ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τελώνης και φαρισαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τελώνης και φαρισαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Φεβρουαρίου 12, 2022

Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου

 


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Πόσο μικρὴ καὶ γνωστὴ εἶναι ἡ σημερινὴ παραβολὴ καὶ πόσο δυνατὸ καὶ προκλητικὸ εἶναι τὸ μήνυμά της.

Εἶναι δυνατὸ καὶ φαίνεται μέσα ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ κειμένου. Δύο ἄνδρες ἦλθαν στὴν ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, σ’ ἕναν χῶρο ἱερό, στὸ Βασίλειό Του, ποὺ σ’ ἕναν κόσμο ποὺ χάνεται μέσα στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, Τοῦ ἀνήκει ἀνεπιφύλακτα. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄνδρες περπατᾶ ὑπερήφανα πρὸς τὸν ναὸ καὶ παίρνει θέση μπροστὰ στὸν Θεό. Ὁ ἄλλος ἔρχεται καὶ οὔτε κἄν τολμᾶ νὰ διασχίσει τὸ κατώφλι τοῦ ναοῦ: εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ ὁ χῶρος εἶναι ἱερός, ὅπως ὁ χῶρος γύρω ἀπὸ τὴν Φλεγόμενη Βάτο στὴν ἔρημο ὅπου ὁ Μωυσῆς δὲν μποροῦσε νὰ εἰσέλθει χωρὶς νὰ λύσει τὰ ὑποδήματά του, παρὰ μόνο μὲ λατρεία καὶ φόβο Θεοῦ.

Καὶ πόσο διαφορετικὰ εἶναι τὰ λόγια ποὺ εἰπώθηκαν!

Προφανῶς ὁ Φαρισαῖος προσεύχεται στὸν Θεό, Τὸν δοξάζει – ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο; Ἐπειδὴ εἶχε δημιουργήσει ἕνα ἄνθρωπο σὰν αὐτόν, ἕναν ἄνθρωπο τόσο ἅγιο, τόσο ἄξιο γιὰ τὸν Θεὸ· ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ὄχι μόνο δὲν τηρεῖ ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Νόμου, ἀλλὰ πηγαίνει πέρα ἀπὸ ὅ,τι ἔχει προστάξει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καὶ περιμένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Πραγματικὰ στέκεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δοξολογώντας Τον, ποὺ αὐτός, εἶναι τόσο ὑπέροχος ποὺ εἶναι δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἁγιότητάς Του.

Ὁ Τελώνης δὲν τολμᾶ κἄν νὰ εἰσέλθει στὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Θεοῦ.

Καὶ ἡ παραβολὴ εἶναι ξεκάθαρη: ὁ ἄνδρας ποὺ ἦλθε καὶ στάθηκε μὲ συντετριμμένη καρδιά, μὲ ντροπὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του, γνωρίζοντας ὅτι εἶναι ἀνάξιος νὰ εἰσέλθει στὸν ναό, ἐπιστρέφει σπίτι του συγχωρεμένος, μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ: συντροφευμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ποὺ παραστέκεται σ’ ὅποιον Τὸν χρειάζεται καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκη του γιὰ σωτηρία.

Ὁ Φαρισαῖος πηγαίνει σπίτι του, ἀλλὰ ἔχει συγχωρεθεῖ λιγότερο· ἡ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἡ ἴδια· στὴ σχέση αὐτὴ αὐτὸς βρίσκεται στὸ κέντρο, ὁ Θεὸς στὴν περιφέρεια· ἐκεῖνος βρίσκεται στὸ κέντρο τῶν πραγμάτων, ὁ Θεὸς εἶναι ὑποχείριό Του. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ὅ,τι ἔκανε ἦταν χωρὶς ἀξία· ἁπλῶς σημαίνει ὅτι ὅσο τὸν ἀφορᾶ, δὲν ὑπῆρξε σ’ ἐκεῖνον καρπὸς ἁγιότητας. Οἱ πράξεις του ἦταν καλὲς ἀλλὰ ἦταν ἀλλοιωμένες, δηλητηριασμένες ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια· ἡ ὀμορφιὰ σ’ ὅ,τι ἔκανε εἶχε ἐντελῶς ἀμαυρωθεῖ ἐπειδὴ δὲν ἀπευθυνόταν οὔτε στὸν Θεό, οὔτε στὸν πλησίον του· στρεφόταν στὸν ἑαυτό του. Καὶ λέγεται ὅτι αὐτὴ ἡ ὑπερηφάνεια ἀπογύμνωσε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, τοῦ ἀφαίρεσε τοὺς καρποὺς τῶν καλῶν του ἔργων, τὸν καρπὸ τῆς ἐξωτερικῆς πίστης του στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ μόνο ἡ ταπείνωση θὰ μποροῦσε νὰ προσφέρει στὶς πράξεις του νόημα, ποὺ μόνο ἡ ταπείνωση θὰ μεταμόρφωνε σὲ ζωὴ τὶς πράξεις του, στὸ νερὸ τῆς ζωῆς ποὺ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα.

Ὅμως μία ἐρώτηση στέκει μπροστά μας: πῶς μποροῦμε νὰ μάθουμε κάτι γιὰ τὴν ταπείνωση ἐὰν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητη προϋπόθεση νὰ μὴν εἴμαστε ὅπως ἡ ἄκαρπη συκιά, ἀλλὰ γόνιμοι, νὰ γίνουμε ἡ πλούσια σοδειὰ ποὺ θὰ τρέφει τοὺς ἀνθρώπους;

Δὲν πιστεύω ὅτι μποροῦμε νὰ κινηθοῦμε πρὸς τὴν ταπείνωση ἀπὸ ὑπερηφάνεια, ἀπὸ ματαιότητα, ἐκτὸς ἐὰν μᾶς συμβεῖ κάτι τόσο τραγικὸ ποὺ νὰ δοῦμε, ν’ ἀνακαλύψουμε τοὺς ἑαυτούς μας νὰ εἶναι ἐντελῶς στερημένοι ἀπὸ τὸ κάθε τι ποὺ στήριζε τὴν ἁμαρτωλή, καταστροφική, ἄκαρπη κατάστασή μας. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα πράγμα ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε: ὅσο πιστεύουμε ὅτι κατέχουμε κάθε εἴδους χάρισμα τῆς καρδιᾶς, τοῦ νοῦ, τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, ὅσο καρποφόρα μπορεῖ νὰ εἶναι τὰ ἔργα μας, μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: Ὦ ἄνθρωπε, τί ἔχεις ποὺ δὲν σοῦ ἔχει δοθεῖ;!… Καὶ πράγματι, ἠχοῦν σὰν ἀντίλαλος στ’ αὐτιά μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου στὸν πρῶτο Μακαρισμό, στὸν Μακαρισμὸ ποὺ ἀνοίγει τὴν πόρτα σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους : «Εὐλογημένοι εἶναι οἱ πτωχοὶ στὸ πνεῦμα… Εὐλογημένοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ γνωρίζουν ὄχι μόνο μὲ τὴ λογικὴ – ἀλλὰ τουλάχιστον μὲ τὴ λογική!- ὅτι εἶναι ἕνα τίποτα, ὅτι δὲν κατέχουν τίποτα ποὺ δὲν εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεὸς μᾶς κάλεσε νὰ ὑπάρξουμε ἀπὸ τὸ μηδέν, δίχως τὴ συμμετοχή μας: ἡ ὕπαρξή μας εἶναι ἕνα δῶρο! Μᾶς δόθηκε ζωὴ ποὺ δὲν μπορούσαμε νὰ δημιουργήσουμε. Μᾶς δόθηκε ἡ γνώση τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ, καὶ πράγματι μᾶς δόθηκε μία βαθύτερη, πιὸ οἰκεία γνώση τοῦ Θεοῦ- ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνα δῶρο! Καὶ τότε, αὐτὸ ποὺ εἴμαστε εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ: τὸ σῶμα, ἡ καρδιά, ὁ νοῦς, ἡ ψυχὴ μας – ποιὰ δύναμη ἔχουμε σ’ αὐτὰ τὰ δῶρα ὅταν ὁ Θεὸς δὲν τὰ στηρίζει..; Ἡ μεγαλύτερη εὐφυία μπορεῖ ξαφνικὰ ἀπὸ ἕνα ἐγκεφαλικὸ ἐπεισόδιο νὰ χαθεῖ στὸ σκοτάδι· ὑπάρχουν στιγμὲς ποὺ ἀντιμετωπίζουμε μία ἀνάγκη ποὺ χρειάζεται ὅλη μας τὴ συμπάθεια, τὴν ἀγάπη – καὶ ἀνακαλύπτουμε ὅτι ἡ καρδιὰ μας εἶναι καμωμένη ἀπὸ πέτρα καὶ πάγο… Καὶ θέλουμε νὰ κάνουμε τὸ καλὸ – καὶ δὲν μποροῦμε καὶ ἤδη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸ γνώριζε ὅταν εἶπε: Δὲν κάνω αὐτὸ ποὺ ἀγαπῶ, καὶ πράττω συνεχῶς τὸ κακὸ ποὺ μισῶ… Καὶ τὸ σῶμα μας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τόσα πολλὰ πράγματα!

Καὶ τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν φιλία ποὺ μᾶς προσφέρεται, τὶς σχέσεις μας, τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς στηρίζει, τὴν συντροφικότητα· ὅ,τι εἴμαστε καὶ ὅ,τι ἔχουμε εἶναι ἕνα δῶρο: καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ἑπόμενο βῆμα: δὲν εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη; Δὲν μποροῦμε νὰ στραφοῦμε στὸν Θεό, ὄχι σὰν τὸν φαρισαῖο, μὲ ὑπερηφάνεια γι’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, ξεχνώντας ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι δικά Του, ἀλλὰ νὰ στραφοῦμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τοῦ ποῦμε: Θεέ μου, ὅλα αὐτὰ εἶναι δικό σου δῶρο! Ὅλη αὐτὴ ἡ ὀμορφιά, ἡ ἐξυπνάδα, ἡ εὐαίσθητη καρδιά, ὅλες ἐκεῖνες οἱ καταστάσεις τῆς ζωῆς εἶναι ἕνα δῶρο! Πράγματι ὅλες αὐτὲς οἱ καταστάσεις, ἀκόμα κι ἐκεῖνες ποὺ μᾶς φοβίζουν εἶναι ἕνα δῶρο ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μᾶς λέει: Σᾶς ἐμπιστεύομαι ἀρκετὰ γιὰ νὰ σᾶς στείλω νὰ φέρετε τὸ φῶς στὸ σκοτάδι! Σᾶς στέλνω ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἀποσύνθεση νὰ γίνεται τὸ ἁλάτι ποὺ θὰ τὴν σταματήσει! Σᾶς στέλνω ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ φέρετε τὴν ἐλπίδα, νὰ φέρετε τὴν χαρά, νὰ φέρετε τὴν ἀγάπη ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι μᾶς στέλνει ὁ Θεὸς στὸ σκοτάδι, γιὰ νὰ γίνουμε ἡ παρουσία καὶ ἡ ζωή Του, αὐτὸ σημαίνει ὅτι μᾶς ἐμπιστεύεται- μᾶς ἐμπιστεύεται, μᾶς πιστεύει, ἐλπίζει τὰ πάντα σέ μᾶς: δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ μᾶς κάνει εὐγνώμονες;

Ἀλλὰ ἡ εὐγνωμοσύνη δὲν εἶναι ἁπλὰ μιὰ παγωμένη λέξη εὐχαριστίας· εὐγνωμοσύνη σημαίνει ὅτι ἐπιθυμοῦμε νὰ Τὸν κάνουμε νὰ δεῖ ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν μᾶς δόθηκαν μάταια, ὅτι δὲν ἔγινε μάταια ἄνθρωπος, δὲν ἔζησε, δὲν πέθανε μάταια· εὐγνωμοσύνη σημαίνει μιὰ ζωὴ ποὺ θὰ ἔδινε χαρὰ στὸν Θεό: αὐτὴ εἶναι ἡ πρόκληση αὐτῆς τῆς ἰδιαίτερης παραβολῆς.

Ναί, τὸ ἰδανικὸ γιὰ μᾶς θὰ ἦταν νὰ εἴμαστε ταπεινοὶ- ἀλλὰ τί εἶναι ταπείνωση; Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς γνωρίζει, καὶ ἐὰν κάποιος γνωρίζει, ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ μεταφέρει στὸν καθένα ποὺ δὲν γνωρίζει; Ἀλλὰ τὴν εὐγνωμοσύνη τὴν γνωρίζουμε ὅλοι· ὅλοι γνωρίζουμε μικρὲς πτυχὲς καὶ τρόπους γιὰ νὰ τὴν ἐκφράσουμε. Ἂς τὸ συλλογιστοῦμε αὐτό, καί, ἂς ἀναγνωρίσουμε, μὲ μία πράξη εὐγνωμοσύνης ὅτι δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ βρισκόμαστε στὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Θεοῦ- καὶ Ἐκεῖνος μᾶς ἐπιτρέπει νὰ βρισκόμαστε ἐκεῖ. Δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ κοινωνοῦμε μαζί Του εἴτε στὴν προσευχὴ ἢ στὰ μυστήρια- καὶ μᾶς καλεῖ σὲ κοινωνία μαζί Του! Δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ εἴμαστε παιδιά Του, νὰ εἴμαστε τὰ ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ, νὰ εἴμαστε ἡ κατοικία τοῦ πνεύματος- καὶ μᾶς τὰ δωρίζει ὅλα μέσα ἀπὸ μία πράξη ἀγάπης!

Ἂς συλλογιστεῖ ὁ καθένας μας καὶ ἂς ρωτήσει τὸν ἑαυτό του: μὲ ποιὸ τρόπο μπορεῖ νὰ εἶναι τόσο εὐγνώμων ἔτσι ὥστε ὁ Θεὸς νὰ μποροῦσε νὰ χαρεῖ στὸ γεγονὸς ὅτι δὲν προσφέρθηκε μάταια, δὲν ὑπῆρξε μάταια, δὲν ἔζησε, δὲν πέθανε μάταια, ὅτι ἔχουμε λάβει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας. Καὶ ἂν ἀναπτυχθεῖ βαθιὰ μέσα μας ἡ ἀληθινὴ εὐγνωμοσύνη θὰ λατρεύσουμε τὸν Θεὸ καὶ θὰ μάθουμε ὅτι ταπείνωση δὲν εἶναι ξεπεσμός, ἀλλὰ λατρεία, ἡ ἐπίγνωση ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὅ,τι ἔχουμε, ὅ,τι εἴμαστε, καὶ ὅτι εἴμαστε ἀνοιχτοὶ ὅπως ἡ γῆ, ἡ πλούσια γῆ εἶναι ἀνοιχτὴ στὸ ὄργωμα, στὴ σπορά, στὸν σπόρο, στὴ λιακάδα, στὴ βροχή, στὸ κάθε τι προκειμένου νὰ καρποφορήσει. Ἀμήν.

(Πηγή καί Ἀπόδοση Νεοελληνική: agiazoni.gr)

Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου:H Tαπείνωση



Η επόμενη Κυριακή ονομάζεται «Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου». Την παραμονή της ημέρας αυτής, δηλαδή στον Εσπερινό του Σαββάτου εμφανίζεται για πρώτη φορά το λειτουργικό βιβλίο της Μεγάλης Σαρακοστής που λέγεται Τριώδιο. Απ’ αυτό διαβάζονται διάφορα κείμενα που τα προσθέτουμε στους συνηθισμένους ύμνους και τις ευχές της εβδομαδιαίας αναστάσιμης ακολουθίας. Όλα αυτά τα κείμενα παρουσιάζουν την επόμενη μεγάλη πλευρά της μετάνοιας: την ταπείνωση.


Το ευαγγελικό ανάγνωσμα (Λουκ. 18, 10‐14) περιγράφει έναν άνθρωπο που είναι πάντα ευχαριστημένος με τον εαυτό του και που νομίζει ότι συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις της θρησκείας. Είναι βέβαιος για τον εαυτό του και πολύ περήφανος γι’ αυτόν. Στην πραγματικότητα όμως έχει παραποιήσει το νόημα της θρησκείας. Την έχει περιορίσει σε εξωτερικούς τύπους και μετράει την ευσέβεια του με το ποσόν των χρημάτων που συνεισφέρει στο ναό. Όσο για τον Τελώνη, αυτός ταπεινώνει τον εαυτό του και αυτή η ταπείνωση τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό.

Αν υπάρχει μια ηθική αξία που σχεδόν απόλυτα παραθεωρείται ή αγνοείται σήμερα είναι πραγματικά η ταπείνωση. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε διαρκώς ενσταλάζει μέσα μας την έννοια της υπερηφάνειας, της αυτοεξύμνησης και της αυτοδικαίωσης. Είναι οικοδομημένος πάνω στην αλαζονική υπόθεση ότι ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει οτιδήποτε μόνος του, και φτάνει στο να περιγράφει τον Θεό σαν τον Ένα που πάντοτε αμείβει τις επιτυχίες και τα καλά έργα του ανθρώπου. Η ταπείνωση -είτε ατομική, είτε ομαδική, είτε εθνική είναι- θεωρείται δείγμα αδυναμίας, κάτι ανάρμοστο για έναν αληθινά άνθρωπο. Αλλά μήπως και οι χριστιανοί σήμερα δεν είναι ποτισμένοι με το πνεύμα του Φαρισαίου; Μήπως και μεις δε θέλουμε κάθε προσφορά μας, κάθε «καλή πράξη» μας, καθετί που κάνουμε «για την Εκκλησία» να αναγνωρίζεται, να επαινείται, να δημοσιεύεται;

Αλλά τι είναι ταπείνωση; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση μπορεί να φανεί παράδοξη γιατί είναι ριζωμένη σε μια περίεργη διαβεβαίωση: Ο ίδιος ο Θεός είναι ταπεινός! Για κείνον που γνωρίζει το Θεό, που Τον ατενίζει μέσα στη δημιουργία Του και στις σωτήριες ενέργειες Του, είναι φανερό ότι η ταπείνωση είναι πραγματικά μια θεία ποιότητα, είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο και η λάμψη της δόξας από την οποία, όπως ψέλνουμε στη Θεία Λειτουργία, είναι «πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ». Μέσα στην ανθρώπινη διανοητικότητά μας έχουμε την τάση να μη μπορούμε να συμβιβάσουμε τη «δόξα» με την «ταπείνωση» -αφού μάλιστα η ταπείνωση θεωρείται ψεγάδι ή ελάττωμα. Ακριβώς όμως η άγνοιά μας και η αδεξιότητά μας είναι εκείνα που μας κάνουν ή θα έπρεπε να μας κάνουν να νιώθουμε ταπεινοί. Είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφέρεις στο σύγχρονο άνθρωπο που τρέφεται με τη δημοσιότητα, την αυτοπροβολή και την ατέλειωτη αυτοεξύμνηση, το γεγονός ότι εκείνο που είναι αυθεντικά τέλειο, όμορφο και καλό είναι την ίδια στιγμή γνήσια ταπεινό. Ακριβώς γιατί η τελειότητα δεν έχει ανάγκη από τη «δημοσιότητα», την εξωτερική δόξα ή από την κάθε είδους επίδειξη. Ο Θεός είναι ταπεινός γιατί είναι τέλειος. Η ταπείνωσή Του είναι η δόξα Του και η πηγή κάθε αληθινής ομορφιάς, τελειότητας και καλοσύνης: Καθένας που προσεγγίζει το Θεό και Τον γνωρίζει αυτόματα μοιράζεται τη Θεία ταπείνωση και ωραΐζεται μέσα σ’ αυτή. Αυτό συνέβηκε με την Παναγία, τη Μητέρα του Χριστού, που η ταπείνωση την έκανε χαρά όλης της οικουμένης και τρανή αποκάλυψη της ωραιότητας πάνω στη γη· αυτό έγινε και με όλους τους αγίους· το ίδιο συμβαίνει και με κάθε ανθρώπινη ύπαρξη στις σπάνιες στιγμές της επαφής της με το Θεό.

Πώς κανείς γίνεται ταπεινός; Η απάντηση για ένα χριστιανό είναι απλή: με την ενατένιση του Χριστού, που είναι η σαρκωμένη Θεία ταπείνωση, ο Ένας, μέσα στον οποίο ο Θεός αποκάλυψε, μια για πάντα, τη δόξα Του σαν ταπείνωση και την ταπείνωσή Του σαν δόξα. «Νῦν» είπε ο Χριστός τη νύχτα της άκρας ταπείνωσής Του, «ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ». Η ταπείνωση μαθαίνεται ενατενίζοντας το Χριστό ο οποίος είπε: «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ». Τελικά γινόμαστε ταπεινοί με το να μετράμε το καθετί με μέτρο τα Χριστό και να αναφερόμαστε για όλα σ’ Αυτόν. Χωρίς το Χριστό η αληθινή ταπείνωση είναι αδύνατη, ενώ στην περίπτωση του Φαρισαίου, ακόμα και η θρησκεία, γίνεται υπερηφάνεια για τα επιτεύγματά του· έχουμε δηλαδή ένα άλλο είδος φαρισαϊκής αυτοδοξολογίας.

Η περίοδος λοιπόν της Μεγάλης Σαρακοστής αρχίζει με μια αναζήτηση, μια προσευχή για ταπείνωση που είναι η αρχή της αληθινής μετάνοιας. Γιατί μετάνοια, πάνω από καθετί άλλο, είναι η επιστροφή στη γνήσια τάξη των πραγμάτων, η «αναμόρφωση του αρχαίου κάλλους». Η μετάνοια επομένως είναι θεμελιωμένη στην ταπείνωση και η ταπείνωση -η Θεία και θαυμαστή ταπείνωση- είναι καρπός της και τέρμα της. «Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν», λέει το Κοντάκιον της ημέρας, «καὶ Τελώνου μάθωμεν τὸ ταπεινὸν ἐν στεναγμοῖς». Βρισκόμαστε μπροστά στις «πύλες της μετανοίας» και στην πιο επιβλητική στιγμή του Όρθρου της Κυριακής· αφού διαβαστεί το Αναστάσιμο Ευαγγέλιο και αναγγελθεί η Ανάσταση του Χριστού με το «Ανάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι…», ψάλλουμε για πρώτη φορά τα τροπάρια που θα μας συνοδεύουν σε όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής:

Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρων τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον· ἀλλ᾿ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάχνῳ σου ἐλέει.

Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε, αἰσχραῖς γὰρ κατερρύπωσα, τὴν ψυχὴν ἁμαρτίαις, ὡς ῥᾳθύμως τὸν βίον μου, ὅλον ἐκδαπανήσας· ταῖς σαῖς πρεσβείαις ρῦσαί με, πάσης ἀκαθαρσίας.

Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν, ἐννοῶν ὁ τάλας, τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως· ἀλλὰ θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαγχνίας σου, ὡς ὁ Δαυΐδ βοῶ σοι· Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.

π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή – Πορεία προς το Πάσχα, 11η έκδοση, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2006

Σάββατο, Φεβρουαρίου 20, 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ( Άγιος Νικόλαος Αχρίδος)

 




«Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης». Δυο άνθρωποι, δυο αμαρτωλοί, ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Δυο άνθρωποι, δυο αμαρτωλοί, με τη διαφορά πως ο Φαρισαίος δεν έβλεπε τον εαυτό του σαν αμαρτωλό, ενώ ο τελώνης το παραδεχόταν. Ο Φαρισαίος ανήκε στην υψηλότερη κοινωνική τάξη της εποχής, ο τελώνης στην πιο περιφρονημένη.

«Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὉΘεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά, για να προκαλεί εντύπωση, κι έλεγε τα εξής λόγια στην προσευχή του: Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ γιατί δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους που είναι άρπαγες άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ τηρώ κατά γράμμα το νόμο, νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα και δίνω ελεημοσύνη το ένα δέκατο απ’ όλα όσα κερδίζω.

Ο Φαρισαίος στάθηκε μπροστά ακριβώς από το ιερό. Ήταν συνήθεια των Φαρισαίων να κάθονται στην πρώτη θέση. Το ότι ο Φαρισαίος καθόταν στην πρώτη θέση, φαίνεται κι από το γεγονός πως ο τελώνης έστεκε «μακρόθεν». Η υπερηφάνεια του Φαρισαίου κι η σιγουριά του πως ήταν δίκαιος, δηλαδή πνευματικά υγιής, ήταν τέτοια, ώστε δεν απαίτησε την πρώτη θέση μόνο από τους ανθρώπους, για να τον βλέπουν όλοι, αλλά κι από το Θεό. Την απαιτούσε όχι μόνο όταν συμμετείχε σε γεύματα και σε συναθροίσεις, μα ακόμα και στο ναό, την ώρα της προσευχής. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να δείξει πόσο άρρωστος ήταν πνευματικά ο Φαρισαίος, πόσο η αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας τον είχαν διαφθείρει.

Γιατί λέει πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο; Γιατί δεν προσευχόταν δυνατά; Επειδή ο Θεός ακούει πιο προσεχτικά αυτά που η καρδιά λέει, όχι όσα προφέρουν τα χείλη. Αυτά που σκέφτεται κι αυτά που αισθάνεται ο άνθρωπος την ώρα που προσεύχεται έχουν περισσότερη σημασία για το Θεό από τα λόγια που προφέρει η γλώσσα. Η γλώσσα μπορεί να εξαπατήσει, η καρδιά όμως όχι. Αυτή φανερώνει καθαρά πώς είναι ο άνθρωπος μέσα του, αν είναι μαύρος ή άσπρος, αν είναι ειλικρινής ή υποκριτής.

Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Ένας αμαρτωλός άνθρωπος τολμά να πει αυτό στην εκκλησία, μπροστά το Θεό! Τι είναι η Εκκλησία; Δεν είναι ο χώρος όπου οι άρρωστοι συναντούν το γιατρό τους; Εκείνοι που είναι άρρωστοι πνευματικά, αμαρτωλοί, πηγαίνουν εκεί για να εξομολογηθούν την αρρώστια τους στο Θεό, το γιατρό. Ν’ αναζητήσουν τη θεραπεία τους από Εκείνον που είναι ο αληθινός γιατρός για όλες τις αρρώστιες, για όλα τα βάσανα των ανθρώπων, που είναι ο χορηγός όλων των αγαθών.

Στο νοσοκομείο δεν πηγαίνουν οι υγιείς, για να καυχηθούν στο γιατρό πόσο καλή υγεία έχουν. Ο Φαρισαίος αυτός όμως δεν πήγε στο ναό απόλυτα υγιής ψυχικά, για να κομπάσει για την υγεία του. Αυτός ήταν σοβαρά άρρωστος, υπόφερε από την αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας. Στον πυρετό της αρρώστιας του αυτής όμως δεν καταλάβαινε πόσο σοβαρά άρρωστος ήταν.

Κάποτε επισκέφτηκα ένα ψυχιατρείο. Ο γιατρός με οδήγησε μπροστά από ένα συρμάτινο πλέγμα, κατά μήκος του δωματίου του πιο σοβαρά άρρωστου από τους ασθενείς του. «Πώς αισθάνεσαι;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου απάντησε αμέσως: «Πώς νομίζεις ότι μπορώ να αισθάνομαι, ανάμεσα σ’ όλους αυτούς τους τρελούς;».

Τι έλεγε ο Φαρισαίος; Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Στη πραγματικότητα δεν ευχαριστεί το Θεό επειδή αναγνωρίζει ότι σ’ Εκείνον οφείλεται το ότι δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους. Όχι. Τα λόγια Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι, δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα θαυμασμό, μια αυτοεγκωμιαστική προσέγγισή του στο Θεό, ώστε Εκείνος ν’ ακούσει την κομπορρημοσύνη του. Απ’ όλα όσα λέει, προκύπτει πως δεν ευχαριστεί το Θεό για τίποτα. Αντίθετα, βλασφημεί το Θεό, με το να βλασφημεί όλη την υπόλοιπη δημιουργία Του. Για τίποτα δεν ευχαριστεί το Θεό. Όσα λέει για τον εαυτό του τ’ αποδίδει σε δικές του ενέργειες, στα κατορθώματα που μόνος αυτός πέτυχε, χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Δε θα πει σε καμιά περίπτωση πως δεν είναι άρπαγας, άδικος μοιχός ή τελώνης επειδή ο Θεός τον προφύλαξε από τις αμαρτίες και τα πάθη αυτά με τη δύναμη και το έλεός Του. Είναι αυτός που είναι, επειδή ο ίδιος αποτιμά έτσι τον εαυτό του, δηλαδή έναν άξιο άνθρωπο με εξαιρετικό χαρακτήρα, που δεν έχει το ταίρι του σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αυτός ο εξαιρετικός χαρακτήρας κάνει προσπάθειες και θυσίες για να διατηρηθεί στο υψηλό αυτό επίπεδο, ψηλότερα απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους. Αυτό θέλει να πει όταν κομπάζει πως νηστεύει δυο φορές την εβδομάδα και δίνει το δέκατο απ’ όλα όσα κερδίζει.

Πόσο εύκολο τρόπο διάλεξε για να σωθεί ο Φαρισαίος! Ευκολότερο κι από τον πιο εύκολο τρόπο που οδηγεί στην καταστροφή! Απ’ όλες τις εντολές που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους, μέσω του Μωυσή, αυτός διάλεξε τις δυο ευκολότερες. Στην πραγματικότητα όμως δεν τηρεί καμιά. Ο Θεός δεν έδωσε τις δυο αυτές εντολές επειδή ο ίδιος είχε ανάγκη να νηστεύουν και να δίνουν το δέκατο της περιουσίας τους οι άνθρωποι. Αυτό είναι το μόνο που δε χρειάζεται ο Θεός. Δεν έδωσε τις εντολές αυτές στους ανθρώπους σαν αυτοσκοπό, αλλά -όπως και τις άλλες εντολές- για να καρποφορήσουν στην ταπείνωση, στην υπακοή στο Θεό, στην αγάπη για Εκείνον και για τον άνθρωπο.

Με λίγα λόγια, τις εντολές ο Θεός τις έδωσε για να διεγείρουν, να μαλακώσουν και να φωτίσουν τις καρδιές των ανθρώπων. Ο Φαρισαίος τηρούσε τις εντολές χωρίς σκοπό. Νήστευε κι έδινε το δέκατο της περιουσίας του αλλά μισούσε τους άλλους, τους περιφρονούσε, στάθηκε με αλαζονεία μπροστά στο Θεό. Παρέμεινε ένα άκαρπο δέντρο. Ο καρπός δεν έγκειται στη νηστεία, αλλά στην καρδιά. Ο καρπός δεν προκύπτει από τη συγκεκριμένη εντολή αλλ’ από την καρδιά. Όλες οι εντολές κι όλοι οι νόμοι υπάρχουν για να βελτιώνουν την καρδιά. Να τη θερμαίνουν, να τη φωτίζουν, να την ποτίζουν, να την περιχαρακώνουν, να τη σπέρνουν, να την καλλιεργούν. Κι όλ’ αυτά μόνο και μόνο για να καρποφορήσει ο αγρός της καρδιάς, ν’ αναπτυχθεί και να ωριμάσει ο καρπός.

Όλα τα καλά έργα είναι μέσα, δεν είναι σκοπός· είναι η μέθοδος, όχι ο καρπός. Σκοπός είναι η καρδιά που φέρει τον καρπό.

Ο Φαρισαίος με την προσευχή του δεν πέτυχε τον επιδιωκόμενο σκοπό. Δεν αποκάλυψε το κάλλος της ψυχής του, αλλά την ασχήμια της. Δε φανέρωσε την υγεία του, αλλά την αρρώστια. Ο Χριστός θέλησε με την παραβολή αυτή να μας δείξει πως, όχι μόνο ο συγκεκριμένος Φαρισαίος, αλλά το σύνολο των Φαρισαίων εκείνη την εποχή ήθελε να εξουσιάζει τον ισραηλιτικό λαό. Θέλησε με την παραβολή Του ο Κύριος να μας δείξει πως η διεστραμμένη ευσέβεια κι ο πλανεμένος φαρισαϊσμός ανήκουν και σε μας, σε όλες τις γενιές των χριστιανών μέχρι τις μέρες μας. Δεν υπάρχουν σήμερα ανάμεσά μας χριστιανοί που προσεύχονται στο Θεό με τον ίδιο τρόπο, όπως ο Φαρισαίος; Δεν είναι πολλοί αυτοί που αρχίζουν την προσευχή τους με κατηγορίες και μομφές κατά του πλησίον τους και τελειώνουν με αυτοεγκωμιασμούς; Δεν είναι πολλοί εκείνοι που στέκονται μπροστά στο Θεό ως δανειστές μπροστά στον οφειλέτη τους; Δε λένε πολλοί από μας, «Θεέ μου, εγώ νηστεύω, πηγαίνω στην εκκλησία, πληρώνω τους φόρους μου, κάνω δωρεές στην εκκλησία· δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους εγώ, σαν τους άρπαγες και τους συκοφάντες, σαν τους άπιστους και τους μοιχούς. Αυτοί με στεναχωρούν εμένα. Εσύ, τι κάνεις, Θεέ μου; Γιατί δεν τους αφανίζεις αυτούς, γιατί δεν επιβραβεύεις εμένα για όλ’ αυτά που κάνω για Σένα; Δε βλέπεις, Θεέ, πόσο αγνή είναι η καρδιά μου, πόσο υγιής είναι η ψυχή μου;»

Πρέπει να ξέρεις πως, όπως λέει ο όσιος Μάξιμος, «ο Θεός δεν μπορεί να σε εξαπατήσει, μα ούτε και συ Εκείνον. Όλοι κάνουν το σταυρό τους, μα δεν προσεύχονται όλοι». Ο Φαρισαίος είναι «Αβραάμ ως προς τη γενειάδα του, μα Χαμ ως προς τα έργα του».

Μ’ αυτόν τον τρόπο μιλάνε οι Φαρισαίοι. Κι ο Θεός τους ακούει και τους στέλνει πίσω κενούς, άδειους. Τους απαντά: «Δεν αναγνωρίζω την περιγραφή που κάνετε στον εαυτό σας». Στην τελική κρίση θα τους πει: «Οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Δεν σας ξέρω. Ο Θεός δεν αναγνωρίζει τους φίλους Του από τα λόγια τους, αλλ’ από τις καρδιές τους. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν εκτιμά τη συκιά από τα φύλλα της, αλλ’ από τους καρπούς της.

***

Πώς θα ’πρεπε να προσευχηθεί ένας αληθινός άνθρωπος της προσευχής; Ιδού, πως: «Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ο τελώνης έστεκε μακριά από το θυσιαστήριο και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει προς τον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ελέησέ με τον αμαρτωλό.

Ο πραγματικός άνθρωπος της προσευχής δεν πηγαίνει μπροστά, στην πρώτη θέση μέσα στην εκκλησία. Τι ανάγκη έχει να το κάνει αυτό; Ο Θεός τον βλέπει και στο πίσω μέρος της εκκλησίας το ίδιο, όπως κι αν στεκόταν μπροστά. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής βρίσκεται πάντα σε πραγματική μετάνοια. «Η μετάνοια του ανθρώπου είναι πανηγύρι για το Θεό», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος.  Ο ταπεινός άνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τη μηδαμινότητά του ενώπιον του θεού, γεμίζει με ταπείνωση μπροστά στη μεγαλοσύνη Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», ομολόγησε έμφοβος όταν τον πλησίασε ο Χριστός: «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ» (Μάρκ. α΄ 7). Η αμαρτωλή γυναίκα έπλυνε τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής είναι πολύ ταπεινός, νιώθει ευτυχής μόνο από το γεγονός ότι ο Θεός του επιτρέπει να πλησιάσει στα πόδια Του.

Οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι. Γιατί;

Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής, Τις ψυχικές αμαρτίες μπορείς να τις διαβάσεις στα μάτια. Δεν διαπιστώνεις κάθε μέρα πως, όταν ένας άνθρωπος αμαρτάνει, χαμηλώνει τα μάτια του μπροστά στους άλλους; Πώς θα μπορούσαν τα μάτια ενός αμαρτωλού να μη χαμηλώσουν ενώπιον του Θεού, του παντογνώστη; Κάθε αμαρτία που διαπράττεται μπροστά στους ανθρώπους, διαπράττεται κι ενώπιον του Θεού. Δεν υπάρχει αμαρτία στη γη που να παραμείνει απαρατήρητη από το Θεό. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής το γνωρίζει αυτό και γι’ αυτό ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται με ντροπή μπροστά στο Θεό. Γι’ αυτό και η παραβολή λέει, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι.

Αλλά γιατί χτυπούσε το στήθος του; Για να δείξει μ’ αυτόν τον τρόπο πως το σώμα είναι το όργανο με το οποίο αμαρτάνει ο άνθρωπος. Οι σωματικές επιθυμίες οδηγούν τον άνθρωπο στις μεγαλύτερες αμαρτίες. Η λαιμαργία οδηγεί στη λαγνεία. Η λαγνεία οδηγεί στην οργή κι αυτή στο φόνο. Η σωματική ψύχωση χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό, τον εξασθενίζει και σκοτώνει τον θεϊκό ηρωισμό που ενυπάρχει στον άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος που ο τελώνης χτυπάει το σώμα του. Ξέρει καλά την αμαρτία του, την ταπείνωσή του και την ντροπή που πρέπει να νιώθει μπροστά στο Θεό.

Γιατί όμως χτυπάει κυρίως το στήθος του κι όχι το κεφάλι του ή τα χέρια του; Επειδή η καρδιά βρίσκεται στο στήθος. Κι η καρδιά είναι πηγή κάθε αμαρτίας και κάθε αρετής. Είπε ο ίδιος ο Κύριος: «τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» (Μάρκ. ζ΄ 20-23). Γι’ αυτό ο τελώνης χτυποούσε το στήθος του.

Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ελέησέ με τον αμαρτωλό. Αυτά έλεγε ο τελώνης. Δεν απαριθμούσε ούτε τα καλά του έργα ούτε τα κακά. Ο Θεός τα γνωρίζει όλα. Κι ο Θεός δεν επιθυμεί την απαρίθμηση των αμαρτιών, αλλά την ταπείνωση και τη μετάνοια για όλ’ αυτά. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.

Τα λόγια αυτά τα λένε όλα. Θεέ μου, Εσύ είσαι ο γιατρός κι εγώ ο άρρωστος. Μόνο Εσύ μπορείς να με θεραπεύσεις, σε Σένα μόνο ανήκω. Ο γιατρός είσαι Εσύ, θεραπεία είναι το έλεός Σου. Λέγοντας ο άρρωστος ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, είναι σα να λέει με ειλικρινή μετάνοια: «Γιατρέ, δώσε τη θεραπεία σε μένα τον άρρωστο. Κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορεί να με θεραπεύσει παρά μόνο Εσύ, Θεέ μου. «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα» (Ψαλμ. ν΄ 6). Από τους ανθρώπους δεν υπάρχει βοήθεια για μένα, όσο δίκαιοι κι αν είναι αυτοί. Μόνο Εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να με βοηθήσει. Ούτε η νηστεία μου, ούτε το δέκατο της περιουσίας μου που δίνω ούτε όλα τα καλά μου έργα. Μόνο το έλεός Σου μπορεί να γειάνει τις πληγές μου σαν φάρμακο σωστικό. Ο έπαινος των ανθρώπων δεν μπορεί να θεραπεύσει τα τραύματά μου, μάλλον τα χειροτερεύει. Εσύ μόνο γνωρίζεις την αρρώστια μου κι Εσύ έχεις και τη θεραπεία. Είναι άσκοπο για μένα να πάω οπουδήποτε αλλού ή να προσευχηθώ σε οποιονδήποτε άλλον. Αν Εσύ με απορρίψεις, ο κόσμος ολόκληρος δεν μπορεί να με συγκρατήσει από την καταστροφή. Εσύ, μόνο Εσύ, Κύριε, μπορείς, αν το θέλεις. Θεέ μου, συγχώρεσέ με, σώσε με. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.

***

Τι λέει ο Κύριος τώρα, πώς απαντάει σ’ αυτού του είδους την προσευχή; «Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος» (Λουκ. ιη΄ 14). Σε ποιον απευθύνει τα λόγια αυτά ο Κύριος; Σε όλους εμάς, που νομίζουμε πως είμαστε δίκαιοι. Ο τελώνης είναι αυτός που γύρισε στο σπίτι του δικαιωμένος, όχι ο Φαρισαίος. Ο άνθρωπος που ομολογεί με ταπείνωση τις αμαρτίες του γυρίζει στο σπίτι του δικαιωμένος, όχι ο άδικος και αλαζόνας. Ο ταπεινός και μετανιωμένος άνθρωπος δικαιώνεται, όχι ο αυθάδης, ο ματαιόδοξος και υπερήφανος. Ο γιατρός ελεεί και θεραπεύει τον άρρωστο που ομολογεί την αρρώστια του κι αναζητά θεραπεία, ενώ στέλνει άδειο στο σπίτι του εκείνον που επισκέπτεται το γιατρό για να κομπάσει πως είναι υγιής.

Ο Κύριος τελειώνει τη θαυμάσια παραβολή Του με της εξής διδαχή: «ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. ιη΄ 14). Ποιος είναι ο ὑψῶν ἑαυτὸν και ποιος ὁ ταπεινῶν; Κανένας δεν μπορεί να υψωθεί ούτε όσο το φάρδος μιας τρίχας, αν ο Θεός δεν τον σηκώσει. Εδώ όμως εννοεί εκείνον που νομίζει πως υψώνεται με το να σπεύδει να καταλάβει την πρώτη θέση, μπροστά σε Θεό και ανθρώπους· εκείνον που κομπάζει για τα καλά του έργα· εκείνον που υπερηφανεύεται ακόμα και μπροστά στο Θεό· αυτόν που ταπεινώνει και περιφρονεί τους άλλους, ώστε ο ίδιος να φαίνεται ανώτερος. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, εκείνοι που πιστεύουν πως υψώνονται, στην ουσία ταπεινώνονται. Όσο ανώτεροι φαντάζουν στα δικά τους μάτια ή και στα μάτια των άλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στα μάτια του Θεού. Τέτοιους ανθρώπους θα τους ταπεινώσει ο Θεός. Κάποια μέρα θα τους κάνει να νιώσουν την ταπείνωση αυτή. «Ωσότου ο άνθρωπος αποκτήσει ταπείνωση, δε θα λάβει την ανταπόδοση των έργων του. Η ανταπόδοση δεν δίδεται για τα έργα αλλά για την ταπείνωση», λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος (λόγος λδ΄).

Ποιος είναι αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του; Όχι βέβαια εκείνος που προσπαθεί να φαίνεται ταπεινότερος, μα εκείνος που βλέπει την ταπεινότητά του επειδή είναι αμαρτωλός. Ο Θεός δεν απαιτεί άλλη ταπείνωση από μας, παρά μόνο την αίσθηση και την ομολογία της αμαρτωλότητάς μας. Ο άνθρωπος που αισθάνεται κι ομολογεί το βάθος όπου τον βύθισε η αμαρτία, είναι αδύνατο να βυθιστεί περισσότερο. Η αμαρτία μας τραβάει πάντα χαμηλά, στο βάθος της καταστροφής, πιο βαθιά απ’ ότι μπορούμε να φανταστούμε. Λέει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Ο ταπεινός άνθρωπος δεν πέφτει ποτέ. Πού μπορεί να πέσει, αφού βρίσκεται πιο χαμηλά απ’ όλους; Η ματαιότητα είναι μεγάλη αισχύνη, ενώ η ταπείνωση είναι ύψος μεγάλο, τιμή και αξία» (Ομιλ. 19).

Με λίγα λόγια: Εκείνος που ενεργεί όπως ο τελώνης, τιμάται. Ο πρώτος (ο Φαρισαίος) δεν μπορεί να θεραπευτεί, γιατί δε βλέπει πως είναι άρρωστος. Ο δεύτερος (ο τελώνης) είναι άρρωστος, αλλά βρίσκεται στο στάδιο της θεραπείας επειδή γνωρίζει την αρρώστια του, παρακολουθείται από το γιατρό και κάνει τη θεραπεία του. Ο πρώτος είναι σαν το λείο και ψηλό δέντρο που μέσα του όμως είναι σάπιο και γι’ αυτό άχρηστο στον οικοδεσπότη. Ο δεύτερος είναι σαν το δέντρο που έχει ανώμαλη επιφάνεια κι ο κορμός του είναι στραβός, μα ο οικοδεσπότης το κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια και τα χρησιμοποιεί για το σπίτι του.

Ο Θεός να ελεήσει όλους τους αμαρτωλούς που μετανοούν, να θεραπεύσει από την αρρώστια της αμαρτίας όλους αυτούς που προσεύχονται με φόβο και δοξάζουν το πανεύσπλαχνο Πατέρα, τον μονογενή Του Υιό και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Καιρός μετανοίας: Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ως την Μεγάλη Παρασκευή: Ομιλίες Β΄, 1η έκδ., Εκδόσεις: ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ, Αθήνα, 2010

Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου:H Tαπείνωση



Η επόμενη Κυριακή ονομάζεται «Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου». Την παραμονή της ημέρας αυτής, δηλαδή στον Εσπερινό του Σαββάτου εμφανίζεται για πρώτη φορά το λειτουργικό βιβλίο της Μεγάλης Σαρακοστής που λέγεται Τριώδιο. Απ’ αυτό διαβάζονται διάφορα κείμενα που τα προσθέτουμε στους συνηθισμένους ύμνους και τις ευχές της εβδομαδιαίας αναστάσιμης ακολουθίας. Όλα αυτά τα κείμενα παρουσιάζουν την επόμενη μεγάλη πλευρά της μετάνοιας: την ταπείνωση.


Το ευαγγελικό ανάγνωσμα (Λουκ. 18, 10‐14) περιγράφει έναν άνθρωπο που είναι πάντα ευχαριστημένος με τον εαυτό του και που νομίζει ότι συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις της θρησκείας. Είναι βέβαιος για τον εαυτό του και πολύ περήφανος γι’ αυτόν. Στην πραγματικότητα όμως έχει παραποιήσει το νόημα της θρησκείας. Την έχει περιορίσει σε εξωτερικούς τύπους και μετράει την ευσέβεια του με το ποσόν των χρημάτων που συνεισφέρει στο ναό. Όσο για τον Τελώνη, αυτός ταπεινώνει τον εαυτό του και αυτή η ταπείνωση τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό.

Αν υπάρχει μια ηθική αξία που σχεδόν απόλυτα παραθεωρείται ή αγνοείται σήμερα είναι πραγματικά η ταπείνωση. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε διαρκώς ενσταλάζει μέσα μας την έννοια της υπερηφάνειας, της αυτοεξύμνησης και της αυτοδικαίωσης. Είναι οικοδομημένος πάνω στην αλαζονική υπόθεση ότι ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει οτιδήποτε μόνος του, και φτάνει στο να περιγράφει τον Θεό σαν τον Ένα που πάντοτε αμείβει τις επιτυχίες και τα καλά έργα του ανθρώπου. Η ταπείνωση -είτε ατομική, είτε ομαδική, είτε εθνική είναι- θεωρείται δείγμα αδυναμίας, κάτι ανάρμοστο για έναν αληθινά άνθρωπο. Αλλά μήπως και οι χριστιανοί σήμερα δεν είναι ποτισμένοι με το πνεύμα του Φαρισαίου; Μήπως και μεις δε θέλουμε κάθε προσφορά μας, κάθε «καλή πράξη» μας, καθετί που κάνουμε «για την Εκκλησία» να αναγνωρίζεται, να επαινείται, να δημοσιεύεται;

Αλλά τι είναι ταπείνωση; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση μπορεί να φανεί παράδοξη γιατί είναι ριζωμένη σε μια περίεργη διαβεβαίωση: Ο ίδιος ο Θεός είναι ταπεινός! Για κείνον που γνωρίζει το Θεό, που Τον ατενίζει μέσα στη δημιουργία Του και στις σωτήριες ενέργειες Του, είναι φανερό ότι η ταπείνωση είναι πραγματικά μια θεία ποιότητα, είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο και η λάμψη της δόξας από την οποία, όπως ψέλνουμε στη Θεία Λειτουργία, είναι «πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ». Μέσα στην ανθρώπινη διανοητικότητά μας έχουμε την τάση να μη μπορούμε να συμβιβάσουμε τη «δόξα» με την «ταπείνωση» -αφού μάλιστα η ταπείνωση θεωρείται ψεγάδι ή ελάττωμα. Ακριβώς όμως η άγνοιά μας και η αδεξιότητά μας είναι εκείνα που μας κάνουν ή θα έπρεπε να μας κάνουν να νιώθουμε ταπεινοί. Είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφέρεις στο σύγχρονο άνθρωπο που τρέφεται με τη δημοσιότητα, την αυτοπροβολή και την ατέλειωτη αυτοεξύμνηση, το γεγονός ότι εκείνο που είναι αυθεντικά τέλειο, όμορφο και καλό είναι την ίδια στιγμή γνήσια ταπεινό. Ακριβώς γιατί η τελειότητα δεν έχει ανάγκη από τη «δημοσιότητα», την εξωτερική δόξα ή από την κάθε είδους επίδειξη. Ο Θεός είναι ταπεινός γιατί είναι τέλειος. Η ταπείνωσή Του είναι η δόξα Του και η πηγή κάθε αληθινής ομορφιάς, τελειότητας και καλοσύνης: Καθένας που προσεγγίζει το Θεό και Τον γνωρίζει αυτόματα μοιράζεται τη Θεία ταπείνωση και ωραΐζεται μέσα σ’ αυτή. Αυτό συνέβηκε με την Παναγία, τη Μητέρα του Χριστού, που η ταπείνωση την έκανε χαρά όλης της οικουμένης και τρανή αποκάλυψη της ωραιότητας πάνω στη γη· αυτό έγινε και με όλους τους αγίους· το ίδιο συμβαίνει και με κάθε ανθρώπινη ύπαρξη στις σπάνιες στιγμές της επαφής της με το Θεό.

Πώς κανείς γίνεται ταπεινός; Η απάντηση για ένα χριστιανό είναι απλή: με την ενατένιση του Χριστού, που είναι η σαρκωμένη Θεία ταπείνωση, ο Ένας, μέσα στον οποίο ο Θεός αποκάλυψε, μια για πάντα, τη δόξα Του σαν ταπείνωση και την ταπείνωσή Του σαν δόξα. «Νῦν» είπε ο Χριστός τη νύχτα της άκρας ταπείνωσής Του, «ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ». Η ταπείνωση μαθαίνεται ενατενίζοντας το Χριστό ο οποίος είπε: «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ». Τελικά γινόμαστε ταπεινοί με το να μετράμε το καθετί με μέτρο τα Χριστό και να αναφερόμαστε για όλα σ’ Αυτόν. Χωρίς το Χριστό η αληθινή ταπείνωση είναι αδύνατη, ενώ στην περίπτωση του Φαρισαίου, ακόμα και η θρησκεία, γίνεται υπερηφάνεια για τα επιτεύγματά του· έχουμε δηλαδή ένα άλλο είδος φαρισαϊκής αυτοδοξολογίας.

Η περίοδος λοιπόν της Μεγάλης Σαρακοστής αρχίζει με μια αναζήτηση, μια προσευχή για ταπείνωση που είναι η αρχή της αληθινής μετάνοιας. Γιατί μετάνοια, πάνω από καθετί άλλο, είναι η επιστροφή στη γνήσια τάξη των πραγμάτων, η «αναμόρφωση του αρχαίου κάλλους». Η μετάνοια επομένως είναι θεμελιωμένη στην ταπείνωση και η ταπείνωση -η Θεία και θαυμαστή ταπείνωση- είναι καρπός της και τέρμα της. «Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν», λέει το Κοντάκιον της ημέρας, «καὶ Τελώνου μάθωμεν τὸ ταπεινὸν ἐν στεναγμοῖς». Βρισκόμαστε μπροστά στις «πύλες της μετανοίας» και στην πιο επιβλητική στιγμή του Όρθρου της Κυριακής· αφού διαβαστεί το Αναστάσιμο Ευαγγέλιο και αναγγελθεί η Ανάσταση του Χριστού με το «Ανάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι…», ψάλλουμε για πρώτη φορά τα τροπάρια που θα μας συνοδεύουν σε όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής:

Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρων τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον· ἀλλ᾿ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάχνῳ σου ἐλέει.

Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε, αἰσχραῖς γὰρ κατερρύπωσα, τὴν ψυχὴν ἁμαρτίαις, ὡς ῥᾳθύμως τὸν βίον μου, ὅλον ἐκδαπανήσας· ταῖς σαῖς πρεσβείαις ρῦσαί με, πάσης ἀκαθαρσίας.

Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν, ἐννοῶν ὁ τάλας, τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως· ἀλλὰ θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαγχνίας σου, ὡς ὁ Δαυΐδ βοῶ σοι· Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.

π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή – Πορεία προς το Πάσχα, 11η έκδοση, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2006

Κυριακή, Φεβρουαρίου 09, 2020

Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


….Κι ο Θεός για να ξεχωρίσει δύο ανθρώπους που βρίσκονται μέσα στο ναό Του. Δε θα διαλέξει εκείνον που φαίνεται επιφανειακά δίκαιος, αλλά τον άλλον, εκείνον που η καρδιά του είναι γεμάτη με την αληθινή δικαιοσύνη του Θεού.
Οι υπερήφανοι έχουν τα μάτια τους διαρκώς υψωμένα προς το Θεό. Οι καρδιές τους όμως είναι κολλημένες στη γη. Αυτοί δεν ευαρεστούν στο Θεό. Ευάρεστοι στο Θεό είναι οι ταπεινοί άνθρωποι, οι πράοι, που έχουν τα μάτια τους χαμηλωμένα στη γη, μα οι καρδιές τους είναι γεμάτες ουρανό. Ο Δημιουργός προτιμά τους ανθρώπους που ομολογούν στο Θεό τις αμαρτίες τους, όχι τα καλά τους έργα
«Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης». Δυο άνθρωποι, δυο αμαρτωλοί, ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Δυο άνθρωποι, δυο αμαρτωλοί, με τη διαφορά πως ο Φαρισαίος δεν έβλεπε τον εαυτό του σαν αμαρτωλό, ενώ ο τελώνης το παραδεχόταν. Ο Φαρισαίος ανήκε στην υψηλότερη κοινωνική τάξη της εποχής, ο τελώνης στην πιο περιφρονημένη…
Η υπερηφάνεια του Φαρισαίου κι η σιγουριά του πως ήταν δίκαιος, δηλαδή πνευματικά υγιής, ήταν τέτοια, ώστε δεν απαίτησε την πρώτη θέση μόνο από τους ανθρώπους, για να τον βλέπουν όλοι, αλλά κι από το Θεό. Την απαιτούσε όχι μόνο όταν συμμετείχε σε γεύματα και σε συναθροίσεις, μα ακόμα και στο ναό, την ώρα της προσευχής. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να δείξει πόσο άρρωστος ήταν πνευματικά ο Φαρισαίος, πόσο η αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας τον είχαν διαφθείρει…
Τελώνη και  Φαρισαίου_Pharisee and Publican_Притча о мытаре и фарисее_Greek Byzantine Orthodox Icon_z_3f72afc9
Γιατί λέει προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο; Γιατί δεν προσευχόταν δυνατά; Επειδή ο Θεός ακούει πιο προσεχτικά αυτά που η καρδιά λέει, όχι όσα προφέρουν τα χείλη. Αυτά που σκέφτεται κι αυτά που αισθάνεται ο άνθρωπος την ώρα που προσεύχεται έχουν περισσότερη σημασία για το Θεό από τα λόγια που προφέρει η γλώσσα. Η γλώσσα μπορεί να εξαπατήσει, η καρδιά όμως όχι. Αυτή φανερώνει καθαρά πώς είναι ο άνθρωπος μέσα του, αν είναι μαύρος ή άσπρος, αν είναι ειλικρινής ή υποκριτής…

Ο Θεός δεν αναγνωρίζει τους φίλους Του από τα λόγια τους, αλλ’ από τις καρδιές τους. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν εκτιμά τη συκιά από τα φύλλα της, αλλ’ από τους καρπούς της.
***
Πώς θά ‘πρεπε να προσευχηθεί ένας αληθινός άνθρωπος της προσευχής; Ιδού, πώς: «Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ’ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων· ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ο τελώνης έστεκε μακριά από το θυσιαστήριο και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει προς τον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ελέησέ με τον αμαρτωλό.
Ο πραγματικός άνθρωπος της προσευχής δεν πηγαίνει μπροστά, στην πρώτη θέση μέσα στην εκκλησία. Τι ανάγκη έχει να το κάνει αυτό; Ο Θεός τον βλέπει και στο πίσω μέρος της εκκλησίας το ίδιο, όπως κι αν στεκόταν μπροστά. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής βρίσκεται πάντα σε πραγματική μετάνοια. «Η μετάνοια του ανθρώπου είναι πανηγύρι για το Θεό», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος. Ο ταπεινός άνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τη μηδαμινότητά του ενώπιον του Θεού, γεμίζει με ταπείνωση μπροστά στη μεγαλοσύνη Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο «μείζων εν γεννητοίς γυναικών», ομολόγησε έμφοβος όταν τον πλησίασε ο Χριστός: «Ουκ ειμί ικανός κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού» (Μάρκ. α’ 7). Η αμαρτωλή γυναίκα έπλυνε τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής είναι πολύ ταπεινός, νιώθει ευτυχής μόνο από το γεγονός ότι ο Θεός του επιτρέπει να πλησιάσει στα πόδια Του…
Δεν υπάρχει αμαρτία στη γη που να παραμείνει απαρατήρητη από το Θεό. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής το γνωρίζει αυτό και γι’ αυτό ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται με ντροπή μπροστά στο Θεό. Γι’ αυτό και η παραβολή λέει, ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι
Τελώνη και  Φαρισαίου_Pharisee and Publican_Притча о мытаре и фарисее_Greek Byzantine Orthodox Icon_z_3f72afc91%82
Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ελέησέ με τον αμαρτωλό. Αυτά έλεγε ο τελώνης. Δεν απαριθμούσε ούτε τα καλά του έργα ούτε τα κακά. Ο Θεός τα γνωρίζει όλα. Κι ο Θεός δεν επιθυμεί την απαρίθμηση των αμαρτιών, αλλά την ταπείνωση και τη μετάνοια για όλ’ αυτά. Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.

Τα λόγια αυτά τα λένε όλα. Θεέ μου, Εσύ είσαι ο γιατρός κι εγώ ο άρρωστος. Μόνο Εσύ μπορείς να με θεραπεύσεις, σε Σένα μόνο ανήκω. Ο γιατρός είσαι Εσύ, θεραπεία είναι το έλεός Σου. Λέγοντας ο άρρωστος, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ, είναι σα να λέει με ειλικρινή μετάνοια: «Γιατρέ, δώσε τη θεραπεία σε μένα τον άρρωστο. Κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορεί να με θεραπεύσει παρά μόνο Εσύ, Θεέ μου. «Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα» (Ψαλμ. ν’ 6). Από τους ανθρώπους δεν υπάρχει βοήθεια για μένα, όσο δίκαιοι κι αν είναι αυτοί. Μόνο Εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να με βοηθήσει. Ούτε η νηστεία μου, ούτε το δέκατο της περιουσίας μου που δίνω ούτε όλα τα καλά μου έργα. Μόνο το ελεός Σου μπορεί να γειάνει τις πληγές μου σαν φάρμακο σωστικό. Ο έπαινος των ανθρώπων δεν μπορεί να θεραπεύσει τα τραύματά μου, μάλλον τα χειροτερεύει. Εσύ μόνο γνωρίζεις την αρρώστια μου κι Εσύ έχεις και τη θεραπεία. Είναι άσκοπο για μένα να πάω οπουδήποτε αλλού ή να προσευχηθώ σε οποιονδήποτε άλλον. Αν Εσύ με απορρίψεις, ο κόσμος ολόκληρος δεν μπορεί να με συγκρατήσει από την καταστροφή. Εσύ, μόνο Εσύ, Κύριε, μπορείς, αν το θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ με, σώσε με. Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ
Ο Κύριος τελειώνει τη θαυμάσια παραβολή Του με την εξής διδαχή: «ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. ιη’14). Ποιος είναι ο υψών εαυτόν και ποιος ο ταπεινών; Κανένας δεν μπορεί να υψωθεί ούτε όσο το φάρδος μιας τρίχας, αν ο Θεός δεν τον σηκώσει.
(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)
iconandlight

Σάββατο, Φεβρουαρίου 08, 2020

Ὠφέλιμη διδαχή γιά τόν τελώνη καί τόν Φαρισαῖο


 Ἰωάννης Λίνδιος, ἀρχιεπίσκοπος  Μύρων, (†1796)
Τελώνης, στά χρόνια τοῦ Χριστοῦ, λεγόταν ὁ ἐπιφορτισμένος μέ τήν εἴσπραξη τῶν φόρων ἀπό τό λαό γιά λογαριασμό τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν. Οἱ τελῶνες ἦταν συνήθως ἄδικοι καί ἅρπαγες, γι᾿αὐτό τοποθετοῦνταν στό ἴδιο ἐπίπεδο μέ τούς ἁμαρτωλούς καί τίς πόρνες. Ὁ τελώνης, ὡστόσο, τῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς (Λουκ. 18,10-14), ἐπειδή ἔδειξε βαθειά ταπείνωση κι ἔκανε θερμή ἐξομολόγηση στό Θεό, χτυπώντας τό στῆθος του καί λέγοντας, ”Θεέ μου, σπλαχνίσου με, τόν ἁμαρτωλό!”, πῆρε εὔκολα ἀπό τόν φιλάνθρωπο Κύριο ὅλων τῶν ἀνομημάτων του τήν ἄφεση. Ἀντίθετα, ὁ μεγάλαυχος Φαρισαῖος, μολονότι ἔδινε στό ναό τό δέκατο ἀπ᾿ὅλα τά εἰσοδήματά του, νήστευε, προσευχόταν, εἶχε κάθε ἀρετή, γιά τή μεγάλη του ἔπαρση καταδικάστηκε. Καί δίκαια. Γιατί;
Πρῶτα-πρῶτα, ἔπρεπε νά γνωρίζει πώς ἦταν ἄνθρωπος. Καί ὡς ἄνθρωπος, εἶχε ἀναπόφευκτα καί τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι κι ἄν μία μόνο μέρα ζοῦσε, ἦταν ἀδύνατο νά μήν ἁμαρτήσει μέ τά ἔργα ἤ μέ τά λόγια ἤ μέ τίς σκέψεις. Κάθε ἁμαρτία, καί ἡ πιό μικρή, ὡς ἀντίθεση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀποτελεῖ ἀνταρσία ἐναντίον Του. Ἄς μήν ξεχνᾶμε πώς ὁ Ἑωσφόρος ἀπό τά ὕψη τ᾿οὐρανοῦ ξέπεσε στά καταχθόνια τοῦ ἅδη γιά ἕναν μονάχα ὑπερήφανο λογισμό, χωρίς νά ἔχει ἄλλες ἁμαρτίες, ὅπως ἐμεῖς.
Δεύτερον, ἔπρεπε νά σκεφτεῖ πώς ὅσα καλά εἶχε, ὅλα ἦταν τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ δῶρα καί χαρίσματα. Ὄφειλε, λοιπόν, νά δοξάζει γι᾿αὐτά τόν Πλάστη του μέ εὐγνωμοσύνη καί ταπείνωση, ὄχι νά τόν “εὐχαριστεῖ” μέ τόση αὐταρέσκεια, γιατί δέν ἦταν τάχα ἁμαρτωλός σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους, κατακρίνοντας ἔτσι ὅλο τόν κόσμο καί ἁρπάζοντας μέ προκλητικότητα ἀπό τόν Κύριο τό ἀξίωμα τοῦ Κριτῆ τῆς οἰκουμένης.
Τρίτον, ἔπρεπε νά συλλογιστεῖ πώς ὁ Θεός δέν ἔχει καμιάν ἀνάγκη οὔτε τίς νηστεῖες καί τίς ἐλεημοσύνες μας οὔτε τίς προσευχές καί τίς ἀγρυπνίες μας οὔτε τίποτ᾿ἄλλο ἀπ᾿ὅσα μᾶς ζητάει νά κάνουμε. Αὐτά τά ὅρισε γιά τή δική μας ὠφέλεια, προνοώντας γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.
Ὁ Φαρισαῖος, λοιπόν, θά προσευχόταν θεάρεστα, ἄν ἔλεγε: “Σ᾿εὐχαριστῶ, Θεέ μου, πού, φανερώνοντας τήν ἄπειρη ἀγαθότητά Σου, μ᾿ἔφερες ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη, ἔπλασες ἀπό χῶμα τό σῶμα μου μέ τά θεϊκά Σου χέρια καί τό ψύχωσες μέ τήν πανάγια πνοή Σου, χαρίζοντάς μου τή ζωή, τή λογική, τήν αὐτεξουσιότητα καί τήν ἀθανασία. Σ᾿εὐχαριστῶ, Θεέ μου, πού μέ στόλισες, τόν χωμάτινο ἄνθρωπο, μέ τούς λαμπρούς χαρακτῆρες τῆς θείας εἰκόνας Σου, πού μέ τίμησες μέ τή δυνατότητα νά Σοῦ μοιάσω, πού μέ πλούτισες μέ τά διάφορα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος. Σ᾿εὐχαριστῶ, Θεέ μου, πού ἔκανες γιά μένα τόν παράδεισο τῆς τρυφῆς, πού ἅπλωσες γιά μένα τόν ἀπέραντο οὐρανό μέ τόν ἥλιο, τή σελήνη καί τ᾿ἀναρίθμητα ἀστέρια, πού δημιούργησες γιά μένα τή γῆ μέ τούς κάμπους καί τά βουνά, μέ τά φυτά καί τά δέντρα, μέ τούς καρπούς καί τά λουλούδια, μέ τά πουλιά καί τά ζῶα, μέ τά τόσα πράγματα καί πλάσματα -ἄλλα γιά νά μέ τρέφουν, ἄλλα γιά νά μέ ὑπηρετοῦν, ἄλλα γιά νά μέ θεραπεύουν, ἄλλα γιά νά μέ ντύνουν, ἄλλα γιά νά μέ τέρπουν. Σ᾿εὐχαριστῶ, Θεέ μου, πού παραβλέπεις τίς καθημερινές ἁμαρτίες μου καί μακροθυμεῖς, ὡς ἀμνησίκακος, περιμένοντας τή μετάνοια καί τήν ἐπιστροφή μου. Σ᾿εὐχαριστῶ, Θεέ μου, γιά ὅλες τίς εὐεργεσίες Σου, ὅσες ἔλαβα καί ὅσες ἐλπίζω νά λάβω ἀπό τόν ἀνυπέρβλητο πλοῦτο τῆς ἀγαθότητός Σου”.
Ἔτσι ἔπρεπε νά προσευχηθεῖ ὁ Φαρισαῖος, ὅταν ἀνέβηκε στό ναό, εὐχαριστώντας δηλαδή γιά ὅλα τόν εὐεργέτη του Κύριο, καί ὄχι λέγοντας πώς δέν εἶναι σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχός κ.λ.π. ἤ καί σάν τόν τελώνη.
Ταλαίπωρε Φαρισαῖε! Δέν εἶσαι, λές, σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Τί εἶσαι τότε; Ἄγγελος; Ἀλλά ἡ φύση σου καί τό ἀλαζονικό φρόνημά σου δέν ταιριάζουν στούς ἀγγέλους. Μήπως δαίμονας; Ἀλλά οἱ δαίμονες εἶναι ἄυλοι καί ἄσαρκοι, ἐνῶ ἐσύ ἔχεις ὑλικό σῶμα, σάρκα καί κόκαλα. Ἀφοῦ, λοιπόν, δέν εἶσαι οὔτε ἄνθρωπος, ὅπως ὁμολογεῖς ὁ ἴδιος, οὔτε ἄγγελος, ὅπως φανερώνει ἡ ἔπαρσή σου, οὔτε δαίμονας, ὅπως ἀποδεικνύει τό σῶμα σου, δέν μπορεῖ παρά νά εἶσαι γάιδαρος! Καί ὁ Θεός γαϊδάρους δέν σώζει. Στόν παράδεισο βάζει μόνο ἀνθρώπους λογικούς καί ταπεινούς. Γι᾿αὐτό δίκαια καταδικάστηκες, δίκαια ἔχασες τή χάρη τοῦ Κυρίου, δίκαια ἔγινες αἰώνιο καί θλιβερό παράδειγμα κομπασμοῦ καί ὑψηλοφροσύνης. Γιά νά βλέπουν οἱ ἄνθρωποι τήν αἰφνίδια πτώση σου, καί, ἀποφεύγοντας τήν ἀνόητη ὑπερηφάνεια, νά ταπεινώνονται σάν τόν τελώνη, ἔχοντας στό νοῦ τους τίς ἁμαρτίες τους καί λέγοντας: “Σπλαχνίσου με, Σωτήρα μου, τόν ἁμαρτωλό καί ἀνάξιο δοῦλο Σου, καί σῶσε με, ὡς φιλάνθρωπος! Γιατί κανένας ἀπό τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ δέν ἁμάρτησε ὅπως ἐγώ σ᾿ Ἐσένα”.
Ὅλοι μας, ἀδελφοί μου, μικροί καί μεγάλοι, ἐνάρετοι καί ἁμαρτωλοί, δίκαιοι καί ἄδικοι, ἄς χτυπᾶμε μέ τά λόγια τοῦ τελώνη, σάν μέ σιδερένιο σφυρί, τήν πύλη τῆς θείας εὐσπλαχνίας. Καί θά μᾶς ἀνοιχτεῖ, ὅπως ἀνοίχτηκε καί σ᾿ἐκεῖνον τόν μακάριο, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν.
     Ἀπό τό βιβλίο:  “Θησαυρός μετανοίας”  
      Ἱερᾶς  Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς