο οἱ ἄγγελοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἅγιοι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων μετέχουν σ᾽ αὐτὴ τὴν δόξα καὶ βασιλεία. Ἀλλ᾽ ὁ μὲν Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς μαζὶ μὲ τὸ θεῖο Πνεῦμα ἔχουν φυσικὴ τούτη τὴν δόξα καὶ βασιλεία, οἱ δὲ ἅγιοι ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι τὴν ἀποκτοῦν κατὰ χάρη, δεχόμενοι ἀπὸ ἐκεῖ τὴν ἔλλαμψη. Ἄλλωστε καὶ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ποὺ ἐμφανίσθηκαν μαζί Του σ᾽ αὐτὴ τὴν δόξα, αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς παρέστησαν. Ὁ δὲ Μωϋσῆς φάνηκε κοινωνὸς τῆς θεϊκῆς δόξας ὄχι μόνο τώρα ἐπάνω στὸ Θαβώρ, ἀλλὰ καὶ τότε ποὺ τὸ πρόσωπό του δοξάσθηκε τόσο, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν οἱ Ἰσμαηλῖτες νὰ τὸ ἀντικρύσουν. Τοῦτο δηλώνει καὶ αὐτὸς ποὺ λέει ὅτι ὁ Μωϋσῆς δέχθηκε στὸ θνητὸ πρόσωπό του τὴν ἀθάνατη δόξα τοῦ Πατρός. Καθὼς καὶ ἐκεῖνος πού, ὅταν ὁ Εὐνόμιος χαρακτήριζε ἀμετάδοτη πρὸς τὸν Υἱὸ τὴν δόξα τοῦ Παντοκράτορα, τὸν ἀντέκρουσε λέγοντας ὅτι, δὲν θὰ ἀνεχόμουν τέτοιο λόγο, ἀκόμη κι ἂν ἀναφερόταν στὸν Μωϋσῆ.

 

Κοινή, λοιπόν, καὶ μία εἶναι ἡ δόξα καὶ ἡ βασιλεία καὶ ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ψαλμωδὸς προφήτης ψάλλει: «ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ μας θὰ εἶναι ἐπάνω μας» (Ψαλμ. 89, 19). Ἀλλὰ κανεὶς μέχρι τώρα δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅτι εἶναι μία καὶ κοινὴ ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων. Καὶ βέβαια κοινὴ φάνηκε τελευταῖα ἐπάνω στὸ ὄρος ἡ θεία λαμπρότητα τῆς θεότητας τοῦ Λόγου καὶ τῆς ἀνθρώπινης σάρκας. Ὅτι εἶναι ὅμως κοινὴ ἡ οὐσία τῆς θεότητας καὶ τῆς σάρκας, θὰ τὸ ἔλεγαν ὁ Εὐτυχὴς καὶ ὁ Διόσκορος καὶ ὄχι αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ εἶναι εὐσεβεῖς. Καὶ τὴν μὲν δόξα αὐτὴ καὶ λαμπρότητα, ὅπως καὶ τώρα τὴν εἶδαν οἱ συνοδοιπόροι τοῦ Ἰησοῦ, ὅλοι θὰ τὴν ἀντικρύσουν, ὅταν ὁ Κύριος φανεῖ νὰ λάμπει ἀπὸ ἀνατολὴ ἕως δύση. Κανεὶς ὅμως δὲν στάθηκε στὴν ὑπόσταση καὶ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ εἶδε ἢ περιέγραψε τὴν θεία φύση. Καὶ τὸ μὲν θεῖο τοῦτο φῶς δίδεται μὲ μέτρο καὶ ἐπιδέχεται τὸ μᾶλλον καὶ ἦττον μεριζόμενο δίχως νὰ διαιρεῖται, κατὰ τὴν ἀξία αὐτῶν ποὺ τὸ δέχονται. Ἡ ἀπόδειξη εἶναι κοντά. Τὸ μὲν πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἔλαμψε πιὸ πολὺ ἀπ᾽ τὸν ἥλιο, τὰ δὲ ἱμάτια ἔγιναν λαμπρὰ καὶ λευκὰ σὰν χιόνι. Καὶ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας στὴν ἴδια θεάθηκαν δόξα, ἀλλὰ κανεὶς τους δὲν ἄστραψε τότε σὰν ἥλιος. Καὶ οἱ ἴδιοι οἱ μαθητὲς μέρος τοῦ φωτὸς ἐκείνου εἶδαν, μέρος δὲν μπόρεσαν νὰ ἀτενίσουν.

 

Ἔτσι λοιπὸν μετρεῖται καὶ μερίζεταιδίχως νὰ διαιρεῖταιτὸ φῶς ἐκεῖνο καὶ ἐπιδέχεται αὐξομείωσηΚαὶ ἕνα μέρος αὐτοῦ γνωρίζεται τώρα ἕνα μέρος ἀργότερα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεῖος Παῦλος λέει: «τώρα κατὰ μέρος γνωρίζουμε καὶ κατὰ μέρος προφητεύουμε» (Α´ Κορ. 13, 9). Ὅμως τελείως ἀμέριστη καὶ ἀκατάληπτη εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ καμμιὰ οὐσία δὲν ἐπιδέχεται αὐξομειώσεις. Κατὰ τὰ ἄλλα, εἶναι γνώρισμα τῶν καταραμένων Μεσσαλιανῶν τὸ νὰ νομίζουν ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ γίνεται ὁρατὴ στοὺς κατ᾽ αὐτοὺς ἀξίους. Ἐμεῖς ὅμως ἀνατρέποντας καὶ τοὺς παλαιοὺς καὶ τοὺς σύγχρονους κακοδόξους καὶ πιστεύοντας, καθὼς διδαχθήκαμε, ὅτι οἱ ἅγιοι βλέπουν καὶ κοινωνοῦν ὄχι τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ βασιλεία καὶ δόξα καὶ λαμπρότητα καὶ φῶς ἀπόῤῥητο καὶ θεία χάρη, ἂς ὁδεύσουμε πρὸς τὴν λάμψη τοῦ φωτὸς τῆς χάριτος, γιὰ νὰ γνωρίσουμε καὶ νὰ θεωρήσουμε τρίφωτη Θεότητα, ποὺ ἀκτινοβολεῖ ἑνιαία ἀπόῤῥητη αἴγλη ἀπὸ μία τρισυπόστατη φύση. Καὶ τὰ μάτια τοῦ νοῦ ἂς ἀνυψώσουμε πρὸς τὸν Λόγο, ποὺ εἶναι τώρα μὲ τὸ σῶμα Του ἐγκατεστημένος πάνω ἀπὸ τὶς οὐράνιες ἁψῖδες. Αὐτός, θεοπρεπῶς καθήμενος στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλωσύνης, σὰν ἀπὸ μακρυνὸ τόπο μᾶς στέλνει αὐτὸ τὸ μήνυμα: «ὅποιος θέλει νὰ παραστεῖ σ᾽ αὐτὴ τὴν δόξα, ἂς μιμεῖται κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἂς πορεύεται τὴν ὁδὸ καὶ τὴν πολιτεία, τὴν ὁποία ὑπέδειξα μὲ τὸν ἐπίγειο βίο μου».

 

Ἂς παρατηροῦμελοιπόνμὲ τοὺς ἐσωτερικοὺς ὀφθαλμοὺς τὸ μέγα τοῦτο θέαματὴν φύση μας νὰ ζεῖ αἰωνίως μὲ τὸ ἄϋλο πῦρ τῆς θεότητοςΚαὶ ἀφοῦ ἀποβάλουμε τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, τοὺς ὁποίους φορέσαμε ἐξαιτίας τῆς παραβάσεως, τὰ γεώδη καὶ σαρκικὰ φρονήματα, ἂς σταθοῦμε σὲ γῆ ἁγία, ἀναδεικνύοντας ὁ καθένας τὴν δική του γῆ ἁγία διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀνατάσεως πρὸς τὸ Θεό, ὥστε νὰ ἔχουμε παῤῥησία, ὅταν ἔρχεται ὁ Θεὸς μέσα σὲ φῶς, καὶ προστρέχοντας νὰ φωτισθοῦμε καὶ φωτιζόμενοι νὰ ζήσουμε αἰωνίως μαζὶ Του πρὸς δόξα τῆς τρισήλιας καὶ μοναρχικωτάτης λαμπρότητας, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

 

 

(Αγ. Γρηγορίου Παλαμά Έργα ΕΠΕ τόμος 10ος)