ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεσσαρακοστή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεσσαρακοστή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Απριλίου 11, 2022



ΗΣαρακοστή είναι προετοιμασία για το Πάσχα· στην πραγματικότητα όμως η καθημερινή εμπειρία, που έχει μέχρι τώρα γίνει παράδοση, βεβαιώνει ότι αυτή η προετοιμασία παραμένει αφηρημένη και κατ' όνομα μόνο. H Σαρακοστή και το Πάσχα είναι βαλμένα πλάι πλάι αλλά χωρίς καμιά ουσιαστική κατανόηση της σχέσης τους και της αλληλοεξάρτησης. Ακόμα και όταν δεν παίρνουμε τη Σαρακοστή μόνο σαν μια περίοδο για να πραγματοποιήσουμε την ετήσια εξομολόγηση και τη θεία Κοινωνία, συνήθως τη σκεπτόμαστε σαν μια περίοδο για ατομική προσπάθεια και έτσι παραμένει εγωκεντρική. Με άλλα λόγια, εκείνο που ουσιαστικά λείπει από το βίωμα της Σαρακοστής είναι: η σωματική και πνευματική προσπάθειά μας να σκοπεύουν στη συμμετοχή μας στο «σήμερον» της Ανάστασης του Χριστού, όχι σαν μια αφηρημένη ηθικότητα, ούτε σαν μια ηθική πρόοδο μας η σαν έναν αυστηρότερο έλεγχο στα πάθη, ούτε ακόμα σαν μια προσωπική τελείωση, αλλά σαν πλήρη συμμετοχή (συμμετοχή που περικλείει τα πάντα) στο τελικό «σήμερον». H χριστιανική πνευματικότητα που δεν έχει αυτόν το σκοπό κινδυνεύει να γίνει ψευτο-χριστιανική γιατί σε τελευταία ανάλυση μια τέτοια πνευματικότητα παρακινείται από το «εγώ» και όχι από το Χριστό. O κίνδυνος εδώ είναι ότι, όταν η καρδιά εξαγνιστεί, καθαριστεί και ελευθερωθεί από το δαίμονα που την κατοικούσε, παραμένει άδεια και ο δαίμονας ξαναγυρίζει σ’ αυτή «και παραλαμβάνει επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί και γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων» (Λουκ. 11.26). 

Στον κόσμο τούτο το καθετί - ακόμα και η «πνευματικότητα» - μπορεί να γίνει δαιμονική. Έτσι είναι πάρα πολύ σημαντικό να ξαναβρούμε το νόημα και το ρυθμό της Μεγάλης Σαρακοστής σαν γνήσιας προετοιμασίας για το μεγάλο «σήμερον» του Πάσχα. 
 
Τελικά, στη διάρκεια αυτής της προπαρασκευαστικής εβδομάδας, αρχίζει η ανάμνηση του μυστηρίου. H όλη προσπάθεια της Σαρακοστής μας έκανε ικανούς να παραβλέψουμε όλα εκείνα που, συνήθως καθημερινά, επισκιάζουν το κεντρικό αντικείμενο της πίστης, της ελπίδας και της χαράς μας. O χρόνος, όπως τον ξέραμε, τέλειωσε πια. Τώρα μετριέται όχι όπως συνήθως με τις απασχολήσεις και τις φροντίδες μας, αλλά με ό,τι συμβαίνει στο δρόμο για τη Βηθανία, και πέρα απ’ αυτή, για τα Ιεροσόλυμα. Και, ακόμα μια φορά λέμε, πως όλα αυτά δεν είναι ρητορικά σχήματα. Για όποιον έχει γευτεί την αληθινή λειτουργική ζωή - έστω και μια μόνο φορά, ακόμα και με ατέλειες, - είναι σχεδόν ολοφάνερο ότι από τη στιγμή που ακούμε: «Χαίροις πόλις Βηθανία, πατρίς η του Λαζάρου..., αύριον Χριστός παραγίνεται...», ο εξωτερικός κόσμος γίνεται κάπως εξωπραγματικός και σχεδόν νιώθει κανείς πόνο όταν από ανάγκη έρχεται καθημερινά σε επαφή μ’ αυτόν. H πραγματικότητα βρίσκεται σ’ αυτά που συμβαίνουν στην Εκκλησία, σ’ αυτή την ανάμνηση που μέρα με τη μέρα μας κάνει ν’ αναγνωρίσουμε τι σημαίνει να περιμένεις, και γιατί ο Χριστιανισμός είναι πάνω από κάθε άλλη προσδοκία και προετοιμασία. Έτσι όταν φτάνει ο Εσπερινός της Παρασκευής και ψέλνουμε: «την ψυχωφελή, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν...» δεν έχουμε μόνο εκπληρώσει μια ετήσια χριστιανική «υποχρέωση», αλλά είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας τα λόγια του ύμνου που ψέλνουμε την επόμενη μέρα: 
Διὰ Λαζάρου σε Χριστός, ἤδη σκυλεύει θάνατε, καὶ ποῦ σου ᾍδου τὸ νῖκος; τῆς Βηθανίας ὁ κλαυθμός, νῦν ἐπὶ σὲ μεθίσταται, πάντες κλάδους τῆς νίκης, αὐτῷ ἐπισείωμεν.

Απόσπασμα 
από το βιβλίο του 
π. Αλέξανδρου Σμέμαν
Μεγάλη Σαρακοστή. 
Πορεία προς το Πάσχα
Ακρίτας

Κυριακή, Απριλίου 10, 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΕΜΠΤΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ



Το αυριανό Ευαγγέλιο (Μάρκ. 10:32-45) περιγράφει την άνοδο του Ιησού προς την Ιερουσαλήμ πριν από το Πάθος. Ο Ιησούς «παραλαβών» τους Δώδεκα Αποστόλους αρχίζει να τους εξιστορεί ότι θα συλληφθεί, θα καταδικαστεί, θα θανατωθεί και θα αναστηθεί. Στο κατώφλι της Μεγάλης Εβδομάδος «παραλαμβάνει» άραγε και μας ο Σωτήρας μας για μια γεμάτη οικειότητα συζήτηση, όπου μας εξηγεί το μυστήριο της Λυτρώσεως; Ας Του ζητήσουμε να μας βοηθήσει να γνωρίσουμε βαθύτερα τι ακριβώς συμβαίνει για χάρη μας πάνω στον Γολγοθά. Του δίνουμε όμως την δυνατότητα και την άνεση για μια τέτοια μυστική επικοινωνία; Αρπάζουμε κάθε ευκαιρία για μια ιδιαίτερη συνομιλία μαζί Του; Ωστόσο, να και οι δύο γιοι του Ζεβεδαίου που πλησιάζουν τον Κύριο και Του ζητούν, όταν Εκείνος δοξαστεί, να καθίσουν δίπλα Του, δεξιά και αριστερά Του, για να λάβουν ως απάντηση από τον Κύριο -και μαζί τους κι εμείς- ένα ερώτημα: «Μπορείτε να πιείτε το πικρό ποτήρι που θα πιω εγώ σε λίγο;». Και εξηγεί στους μαθητές ότι το αληθινό μεγαλείο έγκειται στο να υπηρετούμε τους αδελφούς μας, αφού και ο Υιός του ανθρώπου «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν».
Ασφαλώς ο Ιησούς περιμένει από κάθε χριστιανό να συμφιλιωθεί με το αποφασιστικό γεγονός πού έλαβε χώρα στην Ιερουσαλήμ. Αλλα ο Ιησούς παραμένει ο Κύριος του χρόνου και των ατομικών κλήσεων. Διαλέγει την ώρα πού προσκαλεί το μαθητή του να γίνει κοινωνός του προνομίου των Αποστόλων και ν’ ανεβή μαζί του στα Ιεροσόλυμα εν όψει του οδυνηρού τέλους. Πόσοι χριστιανοί έχουν ανοίξει τ’ αυτιά τους σ’ αυτήν την πρόσκληση; Πόσοι έχουν συλλάβει την αλήθεια πώς εκείνο που έγινε τότε στην Ιερουσαλήμ, αυτό που εξακολουθεί να γίνεται στην αιώνια, την αόρατη Ιερουσαλήμ, είναι το σπουδαιότερο που υπάρχει στον κόσμο;
Κύριε Ιησού, έχω ακούσει την πρόσκληση. Με πήρες παράμερα στο δρόμο. Θέλεις ν’ απομονωθώ από τους άλλους ανθρώπους (για να τους συναντήσω καλύτερα) και να σε συνοδεύσω στο τέρμα του ταξιδιού σου. Του ταξιδιού σου του οποίου μου αποκαλύπτεις – και θα μου αποκαλύπτεις όλο και πιο πολύ – το νόημα και τις διάφορες πλευρές.
Κύριε, από σήμερα και πέρα θέλω – με τη χάρη σου – η άνοδος στην Ιερουσαλήμ κι αυτά που θα δω και θ’ ακούσω για σένα κατά τη διάρκεια της υπέρτα της και τελευταίας εβδομάδος ν’ αποτελέσουν το κυρίαρχο ενδιαφέρον της ζωής μου. Τον τύπο όλου του υπολοίπου. Τον κύκλο τον κλειστό και ταυτόχρονα απέραντο οπού κλείνονται όλα τα’ άλλα και του οποίου συ είσαι το κέντρο.
Ιδού! Εγκαταλείπω πίσω μου κάθε τι που αναζήτησα και ακολούθησα. Κοίταξε! Πετάω σαν άχρηστο στο παρελθόν κάθε τι που δεν μπορεί να ενσωματωθεί στο μεγάλο μυστήριο του Πάσχα, όπου θέλεις να φθάσω. Ιδού ανεβαίνω μαζί σου στην Ιερουσαλήμ. Τώρα πλέον «σιγησάτω πάσα σαρξ».
Η διήγηση του τελευταίου Πάσχα και του Πάθους εισάγεται στο τέταρτο Ευαγγέλιο μ’ αυτές τις λέξεις: «ο Ιησούς αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κοσμώ εις τέλος ηγάπησεν αυτούς» (Ιωάν. 13, 1). Εις τέλος. Ο Ιησούς δεν αγάπησε απλώς τους ανθρώπους μέχρι την τελευταία στιγμή της επίγειας ζωής του. Άλλα τους αγάπησε μ’ έναν τρόπο τέλειο, πλήρη, ολοκληρωτικό, οριστικό. Τους αγάπησε στο μέγιστο, στο maximum. Στο Πάθος του έδωσε όλο το πλήρωμα της αγάπης του. Εκεί ακριβώς και η αναζήτηση του Ιησού από το μαθητή του είναι ή πιο βαθειά κι η πιο καρποφόρα. Εκεί ανακαλύπτω πόσο -και έναντι ποιου τιμήματος- έχω αγαπηθεί. Στη θυσία του ο Αμνός του Θεού είναι αμνός στον ύψιστο βαθμό και φανερώνεται σαν αμνός.
Το βράδυ της τελευταίας αυτής Κυριακής της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μας αφήνει ήδη να διακρίνουμε αμυδρά το φέγγος της Μεγάλης Εβδομάδας που αρχίζει από την επόμενη Κυριακή, όταν θα έχει αναστήσει τον Λάζαρο. Έτσι, ο Εσπερινός τούτης της Κυριακής αναγγέλλει ήδη την ανάσταση του Λαζάρου, αναφερόμενος και στον φτωχό Λάζαρο της παραβολής: «…ἀρεταῖς με πλούτισον καὶ πένητι Λαζάρῳ με σύνταξον, τῆς τοῦ πλουσίου τιμωρίας με ἐξαιρούμενος…». Η Εκκλησία, κατά κάποιο τρόπο, ανυπομονεί να μπει στις ιερές μέρες που θα αρχίσουν την επόμενη εβδομάδα, επισπεύδει, μας ωθεί τούτη την τελευταία Κυριακή να προχωρήσουμε προς τα όσα θα εορτάσουμε τις επόμενες επτά ημέρες: «Κυρίω, προεόρτιον ὕμνον τῶν Βαΐων ἄσωμεν πιστοί, ἐρχομένῳ ἐν δόξῃ δυνάμει θεότητος, ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ νεκρῶσαι τὸν θάνατον διὸ ἑτοιμάσωμεν εὐσεβῶς τὰ τῆς νίκης σύμβολα, τοὺς κλάδους τῶν ἀρετῶν, τὸ ὡσαννὰ ἐκβοῆσαι τῷ ποιητῇ τοῦ παντός».

Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Σάββατο, Απριλίου 09, 2022

Κυριακή Ε΄Νηστειών: Η ευλογημένη γυμνότητα


Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα προβάλλει καί τιμᾶ τήν ἱερά μνήμη μιᾶς ἁγίας γυναικός, τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ξεκίνησε ἀπό τήν περιθωριακή ζωή καί τελειώθηκε στήν ἄσκηση. Ὁ βίος της εἶναι μιά ἀκραία ὁσιακή ἱστορία, ἱστορία ἀδαμικῆς γυμνότητας, φυσικῆς καί ψυχικῆς ἀπάθειας, ἀποβολῆς τῶν ἀνθρωπίνων ἰδιωμάτων, ἐγκαταλείψεως τῶν ἰδίων νοημάτων καί θελημάτων, ἀνακλήσεως τῆς ἀρχαίας ὑγείας τῆς ψυχῆς, ἱστορία τῆς παρθενίας τοῦ σώματος καί τοῦ πνεύματος, ἱστορία καταδύσεως στό ἄπειρο βάθος τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού ἑορτάζεται πρός τό τέλος τῆς Σαρακοστῆς, γιά ἐξέγερση καί βαθύ προβληματισμό, γιατί ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἔζησε τό χάος τῆς ἁμαρτίας καί ἀπεκάλυψε τό νόημα τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας καί συγγνώμης, ζώντας σαράντα ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου.
Ἀπεκάλυψε τό πόσο ἀπέραντη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς τούς ἀδύναμους καί ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους. Τό πόσο ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ δρόμοι πού κατασκευάζει ὁ Θεός μέσα ἀπό τήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς, γιά νά ὁδηγήση τόν καθένα μας στήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Τό μέ πόση ταπείνωση, πραότητα καί μακροθυμία ἑτοιμάζει καί ἀναμένει τήν μετάνοια τοῦ καθενός μας.
Πολλές φορές ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέσα στό Εὐαγγέλιο ἐπαναλαμβάνει, ὅτι οἱ "τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ἡμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν", καί ἡ ἄποψη αὐτή ξενίζει τούς Φαρισαίους κάθε ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι σκανδαλίζονται ἐπί πλέον, γιατί ὁ Ἰησοῦς δέν περιφρονεῖ, ἀλλά ἀγκαλιάζει τούς ἁμαρτωλούς.
Ὁ Χριστός προβαίνει στήν προσφορά ἑνός νέου Νόμου χάριτος καί φιλανθρωπίας. Ἀποκαλύπτει στόν λαό Του ἕνα Θεό ἀγάπης καί συγγνώμης. Ἕνα Θεό σώζοντα τόν κόσμο. Ἕνα Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πατέρας, ὁ φίλος, ὁ ἀδελφός, ὁ ὑπερασπιστής τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Κύριος παραμερίζει ὅλα τά ἀνθρώπινα τεκμήρια καί ἀπευθύνεται στόν κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο. Ἔτσι Τόν βλέπουμε, στό Εὐαγγέλιο, νά ἐμπιστεύεται τήν μοιχαλίδα γυναίκα. Δέν πηγαίνει ἀντίθετα στόν Νόμο, ἀλλά ἀντιμετωπίζει τήν γυναίκα πέρα ἀπό τά φαινόμενα. Ἡ μοιχαλίδα εἶχε καταδικασθῆ σέ λιθοβολισμό. Ὁ Χριστός τήν ἐλευθερώνει, τήν ἀφήνει νά φύγη ἀναστημένη σέ μιά νέα ζωή. Εἶδε τήν καρδιά της, μίλησε στόν βαθύτερο ἑαυτό της. Τά φαινόμενα ξεπεράσθηκαν ἀπό μιά μεγάλη καί σωτηριώδη ἀλήθεια: τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου.
Τό "προνόμιο" ἑνός ἀνθρώπου πού πουλάει τό σῶμα του, τόν ἑαυτό του, καί προσποιεῖται τήν ἀγαπητική σχέση, εἶναι οἱ ἐμπειρίες τῆς ζωῆς του καί τό βίωμα τῆς κολάσεως. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τήν μεγαλύτερη κόλαση. Γιατί πραγματικά ὁ ἄνθρωπος πού ὑποβιβάζει τήν ἱερώτερη σχέση καί τήν κάνει ἀντικείμενο συναλλαγῆς, ζεῖ τήν πιό μεγάλη τραγωδία. Ἀρνεῖται οὐσιαστικά τήν κοινωνία καί τήν δημιουργία.
Ἡ τρομακτική ὅμως ἐμπειρία τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά γίνη ἀφετηρία γιά μιά νέα ζωή. Αὐτό συνέβη καί μέ τήν Ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, πού ἔθεσε ὡς μοναδικό σκοπό τῆς ζωῆς της τήν μετάνοια καί τήν συγγνώμη.
Ἡ μνήμη μιᾶς Ἁγίας γυναικός, πού ἦταν πόρνη στόν πρότερό της βίο, μᾶς κάνει νά ἐμβαθύνουμε στό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας.
Τί ἀνοίγει ἀπό μέρους μας τόν δρόμο πρός τόν Κύριο, πού ἔρχεται νά σταυρωθῆ γιά τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, ἤ τί εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει; Ἡ εὐσέβεια καί ἡ ἀρετή, ἡ σοφία καί δύναμή μας, ὅλη ἐκείνη ἡ ἀξιόμισθη φλυαρία καί πολυπραγμοσύνη σέ κάποιο σχῆμα τυπικῆς θρησκευτικότητας καί ἐπιβαλλόμενου ἠθικισμοῦ, ἤ οἱ οἰκτιρμοί καί τά ἐλέη, ἡ χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔρχεται μέ ὑπερβολή ἐρωτικῆς ἀγαθότητας, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο;
Ὁ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία μᾶς μαθαίνει, ὅτι ἐκεῖνο πού εἶναι ἀπαιτητό ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας ἤ ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, πού μᾶς στρέφει, ὅταν μᾶς κατακαίει ἡ δίψα τῆς προσωπικῆς ἐπικοινωνίας καί τῆς ἀγάπης καί μᾶς φλογίζη ὁ ἄνθρωπος τῆς ὀδύνης καί τοῦ θείου πόθου, στήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Δέν μποροῦμε νά ἐλπίζουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά νά ἔχουμε πεποίθηση μόνο στόν Θεό, πού ἐγείρει τούς νεκρούς, "τούς νεκρωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ". Ἐκεῖνο πού τελικά μᾶς σώζει εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σφραγίζει τό μυστήριο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰωνιότητας τοῦ ἀνθρώπου.
Κανένας δέν ἔχει ἐκπέσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οὔτε καί μιά πόρνη. Γιατί ὁ ἄνθρωπος καί μέσα στήν ἁμαρτωλότητά του, ἀκόμη καί στά ἔσχατα ὅρια τῆς ἀξιοπρέπειάς του, δέν παύει νά εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ, καί γιατί "δέν εἶναι κακό ἡ γυναίκα, ἀλλά ἡ πορνεία", γράφει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός. Μποροῦμε καί πρέπει νά μισοῦμε τήν πορνεία, ἀλλά ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε τήν πόρνη, πού δέν παύει νά εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κι ὅταν φέρνει τήν πληγή καί τήν ὀδύνη τῶν πταισμάτων της. Ἄλλωστε ποιός μπορεῖ νά μᾶς βεβαιώση, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι πράττει ἤ ὅτι εἶναι ἐλεύθερος στίς πράξεις του ἤ ἀγαπᾶ αὐτό πού πράττει;
Ἡ Ὁσία Μαρία γίνεται τύπος τῶν πιστῶν, πού τόσο παγιδεύονται στόν πειρασμό τῆς αὐτοδικαίωσης καί τῆς αὐτάρκειας, γιατί δίνει αὐτό πού εἶναι: τό εἶναι της γυμνό, γιά νά τό ἐνδύση καί πάλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δίνει ἀκριβῶς αὐτό πού γνωρίζει καί περιμένει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο: τήν ἄβυσσο τοῦ μυστηρίου τῆς καρδιᾶς, τήν μετάνοια, ἡ ὁποία μᾶς σώζει καί μᾶς ἁγιάζει.
Τό πρότυπο στό ὁποῖο ἀπέβλεπε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία δέν ἦταν ἡ πληρότητα τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας, ἀλλά ὁ θρῆνος τῆς ἀδιάκοπης μετάνοιας, βεβαίωση τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στήν ἁμαρτία, πού προϋποθέτει μιά προσωπική καί βαθειά αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Αὐτό πού μετράει εἶναι, ὅτι ἡ ἀρετή ὑπάρχει γιά τήν ἀλήθεια καί ὄχι ἡ ἀλήθεια γιά τήν ἀρετή. Αὐτό σημαίνει, ὅτι πρέπει νά ἀντιληφθοῦμε, νά ζήσουμε τήν μετάνοια μέ αὐθεντικά ὀρθόδοξο τρόπο.
"Ὁ αἰσθηθείς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν, κρείττων ἐστί τοῦ ἐγείροντος τούς νεκρούς" καί αὐτό σημαίνει ὄχι ἁπλῶς "νά πουλήσουμε ὅ,τι ἔχουμε" - κατά τόν εὐαγγελικό λόγο - ἀλλά "νά πουλήσουμε ὅ,τι εἴμαστε". Νά τί λέγει ἡ Ὁσία Μαρία στόν Ἀββά Ζωσιμᾶ κατά τήν συνάντησή τους στήν ἔρημο: "Γιά ποιό λόγο ἦλθες ἄνθρωπε σέ μένα τήν ἁμαρτωλή; Γιά ποιό λόγο θέλησε νά δῆς μιά γυναίκα γυμνή ἀπό κάθε ἀρετή;"
Σέ ὁλόκληρη τήν πατερική παράδοση καί διδασκαλία τονίζεται, ὅτι ἡ μετάνοια δέν ἐξαντλεῖται σέ ὁρισμένες ἀντικειμενικές βελτιώσεις τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε σέ τύπους καί σχήματα ἐξωτερικά, ἀλλά ἀναφέρεται σέ μιά βαθύτερη καί καθολική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι μιά παροδική συντριβή ἀπό τήν συναίσθηση διαπράξεως κάποιας ἁμαρτίας, ἀλλά μιά μόνιμη πνευματική κατάσταση, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί συνεχῆ διάθεση γιά ἀνόρθωση, θεραπεία καί ἀνάληψη τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος.
Μετάνοια εἶναι ἡ ἀλλαγή τοῦ νοῦ, τό νέο φρόνημα, ἡ δυναμική μετάβαση "ἐκ τοῦ παρά φύσιν εἰς τό κατά φύσιν, καί ἐκ τοῦ διαβόλου πρός τόν Θεόν ἐπάνοδος δι' ἀσκήσεως καί πόνων". Αὐτός ὁ ὁρισμός καθιστᾶ σαφές, ὅτι ἡ μετάνοια δέν εἶναι συμμόρφωση πρός τόν Νόμο, ἀλλά συγκλονιστική συνάντηση μέ τόν Χριστό. Δέν εἶναι εἴσοδος σέ μιά κοινότητα Φαρισαίων, ἀλλά στήν Ἐκκλησία τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, τῶν ἐργατῶν τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, τῶν τελωνῶν καί τῶν πορνῶν.
Ἡ ὀρθοδοξία καί ἡ μετάνοια δέν διαδραματίζονται ἀνάμεσα στό καλό καί τό κακό μιᾶς ἀνθρώπινης ἠθικῆς, ἀλλά ἀνάμεσα στούς δύο ληστές, δεξιά καί ἀριστερά στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀνάμεσα στόν μετανοήσαντα καί ἀμετανόητο ληστή. Μέ ἄλλα λόγια καλούμεθα ὄχι νά γίνουμε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο, ἀλλά νά εἴμαστε στό μέτρο πού μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό.
"Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ καί ἐγγιεῖ ὑμῖν". Ἐμεῖς ἔχουμε χρέος ν' ἀρχίσουμε. Ἄν κάνουμε ἕνα βῆμα πρός τόν Θεό, Ἐκεῖνος κάνει δέκα πρός ἐμᾶς.
Ἡ κόλαση, ἀδελφοί μου, ξέρετε, δέν εἶναι γιά τούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά γιά τούς ἀμετανόητους. Γιά ἐκείνους, πού δέν αἰσθάνονται τήν ἀναξιότητά τους, πού δέν γνωρίζουν τό μεγαλεῖο τῆς συγγνώμης, πού ἀγνοοῦν τόν παράδεισο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού δέν ζοῦν τήν ἐλπίδα τῆς πίστεως.
Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά λέγη στόν κάθε ἄνθρωπο: Τίποτε μήν φοβᾶσαι, ποτέ μήν φοβᾶσαι καί μήν θλίβεσαι. Μιά καί μετανοεῖς ὅλα θά στά συγχωρέση ὁ Θεός. Μά κι οὔτε ὑπάρχει οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρχη, νά γίνη στόν κόσμο τέτοιο κρῖμα, πού νά μήν τό συγχωρέση ὁ Θεός σέ κεῖνον πού μετανοεῖ ἀληθινά. Μά κι οὔτε μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη ἕνα τόσο μεγάλο ἁμάρτημα πού θά μποροῦσε νά ἐξαντλήση τήν ἀστείρευτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ἄς ἔχουμε πάντοτε στό νοῦ μας πόσο σωτήρια εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς γυμνότητάς μας, ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἡ βεβαιότητα, ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Πόσο ψεύτικες καί ἀνεπαρκεῖς εἶναι οἱ αὐτονόητες ἤ αὐτάρκεις καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅταν στήν καρδιά τοῦ κάθε μαθητῆ μπορεῖ νά κρύβεται καί ἕνας προδότης, γιατί δέν εἶναι μόνο ὁ Ἰούδας, ἤ ὅταν στήν καρδιά μιᾶς πόρνης μπορεῖ νά φυλάσσεται μιά ἁγνή καρδιά.
 π. Α.Χ.

αποστολική διακονία

Πέμπτη, Απριλίου 07, 2022

Αυτοί που βλέπουν το Θεό ακριβώς επειδή δεν θεωρούν εαυτούς αξίους αυτής της τιμής

 



O άνθρωπος που είναι απόλυτα δουλωμένος στον εγωκεντρισμό του δεν μπορεί να δει τη σταυρική ανάσταση του Χριστού και η Μαρία η Αιγυπτία που ήταν μια γυναίκα απόλυτα δουλωμένη στα εγωκεντρικά πάθη της ματαιοδοξίας, της άνετης ζωής και της σωματικής ηδονής δεν μπόρεσε να δει και να προσκυνήσει το Σταυρό του Κυρίου που είναι η έκφραση της αγάπης που γεννιέται από το σταύρωμα του εγώ. Αλλά «νεύσει θεϊκῇ» κατηυγάσθη «σταυρικῷ φωτισμῷ», «σταυρῶ τοῦ ὁμιλήσαντος». Η ακτινοβολία της σταυρωμένης αγάπης άνοιξε και εφώτισε τα τυφλωμένα από τον εγωκεντρισμό μάτια της ψυχής της και μπόρεσε κι αυτή να σταυρώσει το θανάσιμο εγωκεντρισμό της (Ωδή δ΄ κανόνος της ε΄ Κυριακής Νηστειών). «Τὸν Σταυρὸν ποθήσασα τοῦ Κυρίου θεάσασθαι» (κάθισμα ε΄ Κυριακής Νηστειών).


Η κατάντια της Μαρίας της Αιγυπτίας δεν της αποκλείει τη συνάντηση με τον αναστημένο Κύριο. Όπου κι αν βρίσκεται κανείς, άμα καταληφθεί από πόθο θεϊκό και από πίστη ζέουσα και θεία όπως εκείνη (Ωδή η΄ κανόνος ε΄ Κυριακής των Νηστειών) μπορεί να πορευθεί προς αυτή τη συνάντηση. Τη στιγμή που ο άνθρωπος μεταθέτει τον έρωτά του από τα κτίσματα στον κτίστη αρχίζει αυτή την πορεία. Κανείς δεν πρέπει να αποθαρρύνεται από την κατάστασή του. Δεν πρέπει να σκέπτεται πως γι’ αυτόν δεν υπάρχει αυτή η ελπίδα. «Μηδεὶς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε» (Κατηχητικός λόγος Ιωάννου Χρυσοστόμου). Εξάλλου τα μάτια του Θεού δεν είναι ίδια με τα μάτια του ανθρώπου. Ό,τι φαίνεται κοντά στο Θεό για τους ανθρώπους, μπορεί να είναι πολύ μακριά από το Θεό στα μάτια του Θεού, και ασφαλώς ο Θεός δεν νιώθει κοντά του τον καθωσπρέπει άνθρωπο με την εξωτερική ευσέβεια και με τη βεβαιότητα του δικαιωμένου. Αν θέλουμε, μπορούμε να ξέρουμε πως βλέπει ο Θεός, γιατί ο Θεός βλέπει όπως βλέπει ο Χριστός και ξέρουμε πως βλέπει ο Χριστός, μας το είπε ξανά και ξανά. Όμως οι πιο πολλοί από εμάς και πολύ συχνά όλοι μας δεν βλέπουμε όπως βλέπει ο Χριστός γιατί εμείς βλέπουμε κοντά στο Θεό τους «προφάσει μακρᾷ» προσευχόμενους Γραμματείς και Φαρισαίους που «ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας» (Ματθ. 23, 27), ενώ ο Χριστός βλέπει κοντά στο Θεό τους τελώνες και τις πόρνες (Ματθ. 21, 31).

Γιατί άραγε ο Χριστός βλέπει τους τελώνες και τις πόρνες να είναι πιο κοντά στο Θεό από τους «δικαίους» και να τους προάγουν στη βασιλεία του Θεού; Γιατί εκείνοι ξέρουν ότι είναι μακριά από το Θεό, ξέρουν πως βρίσκονται στην εξορία και μπορούν να αισθανθούν την ανάγκη να επιστρέψουν, ενώ οι «δίκαιοι» πιστεύουν στη δικαιοσύνη τη δικιά τους και γι’ αυτό δεν υποτάσσονται στη δικαιοσύνη του Θεού (Ρωμ. 10, 3) και δεν αισθάνονται την ανάγκη καμιάς επιστροφής. Δεν αισθάνονται την ανάγκη να επιστρέψουν στη βασιλεία του Θεού γιατί πιστεύουν ότι βρίσκονται σ’ αυτήν και πιστεύουν ότι βρίσκονται σ’ αυτήν γιατί είναι βέβαιοι ότι τη δικαιούνται και κανείς απ’ όσους είναι βέβαιοι ότι δικαιούνται τη βασιλεία του Θεού δεν την απολαμβάνει.

Τα μάτια δύο παιδιών της Εκκλησίας, που βλέπουν όπως τα μάτια του Θεού, μας βοηθούν να δούμε τους τελώνες και τις πόρνες όπως τους βλέπει εκείνος. Ο πρώτος είναι ο Παπαδιαμάντης και ο δεύτερος ο Ντοστογέφσκυ. Η αμαρτωλή γυναίκα του Παπαδιαμάντη είναι η Χριστίνα, η δασκάλα που συζούσε χωρίς στεφάνι με τον κομματάρχη τον Παναγή Ντεληκανάτα και την οποία ο Παπαδιαμάντης περιγράφει ως έξης:

«Ἡ ταλαίπωρος αὐτὴ, μανθάνουσα, ἐπιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, ὑπομένουσα, ἐγκαρτεροῦσα, ἔπαιρνε τὰ νόθα τοῦ ἀστεφανώτου ἀνδρός της εἰς τὸ σπίτι, τὰ ἐθέρμαινεν εἰς τὴν ἀγκαλιάν της, ἀνέπτυσσε μητρικὴν στοργήν, τὰ ἐπονοῦσε καὶ τὰ ἀνέσταινε, κι ἐπάσχιζε νὰ τὰ μεγαλώσῃ, καὶ ὅταν ἐγίνοντο δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, καὶ τὰ εἶχε πονέσει πλέον ὡς τέκνα της, τότε ἤρχετο ὁ Χάρος, συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν ὀστρακιάν, τὴν εὐλογιάν καὶ ἄλλας δυσμόρφους συντρόφους, καὶ τῆς τὰ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν ἀγκαλιάν της.

Τρία ἢ τέσσαρα παιδία τῆς εἶχαν ἀποθάνει οὕτω ἐντὸς ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐτῶν. Και αὐτὴ ἐπικραίνετο, ἐγήρασκε καὶ ἄσπριζε. Κι ἔκλαιε τὰ νόθα τοῦ ἀνδρός της, ὡς νὰ ἦσαν γνήσια ἰδικά της. Κι ἐκεῖνα τὰ πτωχά, τὰ μακάρια, περιίπταντο εἰς τὰ ἄνθη τοῦ παραδείσου, ἐν συντροφίᾳ μὲ τ᾽ ἀγγελούδια τὰ ἐγχώρια ἐκεῖ. Ἐκεῖνος οὐδὲ λόγον τῆς ἔκαμεν πλέον περὶ στεφανώματος. Κι αὐτὴ δὲν ἔλεγε πλέον τίποτε. Ὑπέφερεν ἐν σιωπῇ.

Κι ἔπλυνε κι ἐσυγύριζεν ὅλον τὸν χρόνον, τὴν Μεγάλην Πέμπτην ἔβαπτε τ᾽ αὐγὰ τὰ κόκκινα. Καὶ τὰς καλὰς ἡμέρας δὲν εἶχε τόλμης πρόσωπον νὰ ὑπάγῃ κι αὐτὴ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.

Μόνον τὸ ἀπόγευμα τοῦ Πάσχα, εἰς τὴν ἀκολουθίαν τῆς Ἀγάπης, κρυφὰ καὶ δειλὰ εἰσῆρπεν εἰς τὸν ναόν, διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα» μαζὶ μὲ τὶς δοῦλες καὶ τὶς παραμάνες.

Ἀλλ᾽ Ἐκεῖνος, ὅστις ἀνέστη ἕνεκα τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων, ὅστις ἐδέχθη τῆς ἁμαρτωλῆς τὰ μύρα καὶ τὰ δάκρυα, καὶ τοῦ λῃστοῦ τὸ μνήσθητί μου, θὰ δεχθῇ καὶ αὐτῆς τῆς πτωχῆς τὴν μετάνοιαν, καὶ θὰ τῆς δώσῃ χῶρον καὶ τόπον χλοερόν, καὶ ἄνεσιν καὶ ἀναψυχὴν εἰς τὴν βασιλείαν Του τὴν αἰωνίαν».

Η αμαρτωλή του Ντοστογέφσκυ είναι η Σόνια, η κόρη του μεθύστακα Μαρμελάντωφ, που κι αυτή όπως και η Χριστίνα η δασκάλα (πόσο απτά φαίνεται η ενότητα της πίστεως ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο) θυσιάζει την ίδια την ψυχή της για να σώσει μικρά παιδιά. Όταν θα έλθει ο κριτής, λέει ο Ντοστογέφσκυ με το στόμα του Μαρμελάντωφ, την ημέρα της κρίσεως, θα ρωτήσει: «Πού είναι η κόρη που για την κακιά και φθισικιά μητρυιά της, για παιδιά που δεν ήταν αδέλφια της, μικρή-μικρή ακόμη πούλησε τον εαυτό της; Πού είναι η κόρη που σπλαχνίσθηκε τον επίγειο πατέρα της, τον αδιόρθωτο μεθύστακα, χωρίς να φρίξει από την αποκτήνωσή του;» και θα πει: «Έλα! σ’ έχω κιόλας μια φορά συγχωρήσει… Σ’ έχω μια φορά συγχωρήσει… Σήμερα πάλι ἀφίενταί σοι αἱ πολλαὶ ἁμαρτίαι σου, ὅτι πολὺ ἠγάπησας».

Η Σόνια ήταν μια αγία παρά το γεγονός, ή ίσως ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος, ότι ήταν «ανήθικη». Η μοιχεία της ήταν αγιότερη από την παρθενία πολλών. Η κεντρική έννοια της «αγιότητος» είναι αφοσίωση αφιερωμένη στην υπηρεσία του Θεού.[1]

Συνεχίζοντας ο Μαρμελάντωφ λέει πως ο Χριστός θα δεχθεί τους τελώνες και τις πόρνες στη βασιλεία Του. «Πλησιάστε και σεις», θα τους πει, «ξεδιάντροποι. Είσαστε γουρούνια! φοράτε τη μάσκα του ζώου και έχετε τη σφραγίδα του. Όμως ελάτε και σεις». Και τότε οι δίκαιοι και οι σώφρονες θα διαμαρτυρηθούν. «Κύριε, γιατί τους δέχεσαι αυτούς;» Κι Εκείνος θα πει: «Τους δέχομαι, ω δίκαιοι, τους δέχομαι, ω σώφρονες, επειδή ούτε ένας απ’ αυτούς δεν θεώρησε ποτέ άξιο αυτής της τιμής τον εαυτό του…».

Η αγάπη αυτών των δύο αμαρτωλών γυναικών για εκείνα τα πλάσματα του Θεού μοιάζει τόσο πολύ με την αγάπη του Θεού ο οποίος «ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. 5, 8). Εκείνη την αγάπη βίωσαν οι μεγάλοι άγιοι του Θεού που ήταν πρόθυμοι και την ίδια τη σωτηρία τους να θυσιάσουν για το συνάνθρωπο. «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα» (Ρωμ. 9, 3), λέει ο Παύλος, και ο Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια· «Μα θέλετε ειπή: και συ καλόγερος είσαι, διατί συναναστρέφεσαι εις τον κόσμον; Και εγώ αδελφοί μου, κακά το κάμνω, μα επειδή το γένος μας έπεσε εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός μου εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα».[2]

Σ’ αυτό το προωθημένο στάδιο της πορείας προς τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό η Εκκλησία προβάλλει το παράδειγμα μιας πόρνης της οποίας οι πολλές αμαρτίες συγχωρέθηκαν όπως και εκείνης της άλλης πόρνης του Ευαγγελίου, για να μας διαβεβαιώσει πως τον αναστημένο Χριστό μπορεί κάθε άνθρωπος, αν το θελήσει, να τον συναντήσει όπου κι αν βρίσκεται και ακόμη για να δείξει πως τα μάτια του Θεού δεν βλέπουν τον άνθρωπο όπως τα μάτια του ανθρώπου.

[1] Jaroslav Pelikan, Fools for Christ, Philadelphia: Muhilenberg Press, 1955, σελ. 76.

[2] Ιωάν. Μενούνου, Κοσμά Αιτωλού Διδαχές, εκδ. Τήνος, 1979, Αθήνα, σελ. 200.

π. Φιλόθεος Φάρος, Πριν και μετά το Πάσχα, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 1998

Κυριακή, Απριλίου 03, 2022

Η Κυριακή του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος



Η Εκκλησία μας καλεί σήμερα να προσέξουμε τη μορφή του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, επειδή ο πατήρ αυτός, ο οποίος έζησε κατά τον 7ο αιώνα, υλοποίησε στη ζωή του το ιδεώδες της μετανοίας, κάτι το οποίο δεν πρέπει να φεύγει από τα μάτια μας κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή. «Ἰωάννην τιμήσωμεν, τῶν ἀσκητῶν τὸ καύχημα…» ψάλλουμε στον Εσπερινό, ενώ στον Όρθρο αναφωνούμε προς τον άγιο: «Ἀτροφία τὴν σάρκα μαράνας ἀνεκαίνισας ψυχῆς τὸν τόνον, Ὅσιε, καὶ δόξαν κατεπλούτισας οὐράνιον…». Ωστόσο, η Εκκλησία, ερμηνεύοντας σωστά τη διδασκαλία του αγίου, θεωρεί ότι η άσκηση δεν έχει καμία έννοια και καμία αξία αν δεν είναι έκφραση αγάπης, γι’ αυτό και στον Εσπερινό βάζει τον Όσιο να μας απευθύνει αυτά τα λόγια: «Ἀγαπήσατε τὸν Θεὸν καὶ εὑρήσετε χάριν αἰώνιον, μηδέν προτιμήσητε τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ…».
Στη Θεία Λειτουργία συνεχίζουμε την ανάγνωση της προς Εβραίους Επιστολής (6:13-20), όπου περιγράφονται η υπομονή και η εγκαρτέρηση του Αβραάμ και η εν τέλει πραγματοποίηση των υποσχέσεων του Θεού. «Ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν», και γι’ αυτό, όπως και ο Αβραάμ, «ἱσχυρὰν παράκλησιν ἔχομεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος». Ζούμε εμείς με αυτή τη μεγάλη ελπίδα;
Το Ευαγγέλιο περιγράφει τη θεραπεία ενός νέου που, υπό την επήρεια του διαβόλου, είχε καταληφθεί από «άλαλο πνεύμα». Ο πατέρας του τον οδήγησε στον Ιησού. Και Εκείνος του είπε τούτο: « Εάν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σ’ εκείνον που πιστεύει». Ανάμεσα στα δάκρυά του ο πατέρας φώναξε: «Πιστεύω, Κύριε, αναπλήρωσε εσύ τη λιγοστή μου πίστη!». Δεν μπορούμε πράγματι να βρούμε καλύτερα λόγια για να εκφράσουμε ταυτόχρονα το γεγονός ότι πιστεύουμε αλλά και την αδυναμία αυτής της πίστης. Είμαστε όμως ικανοί να δακρύσουμε με πόνο, καθώς λέμε στον Κύριό μας, «Πιστεύω, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ»; Ο Ιησούς ευσπλαχνίστηκε τον πατέρα. Δέχτηκε μια τέτοια πίστη και θεράπευσε τον γιο του. Οι μαθητές, μιλώντας ιδιαιτέρως με τον Διδάσκαλο, Τον ρωτούν γιατί εκείνοι δεν μπόρεσαν να εκδιώξουν το δαίμονα. Πήραν την απάντηση ότι «Αυτό το είδος του δαιμονίου με κανέναν άλλο τρόπο δεν εκδιώκεται παρά με προσευχή συνοδευόμενη από νηστεία». Ας μη θεωρήσουμε ότι μια παρατεταμένη νηστεία και προσευχές που επαναλαμβάνονται αρκούν για να δώσουν τη δύναμη εκείνη που οι μαθητές δεν κατείχαν ακόμη. Η προσευχή και η νηστεία, με τη βαθύτερη έννοια των όρων, σημαίνουν τη ριζική παραίτηση από τον εαυτό μας, τη στροφή και σταθεροποίηση της ψυχής σ’ εκείνη τη στάση της εμπιστοσύνης και της ταπείνωσης που περιμένει το καθετί από το έλεος του Θεού, την υποταγή του θελήματός μας στο δικό Του θέλημα, την εναπόθεση της ύπαρξής μας και κάθε άλλης προσφιλούς ύπαρξης στα χέρια του Πατέρα. Εκείνος, που με τη χάρη του Θεού θα φτάσει σε μια τέτοια κατάσταση, μπορεί να διώξει τον διάβολο. Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε κι εμείς έστω μερικά πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση; Αν προσπαθήσουμε, θα εκπλαγούμε από τα αποτελέσματα.
Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Σάββατο, Απριλίου 02, 2022

Κυριακή δ΄νηστειών:Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης τῆς Κλίμακος


 ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ
῾Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι περίοδος μετανοίας, περίοδος κατά τήν ὁποία ἡ πέτρινη καρδιά μας πρέπει, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά γίνει σάρκινη, καί ἀπό ἀναίσθητη νά γίνει αἰσθαντική, ἀπό ψυχρή καί σκληρή νά γίνει ζεστή καί ἀνοιχτή πρός τούς ἄλλους καί, κυρίως, πρός τόν ῎Ιδιο τόν Θεό16.
῾Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι καιρός ἀνανέωσης, ὅπου καθετί -ὅπως γίνεται τήν ἄνοιξη- κάνει μία καινούρια ἀρχή· καί ἡ ἀνήλια ζωή μας ζωντανεύει καί πάλι μέ ὅλη τήν ἔνταση τήν ὁποία ὁ Θεός μπορεῖ νά δώσει σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, κάνοντάς μας διά τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων καί τῶν πλούσιων δωρεῶν Του κοινωνούς τοῦ ῾Αγίου Του Πνεύματος, κοινωνούς θείας φύσεως.
Εἶναι ἐποχή συμφιλίωσης καί ἡ συμφιλίωση εἶναι χαρά· ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ καί ἡ δική μας χαρά· ἕνα νέο ξεκίνημα!
Σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κλίμακος καί θέλω νά σᾶς διαβάσω μερικές δικές του φράσεις, τόσο σχετικές μέ τήν ἰδιαιτερότητα τῆς περιόδου πού διάγουμε·
«῾Η μετάνοια, δηλαδή ἡ ἐπιστροφή μας στόν Θεό, εἶναι ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματός μας· εἶναι ἀνανέωση τῆς συνθήκης μας μέ τόν Θεό, τῆς ὑπόσχεσής μας νά ἀλλάξουμε τή ζωή μας. Εἶναι περίοδος κατά τήν ὁποία μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τήν ταπείνωση, ἡ ὁποία εἶναι εἰρήνη· εἰρήνη μέ τόν Θεό, εἰρήνη μέ τόν ἑαυτό μας, εἰρήνη μέ ὅλο τόν κτιστό κόσμο. ῾Η μετάνοια γεννιέται ἀπό τήν ἐλπίδα, ὅταν δηλαδή ἀπορρίψουμε τήν ἀπόγνωση. Καί ἐκεῖνος πού μετανοεῖ, εἶναι κάποιος πού ἀξίζει τήν καταδίκη -ὡστόσο ἀναχωρεῖ ἀπό τό δικαστήριο χωρίς ντροπή, ἐπειδή ἡ μετάνοια εἶναι ἡ εἰρήνη μας μέ τόν Θεό. Κι αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέσα ἀπό μία ζωή ἀντάξια, πού ἀποξενώθηκε ἀπό τίς ἁμαρτίες πού διαπράτταμε στό παρελθόν. Μετάνοια εἶναι τό καθάρισμα τῆς συνειδήσεώς μας. Μετάνοια σημαίνει ὁλοκληρωτική ἀπαλλαγή ἀπό τή λύπη καί τόν πόνο».
Κι ἄν ἀναρωτηθοῦμε πῶς θά τό πετύχουμε αὐτό, πῶς θά φθάσουμε ἐκεῖ, πῶς μποροῦμε νά ἀνταποκριθοῦμε στόν Θεό πού μᾶς δέχεται ὅπως ὁ Πατέρας τῆς παραβολῆς δέχθηκε τόν ἄσωτο γιό του, σ’ ἕνα Θεό πού μᾶς περιμένει μέ λαχτάρα καί πού ἐνῶ Τόν ἀπορρίψαμε ᾿Εκεῖνος δέν ἀπομακρύνθηκε ποτέ ἀπό κοντά μας, ἀξίζει νά ἀκούσουμε αὐτά τά λίγα λόγια γιά τήν προσευχή·
 «Στήν προσευχή μή χρησιμοποιεῖτε ἐπιτηδευμένες λέξεις, διότι, συχνά τό ἁπλό καί ἀνεπιτήδευτο ψέλλισμα τῶν παιδιῶν εἶναι ἐκεῖνο πού εὐφραίνει τόν οὐράνιο Πατέρα μας. ῞Οταν μιλᾶτε στόν Θεό, μήν προσπαθεῖτε νά πεῖτε πολλά, διότι διαφορετικά, ὁ νοῦς, ἀναζητώντας τίς λέξεις θά χαθεῖ σ’ αὐτές. ῾Η μία λέξη πού ψιθύριζε ὁ Τελώνης τοῦ ἔφερε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ· μία λέξη γεμάτη πίστη ἔσωσε τόν ληστή πάνω στόν Σταυρό. ῾Η ποικιλία τῶν λέξεων ὅταν προσευχόμαστε διασκορπίζει τόν νοῦ καί ἐξάπτει τή φαντασία. ῾Η μία λέξη πού ἀπευθύνουμε στόν Θεό συμμαζεύει τόν νοῦ στήν παρουσία Του. Κι ἄν στήν προσευχή σου, αὐτή ἡ μία λέξη σέ ἀγγίζει μέσα σου, ἄν τή νιώθεις βαθιά, μεῖνε σ’ αὐτήν, μεῖνε, γιατί κάτι τέτοιες στιγμές ὁ φύλακας ῎Αγγελός μας προσεύχεται μαζί μας, ἐπειδή εἴμαστε ἀληθινοί μέ τόν ἑαυτό μας καί μέ τόν Θεό».
῎Ας μήν ξεχάσουμε τά λόγια αὐτά τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κλίμακος, ἀκόμη κι ἄν ξεχάσουμε τά δικά μου σχόλια πού γιά εὐκολία δική σας πρόσθεσα, ὥστε νά γίνει τό κείμενο εὐκολότερα κατανοητό. ῎Ας θυμόμαστε τά λόγια του, γιατί ἦταν ἄνθρωπος πού ἤξερε τί σημαίνει νά στρέφεσαι στόν Θεό, νά μένεις στόν Θεό, νά εἶσαι ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ καί νά εὐφραίνεσαι ἐν Αὐτῷ. Μᾶς προσφέρεται αὐτή τήν περίοδο, καθώς ἀνεβαίνουμε πρός τίς ἡμέρες τοῦ Πάθους, ὡς παράδειγμα τοῦ τί μπορεῖ νά κάνει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ γιά νά μεταμορφώσει ἕναν ἁπλό καί συνηθισμένο ἄνθρωπο σέ φῶς τοῦ κόσμου.
῎Ας μάθουμε ἀπ’ αὐτόν, ἄς ἀκολουθήσουμε τό παράδειγμά του, ἄς χαροῦμε βλέποντας πῶς μπορεῖ νά ἐργαστεῖ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο καί, μέ πίστη, μέ ἐμπιστοσύνη, μέ χαρά θριαμβική ἀλλά καί εἰρηνική ἄς ἀκολουθήσουμε τή συμβουλή του, ἄς ἀκούσουμε τόν Θεό νά μᾶς παρακαλεῖ νά βροῦμε τόν δρόμο τῆς ζωῆς καί νά μᾶς λέει ὅτι μαζί μ’ Αὐτόν καί ἐν Αὐτῷ ὄντως θά ζήσουμε, ἐπειδή Αὐτός εἶναι ἡ ᾿Αλήθεια καί ἡ ὁδός καί ἡ Αἰώνιος Ζωή.


από ιερά μονή αγ. ιωάννου καρέα

Σάββατο, Μαρτίου 19, 2022

Η Κυριακή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά



Το Ευαγγέλιο της πρώτης Κυριακής των Νηστειών τελείωνε με μια αναφορά στο λειτούργημα των αγγέλων. Και πάλι σήμερα τους αγγέλους φέρνει μπροστά μας το αποστολικό ανάγνωσμα (Εβρ. 1:10. 2:3). Το ιερό κείμενο συγκρίνει το έργο των αγγέλων με το πολύ ανώτερο έργο του Σωτήρος. Εάν η ανυπακοή στα μηνύματα που μας μεταφέρουν οι άγιοι άγγελοι λαμβάνει «ἔνδικον μισθαποδοσίαν», πόσο περισσότερο θα τιμωρηθεί ο άνθρωπος που θα παραμελήσει τη σωτηρία που κήρυξε και υλοποίησε ο Χριστός: «Πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκε ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἄν θῷ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;»
Το Ευαγγέλιο της ημέρας (Μάρκ. 2:1-12) διηγείται τη θεραπεία του παραλυτικού της Καπερναούμ. Ο Ιησούς του συγχωρεί τις αμαρτίες, και, καθώς οι Γραμματείς μένουν έκπληκτοι πώς κάποιος άλλος πλην του Θεού μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, Εκείνος απαντά: «Τι είναι ευκολότερο; Να πω στον παραλυτικό συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να του πω σήκω και πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο και περπάτα; Για να μάθετε λοιπόν ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες επί της γης, σε διατάζω, σήκω και πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Το κεντρικό θέμα αυτού του επεισοδίου είναι τόσο η συγχωρητική όσο και η θεραπευτική εξουσία που κατέχει ο Κύριος Ιησούς. Κατόπιν είναι η απόδειξη ότι η θεραπεία και η άφεση δεν πρέπει να διαχωρίζονται. Ο παραλυτικός, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, εναποτέθηκε στα πόδια του Κυρίου. Και οι πρώτες λέξεις Του δε είναι «γίνε καλά» αλλά «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες». Στις σωματικές μας ταλαιπωρίες, πριν ακόμη ζητήσουμε την απαλλαγή, οφείλουμε να ζητάμε την εσωτερική μας κάθαρση, την άφεση των αμαρτιών μας. Στο τέλος, ο Ιησούς διατάζει τον θεραπευμένο παραλυτικό να μεταφέρει το κρεβάτι του στο σπίτι του. Αφενός, το πλήθος θα πεισθεί καλύτερα για την πραγματικότητα του θαύματος, αν δει τον άνθρωπο αυτό να έχει γίνει αρκετά δυνατός για να μεταφέρει το κρεβάτι του. Αφετέρου, αυτός που συγχωρήθηκε και άλλαξε εσωτερικά από τον Ιησού, πρέπει να δείξει στους οικείους του, μα κάποιο απτό τρόπο (όχι πλέον σηκώνοντας το κρεβάτι του αλλά με τα λόγια, τις πράξεις, τη στάση του), ότι είναι ένας καινούργιος άνθρωπος που ξαναπαίρνει τη θέση του ανάμεσά τους.
Θα παρατηρήσουμε ότι ούτε το ευαγγελικό ούτε το αποστολικό ανάγνωσμα έχουν κάποια σχέση με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά από τον οποίο παίρνει το όνομά της η Β΄ Κυριακή των Νηστειών. Και αυτό διότι η μνήμη του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά εισήχθη μόλις κατά τον 14ο αιώνα, ενώ η λειτουργική δομή αυτής της Κυριακής είχε ήδη παγιωθεί. Ανακαλούμε όμως στη μνήμη μας τον άγιο κατά τις Ακολουθίες του Εσπερινού και του Όρθρου. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εξέθεσε και υπερασπίστηκε, μέσα από έντονες αμφισβητήσεις, το θεολογικό δόγμα που αφορά το «άκτιστο» θείο φως. Τα κείμενα της Ακολουθίας δεν μπαίνουν σε λεπτομέρειες ή διευκρινήσεις για τη διδασκαλία του αγίου, μιλούν όμως κατά τρόπο γενικό για το φως και για Εκείνον που είπε: «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Συνοψίζοντας ένα από τα κείμενα του Όρθρου, βλέπουμε να συνδυάζονται τρεις έννοιες: η έννοια του Χριστού που φωτίζει τους αμαρτωλούς, η έννοια της εγκράτειας κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και η έννοια του λόγου «ἔγειρε», που ο Κύριος απηύθυνε στον παραλυτικό, την οποία εμείς απευθύνουμε τώρα στον Ίδιο:
«Τοῖς ἐν σκότει ἁμαρτημάτων πορευομένοις φῶς ἀνέτειλας, Χριστέ, τῷ καιρῷ τῆς ἐγκρατείας καὶ τὴν εὔσημον ἡμέραν τοῦ Πάθους Σου δεῖξον ἡμῖν, ἵνα βοῶμέν σοι ἀνάστα, ὁ Θεὸς, ἐλέησον ἡμᾶς».

Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Πέμπτη, Μαρτίου 17, 2022

Περίοδος χαράς

Σὲ ἀντίθεση μὲ αὐτὸ ποὺ πολλοὶ νομίζουν ἢ αἰσθάνονται, ἡ Σαρακοστὴ τοῦ Πάσχα εἶναι περίοδος χαρᾶς. Εἶναι ὁ καιρὸς ἐκεῖνος ποὺ μᾶς δίνεται ἡ δυνατότητα νὰ ἀποτινάξουμε κάθε τί ἄσχημο καὶ θανατηφόρο ἀπὸ μέσα μας γιὰ νὰ βροῦμε πάλι τὴ δύναμη νὰ ζήσουμε, νὰ βιώσουμε σὲ ὅλο τὸ βάθος του τὸ μυστήριο στὸ ὁποῖο εἴμαστε καλεσμένοι. Ἂν δὲν κατανοήσουμε αὐτὴ τὴν ποιότητα τῆς χαρᾶς στὴ νηστεία, θὰ τὴ μετατρέψουμε σὲ μιὰ καρικατούρα, σὲ μιὰ περίοδο κατὰ τὴν ὁποία στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ θὰ κάνουμε τὴ ζωὴ μας μίζερη.

Μπορεῖ, πράγματι, αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς χαρᾶς ποὺ πλέκεται μὲ τὴν ἐπίπονη προσπάθεια καὶ τὸν ἀσκητικὸ ἀγώνα νὰ φαίνεται περίεργη, ὅμως ἀγκαλιάζει μὲ καθολικὸ τρόπο τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι κατάκτηση. Δὲν χαρίζεται ἁπλὰ σὲ ἐκείνους ποὺ ἀδιάφορα καὶ τεμπέλικα τὴν περιμένουν νὰ ἔρθει. Γιὰ ὅσους τὴν ἀναμένουν μὲ τέτοιο πνεῦμα, θὰ ἔρθει, ἀλλὰ στὸ μέσον της νύχτας, σὰν τὴν Ἡμέρα τῆς Κρίσης. Σὰν τὸν κλέφτη ποὺ τρυπώνει ὅταν δὲν τὸν περιμένεις, σὰν τὸ Νυμφίο ποὺ φθάνει ἐνῶ οἱ μωρὲς παρθένες κοιμοῦνται. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὸς ὁ τρόπος ποὺ θὰ πρέπει νὰ προσμένουμε τὴν Κρίση καὶ τὴ Βασιλεία.

Χρειάζεται νὰ ἀλλάξουμε τὴ νοοτροπία μας σὲ μιὰ νέα κατανόηση ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ξαναβροῦμε μέσα μας αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο περιέργως ἔχουμε ἀποξενωθεῖ: τὴ χαρὰ τῆς προσμονῆς τῆς Ἡμέρας τοῦ Κυρίου –κι ἂς ξέρουμε ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ Ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἴσως μᾶς ξενίζει τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν Ἐκκλησία κηρύττουμε ὡς Εὐαγγέλιο – δηλαδὴ “καλὸ ἄγγελμα” – αὐτὸ τῆς Κρίσεως· κι ὅμως ἀναφωνοῦμε: “Ἔρχου Κύριε, ταχύ”, γιατί ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι φόβος ἀλλὰ ἐλπίδα.

Ὅσο ἀδυνατοῦμε νὰ ἀρθρώσουμε αὐτὰ τὰ λόγια, κάτι σημαντικὸ διαφεύγει ἀπὸ τὴ χριστιανική μας συνείδηση. Παραμένουμε, ὅ,τι κι ἂν προφασιστοῦμε, παγανιστὲς ἐνδεδυμένοι ροῦχα εὖ-ἀγγελιαφόρων. Συνεχίζουμε νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν ὁποίων λείπει ὁ Θεός. Ἄνθρωποι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἐρχομὸς Του εἶναι σκοτάδι καὶ φόβος καὶ ἡ κρίση Του δὲν εἶναι λύτρωση ἀλλὰ καταδίκη. Τὸ ἀντάμωμά μας μὲ τὸν Κύριο φαντάζει σὰν ἕνα τρομερὸ γεγονὸς κι ὄχι σὰν αὐτὸ ποὺ λαχταροῦμε καὶ αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ζοῦμε. Ἂν δὲν τὸ συνειδητοποιήσουμε, ἡ περίοδος τῆς νηστείας δὲν θὰ γίνει ποτὲ γιὰ μᾶς χαρά, ἀφοῦ εἶναι μιὰ περίοδος ποὺ ἐνσωματώνει ταυτόχρονα κρίση καὶ εὐθύνη: χρειάζεται νὰ προηγηθεῖ αὐτοκριτικὴ γιὰ νὰ ὑποδεχτοῦμε τὴν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, τὴν Ἀνάσταση, μὲ ἀνοιχτὴ καρδιὰ καὶ πίστη, σὰν γιορτή.

+ μητρ. Αντώνιος Βloom

Σάββατο, Μαρτίου 12, 2022

Κυριακή της Ορθοδοξίας



Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ Πρώτῃ τῶν Νηστειῶν, ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν Εἰκόνων γενομένης παρὰ τῶν ἀειμνήστων αὐτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαὴλ Γ΄ (842-867 μ.Χ.) καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Θεοδώρας ἐπὶ τῆς πατριαρχείας τοῦ ἁγίου καὶ ὁμολογητοῦ Μεθοδίου (842-846 μ.Χ.).
Ο Λέων ο Γ΄ ο Ίσαυρος (717-741 μ.Χ.) κατά παραχώρηση Θεού, από γεωργός και μουλαράς έγινε αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε ήταν Πατριάρχης στο πηδάλιο της Εκκλησίας ο άγιος Γερμανός. Τον κάλεσε, λοιπόν, ο αυτοκράτορας και του είπε: «Νομίζω, δέσποτα, ότι οι εικόνες δε διαφέρουν σε τίποτε από τα είδωλα. Δώσε, λοιπόν, εντολή να τις πετάξουν όσο γίνεται γρηγορότερα. Κι αν οι μορφές των αγίων είναι αληθινές, δώσε εντολή να τις κρεμάσουν ψηλότερα, για να μην τις ασπαζόμαστε με τα αμαρτωλά χείλη μας και τις μολύνουμε».
Ο Πατριάρχης έκανε ό,τι μπορούσε για να αποτρέψει το βασιλιά από μια τέτοια μιαρή πράξη. «Μη, βασιλιά, του είπε, μην κάνεις εσύ κάτι τέτοιο. Έχουμε ακούσει ότι θα παρουσιαστεί κάποιος με το όνομα Κόνων, ο οποίος θα κινηθεί με λύσσα εναντίον των αγίων εικόνων. Μην το κάνεις όμως εσύ». Τότε ο βασιλιάς του απάντησε: «Εγώ, όταν ήμουν μικρό παιδί, είχα το όνομα Κόνων». Επειδή όμως ο Πατριάρχης με κανέναν τρόπο δεν έδινε τη συγκατάθεσή του για την απομάκρυνση των εικόνων, ο Λέων τον εξόρισε και στη θέση του έβαλε για Πατριάρχη τον ομόφρονό του εικονομάχο Αναστάσιο (730-753 μ.Χ.) Έτσι ο αυτοκράτορας ξεκίνησε τον ανίερο πόλεμό του κατά των αγίων εικόνων. Λέγεται, μάλιστα, ότι το μίσος αυτό κατά των εικόνων του το έσπειραν στην ψυχή οι Εβραίοι. Αυτοί με κάποια μαγικά τερτίπια του προείπαν ότι θα γίνει βασιλιάς και ζήτησαν ως ανταμοιβή τον πόλεμο κατά των εικόνων. Ο Λέων είχε πολλές σχέσεις μαζί τους, όταν ακόμα σαν φτωχός μουλαράς αγωνιζόταν να κερδίσει τα προς το ζην.
Όταν εκείνος (ο Λέων) πέθανε κακήν κακώς, έγινε διάδοχός του στο θρόνο ο γιος του, ο Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος (741-775 μ.Χ.). Αυτό ήταν πιο σκληρός κι απάνθρωπος απ’ τον πατέρα του. Κι έγινε διάδοχός του όχι μόνο στο θρόνο, αλλά και στη μανία κατά των εικόνων. Δεν υπάρχει, βέβαια, λόγος να πούμε τι και πόσα έκανε κι αυτός ο παράνομος εναντίον της Εκκλησίας! Όταν πέθανε κι αυτός με τρόπο χειρότερο απ’ τον πατέρα του, έγινε βασιλιάς ο γιος του ο Λέων ο Δ΄ (775-780 μ.Χ.), τον οποίο απέκτησε με την γυναίκα του τη Χαζάρρα. Κι όταν πλέον πέθανε κι αυτός κακήν κακώς, έλαβε τα ηνία του κράτους η Ειρήνη (797-802 μ.Χ.) με τον γιο της Κωνσταντίνο (780-797 μ.Χ.). Αυτοί καθοδηγούμενοι από τον αγιότατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον Ταράσιο, συγκάλεσαν την Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο, η οποία ετάχθη υπέρ των αγίων εικόνων κι έτσι η Εκκλησία του Χριστού απέκτησε και πάλι τις ιερές εικόνες της. Μετά απ’ αυτούς έγινε αυτοκράτορας ο Νικηφόρος (802-811 μ.Χ.), ο καλούμενος «από Γενικού», έπειτα ο Σταυράκιος ο γιος του (811 μ.Χ.) και κατόπιν ο Μιχαήλ Ραγκαβές (811-813 μ.Χ.). Αυτοί δεν ήταν εικονομάχοι. Σέβονταν τις άγιες εικόνες. Το Μιχαήλ όμως τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο θηριώνυμος και θηριώδης Λέων ο Αρμένιος (813-820 μ.Χ.) Αυτός δυστυχώς ξεγελάστηκε με δόλο από κάποιο δυσσεβή έγκλειστο μοναχό. Έτσι ξεκίνησε η δεύτερη εικονομαχία, με αποτέλεσμα να βρεθεί και πάλι η εκκλησία του Χριστού χωρίς το κόσμημά της, γιατί με μανία πετούσαν και κατέστρεφαν τις ιερές εικόνες. Εκείνον τον διαδέχθηκε ο Μιχαήλ ο Αμοραίος (820-829 μ.Χ.), κι αυτόν ο πιο φοβερός πολέμιος των εικόνων, ο Θεόφιλος. Τούτος ξεπέρασε όλους τους προηγούμενους και πολέμησε με λύσσα πραγματική εναντίον των εικόνων. Αυτός, λοιπόν, ο Θεόφιλος πολλούς από τους αγίους Πατέρες τους βασάνισε με μύρια βασανιστήρια και τιμωρίες, επειδή σέβονταν τις σεπτές εικόνες. Ωστόσο σαν βασιλιάς φρόντισε πολύ να υπάρχει δικαιοσύνη ανάμεσα στο λαό. Λέγεται, μάλιστα, ότι κάποτε έβαλε ανθρώπους να ρωτήσουνε μέσα στην πόλη αν υπάρχει κανείς, ο οποίος να αδικείται από κάποιο συνάνθρωπό του. Και κράτησε η έρευνα αυτή για πολλές ημέρες, αλλά δε βρέθηκε κανένας.
Αυτός, λοιπόν, κυβέρνησε δώδεκα χρόνια. Κάποτε όμως αρρώστησε από δυσεντερία και κινδύνευε να πεθάνει. Μάλιστα το στόμα του άνοιξε τόσο πολύ, ώστε φαίνονταν τα σπλάχνα του! Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα βρισκόταν κοντά του περίλυπη για την δεινή θέση του συζύγου της. Σ’ αυτή την κατάσταση την πήρε για λίγο ο ύπνος. Τότε είδε σε όνειρο την άχραντο Θεοτόκο να κρατάει ως βρέφος στην αγκαλιά της τον προαιώνιο Θεό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και να περιστοιχίζεται από λαμπροφορεμένους αγγέλους, ενώ τον άνδρα της Θεόφιλο τον έδερναν και τον ονείδιζαν οι άγγελοι. Έφυγε όμως ο ύπνος από τα βλέφαρά της κι ο Θεόφιλος σε λίγο ανάσανε και φώναξε: «Αλίμονο σε μένα τον άθλιο! Για τις άγιες εικόνες βασανίζομαι». Αμέσως η βασίλισσα έβαλε πάνω του μια εικόνα της Θεοτόκου κι άρχισε να προσεύχεται σ’ αυτήν με δάκρυα για τον άνδρα της. Ο Θεόφιλος, παρ’ όλο που βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση, όταν είδε κάποιον από τους παρισταμένους να έχει πάνω του κρεμασμένη μια μικρή εικόνα (εγκόλπιο), την άρπαξε και την καταφιλούσε. Κι αμέσως εκείνο το στόμα που είχε φρυάξει κατά των αγίων εικόνων, κι εκείνος ο λάρυγγας που είχε ανοίξει τόσο αναίσχυντα, επανήλθαν στη φυσική τους κατάσταση. Σε λίγο μάλιστα ο άρρωστος ηρέμησε από τη βασανιστική κατάσταση, στην οποία ζούσε, και κοιμήθηκε. Ομολόγησε κατόπιν ότι είναι πράγμα καλό και άγιο να σεβόμαστε και να τιμούμε τις ιερές εικόνες. Τότε η βασίλισσα έβγαλε από κιβώτιά της, όπου είχε κρυμμένες, τις σεπτές και άγιες εικόνες κι έκανε τον άνδρα της Θεόφιλο να τις τιμά με την καρδιά του και να τις σέβεται.
Σε λίγο καιρό όμως ο Θεόφιλος πέθανε. Τότε η Θεοδώρα με βασιλικό πρόσταγμα ελευθέρωσε όλους όσους βρίσκονταν σε φυλακές και σε εξορίες εξ αιτίας των αγίων εικόνων. Ύστερα έδιωξε από τον πατριαρχικό θρόνο τον Ιωάννη τον Ζ΄ (836-846 μ.Χ.), ο οποίος μάλλον θα έπρεπε να λέγεται δαιμονιάρχης[1] και μαντιάρχης παρά Πατριάρχης! Στη θέση του μπήκε ο ομολογητής του Χριστού Μεθόδιος, ο οποίος προηγουμένων είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια για τις ιερές εικόνες, μέχρι που τον έκλεισαν και ζωντανό μέσα στον τάφο!
Και ενώ γίνονταν αυτά στη Βασιλεύουσα, ο μέγας ασκητής Ιωαννίκιος δέχθηκε μια θεϊκή επίσκεψη στο όρος του Ολύμπου της Βιθυνίας, όπου ασκήτευε. Τον επισκέφτηκε ο μέγας ασκητής Αρσαάκιος και του είπε: «Με έστειλε ο Θεός, για να πάμε μαζί στον οσιότατο μοναχό Ησαΐα, που ζει έγκλειστος στη Νικομήδεια. Σκοπός της επισκέψεώς μας είναι να τον ρωτήσουμε, ποια είναι αρεστά στο Θεό και ωφέλιμα για την Εκκλησία Του». Έφθασαν στον οσιότατο Ησαΐα κι εκείνος τους είπε: «Αυτά λέει ο Κύριος “Έφθασε το τέλος εκείνων που πολεμούν την εικόνα μου”. Εσείς να πάτε στη βασίλισσα Θεοδώρα και τον Πατριάρχη Μεθόδιο και να τους πείτε “Καθαιρέστε όλους τους ανίερους κληρικούς (εικονομάχους), και μαζί με τους αγγέλους να μου προσφέρετε θυσία σεβόμενοι τον Τίμιο Σταυρό και την αγία Εικόνα μου”».
Όταν άκουσαν αυτά, πήγαν στην Κωνσταντινούπολη. Βρήκαν τον Πατριάρχη Μεθόδιο κι όλους τους εκλεκτούς του Θεού και τους ανήγγειλαν όσα είπε ο οσιότατος Ησαΐας. Όλοι μαζί τότε επισκέφτηκαν τη βασίλισσα και της είπαν τα πάντα. Τη βρήκαν σύμφωνη σε όλα, γιατί αυτή από μικρό παιδί ήταν φιλόθεη και ευσεβής κι έτσι είχε κατηχηθεί από τους προγόνους της. Αμέσως, λοιπόν, η βασίλισσα έβγαλε την εικόνα της Θεοτόκου, που είχε κρεμασμένη στο λαιμό της και την ασπαζόταν μπροστά σε όλους λέγοντας: «Ο κάθε Χριστιανός πρέπει να προσκυνά τις άγιες εικόνες και να τις ασπάζεται σχετικώς, δηλ. ανάγοντας την τιμή στο πρωτότυπο. Δεν τις προσκυνάμε λατρευτικώς, σαν να είναι θεοί, αλλά σαν εικόνες των αρχετύπων εξ αιτίας του πόθου και της αγάπης μας. Όποιος δεν κάνει έτσι, να είναι αναθεματισμένος». Τα λόγια της βασίλισσας έδωσαν σε όλους απέραντη χαρά. Τότε ζήτησε κι αυτή απ’ τους αγίους του Θεού να κάνουν όλοι δέηση για τον άνδρα της τον Θεόφιλο που είχε πεθάνει. Τότε εκείνοι, παρ’ ότι μέσα τους δεν ήταν σύμφωνοι, βλέποντας τη μεγάλη πίστη της βασίλισσας δέχθηκαν να προσευχηθούν για τον εικονομάχο Θεόφιλο.
Ο Πατριάρχης Μεθόδιος συγκέντρωσε όλο τον κλήρο και το λαό και τους αρχιερείς του Θεού στη Μεγάλη Εκκλησία. Μαζί με το ποίμνιό του ήταν κι αυτό ο ίδιος ο Πατριάρχης. ανάμεσά τους ήταν και οι θαυμάσιοι εκείνοι ασκητές από τον Όλυμπο της Βιθυνίας, δηλαδή ο μέγας Ιωαννίκιος, ο Αρσάκιος και ο Ναυκράτιος. Επίσης ήταν οι μαθητές του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, οι ομολογητές και Γραπτοί,[2] ο Θεόδωρος δηλαδή και ο Θεοφάνης του Μεγάλου Αγρού, επίσης ο Μιχαήλ ο Αγιοπολίτης και Σύγκελλος και πλήθος άλλοι. Όλοι αυτοί έκαναν ολονύχτια προσευχή στο Θεό για το Θεόφιλο και δέηση μετά δακρύων. Κι αυτό όχι μόνο μία μέρα και δύο, αλλά όλη την πρώτη εβδομάδα των νηστειών. Το ίδιο έκανε και η βασίλισσα μαζί με άλλες γυναίκες και τον υπόλοιπο λαό.
Ενώ συνέβαιναν αυτά και ξημέρωνε το πρωί της Παρασκευής, η βασίλισσα Θεοδώρα αποκοιμήθηκε για λίγο. Στον ύπνο της της φάνηκε ότι βρέθηκε κοντά στον κίονα του Σταυρού και περνούσαν από εκεί κάποιοι με πολλή φασαρία, κρατώντας διάφορα εργαλεία από αυτά που κάνουν βασανιστήρια. Ανάμεσά τους είχαν δεμένον πισθάγκωνα και το βασιλιά Θεόφιλο. Η βασίλισσα τον αναγνώρισε και τους ακολούθησε. Όταν έφθασαν στη Χαλκή Πύλη, είδε έναν άνθρωπο με όψη υπερφυσική, που καθόταν μπροστά στην εικόνα του Χριστού. Απέναντι από τον άνθρωπο αυτό έστησαν το βασιλιά Θεόφιλο. Η βασίλισσα έσκυψε κι έπιασε τα πόδια του και τον παρακαλούσε για τον άνδρα της το Θεόφιλο. Εκείνος, όταν άνοιξε το στόμα του, είπε προς αυτήν: «Πολύ μεγάλη είναι η πίστη σου γυναίκα! Να ξέρεις, λοιπόν, ότι εξ αιτίας των δακρύων σου και εξ αιτίας της πίστεώς σου κι ακόμη εξ αιτίας των προσευχών σου και των δεήσεων των δούλων μου και των ιερέων μου, δίνω τη συγχώρηση στον άνδρα σου Θεόφιλο». Έπειτα απευθυνόμενος σ’ εκείνους που τον είχαν φέρει, είπε: «Λύστε τον και δώστε τον στη γυναίκα του». Κι η βασίλισσα τον πήρε κι έφυγε με χαρά και αγαλλίαση. Και τότε αμέσως ξύπνησε. Αυτά είδε η βασίλισσα Θεοδώρα.
Ο Πατριάρχης Μεθόδιος πάλι, ενώ γινόταν οι προσευχές και οι δεήσεις για το Θεόφιλο, πήρε ένα άγραφο χαρτί κι έγραψε πάνω σ’ αυτό τα ονόματα όλων των αιρετικών βασιλέων. Τελευταίο έγραψε και το όνομα του Θεόφιλου. Κατά την Παρασκευή βλέπει κι αυτός έναν άγγελο φοβερό να μπαίνει στο Μεγάλο Ναό. Τον πλησίασε, όπως λένε, και του είπε: «Εισακούσθηκε, Επίσκοπε, η προσευχή σου, και πήρε συγχώρηση ο βασιλιάς Θεόφιλος. Μην ξαναενοχλήσεις, λοιπόν, γι’ αυτόν το Θεό από εδώ και πέρα». Ο Πατριάρχης τότε θέλησε να διαπιστώσει αν είναι αληθινό το όραμα. Κατέβηκε, λοιπόν, από το θρόνο του και πήγε στην Αγία Τράπεζα. Παίρνει το χαρτί, το ξεδιπλώνει και -ω, Κύριε, πόσο ανεξερεύνητες είναι οι κρίσεις σου!- βρήκε σβησμένο τελείως το όνομα του Θεόφιλου.
Όταν η βασίλισσα έμαθε το γεγονός αυτό, αισθάνθηκε χαρά απερίγραπτη. Ζήτησε από τον Πατριάρχη να συγκεντρώσει όλο το λαό με τιμίους Σταυρούς και με άγιες Εικόνες στη Μεγάλη Εκκλησία, για να αποδοθεί και πάλι στην Εκκλησία ο στολισμός που της ταιριάζει, (οι άγιες Εικόνες), και να γίνει γνωστό σε όλους το νέο και παράδοξο αυτό γεγονός.
Όλοι συγκεντρώθηκαν στην Εκκλησία με κεριά και λαμπάδες. Ήρθε και η βασίλισσα με το γιο της. Τότε ξεκίνησαν από εκεί λιτανεία με τις άγιες Εικόνες, με τους τιμίους Σταυρούς και με το άγιο Ευαγγέλιο κι έφθασαν μέχρι την περιοχή που λέγεται «Μίλιον» ψάλλοντας το «Κύριε Ἐλέησον». Έπειτα επέστρεψαν πάλι στην Εκκλησία κι έκαναν τη Θεία Λειτουργία. Πρωτύτερα όμως όλοι οι άγιοι εκείνοι άνδρες αναστήλωσαν κι έβαλαν στη θέση τους τις ιερές εικόνες. Τότε ανακηρύχθηκαν και αξιώθηκαν αιωνίας μνήμης όλοι όσοι υπήρξαν ευσεβείς και υπέρμαχοι των θείων εικόνων. Αντίθετα οι εικονομάχοι, όλοι δηλαδή όσοι δε δέχθηκαν την τιμητική προσκύνηση των αγίων εικόνων, αποκηρύχθηκαν και παραδόθηκαν στο ανάθεμα.
Από τότε οι άγιοι αυτοί και ομολογητές της πίστεως όρισαν να γίνεται κάθε χρόνο η εορτή και πανήγυρη αυτή, για να μην τύχει ποτέ να ξαναπέσουμε σ’ αυτή τη δυσσέβεια.
Ἡ ἀπαράλλακτος εἰκὼν τοῦ Πατρός, πρεσβείαις τῶν ἁγίων σου Ὁμολογητῶν, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.



[1] ΣτΜ: Επειδή ασχολούνταν με μαγικές τέχνες είχε το παρατσούκλι Ιαννίς, όπως ο μάγος του Φαραώ.
[2] Ελέγοντο Γραπτοί, γιατί ο τύραννος για να τους κάνει να αρνηθούν την τιμή των αγίων εικόνων, τους έγραψε στο μέτωπο με πυρωμένο σίδερο.
Ιερομ. Ιερώνυμος Δελημάρης, Τί γιορτάζουμε από το Τριώδιο έως την Πεντηκοστή; Τα συναξάρια του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου σε απλή γλώσσα, 1η έκδ. Αδελφότης Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, Ναύπακτος, 2001.

Δευτέρα, Μαρτίου 07, 2022

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΩΣ ΜΕΣΟ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 



 
Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΩΣ ΜΕΣΟ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Μπορούμε ακόμη «μετά πάσης νηστείας» (σ.σ. "να ζητήσουμε την χάρη και την δύναμη του Θεού"). Θυμάστε που λέγει ότι «τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ».

Υπάρχει μία ερμηνεία του χωρίου αυτού εξ αφορμής του γεγονότος το οποίο επροκάλεσε αυτήν την φράσι και το παράπονο του Κυρίου και την επίκλησι. Μία ερμηνεία που λέγει ότι σημαίνει το εξής: αυτό το γένος των δαιμόνων δεν βγαίνει από την ψυχή του ανθρώπου και δεν απομακρύνεται από αυτόν και δεν παύει ενεργούν παρά μόνον όταν αυτός ο άνθρωπος είναι ο αεί προσευχόμενος και νηστεύων.

Υπάρχει όμως και μία άλλη ερμηνεία, που είναι ουσιαστικώτερη και βαθύτερη. «Τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ». Τίι σημαίνει εκπορεύομαι; Φθάνω στο τέρμα μου, φθάνω στον σκοπό μου. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να φθάση εις τον Θεόν, ο άνθρωπος, αφού εβγήκε από τον Θεόν, δεν μπορεί να φθάση εκεί που πρέπει, εκεί απ’ όπου εξεπορεύθη, εκεί απ’ όπου εξεκίνησε, δεν μπορεί δηλαδή ο άνθρωπος να φθάση εις την αφετηρία του. «Τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται», δεν βγαίνει για να φθάση εις την αφετηρία του παρά μόνον δια προσευχής και νηστείας. Δηλαδή, ο Θεός ανακαλύπτεται τοις προσευχομένοις, τοις δεομένοις και τοις νηστεύουσιν.

Η νηστεία είναι ένα ορατό σημάδι που μας ξεχωρίζει απ' όλα τα ερίφια. Η παραμικρή άμβλυνσις της συνειδήσεως εις το θέμα της νηστείας δημιουργεί μίαν τρομερή χαλαρότητα εις τον οργανισμό, ψυχικό και σωματικό, που δεν αφήνει ποτέ τον Θεόν να μιλήση μέσα σ’ αυτήν την καρδιά που δεν νηστεύει.

Η νηστεία εξαϋλώνει. Η νηστεία αποδιώκει τον δαίμονα. Η νηστεία ελκύει τους αγγέλους. Η νηστεία είναι ο ωραϊσμός, είναι ο καλλωπισμός του ανθρώπου εις το πρόσωπο, εις την ψυχή του και εις τον όλον του οργανισμό, για να μπορή ο Θεός να ευαρεστήται εις αυτόν και να κατοική εν αυτώ.

Όμως η νηστεία απαιτεί μίαν ολοσχερή προσοχή. Και έτσι, από την νηστεία φθάνομε σε κάτι άλλο· φθάνομε εις την προσκαρτερία, φθάνομε εις την εγκαρτερία, φθάνομε εις το να στέκωμαι δηλαδή διαρκώς καρτερών· φθάνομε εις το να μην κάνω τίποτε άλλο παρά με υπομονή, με θλίψι τοιαύτην εκούσια, με άδειο το στομάχι, με άδειο τον νου, με άδεια την καρδιά - για να γεμίσουν από τον Θεόν-, να περιμένω τον Θεόν, να αποκαραδοκώ τον Θεόν.

«Προσκαρτεροῦντες τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου» ήσαν οι πρώτοι πιστοί. Και εις το ένα και εις το άλλο δεν ζητούσαν παρά μόνον τον Χριστόν. Επομένως, κάτι τέτοιο γίνεται και εις τον άνθρωπο, και μόνον τότε μπορεί να νηστεύη και να προσεύχεται. Το βλέμμα μου πλέον συνηθίζει να ψάχνη μόνον αυτόν· ζω γι' αυτόν.

Και τότε αποδεικνύω ότι έχει ο Θεός την πρόσκλησί μου να μπη μέσα στήν καρδιά μου και να μου δώση αυτό που θέλω.

Τότε, όταν χρησιμοποιήσω πάσαν προσευχή, πάσαν δέησι, πάσαν τελεία νηστεία, πάσαν προσκαρτερία, τότε - επαναλαμβάνω - μπορώ να ζητήσω την χάρι. Αλλά αυτή η χάρις με τα βήματα δια των οποίων μας οδηγεί εις τον Θεόν, επιτυγχάνει την είσοδό μας εις τα άγια των αγίων δια της πίστεως, η οποία είναι τόσο αναγκαία.


από ιστολόγιο ΜΙΚΡΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟ