ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βαΐων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βαΐων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Απριλίου 16, 2022

Kυριακή των Βαΐων: Ομιλία εις τα Βάια


αγίου Επιφανίου Κύπρου

Χαῖρε μέ ἀσυγκράτητη χαρά, θυγατέρα τῆς Σιών. Ἀπόλαυσε βαθιά χαρά καί ἀναγάλλιασε, ὁλόκληρη τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία. Ἔρχεται πάλι σέ σένα ὁ Βασιλιάς. Ὁ νυμφίος σου ἔρχεται καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἄς βγοῦμε νά Τόν προϋπαντήσουμε. Ἄς βιαστοῦμε νά δοῦμε τή δόξα Του. Ἄς προλάβωμε νά τιμήσωμε τόν ἐρχομό Του μέ χαρά. Ἄλλη μιά φορά σωτηρία στόν κόσμο, πάλι ὁ Θεός ἔρχεται γιά νά σταυρωθῆ.
Ὁ Βασιλιάς τῆς Σιών, ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν, ξαναέρχεται σ᾽ αὐτήν καί χαρίζει πάλι τή σωτηρία στόν κόσμο. Τό φῶς ἄλλη μιά φορά μᾶς ἐπισκέπτεται καί ἡ πλάνη διαλύεται, ἡ ἀλήθεια λουλουδίζει, χορεύει ἡ Ἐκκλησία καί χηρεύει ἡ Συναγωγή. Πάλι ντροπιάζονται οἱ δαίμονες, σκορπίζει ἡ κατάρα, καί πάλι ταράζονται οἱ Ἑβραῖοι, συντρίβεται ὁ δράκοντας, χαίρονται τά Ἔθνη καί ἡ Σιών στολίζεται.
Ἔρχεται ὁ Χριστός καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἀναγαλλιάστε οὐρανοί. Ὑμνῆστε Ἄγγελοι. Εὐφρανθῆτε τά βουνά. Σκιρτῆστε λόφοι. Παφλάστε ποταμοί. Ὁ λαός τῆς Σιών χορέψετε, οἱ Ἐκκλησίες χαρῆτε. Ψάλλετε Ἱερεῖς, προφῆτες ἐλᾶτε πρῶτοι, εὐαγγελιστῆτε μαθηταί, ὑποδεχθῆτε λαοί. Τρέξτε μαζί καί οἱ γέροντες, χορέψετε μητέρες καί τά νήπια τραγουδῆστε. Φωνάξτε νέοι, οἱ φυλές μαζευτῆτε.
Κάθε πλάσμα, κάθε ὕπαρξη, κάθε τάξη, κάθε τι πού ἀναπνέει, ὅλη ἡ γῆ, κάθε ἀξίωμα, ὅλες οἱ ἡλικίες, ὅλες οἱ ἀρχές τῶν ἐθνῶν, ὅλες οἱ βασιλεῖες, ἄς ὑποδεχθοῦν βασιλικά τό βασιλιά τῶν βασιλέων, δεσποτικά τῶν δεσποτῶν τό Δεσπότη. Ἄς προσκυνήσωμε, ἄς τραγουδήσωμε θεϊκά τραγούδια στό Θεό τῶν Θεῶν, στόν αἰώνιο νυμφίο θεϊκούς νυφιάτικους χορούς, ἄς χορέψωμε. Χαρούμενοι ἄς ἀνάψωμε τίς χαρωπές λαμπάδες μας, τούς χιτῶνες τῶν ψυχῶν μας, ὅπως ταιριάζει γιά νά τιμήσουμε τόν Θεό, ἄς ἀλλάξωμε. Ἄς ἑτοιμάσωμε ὄμορφα τούς δρόμους τῆς ζωῆς, τά βαΐα τῆς νίκης ἄς κρατήσωμε γιά τό νικητή τοῦ θανάτου. Καί ἄς σείσωμε τούς βλαστούς τῆς ἐλιᾶς στό βλαστό τῆς Μαρίας. Ἀγγελικά ἄς ὑμνήσουμε τό Θεό τῶν Ἀγγέλων. Ἄς κραυγάσωμε μαζί μέ τά παιδιά, ὅπως πρέπει στό Θεό. Μαζί μέ τό πλῆθος καί ἐμεῖς τήν κραυγή τοῦ πλήθους ἄς ποῦμε: «Ὡσαννά, στόν οὐρανό. Εὐλογημένος αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Θεοῦ».
 Ὁ Θεός καί ὁ Κύριος φάνηκε σάν φῶς, ἔλαμψε σ᾽ ἐμᾶς πού καθόμασταν στό σκότος καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Ἐφάνηκε ἡ ἐπανόρθωση γιά ὅσους ἔπεσαν, φάνηκε ἡ σωτηρία τῶν αἰχμαλώτων, φάνηκε ἡ ἀνάβλεψη τῶν τυφλῶν, φάνηκε ἡ παρηγορία γιά ὅσους πενθοῦν, φάνηκε ἡ ἀνάπαυση ὅσων κοπιάζουν. Φάνηκε τῶν διψασμένων τό ξεδίψασμα. Φάνηκε ἡ δικαίωση τῶν ἀδικημένων. Φάνηκε τῶν ἀπελπισμένων ἡ λύτρωση. Φάνηκε ἡ ἕνωση τῶν χωρισμένων. Φάνηκε ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν. Φάνηκε ἡ γαλήνη ὅσων εἶχαν βρεθῆ σέ τρικυμία.
Γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς μαζί μέ τό πλῆθος ἄς φωνάξωμε σήμερα στό Χριστό:«Ὡσαννά», πού θά πεῖ «Σῶσε μας ὁ οὐράνιος Θεός». Ὤ καινούργια πράγματα, θαύματα ἀνέλπιστα! Χτές ὁ Χριστός ἀνέστησε τό Λάζαρο, σήμερα ὁ Ἴδιος βαδίζει πρός τό θάνατο. Σέ ἄλλον χτές, σάν Ζωή, τή ζωή ἐχάρισε καί σήμερα ὁ ζωοδότης ἔρχεται στό θάνατο. Χτές ἔλυσε τά σάβανα τοῦ Λαζάρου, σήμερα ἔρχεται νά τυλιχτῆ στά σάβανα ὁ Ἴδιος, θεληματικά. Χτές ἀπό τό σκοτάδι ἔβγαλε τόν ἄνθρωπο.
Σήμερα γιά τόν ἄνθρωπο ἔρχεται νά μπῆ στά σκότη καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Χτές, ἕξι μέρες πρίν ἀπό τό Πάσχα, ζωντανό καί μέ τίς πέντε αἰσθήσεις, τόν τετραήμερο ὁ Τριήμερος, στίς δυό ἀδελφές τόν ἕνα ἀδελφό τους χαρίζει. Καί σήμερα βαδίζει στό Σταυρό. Στή Μαρία τόν τετραήμερο νεκρό χαρίζει, ἐνῶ στήν Ἐκκλησία τριήμερο χαρίζει τόν Ἑαυτό Του ὁ Χριστός. Ἐκεῖ μόνο ἡ Βηθανία θαυμάζει. Ἐδῶ ἑορτάζει ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Ἑορτάζει τήν ἑορτή τῶν ἑορτῶν, ἔχοντας στό μέσο τό βασιλιά τῶν ἀΰλων Δυνάμεων, ὡς Νυμφίο μαζί καί Βασιλιά. Ἑορτάζει ἑορτή, σάν ἐλιά κατάκαρπη στόν κῆπο τοῦ Θεοῦ, πού πυκνόφυλλη πάντα σκιάζει. Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία ἑορτή, καί εἶναι σάν κρίνο ἀνοιξιάτικο, ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό ἀληθινό κρίνο, τό θαλερό, πού δέν κρίνει ἀλλά σώζει τόν κόσμο. Ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό γιατρευτικό βότανο, πού γιατρεύει ἀληθινά τά πάθη τῶν ἀρρώστων.
Ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό ἀμπέλι πού λέει: «Ἐγώ εἶμαι τό ἀμπέλι τό ἀληθινό.» Ὅπου ὁ ἐλαιώνας ὁ Ὁποῖος ἀληθινά ἐλεεῖ ὅσους ἐλπίζουν σ᾽ Αὐτόν. Ἐκεῖ εἶναι ὅπου ἐβλάστησε ὁ κλάδος ὁ προαιώνιος ἀπό τή ρίζα τοῦ Ἰεσσαί, χωρίς νά καλλιεργήση καί νά σκάψη ὁ γεωργός. Ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ἡ ἀέναη πηγή. Ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει Φυσών καί Γεών, Τίγρις καί Εὐφράτης, ἀλλά Ματθαῖος, Μᾶρκος, Λουκᾶς καί Ἰωάννης, πού ποτίζουν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τό περιβόλι. Ἐκεῖ ὅπου ὅλη σήμερα ἡ νεολαία, καθώς ἐλαία κατάκαρπη γεμάτη ἀπό ἐλιές, τόν ἐλεήμονα Χριστό παρακαλοῦμε. Φυτεμένοι στό κτῆμα τοῦ Χριστοῦ, ἀνοιξιάτικα μέσα στόν κῆπο Του ἀνθισμένοι, ἑορτάζομε τήν ἑορτή μας, βλέποντας ὅτι ἔχει ὑποχωρήσει ἡ χειμωνιά τοῦ Νόμου. Γιόρταζε, Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι τυπικά καί σωματικά, ἀλλά χορεύοντας χορό πνευματικό. Γιόρταζε τή γιορτή σου, βλέποντας τήν πτώση τῶν εἰδώλων καί ζώντας τή δική σου ἀνάσταση.
Προσθέτω τή φωνή μου στήν ἱερή καί ἰσχυρή φωνή τοῦ Παύλου: «Πέρασαν τά παλιά• ὅλα ἰδού, ἔχουν γίνει καινούργια». Ἀλλά καί ἀνέλπιστα. Γι᾽ αὐτό χαρῆτε, χαρῆτε, νεολαία τοῦ Χριστοῦ. Εἶστε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γιόρταζε, ἡ Ἐκκλησία, ἡ κόρη τοῦ Θεοῦ καί ἀγαλλίασε. Δική σου εἶναι ἀκέραια ἡ δόξα, γνήσια κόρη τοῦ βασιλιᾶ Χριστοῦ. Καί δέν εἶσαι ἡ χήρα κάποιου ἀλλά τοῦ Θεοῦ ἡ σύζυγος, πού ἀνθίζεις, ὄχι στ᾽ ἀριστερά τοῦ Θεοῦ γιά τούς εἰδωλολάτρες, ἀλλά στά δεξιά.
Εἶσαι τό λουλούδι τῆς θεογνωσίας. Δέν σέ μολύνει αἷμα δουλικό, ἀλλά τοῦ Θεοῦ τό Αἷμα σέ σφραγίζει. Δέν λατρεύεις τόν Ὠβήλ ἀλλά τόν Ἐμμανουήλ. Δέν ἀνυμνεῖς τήν Τρωάδα ἀλλά τήν Τριάδα. Δέν τιμᾶς τόν Πλάτωνα παρά τόν Παντοκράτορα Θεό μας. Δέν τιμᾶς τόν ἀλεξίκακο Ἡρακλῆ, ἀλλά τόν Παράκλητο, τόν ποιητή τῶν ὅλων. Δέν προσκυνεῖς τόν Ἀριστοτέλη πού σ᾽ ἔκαμε σοφό, ἀλλά τόν Θεό πού σ᾽ ἔσωσε γιά ὅλους τούς αἰῶνες. Ἔπεσε ὁ Κρόνος γιατί προσέλαβε σάρκα ὁ Θεός Λόγος. Δέν γεννήθηκε μέ συνέργεια ἀνδρός ἀλλά γεννήθηκε μέ δύναμη Θεοῦ ἀπό τή Μαρία. Προσέξετε τή χάρη τῆς ἡμέρας. Δῆτε τή λαμπρότητα τῆς ἑορτῆς. Χαῖρε λοιπόν καί ἀγαλλίασε, τῆς Σιών κόρη. Γέμισε εὐφροσύνη καί ἀναγάλλιασε ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
 Γύρισε γύρω τά μάτια σου καί κοίταξε μαζεμένα τώρα, τά σκορπισμένα πρῶτα στά ἔθνη παιδιά σου. Δές τῆς γιορτῆς τήν εὐλάβεια. Δές τοῦ λαοῦ τούς σύμφωνους ὕμνους. Δές ὅλες τίς γλῶσσες ἑνωμένες, ὅλα τά στόματα σάν νά ᾽ναι ἕνα νά ἀναπέμπουν δοξολογικά τόν ἴδιο ὕμνο. Δές τά πρόβατα πού πρῶτα εἶχαν ξεγλιστρίσει ἔξω ἀπό τήν πόρτα σου νά εἶναι τώρα στήν ἀγκαλιά σου. Ἄκουσε τῶν ἐθνῶν τήν ἐπιφήμιση, πού εἶναι τῶν ἀσωμάτων Ἀγγέλων ἡ μίμηση. Πρόσεξε τήν ἁρμονία τῶν ἀγγελικῶν χορῶν. Πρόσεξε ἀνθρώπων πλῆθος πού μοιάζει μέ παρατάξεις Ἀγγέλων. Θεώρησε τούς ψαλμούς σάν ὕμνους Ἀγγέλων καί τά παιδιά σάν ἄκακα ἀρνάκια πού ψάλλουν στό Χριστό καί λένε: «Ὡσαννά στόν οὐράνιο Θεό. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται.» Μαζί τους χτύπησε χαρούμενα καί πανηγυρικά καί τό χέρι σου καί φώναξε μέ καθαρή καί λιονταρήσια φωνή λόγους ἑόρτιους καί εὐχαριστήριους. Ἰδού ἐγώ καί τά παιδιά πού μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, σ᾽ ἐμένα πού ἤμουν κάποτε ἄτεκνη καί ἀσήμαντη στεῖρα. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἦρθε, ἀλλά καί πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Θεός μας καί Κύριος εἶναι καί φάνηκε γιά μᾶς Αὐτός πού ἔρχεται καί πού ὁ κόσμος ὁλόκληρος δέν μπορεῖ νά Τόν περικλείσει.
Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται χωρίς νά ἀπομακρύνεται ἀπό τόν οὐρανό. Εὐλογημένος ἄς εἶναι Αὐτός πού ἔρχεται ὡς ἄνθρωπος, καί πού θά ἔρθει πάλι ὡς Θεός. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἦρθε σ᾽ ἐμένα συμβολικά καβαλλικεύοντας σέ γαϊδουράκι σάν νά ᾽ταν πάνω σέ Χερουβίμ. Ἄκουσε τί μᾶς λέει ὁ ἱεροκήρυκας Εὐαγγελιστής τῆς ἑορτῆς. Ὅταν πλησίαζε ὁ Κύριος στή Βηθφαγή καί στή Βηθανία, κοντά στό βουνό πού λέγεται τῶν Ἐλαιῶν, ἔστειλε δύο ἀπό τούς μαθητάς Του παραγγέλλοντάς τους: «Πηγαίνετε στό ἀπέναντι χωριό καί καθώς μπαίνετε θά βρῆτε γαϊδουράκι δεμένο. Λύστε το καί φέρτε το ἐδῶ.» Ἔκαμαν οἱ Μαθηταί ὅπως τούς παράγγειλε ὁ Ἰησοῦς. Ἔστρωσαν τά ροῦχα τους στό γαϊδουράκι καί καβαλλίκεψε ὁ Ἰησοῦς. Καί ὅταν ἔφτασε στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, ὁ κόσμος πού εἶχε συναχτῆ γιά τήν ἑορτή, πῆραν κλαδιά φοινίκων καί βγῆκαν νά ὑποδεχθοῦν τόν Ἰησοῦ. Καί ὅσοι πήγαιναν μπροστά καί ὅσοι ἀκολουθοῦσαν φώναζαν: «Ὡσαννά στό γιό τοῦ Δαυΐδ, εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Κυρίου.»
 Αὐτή εἶναι ἡ Δεσποτική παρουσία στήν παροῦσα ἑορτή μας. Αὐτή εἶναι ἡ παλαιά καί ἡ νέα παραμονή στήν Σιών τοῦ Βασιλέως τῶν Βασιλέων. Αὐτή εἶναι ἡ πανηγυρική καί πάνδημη ἔλευση τῆς σημερινῆς ἡμέρας τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ὅλων. Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, τώρα, ὅλο τό πλῆθος πού ἤρθαμε στήν ἑορτή, ἄς βγοῦμε νά Τόν ὑποδεχτοῦμε, ὁρατοί καί ἀόρατοι ἑορτασταί, οἱ προφῆτες πού προηγοῦνται χρονικά, καί οἱ διδάσκαλοι καί ὅσοι ἀκολουθοῦν τό γαϊδουράκι, ὅλοι ὅσους δένει ἀναμεταξύ τους ἡ πίστη στό Θεό.
Σήμερα τά οὐράνια μέ τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια μαζί ἄς ψάλλουν. Κάθε στόμα καί πνεῦμα ἄς ἀνοίξη γιά τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τά Χερουβίμ βροντοφωνῆστε: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος ὁ Τρισάγιος, Σαβαώθ• ἀπό τή δόξα Του γεμᾶτος ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ.» Σεραφείμ, ὑμνῆστε, προφῆτες, κηρύξετε. Ἄς λέη ὁ ἄλλος:«Χαῖρε, Κόρη τῆς Σιών, διαλάλησε, Κόρη τῆς Ἱερουσαλήμ.» Καί ὁ ἄλλος ἄς κραυγάση ἀτενίζοντας τό βασιλέα Χριστό: «Ἰδού τό ἀρνί τοῦ Θεοῦ, πού σηκώνει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου.» Κι ἄλλος ἄς διαλαλήση γιά τόν Ἴδιο τόν Κύριο: «Αὐτός εἶναι ὁ Θεός μας• δέν θά σταθῆ ἄλλος κοντά Του.» Καί κάποιος ἄλλος ἄς προσθέση: « Ἰδού ὁ ἄνθρωπος μαζί καί Θεός, Ἀνατολή εἶναι τό ὄνομά Του.» Καί ὁ Δαυΐδ ἀτενίζοντας τό Χριστό πού προῆλθε ἀπό τή γενιά του, ἄς ψάλλη: « Εἶναι Θεός καί Κύριός μας καί παρουσιάστηκε γιά μᾶς.» Κάποιος ἄλλος τό γόνυ κλίνοντας ἄς πῆ στό Χριστό: «Ὁλόκληρη ἡ γῆ ἄς σέ προσκυνήση.» Καί ἄλλος ἄς προτρέψη τούς λαούς: «Συγκροτῆστε γιορτή στόν ἴσκιο ὡς τίς ἄκρες τοῦ θυσιαστηρίου.»
Ἔτσι γινόταν παλαιά ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου μας μέ τό πουλάρι στή Σιών. Πάνδημη ὁμόνοια, οἱ χοροί τῶν Πατέρων, τῶν δικαίων ὁ λαός, τά πνεύματα τῶν προφητῶν, τά παιδιά τῶν Ἑβραίων, τά νήπια τῶν μητέρων, τά πλήθη τῶν Ἀγγέλων. Ἄλλοι ἅπλωναν τίς φτεροῦγες τους, ἄλλοι κρατοῦσαν τά βάγια κι ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν. Τοῦτοι ἔκοβαν κλαδιά, ἐκεῖνοι ἔπλεκαν στεφάνια, αὐτοί ἔλυναν τό γαϊδουράκι, ἄλλοι ἔστρωναν τά ροῦχα τους, ἄλλοι ἄνοιγαν τίς πύλες κι ἄλλοι καθάριζαν τού δρόμους. Αὐτοί ἑτοίμαζαν τό γαϊδουράκι κι ἐκεῖνοι διαλαλοῦσαν τή νίκη, ἄλλοι κουνοῦσαν τά κλαδιά κι ἄλλοι ἔλεγαν στά νήπια: «Ὑμνῆστε, παιδιά, τό Κύριο». Τά παιδιά ἀποκρίνονταν: «Ὡσαννά, εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου.» Ὤ καινούργια πράγματα κι ἀνέλπιστα θαύματα τῆς ἑορτῆς. Τά παιδιά σάν θεολόγοι χαρακτηρίζουν ὡς Θεό τό Χριστό καί οἱ ἱερεῖς τόν ὑβρίζουν. Τόν προσκυνοῦν παιδιά πού θηλάζουν, καί δείχνουν ἀσέβεια οἱ διδάσκαλοι. Τά παιδιά τραγουδοῦν «Ὡσαννά» καί οἱ Ἑβραῖοι κραυγάζουν νά σταυρωθῆ. Αὐτά ἔρχονται μέ τά βάγια στό Χριστό κι ἐκεῖνοι Τόν ζυγώνουν μέ μαχαίρια. Αὐτά κόβουν κλαδιά κι ἐκεῖνοι ἑτοιμάζουν τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ. Τά παιδιά στρώνουν τά ροῦχα τους στό Χριστό καί οἱ ἱερεῖς σκίζουν τά ροῦχα τοῦ Χριστοῦ.
Τά παιδιά ἀνεβάζουν τό Χριστό στό γαϊδουράκι κι οἱ γέροντες ἀνεβάζουν τό Χριστό στό Σταυρό. Τά παιδιά προσκύνησαν τά πόδια τοῦ Χριστοῦ κι ἐκεῖνοι κάρφωσαν μέ τά καρφιά τά πόδια τοῦ Χριστοῦ.Τά παιδιά Τοῦ ἀφιερώνουν τόν ὕμνο κι αὐτοί Τοῦ προσφέρουν τό ξίδι. Τά παιδιά τήν τιμή καί τή χολή ἐκεῖνοι. Τά παιδιά κουνοῦν τά βάγια κι αὐτοί μέ τή ρομφαία Τόν τρυποῦν. Τά παιδιά ὑμνοῦν τό Χριστό πάνω στό πουλάρι κι αὐτοί Τόν ἀναβάτη τοῦ πουλαριοῦ πουλοῦν. «Τό βόδι κατάλαβε τόν Κύριό του, ὅταν πλησίασε στή φάτνη Του κι οἱ λαοί ἀναγνώρισαν τόν κατακτητή τους. Ὁ Ἰσραήλ μόνο δέν ἀναγνώρισε τό Χριστό τό Θεό του.»
Οἱ ἄγριες κάποτε φυλές, θεοφίλητες ἔγιναν, οἱ ἄνομοι ἔννομοι καί οἱ ἔννομοι παράνομοι. Ἄς εἶναι. Δέν ντράπηκες τούς προφῆτες, σκότωσες τούς ἱερεῖς, διέστρεψες τίς Γραφές, κατέλυσες τό Νόμο, καταπριόνισες τούς δικαίους, ἀψήφησες τό Μωυσῆ, κατέσφαξες τούς γιούς, ἐβεβήλωσες τό Ναό, παράτησες τό Θεό, δέν ἐπίστεψες στό Χριστό, ἐξευτέλισες τά θαύματα, δυσπίστησες γιά τό Λάζαρο, δέν ἐπίστεψες στούς τυφλούς πού ξαναβρῆκαν τό φῶς τους. Καλά ὅλα αὐτά. Τί ἔχεις ὅμως νά πῆς γι᾽ αὐτά τά παιδιά; Τί δογματίζεις γιά τόν ὕμνο τῶν νηπίων; Πές μου ποιός τά ἐφώτισε; Ποιός τά ἐδίδαξε; Ἤ ποιός τά παρώτρυνε καί τούς ἔδωσε τή γνώση; Ποιός ξαφνικά στ᾽ ἀμάθητα παιδιά ἔδωσε τό λόγο, ἄν ὄχι ὁ Χριστός ὁ προαιώνιος Λόγος; Τώρα οἱ νέοι καί τά παιδιά καί τά νήπια, πού μέ τό ἕνα χέρι κρατοῦν τό μητρικό μαστό, τόν ἀγγελικό ὕμνο ἀναμέλπουν. Κρατοῦνε τό μαστό μέ τό ἕνα χέρι καί μέ τό ἄλλο κουνοῦνε τά κλαδιά στό Χριστό. Τά παιδιά, ἡ φύση χωρίς νά ἔχη πεῖρα τοῦ λόγου, θεολογοῦν: ἀμέσως τό λόγο τόν προφητικό, τῶν Ἀγγέλων τόν ὕμνο προσφέρουν, σάν δῶρο στό Θεό καί κραυγάζουν : «Ὡσαννά στόν οὐρανό. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα Κυρίου.
 Εἶναι ὁ Θεός καί Κύριός μας κι ἦρθε γιά μᾶς.» Μέσα στό ξέσπασμα τῆς χαρᾶς καί τῆς ἑορτῆς, παίρνοντας θάρρος ἀπευθύνω τίς ἐρωτήσεις μου σ᾽ αὐτά τά ἔνθεα παιδιά. Τί λέτε, παιδιά τοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ ὑμνολόγοι. Πῶς συγχρονίζετε τίς φωνές σας μέ τόν ὕμνο τῶν Χερουβίμ; Καί πῶς, ἐνῶ σάν ἄνθρωπο βλέπετε τό Χριστό στό γαϊδουράκι, κραυγάζετε ὅπως ταιριάζει στό Θεό «Ὡσαννά στόν οὐράνιο»; Ναί, μᾶς λένε τά παιδιά μέ τή θεία γλῶσσα. Στό γαϊδουράκι κάθεται ὁ Χριστός, χωρίς νά ἀπομακρύνεται καθόλου ἀπό τόν πατρικό κόλπο. Στό γαϊδουράκι κάθεται, ἀλλά τό θρόνο τῶν Χερουβίμ δέν ἐγκαταλείπει. Ἀλλά Αὐτός ὁ ἔνσαρκος πού ζεῖ ἀνάμεσα στούς θνητούς, ὁ Ἴδιος συγχρόνως καί στόν οὐρανό ὑπάρχει ἀληθινός Θεός, ὁ Κύριος τῶν πάντων, τοῦ κόσμου, τῶν ἐθνῶν. Εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί ὁ δωρητής.
Εἶναι ὁ δημιουργός καί ὁ ὁδηγός καί ὁ Σωτήρας ὅλων. Αὐτός κάμει τήν εἴσοδό Του στήν κάτω Ἱερουσαλήμ καί δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἀνωτέρω. Αὐτός εἶναι ὁ δημιουργός τῶν αἰώνων. Ἔρχεται ἀπό τήν αἰωνιότητα καί πορεύεται στήν αἰωνιότητα. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος δημιουργός τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτός βαδίζει στή θάλασσα σάν νά εἶναι στή γῆ. Αὐτός τυλίγει τή θάλασσα μέ τήν ὁμίχλη. Αὐτός ἔβαλε κορωνίδα τοῦ κόσμου τόν ἄνθρωπο. Αὐτός ἐρρύθμισε τά ὅρια τῶν θαλασσῶν. Αὐτός ἅπλωσε τή γῆ μετέωρη στό κενό. Αὐτός φρόντισε τήν ὀμορφιά τῶν λουλουδιῶν. Αὐτός ἅπλωσε σάν ροῦχο τόν οὐρανό καί μέ λαμπρά τόν ἐστόλισε ἀστέρια. Αὐτόν τρέμουν τά Χερουβίμ καί τά Σεραφείμ φοβοῦνται. Αὐτόν ὑμνεῖ ὁ ἥλιος καί δοξολογεῖ ἡ σελήνη. Αὐτόν ψάλλουν τά ἄστρα κι ὑπηρετοῦν οἱ πηγές. Αὐτόν φοβοῦνται οἱ ἄβυσσοι, μπροστά Του τά τάρταρα δειλιάζουν.
Σ᾽ Αὐτόν ὑπακούουν τά θηρία τῆς θάλασσας κι οἱ δράκοντες τρέμουν. Αὐτόν ὑπηρετοῦν οἱ βροχές καί τά πνεύματα σέβονται. Αὐτός ἔδωσε στόν καθένα τό φυσικό του, ἐδημιούργησε τά πλάσματα, χώρισε τίς τάξεις. Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός τῶν ὄντων τῆς γῆς καί τοῦ οὐρανοῦ, ὁ Θεός καί Κύριός μας. Σ᾽ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Νηπιάζοντας στην κακία ας δοξάσουμε τον Κύριο


Ο μεν βασιλεύς λοιπόν που ανέστησε τον Λάζαρο εισήλθε τότε στα Ιεροσόλυμα καθήμενος επάνω σε όνο· αμέσως δε όλοι οι λαοί, παιδιά, άνδρες, γέροντες, στρώνοντας τα ενδύματα και παίρνοντας βαΐα από φοίνικες, που είναι σύμβολα νίκης, τον προϋπαντούσαν σαν ζωοποιό και νικητή του θανάτου, τον προσκυνούσαν, τον προέπεμπαν, ψάλλοντας με μια φωνή όχι μόνο έξω, αλλά και μέσα στον ιερό περίβολο, «ωσαννά στον υιό του Δαβίδ, ωσαννά εν τοις υψίστοις». Το ωσαννά λοιπόν είναι ύμνος που αναπέμπεται προς τον Θεό και ερμηνευόμενο σημαίνει «σώσε μας λοιπόν»· η δε προσθήκη «εν τοις υψίστοις» δεικνύει ότι αυτός δεν ανυμνείται μόνο επί γης ούτε από τους ανθρώπους μόνο, αλλά στα ύψη από τους ουράνιους αγγέλους.
Όχι δε μόνο τον ανυμνούν και τον θεολογούν έτσι, αλλά στη συνέχεια εναντιώνονται και στην κακόβουλη και θεομάχο γνώμη των Γραμματέων και Φαρισαίων και στις φονικές προθέσεις των. Αυτοί μεν έλεγαν γι’ αυτόν φρενοβλαβώς, «αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό κι επειδή πραγματοποιεί πολλά θαύματα, αν το αφήσωμε χωρίς να τον θανατώσωμε, όλοι θα πιστεύσουν σ’ αυτόν και θα έλθουν οι Ρωμαίοι που θα μας πάρουν την πόλι και το έθνος» (Ιω. 11, 47). Ο δε λαός τι λέγει; «Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου· ευλογημένη η ερχόμενη βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ» (Μάρκ. 11, 10). Με την φράσι «ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου», υπεδείκνυαν ότι είναι από τον Θεό και Πατέρα και ότι ήλθε στο όνομα του Πατρός, όπως λέγει και ο ίδιος ο Κύριος περί εαυτού, «ότι εγώ ήλθα στο όνομα του Πατρός μου και από τον Θεό εξήλθα και σ’ αυτόν πηγαίνω» (Ιω. 8, 42). Με την φράσι δε «ευλογημένη η βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ», υπεδείκνυαν ότι αυτή είναι η βασιλεία στην οποία πρόκειται να πιστεύσουν τα έθνη κατά την προφητεία, και μάλιστα οι Ρωμαίοι. Διότι ο βασιλεύς αυτός όχι μόνο είναι ελπίς του Ισραήλ, αλλά και προσδοκία των εθνών κατά την προφητεία του Ιακώβ (Γεν. 49, 10), «δένοντας στην άμπελο την όνο του», δηλαδή τον υποκείμενο σ’ αυτόν λαό από τους Ιουδαίους, «και στο κλήμα το πωλάρι της όνου του» (Γεν. 49, 11). Κλάδος δε του κλήματος είναι οι μαθηταί του Κυρίου, προς τους οποίους έλεγε, «εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα» (Ιω. 15, 5). Με το κλήμα λοιπόν αυτό συνέδεσε ο Κύριος προς τον εαυτό του το πωλάρι της όνου του, δηλαδή το νέο Ισραήλ από τα έθνη, του οποίου τα μέλη έγιναν κατά χάρι υιοί του Αβραάμ. Εάν λοιπόν η βασιλεία αυτή είναι ελπίς και των εθνών, πώς, λέγουν, αφού επιστεύσαμε σ’ αυτήν εμείς, θα φοβηθούμε τους Ρωμαίους;
Έτσι λοιπόν οι νηπιάζοντες όχι στα μυαλά αλλά στην κακία, εμπνευσθέντες από το άγιο Πνεύμα, ανέπεμψαν στον Κύριο πλήρη και τέλειον ύμνο, μαρτυρώντας ότι ως Θεός εζωοποίησε τον Λάζαρο ενώ ήταν τετραήμερος νεκρός. Οι δε Γραμματείς και Φαρισαίοι, μόλις είδαν τα θαυμάσια αυτά και τα παιδιά να κράζουν στο ιερό λέγοντας, «αίνος στον σωτήρα μας υιό του Δαβίδ», αγανάκτησαν κι έλεγαν προς τον Κύριο· «δεν ακούεις τι λέγουν αυτά;», πράγμα που έπρεπε μάλλον ο Κύριος να ειπή τότε προς αυτούς, ότι δηλαδή "δεν βλέπετε και δεν ακούετε και δεν καταλαβαίνετε;". Γι’ αυτό ο ίδιος αντικρούοντάς τους που τον κατηγορούσαν ότι ανέχεται την υμνωδία που μόνο στον Θεό ταιριάζει, λέγει, ναι, ακούω αυτούς που σοφίζονται από εμέ αοράτως και εκφέρουν τέτοιους λόγους για μένα, εάν δε σιωπήσουν αυτοί, θα κράξουν οι λίθοι (Λουκ. 19, 40). Εσείς όμως δεν ανεγνώσατε ποτέ εκείνον τον προφητικό λόγο, ότι από στόμα νηπίων που θηλάζουν συντόνισες ύμνον(Ματθ. 21, 16); Διότι και τούτο ήταν άξιο μεγάλου θαυμασμού, ότι τα αμόρφωτα και αμαθή παιδιά θεολογούσαν τελείως τον Θεό που ενανθρώπησε για μας, παίρνοντας στο στόμα τους αγγελικό ύμνο· όπως δηλαδή οι άγγελοι έψαλλαν για τη γέννησι του Κυρίου, «δόξα προς τον Θεό στα ύψη και επί γης» (Λουκ. 2, 14· 19, 38), έτσι και αυτά τώρα κατά την είσοδό του αναπέμπουν τον ίδιο ύμνο, λέγοντας, «δόξα στο σωτήρα μας τον υιό του Δαβίδ, δόξα στο σωτήρα μας στα ουράνια» (Ματθ. 21, 9).
Αλλά ας νηπιάσωμε κι εμείς αδελφοί, κατά την κακία, νέοι και γέροντες, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, για να ενδυναμωθούμε από τον Θεό, να στήσωμε τρόπαιο και να βαστάσωμε τα σύμβολα της νίκης, όχι μόνο κατά των πονηρών παθών, αλλά και κατά των ορατών και αοράτων εχθρών, ώστε να ευρούμε την χάρι του λόγου για βοήθεια εύκαιρη. Διότι ο νέος πώλος, όπου καταξίωσε ο Κύριος να καθήση για χάρι μας, αν και είναι ένας, προετύπωνε την προς αυτόν υποταγή των εθνών, από τα οποία προερχόμαστε όλοι εμείς, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι.
Όπως λοιπόν στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, ούτε Έλλην ούτε Ιουδαίος, αλλά όλοι είναι ένα κατά τον θείο απόστολο (Γαλ. 3, 28), έτσι σ’ αυτόν δεν υπάρχει άρχων και αρχόμενος, αλλά με την χάρι του είμαστε ένα κατά την πίστι σ’ αυτόν και ανήκομε στο ένα σώμα της Εκκλησίας του, έχοντας μία κεφαλή, αυτόν και ένα πνεύμα εποτισθήκαμε δια της παναγίας χάριτος του Πνεύματος και ένα βάπτισμα ελάβαμε όλοι και μια είναι η ελπίς όλων και ένας ο Θεός μας, ο επάνω από όλους και δια μέσου όλων και μέσα σε όλους μας (Εφ. 4, 6). Ας αγαπούμε λοιπόν αλλήλους, ας ανεχώμαστε και ας φροντίζωμε ο ένας τον άλλον, αφού είμαστε μέλη αλλήλων διότι το σήμα της μαθητείας μας προς εκείνον, όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι η αγάπη και η πατρική κληρονομία που μας άφησε αναχωρώντας από αυτόν τον κόσμο είναι η αγάπη και η τελευταία ευχή που μας έδωσε ανεβαίνοντας προς τον Πατέρα αναφέρεται στην προς αλλήλους αγάπη μας

'Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Κυριακή, Απριλίου 25, 2021

" οι λίθοι κεκράξονται..."- άγιος Νικόλαος Αχρίδος


 

Όταν ο Κύριος έμπαινε για τελευταία φορά στα Ιεροσόλυμα ο λαός βγήκε να Τον προϋπαντήσει. Αμέτρητα μάτια έκθαμβα Τον έβλεπαν και αμέτρητα στόματα χαρούμενα Του φώναζαν: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» (Μαρκ. 11:9). Ακούγοντας αυτό οι Φαρισαίοι, κινούμενοι από ζηλοφθονία Του ζήτησαν να μην επιτρέπει στον λαό να φωνάζει. Τους απαντά ο ταπεινός Κύριος: «Εάν ούτοι σιωπήσωσιν, οι λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19: 40). Τώρα μετά από είκοσι αιώνες ρωτάτε τι είδους λίθοι είναι αυτοί και αν μπορούν οι λίθοι να φωνάξουν;

Δεν έχετε διαβάσει πως οι Εβραίοι μετά από πέντε ημέρες σιώπησαν και πως οι πέτρες φώναξαν ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού;

Όταν εξέπνευσε τη Μεγάλη Παρασκευή πάνω στον Σταυρό «η γη εσείσθη και αι πέτραι εσχίσθησαν» (Ματθ. 27:51). Οι πέτρες σχίσθηκαν και από τον σεισμό διαλύθηκαν. Αυτή είναι η γλώσσα των λίθων. Μπορεί άραγε να υπάρξει δυνατότερη γλώσσα και φοβερότερη φωνή και πιο οφθαλμοφανής μαρτυρία του ευλογημένου Βασιλέα που κατέβηκε ανάμεσα στους ανθρώπους και οι ανόητοι Τον αρνήθηκαν και Τον θανάτωσαν;

Δεύτερος λίθος. Όταν οι Εβραίοι σιώπησαν οι άπιστοι φώναζαν: «Ωσαννά»! Οι Εβραίοι έβλεπαν τους άπιστους ως λίθους. Με την πνευματική σημασία αυτοί ήταν όντως λίθοι, χωρίς τη γνώση για τον ένα ζώντα Θεό και προσκυνούσαν πέτρινα είδωλα.
Όταν λοιπόν οι Εβραίοι έπαψαν να μιλούν περί του Υιού του Θεού οι Απόστολοι βγήκαν στον κόσμο για να βαπτίσουν τους άπιστους λαούς. Και οι λαοί αυτοί έγιναν σαν ζωντανοί λίθοι κατά την έκφραση του αποστόλου Πέτρου: «Και αυτοί ως λίθοι ζώντες οικοδομείσθε οίκος πνευματικός» (Α΄ Πετρ. 2:5). Ως ζωντανοί λίθοι οι άπιστοι συνέχισαν να δοξάζουν τον Θεό ενώ οι Εβραίοι λιθοβόλησαν και σιώπησαν.

Τρίτος λίθος. Όταν τα στόματα των Εβραίων έκλεισαν φώναξαν οι πέτρες του ναού του Σολομώντα. Ακόμα και σήμερα φωνάζουν. Αφού εκπληρώθηκε η προφητεία γι᾿ αυτόν τον ναό που έλεγε: «ου μη αφεθή ώδε λίθος επί λίθον» (Ματθ. 24:2). Η υπερηφάνεια και η δόξα του Ισραήλ, ο ναός του Σολομώντα σήμερα δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο μερικές πέτρες σήμερα απ᾿ αυτόν τον ναό, τόσες ώστε οι γιοί και οι κόρες του Ισραήλ να κτυπούν τα κεφάλια τους σ᾿ αυτές τις πέτρες των στεναγμών οδυρόμενοι και θρηνώντας. Αυτά τα υπολείμματα λίθών με τη σιωπή τους φωνάζουν σαν τον αγγελιοφόρο από το πεδίο της μάχης που αναγγέλλει την ήττα.

Τέταρτος λίθος. Οι Εβραίοι για μεγάλο χρονικό διάστημα σταμάτησαν να μιλούν για τον Χριστό. Ούτε χαίρονταν, ούτε δόξαζαν, ούτε φώναζαν «Ωσαννά». Γι᾿ αυτό και προσβεβλημένος ο Θεός κατέστρεψε τον μοναδικό ναό θυσιών τους σ᾿ Αυτόν. Τον παρέδωσε στον αφανισμό. Αλλά εκατοντάδες χιλιάδες ναοί από πέτρα ανεγέρθηκαν σ᾿ όλον τον κόσμο προς δόξα Χριστού. Και αυτές οι πέτρες φωνάζουν αυτό που οι Εβραίοι αποσιωπούν.

Πέμπτος λίθος. Είναι αυτός που ακόμα δεν φώναξε, αλλά θα φωνάξει πριν το τέλος του κόσμου, μπροστά από τον δεύτερο ερχομό του Κυρίου. Για το τέλος του κόσμου προείπε ο πλέον Προορατικός: «Ο ήλιος σκοτισθήσεται και η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής, και οι αστέρες πεσούνται από του ουρανού» (Ματθ. 24:29). Τι είναι η γη, ο ήλιος και η σελήνη παρά αστέρες με πέτρες; Με τη δική τους γλώσσα και τον δικό τους τρόπο λοιπόν αυτοι οι καυτοί λίθοι θα φωνάξουν τη συγκεκριμένη εποχή. Δηλαδή, την εποχή που θα παρουσιαστούν πολλοί ψευδοπροφήτες και θα πληθύνουν οι παράνομοι και η αγάπη των περισσοτέρων για τον Θεό θα παγώσει. Με μια λέξη, όταν μετά τους Εβραίους και πολλοί χριστιανοί σωπάσουν. Τότε αυτό το ουράνιο σώμα, αυτός ο πύρινος λίθος του Θεού θα φωνάξει με τη γλώσσα του και τον τρόπο του. Και θα αναγγείλει τον ερχομο του Κριτή όπως το άστρο της ανατολής κάποτε ανήγγειλε τη γέννηση του Σωτήρα.

Ειρήνη και υγεία από τον Θεό

Από το βιβλίο: «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…»
Ιεραποστολικές επιστολές Α΄

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ



Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ τῶν Βαΐων, τὴν λαμπρὰν καὶ ἔνδοξον πανήγυριν τῆς εἰς Ἱερουσαλὴμ εἰσόδου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν.
Στίχοι
Πώλῳ καθίσας, ὁ λόγῳ τείνας πόλον,
Βροτοὺς ἐκζητεῖ λῦσαι τῆς ἀλογίας.
Τῷ θρόνῳ ἐν οὐρανῷ, τῷ πώλῳ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐποχούμενος Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν Ἀγγέλων τὴν αἴνεσιν, καὶ τῶν Παίδων τὴν ὕμνησιν προσεδέξω βοώντων σοι· Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.
Ἐπειδὴ ᾍδην ἔδησας ἀθάνατε, καὶ θάνατον ἐνέκρωσας, καὶ Κόσμον ἀνέστησας, βαΐοις τὰ νήπια ἀνευφήμουν σε Χριστέ, ὡς νικητὴν κραυγάζοντά σοι σήμερον. Ὡσαννὰ τῷ Υἱῷ Δαυΐδ· οὐκέτι γάρ φησι, σφαγήσονται βρέφη διὰ τὸ βρέφος Μαριάμ, ἀλλ' ὑπὲρ πάντων νηπίων καὶ πρεσβυτῶν, μόνος σταυροῦσαι, οὐκέτι καθ' ἡμῶν χωρήσει τὸ ξίφος· ἡ σὴ γὰρ πλευρὰ νυγήσεται λόγχῃ· ὅθεν ἀγαλλόμενοι φαμέν· Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι. ( Κοντάκιον και Οίκος, Ποίημα Ρωμανού Μελωδού)
Ύστερα από την εκ νεκρών ανάσταση του Λαζάρου πολλοί άνθρωποι που είδαν το γεγονός πίστευαν στο Χριστό. Αποφασίστηκε, λοιπόν, από τη συναγωγή των Ιουδαίων να σκοτώσουν όχι μόνο το Χριστό, αλλά και τον ίδιο το Λάζαρο. Έφυγε, λοιπόν, ο Ιησούς δίνοντας τόπο στην οργή. Οι Ιουδαίοι μάλιστα σχεδίαζαν να Τον φονεύσουν κατά τη διάρκεια της εορτής του Πάσχα. Έξι ημέρες, λοιπόν, πριν από το Πάσχα -λέει το ιερό Ευαγγέλιο- ήρθε ο Ιησούς στη Βηθανία, όπου έμενε ο Λάζαρος, ο όποιος είχε πεθάνει (και αναστήθηκε). Εκεί Του παρέθεσαν τράπεζα κι ο Λάζαρος έφαγε μαζί Του, ενώ η αδελφή του Λαζάρου, η Μαρία, άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού. Την επόμενη μέρα έστειλε ο Ιησούς τους μαθητές Του για να φέρουν την όνο με το πουλάρι της. Και τότε Αυτός που έχει θρόνο τον ουρανό, καθισμένος πάνω στο πουλάρι μπήκε στην Ιερουσαλήμ. Τα παιδιά των Εβραίων έστρωναν για χάρη Του τα ρούχα τους για να περάσει από πάνω, και κόβοντας κλαδιά από φοίνικες, άλλα τα έστρωναν στη γη κι άλλα τα κρατούσαν στα χέρια τους και συμπορεύονταν με τον Ιησού κραυγάζοντας: «Δόξα στον απόγονο του Δαυίδ. Ευλογημένος να είναι αυτός που έρχεται σταλμένος από τον Κύριο, ο Βασιλιάς του Ισραήλ».
Αυτό συνέβη, επειδή το Πανάγιο Πνεύμα κίνησε τις γλώσσες τους να δοξολογήσουν και να υμνήσουν το Χριστό. Μέσω των βαΐων, δηλαδή των κλάδων (βαΐον στα Εβραϊκά λέγεται το τρυφερό κλαδί), φανέρωναν εκ των προτέρων τη νίκη του Χριστού εναντίον του θανάτου, γιατί οι Εβραίοι συνήθιζαν στις γιορτές των Επινικίων να τιμούν και να υποδέχονται τους νικητές αγώνων ή πολέμων με κλωνάρια αειθαλών δέντρων. Το πουλάρι εκείνο συμβόλιζε το πλήθος των εθνικών, πάνω στο όποιο κάθισε ο Χριστός και αναπαύτηκε κι ανακηρύχτηκε τροπαιούχος, νικητής και Βασιλιάς ολόκληρης της γης.
Σχετικά με την εορτή αυτή κι ο προφήτης Ζαχαρίας έλεγε: «Να χαίρεσαι πολύ, κόρη Σιών (Ιερουσαλήμ). Να, ο βασιλιάς σου έρχεται σ’ εσένα πράος και καθισμένος πάνω σε υποζύγιο, σ’ ένα πουλάρι όνου, γέννημα ζώου που μπαίνει στο ζυγό». Κι ο Δαυίδ πάλι έλεγε για τα μικρά παιδιά (που υμνούσαν το Χριστό): «Απ’ το στόμα νηπίων και μικρών παιδιών που ακόμα θηλάζουν, συνέθεσες ύμνο». Όταν μπήκε ο Χριστός στα Ιεροσόλυμα, -λέει πάλι το Ιερό Ευαγγέλιο,- σείστηκε ολόκληρη η πόλη από τις επευφημίες του πλήθους. Η αντίδραση των αρχιερέων, λοιπόν, ήταν άμεση: Ξεσήκωσαν το λαό εναντίον του Ιησού και σχεδίαζαν να Τον σκοτώσουν. Αυτός όμως διέφυγε και, άλλοτε κρυβόταν, άλλοτε φανερωνόταν και τους μιλούσε με παραβολές.

(συναξάριον της ημέρας, τριώδιον, νικηφόρου καλλίστου).

Σάββατο, Απριλίου 24, 2021

Ὁμιλία εἰς τὴν ἁγίαν ἑορτὴν τῶν Βαΐων καὶ εἰς τὸν πῶλον

 



Ἅγιος Εὐλόγιος Ἀλεξανδρείας

Ἑορτάζουμε σήμερα οἱ πιστοὶ ἐπίσκεψι βασιλικὴ ἂς ὑποδεχθοῦμε τὸν Βασιλέα θεοπρεπῶς. Ἦλθε λοιπὸν ἡ ὥρα, ἂς μὴ κοιμώμεθα, ἂς ὑψώσωμε τὸν νοῦ πρὸς τὸν Θεόν, μὴ σβύσωμε τὸ πνεῦμα, ἂς ἀνάψωμε χαρμόσυνες λαμπάδες, ἂς ἀνανεώσωμε τὸν χιτώνα τῆς ψυχῆς, ἂς βαστάσωμε νικηφόρως τὰ βαΐα καὶ ἂς βοήσωμε μαζὶ μὲ τὸν ὄχλον, ἂς ὑμνήσωμε ὅπως τὰ παιδιά, μαζί τους: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

Ἰδοὺ ὅτι ἦλθεν, ἰδοὺ ἐφανερώθη, ἰδοὺ ἔφθασε. Πάλιν εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλήμ, πάλι σταυρὸς ἑτοιμάζεται, πάλι σχίζεται τὸ χειρόγραφό του Ἀδάμ, πάλιν ὁ Παράδεισος ἀνοίγεται, πάλι γίνεται ἔνοικός του ὁ ληστής, πάλιν ἡ ἐκκλησία χορεύει, πάλιν ἡ πονηρὰ Συναγωγὴ χηρεύει, πάλιν οἱ δαίμονες αἰσχύνονται, πάλιν οἱ Ἰουδαῖοι μαίνονται, πάλιν οἱ πιστοὶ διασώζονται.

Ὅλα συμμετέχουν στὴν ἑορτή, ὅλα ὑμνοῦν τὸν Δεσπότη, οἱ οὐρανοὶ εὐφραίνονται, τὰ ὅρη ἀγάλλονται. Ποταμοὶ κροτήσετε, προσέλθετε, βοήσετε, βλέποντας τοὺς λόγους τῶν Προφητῶν μας νὰ πραγματοποιοῦνται· τὰ ὅρη ἀλαλάξετε, νήπια ὑμνήσετε, μαθηταὶ κηρύξετε, ἱερεῖς λαλήσετε, ἔθνη συναχθῆτε· τὰ οὐράνια, τὰ ἐπίγεια, τὰ καταχθόνια, κάθε ἡλικία καὶ ἀξίωμα.

Διότι ἔρχεται ὅλους νὰ τοὺς εὐεργετήση· ἐφανερώθη γιὰ νὰ τοὺς ἐλεήση ὅλους, γιὰ νὰ χαρίση σὲ ὅλους τὴν ἀγαλλίασι. Ἐνῶ εἶναι Θεός, ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ «ἐπὶ τῆς γῆς ὄφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη»· μαζὶ μὲ τοὺς δούλους ὁ Δεσπότης, μὲ τοὺς χρεωφειλέτες ὁ πληρωτής, μὲ τοὺς ἀσώτους ἡ σωτηρία, μὲ τοὺς καταδίκους ὁ ἐλευθερωτής, μὲ τοὺς ἀπεγνωσμένους ἡ ἐλπίς, μὲ τοὺς κατακειμένους ἡ ἀνάστασις, μὲ τοὺς ἀγνώμονες ὁ ἐλεήμων, μὲ τοὺς δραπέτες ὁ δίκαιος, μὲ τοὺς ὑπευθύνους ὁ ἀνεύθυνος, μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ὁ ἀναμάρτητος, μὲ τοὺς ἀχαρίστους αὐτὸς ποὺ πάντα χαρίζει ἀφθόνως.

Εἶδες, ἀγαπητέ, τὸ μυστήριον τῆς ἑορτῆς; Εἶδες τὰ θαύματα τῆς σημερινῆς ἡμέρας; Χθὲς ἑώρταζεν ἡ Βηθανία, σήμερα ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἀπήλαυσε τὴν θεϊκὴν παρουσία· χθὲς ἐχάρισε σὲ ἄλλον τὴν ζωή, σήμερα ἔρχεται ὁ ἴδιος πρὸς τὸν θάνατο· χθὲς ἀνέστη ὁ τετραήμερος, σήμερα παρουσιάζεται ὁ τριήμερος.

Τετραήμερον ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, γιὰ νὰ προβεβαιώση τὴν κοινὴν ἀνάσταση τῆς φύσεώς μας, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερα στοιχεῖα. Ἀλλὰ ἐκεῖ μὲν ἡ Μάρθα «μεριμνᾶ καὶ τυρβάζει περὶ πολλά», συμβολίζοντας τὴν νομικὴ λατρεία· ἐνῶ ἐδῶ ἡ Μαρία παρακάθηται στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, εἰκονίζοντας μὲ τὴν στοργὴ καὶ τὴν ἀφοσίωσή της σ’ αὐτὸν τὴν Ἐκκλησία.

Καὶ ἐκεῖ μὲν ἔξι ἡμέρες πρὶν τὸ Πάσχα χαρίζει στὶς δύο τὸν ἕναν ἀδελφό, τὸν τετραήμερο Λάζαρο μὲ τὶς πέντε αἰσθήσεις τοῦ σώματος, ἐπιτρέποντας στὰ δεσμά του νὰ λυθοῦν· τώρα ὅμως ἔρχεται νὰ δεσμευθῆ καὶ ἔρχεται ὄχι μὲ βάδισμα πομπῶδες οὔτε θορυβώντας οὔτε περιστοιχιζόμενος καὶ περιβαλλόμενος ἀοράτως ἀπὸ ἀγγελικὲς δυνάμεις καὶ ἐξουσίες, ὄχι καθήμενος σὲ θρόνον ὑψηλὸ καὶ ὑπερυψωνένο, ὄχι καλυπτόμενος ἀπὸ κάποιες πτέρυγες καὶ πυριμόρφους τροχοὺς καὶ πολυόμματα, ὄχι ἐντυπωσιάζοντας τοὺς πάντες μὲ σάλπιγγες καὶ σημεῖα καὶ τέρατα, ἀλλὰ κρυπτόμενος σὲ ἀνθρώπινη φύση.

Διότι ἡ παρουσία αὐτὴ εἶναι τῆς φιλανθρωπίας, ὄχι τῆς δικαιοκρισίας· τῆς συγκαταβάσεως, ὄχι τῆς τιμωρίας· ἐκδηλώνεται ἀνάλογα ὄχι μὲ τὴν δόξα τοῦ Πατρός, ἀλλὰ μὲ τὴν ταπείνωση τῆς μητρός.

Αὐτὴ τὴν παρουσία μᾶς διεκήρυξε ἀπὸ μακρυὰ ὁ θαυμάσιος Ζαχαρίας, καὶ συγκαλώντας τὴν κτίση πρὸς εὐφροσύνην ἀνέκραξε πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ διὰ μέσου αὐτῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησία, λέγοντας «Χαῖρε σφόδρα θύγατερ Σιών»(Ζαχ. θ΄ 9).

Αὐτὸν τὸν λόγον ἀπηύθυνε καὶ ὁ Γαβριὴλ πρὸς τὴν Παρθένο· «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ». Αὐτὸ ἀνέκραξε καὶ ὁ Σωτὴρ πρὸς τὶς γυναῖκες, ὅταν ἀνέστη ἐκ νεκρῶν· «Χαίρετε»· γιὰ νὰ μάθης ὅτι γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἤκουσε παλαιὰ ἡ Εὔα· «ἐν λύπαις τέξη τέκνα», ἐβόησε τώρα πρὸς τὶς γυναῖκες τὸ «Χαίρετε», καθὼς ἐκήρυξε καὶ ὁ Ζαχαρίας λέγοντας «Χαῖρε σφόδρα, Θύγατερ Σιών, κήρυττε Θύγατερ Ἱερουσαλήμ».

Ποῖο εἶναι τὸ κήρυγμα, εἰπὲ φανερά, ὢ Προφήτη, «ἐπ’ ὅρους ὑψηλοῦ ἀνάβηθι, ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών· ὕψωσον τὴν φωνήν σου». Τί ἔλεγες στὴν Σιών; «Ἰδοὺ ὁ Βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι». Πῶς; Εἶπες τὴν παρουσία, δὲν θὰ εἰπῆς καὶ τὸν τρόπο; Ἄραγε ἐπάνω σὲ ἅρματα καὶ ὀχήματα; Ἄραγε μὲ δυνάμεις καὶ στρατεύματα καὶ ἱππεῖς καὶ τὴν λοιπὴν ἐπίδειξη τῶν Βασιλέων; Ὄχι, λέγει, ἀλλὰ πῶς; «Ἐπιβεβηκώς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον νέον».

Τί λέγεις; Εἶναι δυνατὸν σὲ βασιλέα νὰ ἀνεβῆ σὲ πῶλο, νὰ χάση τὴν δόξα του καθήμενος ἐπάνω του; Ναί, λέγει. Διότι δὲν ἔρχεται μὲ τὴν ἰδίαν ὑπεροψία ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ τί; Μὲ μορφὴν δούλου, ὡς νυμφίος, τόσον πράος καὶ ἥμερος ὡς ἀμνός· καὶ ὡσὰν σταγόνα ποὺ στάζει ἥσυχα σὲ σπόγγο, καὶ ὡσὰν πρόβατον ποὺ τὸ πηγαίνουν γιὰ σφαγήν, ὡσὰν ἀρνίον ἄκακο ποὺ ὁδηγεῖται νὰ θυσιασθῆ, ἔτσι ἔρχεται, φορώντας τὴν ἄλογο φύση τῶν ἀνθρώπων καὶ καθήμενος σὲ ζῶον ἄλογο, πρὸς παιδαγωγίαν τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύωνται, «καθαιρώντας δυνάστας ἀπὸ θρόνους καὶ ὑψώνοντας ταπεινούς, γεμίζοντας τοὺς πεινασμένους μὲ ἀγαθά, καὶ ἐξαποστέλλοντας τοὺς πλουσίους κενούς». Φέρει μαζί του κάποιους δώδεκα, καὶ αὐτοὺς ἀξιοθρήνητους, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν ὅπου πηγαίνει, καὶ δι’ αὐτῶν συγκαλεῖ τὰ ἔθνη.

Αὐτὸς εἶναι ὁ κλάδος ποὺ ἐβλάστησε ἀπὸ τὴν ρίζα τοῦ Ἰεσσαί, τὸν ὁποῖο προϋπαντοῦν σήμερα τὰ τέκνα τῶν Ἑβραίων· τοῦ σείουν κλάδους ἐλαιῶν, ἐπειδὴ εἶναι ἐλεήμων· τὸν ἀνευφημοῦν μὲ βαΐα, ἐπειδὴ εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου καὶ λέγουν «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

Τί λέγει δηλαδὴ ὁ εὐαγγελιστής; «Καὶ ἐγένετο ὅτε ἤγγισεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθσφαγὴ καὶ εἰς Βηθανίαν, πρὸς τὸ ὅρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν, ἀπέστειλε δύο τῶν μαθητῶν Αὐτοῦ, εἰπών. Ὑπάγετε εἰς τὴν κατέναντι κώμην, καὶ εἰσερχόμενοι ἐν αὐτὴ εὑρήσετε ὄνον καὶ πῶλον νέον, ἐφ’ οὗ οὐδεὶς ἀνθρώπων ἐκάθισε. Λύσαντες ἀγάγετέ μοι. Καὶ ἐὰν τις ὑμᾶς ἐρωτᾶ διατὶ λύετε; Ἐρεῖτε ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει». Αὐτοὶ τότε ἔκαναν πράξη τὸν λόγο τοῦ Λόγου, καὶ ὁδήγησαν πρὸς αὐτὸν τὸν ὄνον καὶ τόν πῶλον, ἐτοποθέτησαν ἐπάνω τὰ ἱμάτιά τους καὶ ἐκάθισεν ὁ Ἰησοῦς.

Ἡ ἀπέναντι κώμη εἶναι τύπος τοῦ παρόντος βίου. Διότι ἦταν ἀντίκρυ καὶ ὄχι κοντὰ στὸν Θεόν. Ὅταν λοιπὸν ἐπλησίασε σ’ αὐτὴν τὴν κώμη, ὅταν ἐσαρκώθη καὶ συνανεστράφη μαζί μας, τότε λοιπὸν ἀποστέλλει τοὺς δύο μαθητάς, δηλαδὴ τὶς δύο Διαθῆκες, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν σ’ αὐτὸν τοὺς δύο λαούς, τὴν παλαιὰν γηρασμένη Συναγωγὴ καὶ τoν νέο καὶ ἀγύμναστον λαὸν τῶν Ἐθνῶν. Λέγοντας δὲ ἀπέναντι, ἐννοεῖ ὅτι ἔστειλε νὰ λύσουν ἀπὸ τὸ ἐπιτίμιο αὐτὸν ποὺ εἶχε ὁρισθῆ νὰ κατοικῆ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν τρυφὴν τοῦ Παραδείσου καὶ νὰ τόν προσκαλέσουν. Βλέποντας λοιπὸν οἱ παλαιοὶ Προφῆται, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἱεροκήρυκες τὸν Ἀδὰμ νὰ ἀπολαμβάνη πάλι τὴν σωτηρία, προϋπαντοῦν ἱεροπρεπῶς αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἐταπείνωσε τόν ἑαυτόν του, ἐρχόμενος ἀπὸ ὄρος ὑψηλὸν στὴν Σιών γιὰ τὸ ἑκούσιον Πάθος. Καὶ ψάλλουν ἐπευφημώντας τον μὲ τοὺς θεοπνεύστους λόγους των, ὡσὰν μὲ ἐμψύχους κλάδους ἐλαιῶν. «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ὡσαννὰ ὁ ἐν τοῖς ὑψίστοις». Τί λέγεις; Τόν βλέπεις νὰ κάθηται σὲ ἕνα μικρὸν ἀξιολύπητον ὀνάριο καὶ κράζεις «Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις»; Βλέπεις μορφὴν δούλου καὶ τόν λέγεις Θεὸν Κύριον ἐν ὀνόματι Κυρίου»; Ναί, λέγει, κάθεται στὸν πῶλο, καὶ ἀπὸ τόν πατρικὸν κόλπο δὲν χωρίζεται. Ἐδῶ ἀπὸ παιδιὰ ὑμνεῖται, καὶ ἐπάνω ἀπὸ Σεραφὶμ θεολογεῖται. Εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ δὲν ἐγκατέλειψε τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Καὶ συγχρόνως τόν βλέπει ὁ Ἰωάννης καὶ τόν προϋπαντᾶ βοώντας «Ἴδε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Καὶ ἀλλοῦ: «Ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν. Ἰδοὺ αὐτὸς ἤξει καὶ σώσει ἡμᾶς».

Γι’ αὐτὸ ἀνοίχθησαν σήμερα ὀφθαλμοὶ τυφλῶν. Καὶ ὁ μὲν ἕνας Προφήτης βοᾶ στόν Κύριο στραμμένος πρὸς τὴν Ἀνατολήν. «Ἰδοὺ ἄνθρωπος, ἀνατολὴ ὄνομα αὐτῷ», ὁ δὲ ἄλλος πρός τὴν Δύση παρακινεῖ: «ὁδοποιήσατε τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ δυσμῶν. Κύριος ὄνομα αὐτῷ». Ὁ ἕνας λέγει «ἐγέρθητι, βορρᾶ», ὁ ἄλλος φωνάζει «ἔρχου, νότε». Ὁ δὲ Δαβὶδ συγκαλεῖ τὸ κήρυγμα περιεκτικώτατα καὶ σταυροφανώτατα «ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ βορρᾶ καὶ θαλάσσης». Ὁ Ἱερεμίας ἄδει σὰν νὰ δακτυλοδεικτῆ τὸν ἐρχόμενο πρὸς τὰ ἔθνη καὶ λέγει «οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν. Οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν. Ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης. Μετὰ ταῦτα, ἰδοὺ ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη». Ὁ ἕνας λέγει πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ «τέρπου καὶ εὐφραίνου, θύγατερ Σιών». Ὁ ἄλλος παροτρύνει τὰ παιδιά: «Αἰνεῖτε παῖδες Κύριον».

Καὶ τὰ παιδιὰ ἀποκρίνονται: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Ἀκούει ὅλα αὐτὰ ὁ ψαλμωδὸς καὶ βοᾶ πρὸς τὸν Κύριον: «Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον». Καὶ ὁ Δεσπότης παρακινεῖ τοὺς λαούς: «Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρὸς με». Καλῶς ἠκολούθησαν τοὺς λόγους τῆς Ἐλισάβετ τὰ παιδιά. Διότι ἐνῶ ἐκείνη εἶπε πρὸς τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο «εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου», αὐτὰ λέγουν πρὸς τὸν Υἱὸν της «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Θεὸς Κύριος».

Τί σημαίνει «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»; Ἐρχόμενος, ἀπὸ ποῦ; Ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἀπὸ τὴν Παρθένον. Ἐρχόμενος καὶ πορευόμενος. Ποῦ ἔρχεται; Στὸ Πάθος «ἐν ὀνόματι Κυρίου», τοῦ Πατρὸς βεβαίως, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε: «Ἐγὼ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐξῆλθον καὶ πρὸς τὸν Πατέρα μου ὑπάγω». Εἶδες θεολόγο δόγμα ἀπὸ ἀπειρόλογα παιδιά; Τὰ παιδιὰ ἀνεγνώρισαν ἐκ φύσεως τὸν Δεσπότη τῆς κτίσεως, ἐνῶ οἱ πατέρες τοὺς ἀπεδείχθηκαν ἀχάριστοι. Αὐτὰ τὸν ὕμνησαν ὡς Θεόν, καὶ ἐκεῖνοι τὸν ἐσταύρωσαν ὡς ἐχθρόν. Αὐτὰ ψάλλουν ὡσαννά, ἐκεῖνοι κράζουν σταυρωθήτω. Ἡ νέα καὶ ἀδαὴς ἡλικία σωθήσεται, καὶ αὐτοὶ ποὺ παρουσιάζονται ὡς σοφοὶ σκοτίζονται. Τὰ παιδιὰ ἔστρωσαν στὸν δρόμο τὰ ἱμάτιά τους, οἱ πατέρες ἐπῆραν τὰ ἱμάτιά του καὶ τὰ διεμέρισαν. Αὐτὰ ἐκδύονται τοὺς χιτῶνες τους, προμηνύοντας τὴν γύμνωση τῆς Συναγωγῆς, συγχρόνως δὲ ὑποδεικνύοντας καὶ σ’ ἐμᾶς νὰ ἐκδυθοῦμε τὸν παλαιὸν ἄνθρωπο, καὶ νὰ ὑποταγοῦμε στὸν Χριστό.

Τὰ παιδιὰ ὑποδέχονται τὸν Χριστὸν μὲ τὰ βάϊα· οἱ πατέρες τοὺς ἔρχονται μὲ τὰ μαχαίρια. Αὐτὰ εὐλογοῦν, ἐκεῖνοι βλασφημούν” αὐτὰ ὡς πρόβατα ἐδέχθησαν τoν ποιμένα, ἐκεῖνοι ὡς λύκοι ἐσφαγίασαν τoν ἀμνό. Πόσο παράδοξο καὶ παρὰ τὴν φύση ἦταν πράγματι τὸ θέαμα, νὰ βλέπης νήπια τὰ ὁποία θηλάζουν γαλουχούμενα στὶς ἀγκάλες τῶν μητέρων, νὰ βαστοῦν μὲ τὸ ἕνα χέρι τoν μαστὸ τῆς μητρός τους καὶ μὲ τὸ ἄλλο νὰ σείουν τοὺς βλαστοὺς τῶν βαΐων πρὸς τoν Θεόν, ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ μητέρα· καὶ πίνοντας τὸ μητρικὸ γάλα νὰ ἐκστομίζουν δόγμα Δεσποτικόν, καὶ νὰ ἀναφωνοῦν ὡς πρῶτον λόγο καρπὸν χειλέων στoν Θεὸν Λόγο λέγοντας: «Ὡσαννὰ» ποὺ σημαίνει δόξα σοί, σῶσον ἠμᾶς ὁ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Ποῖος σᾶς ἐκπαίδευσε παιδιά μου; Ποῖος σᾶς ἐσόφισε, ποῖος σᾶς ἐμυσταγώγησε πρὸ καιροῦ τoν λόγο τοῦ Λόγου;

Ἂς παρουσιασθῆ ἐνώπιόν μας ὁ ἀχάριστος Ἰουδαῖος. Ἂς ἔλθη καὶ ἡ μοιχαλὶς Συναγωγή. Εἰπέ μας, Ἰουδαῖε. Δὲν μᾶς ἐκήρυξαν ὅλοι οἱ Προφῆται ὅτι ἔρχεται; Ναί, λέγει, τὸ ἀμφιβαλλόμενον ὅμως εἶναι αὐτό, ἦλθε ἢ ὄχι ἀκόμη; Ἀκόμη δὲν ἦλθε, λέγει. Καλῶς.

Ἂς ἰδοῦμε, λοιπόν, τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐρχομένου, καὶ τότε θὰ μάθωμε ἐὰν ἦλθε ἢ ὄχι. Θεὸν λέγεις τόν ἐρχόμενον ἢ κοινὸν ἄνθρωπον; Ἄνθρωπο, λέγει, σὰν τὸν Δαυϊδ, ἢ αὐτὸν τὸν ἴδιο τόν Δαυϊδ. Σὰν τὸν Δαυϊδ! Ὢ σοφιστὰ τῆς κακίας! Ὢ ἀσύνετε στὴν καρδία! Πῶς λοιπὸν ὁ ἴδιος ὁ Δαυὶδ τόν ἀποκαλεῖ Κύριον καὶ ἐρχόμενον ἀπὸ τόν Κύριον, ὅπως μόλις ἤκουσες τὰ τέκνα σου νὰ ἀνυμνοῦν «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν».

Καὶ πάλιν «εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῷ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου». Καὶ πάλιν «ἐβασίλευσεν ὁ Θεὸς ἐπὶ τὰ ἔθνη», καὶ «εἴπατε ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὅτι Κύριος ἐβασίλευσεν». Ποῖος δὲ εἶναι αὐτὸς ὁ βασιλεύς; Ἄκου τόν Ἠσαΐα, ποὺ ἀναφερόμενος σὲ σᾶς, λέγει: «καὶ θελήσουσιν οἱ λαοὶ εἰ ἐγεννήθησαν πυρίκαυστοι» (ὅλοι οἱ κακῶς συναγμένοι θησαυροὶ δηλαδή).

Γιατί, ὢ Προφήτη; «Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὐ ἡ ἀρχὴ ἐγεννήθη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Τί λέγεις τώρα, Ἰουδαῖε; Ἰδοὺ ὅτι οἱ Προφῆτες σαφῶς ἐκήρυξαν Θεὸν τὸν Ἐρχόμενον. Δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μᾶς σώση ἄνθρωπος. Διότι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀποθάνη πρὸς χάριν μας ὁ Μωυσῆς ἢ ἕνας ἀπὸ τοὺς Προφῆτες, πῶς θὰ μᾶς ἔσωζε, ἀφοῦ θὰ εὑρίσκετο καὶ αὐτὸς ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας; Γι’ αὐτὸ εἴχαμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν σάρκωση τοῦ ἀναμαρτήτου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ κατεδέχετο νὰ ἀποθάνη κατὰ τὴν σάρκα.

Γι’ αὐτὸ σαρκώνεται ὁ ἄσαρκος, ὥστε αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τὸ ὑποστῆ μὲ τὴν θεότητα νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ τὸ ὑποστῆ μὲ τὴν ἀνθρωπότητα. Πάσχει καὶ δὲν πάσχει. Τὸ πρῶτο μὴ τὸ καταλογίσης στὸν Λόγο, στὸ δεύτερο μὴ χωρίζης τὴν σάρκα ἀπὸ τόν Λόγο. Διότι δὲν χωρίζω, ἀλλὰ ἀναγνωρίζω τὸ ἰδίωμα τῆς κάθε οὐσίας. Λέγω ὅτι ὁ Λόγος συνυπάρχει μαζὶ μὲ τὴν σάρκα, ὅμως δὲν συμπάσχει μ’ αὐτήν.

Συσταυρώνεται ἀλλὰ χωρὶς νὰ προσηλωθῆ στόν σταυρὸν ἡ ἰδικὴ του φύσις. Συνθάπτεται, ἀλλὰ δὲν συνθανατώνεται. Συγκλείεται μὲ τὸ νεκρὸν σῶμα στόν τάφο, ἀλλὰ δὲν περιορίζεται ἐκεῖ μαζί του. Ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ὁ Λόγος δὲν ἀπομακρύνεται οὔτε ἀπὸ τὸ ἕνα οὔτε ἀπὸ τὸ ἄλλο.

Γι’ αὐτὸ ἐλαφυραγωγήθη ὁ Ἅδης, ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ κατῆλθε ἐκεῖ ἡνωμένη μὲ τὴν θεότητα. Διότι ἐπορεύθη ἐκεῖ κάτω καὶ ἐκήρυξε στὰ πνεύματα ποὺ εὑρίσκοντο στόν Ἅδη. Τὸ δὲ ἡνωμένο μὲ τὴν θεότητα σῶμα, στὸν τάφο δὲν ὑπέστη οὐδεμίαν ἀποσύνθεση. Διότι ὁ Λόγος ἔμεινε σὲ ὅλες τὶς φάσεις ἀχώριστος ἀπὸ τὴν σάρκα του. Δὲν τὴν ἄφησε οὔτε γιὰ λίγο μόνη της, ἄθεον, σὰν νὰ ἀνῆκε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἰδικὰ μας σώματα.

Ὅμως ἂν καὶ ἐσώθη μὲ τὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου ἡ λογική μας φύσις, ὅμως δὲν ἐξισώθη μὲ αὐτήν. Διότι πῶς νὰ ἐξισωθῆ τὸ πρόσφατο μὲ τὸ προαιώνιο; Ἢ πῶς θὰ ἐξομοιωθῆ τὸ ἄναρχο μὲ τὸ ἔναρχο; Γι’ αὐτὸ καὶ τόν βλέπεις σήμερα ἐπάνω στὸν πῶλο σὰν ἄνθρωπο. Διότι ἦταν διπλός.

Γι’ αὐτὸ καὶ ηὐξήθη καὶ ἐθήλασε καὶ ἐδάκρυσε καὶ ἀγωνίασε σύμφωνα μὲ τόν νόμο τῆς ἰδικῆς μας φύσεως. Διότι ὁ Θεὸς Λόγος, ὅταν ἐσαρκώθη, δὲν ἠρνήθη τὰ ἀδιάβλητα πάθη τῆς φύσεώς μας, ἐπειδὴ θὰ ἔπρεπε τότε πρὶν ἀπὸ αὐτὰ νὰ ἀρνηθῆ τὴν ἴδια τὴν φύση μας. Δὲν κοιμᾶται στὸ πλοῖο ὁ Θεὸς Λόγος «οὐ νυστάξει, οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν Ἰσραήλ»· κοιμᾶται ὅμως ἡ σάρκα ἡ ἰδική μας, τὴν ὁποίαν ἐνεδύθη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ.

Δὲν θὰ πεινάση, δὲν θὰ κοπιάση ἀπὸ τὴν ὁδοιπορίαν ἡ θεία φύσις, ὅπως λέει ὁ Ἠσαΐας: «Ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ ἰσχυρὸς οὐ πεινάσει οὐδὲ κοπιάσει». Πῶς λοιπὸν πεινᾶ; Κατὰ τὴν σάρκα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ ἐμᾶς. Πῶς πάσχει; Κατὰ τὴν σάρκα. Πῶς δακρύζει; Κατὰ τὴν σάρκα. Πῶς ἐθανατώθη; Κατὰ τὴν σάρκα, ἐνῶ κατὰ τὸ πνεῦμα εἶναι ὅλος ζωή. Πῶς σαλεύει τὴν γῆ; Μὲ τὴν θεότητα, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι ἡνωμένος μὲ τὸν Πατέρα. Πῶς κυριεύει τὸν Ἅδη; Μὲ τὴν θεότητα, ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση του. Πῶς λέγει «Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμέν»; Ὡς πρὸς τὴν ἄνω προαιώνιο γέννηση. Πῶς «Ὁ Πατήρ μου μείζων μου ἐστίν»; Ὡς πρὸς τὴν κάτω γέννηση ἀπὸ τὴν Παρθένο. Πῶς «ὁ ἑωρακώς ἑώρακε τὸν Πατέρα»;

Ὡς πρὸς τὴν ἄκτιστο φύση τοῦ Λόγου. Πῶς οὐ δύναμαι ἀπ’ ἐμαυτοῦ ποιεῖν οὐδέν»; Τί λοιπόν, εἶναι ἀδύναμος ὁ Λόγος σχετικὰ μὲ τὸν Πατέρα; Μακρυὰ αὐτὴ ἀρειανικὴ φρενοβλάβεια! Ποῖο εἶναι αὐτὸ ποῦ λέγει «Δόξασόν με πάτερ»; Τὸ σῶμα τοῦ Λόγου.

Ποῖος λέγει «Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί»; Ὁ Λόγος ποὺ εὑρίσκεται μέσα στὸ σῶμα. Πῶς «Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν»; Ὁ Πατὴρ δὲν εἶναι τοῦ σώματος Πατὴρ ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ αὐτόν. «Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν», Θεὸς ὄχι τοῦ Λόγου (πῶς θὰ εἶναι Θεὸς τοῦ ἴσου μὲ αὐτὸν Θεοῦ;) ἀλλὰ Θεὸς τῆς μορφῆς τοῦ δούλου ποὺ ἠνώθη μὲ τὸν Λόγο. «Πρὸ τοῦ Ἀβραὰμ γενέσθαι, ἐγὼ εἰμί», ὁ Θεὸς Λόγος ποὺ εἶναι μέσα στὴν σάρκα. «Κύριος εἶπε πρὸς με. Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε» ὡς πρὸς τὴν πρόσφατο σάρκωση τοῦ Λόγου. Διότι δὲν ἦταν ἄλλος ἐκεῖνος ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ τὸν Πατέρα πρὶν τὸν Ἑωσφόρο καὶ ἄλλος αὐτὸς ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ μητέρα στὴν Βηθλεέμ.

Ἐὰν αὐτὰ παραφρονῆ ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, ὁ Παῦλος ὅμως ὁ Ταρσεὺς ἄλλα νουθετεῖ. Ἀλλὰ ὅταν μὲν θέλη νὰ φανερώση τὴν μορφὴν τοῦ Θεοῦ, ποὺ κρύπτεται μέσα στὴν μορφὴν τοῦ δούλου βοᾶ: «Ὃς ὤν ἀπαύγασμα τῆς δόξης». Ὅταν δὲ πάλι φανερώνη τὴν διαφορὰ τῆς σαρκὸς ἡ ὁποία ἑνώθη μὲ τὸν Λόγο, λέγει: «Ὁ δὲ Θεὸς καὶ τόν Κύριον ἤγειρεν», γιὰ νὰ ἀποδείξη ἔτσι ὁ Ἀπόστολος τὴν διάκριση τῶν δύο φύσεων ποὺ ὑπάρχουν στὴ μία ὑπόσταση, καὶ νὰ καταβάλη τὸν Μάνη τὸν φαντασιομάχο καὶ τόν Παῦλο τὸν ἀνθρωπολάτρη.

Σὺ δὲ τί λέγεις; Τί νομοθετεῖς;, νέε Μανιχαῖε καὶ καθαρὲ ὑπέρμαχε τῆς μανίας ἐκείνου; Δὲν συμβιβάζεσαι νὰ ὀνομάσης τὴν σάρκα φύση; Ἀλλὰ δειλιᾶς ἐκεῖ ὅπου δὲν ἁρμόζει ὁ φόβος, οὔτε σέβεσαι τόν Δεσπότην ὁ ὁποῖος λέγει στὸν καιρὸν τοῦ Πάθους: «Τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής». Ἐὰν εἶναι πρόθυμος, πῶς εἶναι συγχρόνως ἀσθενής; Ποία φύσις τοῦ Χριστοῦ, ποία σάρκα εἶναι ἀσθενής; Βεβαίως τοῦ Ἀδάμ, ποὺ ἔχει ἀσθενήσει. Καὶ πῶς προσεύχεται γονατιστός; Ἄραγε ὁ Λόγος προσεύχεται;

Καὶ πῶς παρακαλεῖ τόν Θεόν, ἀφοῦ εἶναι Θεός; Ἐὰν λοιπὸν εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα, ὅπως καὶ εἶναι, δὲν προσεύχεται ὡς πρὸς τὴν Θεότητα, ἀλλὰ ὡς ἄνθρωπος. Ἐπειδὴ πῶς λέγει: «Ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν»; Ἐκεῖνος πού ἔχει ἐξουσία πῶς χρειάζεται βοήθεια ἀπὸ ἀλλοῦ; Αὐτὸς ποὺ λέγει «Λύσατε τoν ναὸν τοῦτον (δηλαδὴ τὴν σάρκα του) καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν», πῶς, ὢ θεομάχε, ἐνῶ ἐγείρει τoν ναόν του, διαλύεται μαζὶ μὲ τὸ ναό; Διότι ἐὰν ὁ ἴδιος διαλύεται, τότε βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ τόν ἀναστήση κανείς.

Καὶ σὺ μὲν φοβεῖσαι, ὅπως λέγεις, μήπως ἀκούοντας σῶμα ποὺ πάσχει, προσκυνήσεις κοινὸν κτίσμα. Ἐγὼ ὅμως ἐκεῖνο τρέμω, μήπως λέγοντας ὅτι ἡ Θεότης ἔπαθε καὶ ἀπέθανε, ἀτιμάσω ὅλο τὸ μυστήριον τῆς Τριάδος.

Διότι ἐὰν μὲν ἔπαθε ὁ Λόγος, ἡ δὲ φύσις τοῦ Πατρὸς εἶναι ἀπαθής, τότε βεβαίως ἄλλη ἦταν ἡ οὐσία Τοῦ Λόγου καὶ ἄλλη ἡ τοῦ Πατρός. Καὶ γιατί λοιπὸν νὰ μαχώμεθα γι’ αὐτὸ μὲ τοὺς Ἀρειανούς; Ἐὰν μία εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Λόγου καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ δὲ Λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦταν μέσα στὴν σάρκα ἔπαθε, ἄρα ἡ οὐσία καὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι παθητή καὶ θνητή. Διότι ἐὰν συνέπασχε ὁ Λόγος μὲ τὴν σάρκα, τότε βεβαίως ἀπέθανε καὶ μαζί της, καὶ ἐὰν εἶναι ἔτσι, πῶς ἐλαφυραγώγησε τόν Ἅδη; Πῶς ἀνέστησε τοὺς νεκρούς; Θὰ εὑρεθῆ ἄρα καὶ χωρισμένος ἀπὸ τόν ζῶντα Πατέρα, ἀφοῦ ἀπέθανε.

Ἐὰν ὅμως συμβαίνη αὐτό, δὲν ἦταν λοιπὸν Τριὰς στὸν οὐρανὸ στὸν καιρὸ τοῦ Πάθους, ἀλλὰ δυάς, ἡ ὁποία ἀνέμενε τὸν Λόγο νὰ ἀναστηθῆ ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ νὰ ἀνέλθη στὸν οὐρανό. Ώ, τί ἀθέμιτος τόλμη! Ποῖος ὄφις ἐξηπάτησε τοὺς θεομάχους νὰ ἀποκαλέσουν παθητὸν τὸν ἀπαθῆ, καὶ νὰ κάνουν τὸν κτίστην ἀσθενέστερον ἀπὸ τὰ κτίσματα!

Δὲν ἐντρέπεσαι, αἱρετικέ, τὸν ἥλιο ποὺ εὑρίσκεται στὸ δένδρο, καὶ ἐνῶ τὸ δένδρο κόπτεται, δὲν χωρίζεται οὔτε κόπτεται μαζί του ὁ ἥλιος, τῆς δικαιοσύνης ἐννοῶ, γινόμενος ἔτσι παθητὸς ὅπως ἦταν τὸ σῶμα του; Οὔτε εἶδες, ὢ κακοῦργε, κανένα φονέα ἢ κακοῦργο νὰ στερῆται τὴν κεφαλὴν ἢ τὰ χέρια του, τὴν δὲ ἀθάνατο ψυχή του νὰ μὴ συναποθαίνη μὲ τὸ σῶμα του; Ἔλαβαν ἔπειτα αὐτοὶ καίρια πληγὴν ἀπὸ τὸν Λόγο καὶ ἔπεσε ὁ θεομάχος.

Ἀνέπνευσε πάλιν ὁ χριστομάχος, πάλιν ἀδιαντροπεῖ ὁ Ἰουδαῖος. Τί λέγει; Κοίτα, λέγει, δὲν ἐφονεύσαμε Θεὸν ἀλλὰ ἄνθρωπο. Πρὸς αὐτὸν εἶναι καλὸ νὰ εἰποῦμε ἀπότομα: «Σιώπα, πεφίμωσο», κλεῖσε πλέον τὸ στόμα σου. Ἔστω, ἠθέτησες τὸν νόμο, ἔστω, ἐφόνευσες τοὺς Προφῆτες, δὲν κοκκινίζεις ἐνώπιόν τοῦ Δαυίδ, ὁ ὁποῖος λέγει γιὰ τὸν Χριστὸν «Ἐκ γαστρὸς πρὸ Ἑωσφόρου ἐγέννησέ με» ἐπάνω ὁ Πατήρ; Καὶ πάλι «Κύριος εἶπε πρὸς μέ, Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε». Δύο γεννήσεις ἔχει ὁ ἕνας καὶ μόνος Χριστός” μίαν ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἄχρονο, καὶ ἄλλην ἀπὸ τὴν μητέρα, ἄσπορο.

Ὅταν λοιπὸν λέγη: «Τὸν νῶτον μου δέδωκα εἰς μάστιγας, τὰς δὲ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα», τὰ μέλη αὐτὰ τοῦ σώματος τὰ ἔλαβε ἀπὸ τὴν Μαρίαν, ἡ ὁποία ἀνῆκε στὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα. Καὶ αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ὁποῑα ἔλαβε ἀπὸ τὸν Ἰούδα, αὐτὰ τὰ ἔδωσε στοὺς Ἰουδαίους νὰ τὰ ραπίζουν καὶ νὰ τὰ μαστιγώνουν. Ἐκεῖνα ὅμως ποὺ ἔχει ὡς Θεὸς κατὰ φύση, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἰδῆ ἄνθρωπος καὶ νὰ ζήση. Ἀλλὰ ὁ Ἰουδαῖος δὲν σταματᾶ: πῶς λοιπὸν λέγει ὁ Προφήτης γι’ αὐτὸν ποὺ ἐσταυρώθη: «Καὶ εἴδομεν αὐτὸν καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος (μορφὴ δηλαδὴ) οὐδὲ κάλλος».

Βλέπεις ὅμως ἀχάριστε, ὅτι γι’ αὐτὸν ἔχει γραφή: «Ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων». Καὶ ἐὰν λέγης ποῖος Θεὸς ἠμπορεῖ νὰ εἶναι πρόσφατος; Ἐγὼ θὰ σοῦ εἰπῶ: ποίου ἀνθρώπου τὸ ὄνομα ὑπάρχει πρὸ τοῦ ἡλίου καὶ πολὺ πρὸ τῆς σελήνης; Καὶ «καταβήσεται ὡς ὑετὸς (βροχὴ δηλαδὴ) ἐπὶ πόκον (τούφα μαλλιοῦ δηλαδὴ) καὶ ὡς ἡ σταγὼν ἡ στάζουσα ἐπὶ τῆς γῆς»; Πάλιν ὅμως ἴσως εἰπῆς: ποῖος Θεὸς πωλεῖται γιὰ τριάκοντα ἀργύρια;

Καὶ ἐγὼ θὰ σοὺ ἀπαντήσω. Ποίου ἀνθρώπου αἷμα ἐξηγόρασε ὅλον τὸν κόσμο καὶ τόν ἠγίασε; Ἐὰν πάλι σκανδαλίζεσαι ποὺ τόν βλέπεις σήμερα νὰ κάθηται ἐπάνω σὲ ὄνον, ἀλλὰ πῶς δὲν λέγεις ἐκεῖνο ποὺ ἔμαθαν τὰ παιδιὰ χωρὶς νὰ τὸ διδαχθοῦν, καὶ ἐκραύγαζαν «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»;

Καὶ ὅτι εἶναι Κύριος καὶ Θεὸς αὐτὸς ποὺ κάθεται στὸν πῶλον ὡς ἄνθρωπος, ἂς ἔλθη ἐδῶ ὁ ἰδικός σου ἀλλὰ ὄχι ἰδικός σου Δαυίδ, ὁ ὁποῖος ὁμιλώντας μὲ τὰ τέκνα σου ἂς μᾶς εἰπῆ ποῖος εἶναι αὐτὸς ποὺ θεολογεῖ τόν ἀνυμνούμενον τώρα ἀπὸ αὐτά, καὶ στέκει κατὰ κάποιον τρόπον ἀπέναντι ἀπὸ τόν πῶλο λέγοντας: «Κύριε, ὁ Κύριος ἡμῶν, ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τὴ γῆ! Ὅτι ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν! Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον, ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν σου, τοῦ καταλῦσαι ἐχθρὸν καὶ ἐκδικητήν», τόν διάβολο δηλαδή. Σὺ ποὺ εἶσαι ἐπάνω στὸν πῶλο, εἶσαι Θεὸς ἀληθινός. «Καὶ ὀψόμεθα τοὺς οὐρανούς, ἔργα τῶν δακτύλων σου». Σὺ ποὺ εἶσαι ἐπάνω στόν πῶλο ἐθεμελίωσες τὴν σελήνη καὶ τοὺς ἀστέρας, σὺ ἐλάττωσες τoν ἄνθρωπο «βραχὺ τί παρ’ ἀγγέλους», καὶ φορώντας τoν ἄνθρωπο τόν ὕψωσες ἐπάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴν καὶ ἐξουσία, καὶ «δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν».

Σὺ μὲν φαίνεσαι ἐπάνω στὸν πῶλο, ἀλλὰ «ὁ Θρόνος σου, ὁ Θεὸς εἰς τoν αἰώνα τοῦ αἰῶνος, καὶ ράβδος εὐθύτητος ἡ ράβδος τῆς βασιλείας σου, ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν. Δία τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου», διότι ἔλαβες μορφὴν δούλου. Σὲ ἔχρισε ὄχι μὲ χρίσμα ἐλαίου, ἀλλὰ μὲ Πνεῦμα Ἄγιον. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔλαιον τῆς ἀγαλλιάσεως.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγε ἡ Παρθένος μητέρα σου: «ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτήρι μου», ὅταν τὴν ἐπεσκίασε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Σὺ δὲ ὁ πιστὸς ἀκροατής, πρόσεχε, παρακαλῶ, πῶς ἡ Παναγία Παρθένος ἀπεκάλεσε τὸν Υἱὸν της Θεόν. Ναί, λέγει, «Θεός μου», κατὰ τὴν θεϊκήν του οὐσία. «Υἱός μου», κατὰ τὴν οὐσία ποὺ ἔλαβε ἀπὸ ἐμένα. Διότι δὲν ἔφερα στὸν κόσμο κοινὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ Θεὸν σαρκωμένον.

Καὶ μάρτυς ἀξιόπιστος εἶναι ἡ σφραγὶς τῆς παρθενίας μου. Μὴν ὑποτιμήσης, ἄνθρωπε, τὸ περίβλημα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ ἐμένα ὁ Θεός, γιὰ νὰ μὴν ὑβρίσης ἔτσι αὐτὸν ποὺ τὸ περιεβλήθη. Μὴν ὑβρίσης τὴν σκηνή, διότι ὄντως χωρὶς ἀνθρώπινο χέρι ἐρράφη γι’ αὐτὸν ποὺ ἐσκήνωσε μέσα. Μὴ χωρίσης τὸ φῶς ἀπὸ τὴν σαρκικήν μου λαμπάδα, γιὰ νὰ μὴ σβύσης κακῶς τὸν Ἥλιο ποὺ ἔλαμψε στὸν κόσμο, καὶ χωρὶς μεσολάβηση ἀνθρώπου ἔγινε ἄνθρωπος. Διότι δὲν ἐγνώρισα ἄνθρωπον, ἀλλὰ εἶδα τὸν Θεὸν νὰ γίνεται μέσα μου ἄνθρωπος.

Ἔχεις, ὢ πιστότατον καὶ ἱερώτατον ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ, τὰ ἐγκώμια τῆς ἑορτῆς. Σκίρτησε. Ἔχεις τὰ θεῖα καὶ ἀμώμητα διδάγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπόλαυσέ τα. Ἔχεις τὰ ὄπλα τὰ πνευματικά. Πολέμησε ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου κατὰ τῶν λύκων, μάθε τους νὰ μὴ βλασφημοῦν. Δίδαξε τὸν ἀγώνα ὑπὲρ τῆς ἀληθείας.

Ἀπόδειξε ὅτι ὁ ἀγρὸς τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἰδικῆς μας καὶ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καθαρὸς ἀπὸ ὅλα τὰ ζιζάνια. Ἐὰν μὲν εἶσαι σὰν κάποιος Λάζαρος ἁλυσοδεμένος μὲ πταίσματα ἢ ἐνάντια δόγματα, ἄκου σήμερα τὸν Λόγο πού σοῦ φωνάζει: «Δεῦρο ἔξω», καὶ σὲ προστάζει νὰ λυθῆς καὶ νὰ ἀναστηθῆς. Ἐὰν δὲ εἶσαι κάποιος μαθητής, καὶ κατάλληλος πρὸς διδασκαλία, δέξου νὰ ἀποσταλῆς, νὰ λύσης καὶ νὰ ὁδηγήσης στὸν Χριστὸν πῶλο καὶ πώλους, καὶ πολλοὺς δεμένους στὴν πλάνη καὶ εὑρισκομένους στὴν ἀντίθετο πίστη, στὴν ἀντικρινὴ κώμη.

Καὶ ἂν κάποιοι ἀντιλέγουν καὶ δοκιμάζουν κακῶς νὰ ἐμποδίσουν τὴν λύση τῶν ἐκεῖ ἀκινητοποιημένων, λέγοντας: «Τί λύεις τὸν πῶλον», εἰπὲ καὶ σὺ ὅτι «ὁ Κύριος αὐτῶν χρείαν ἔχει». Διότι «Κύριος λύει πεπεδημένους, Κύριος σοφοῖ τυφλούς», ὅπως ἤκουσες στὸ Εὐαγγέλιο. Ἐπειδὴ ἀνεγνώρισαν ὅτι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης ἐπεσκέφθη τὴν γῆ, πολὺ φυσικὰ ἐκραύγασαν πρὸς αὐτὸν «ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱὲ Δαυϊδ».

Τί καινοφανῆ καὶ παράδοξα θαύματα! Οἱ τυφλοὶ ἀναβλέπουν, καὶ οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ βλέπουν, τυφλώνονται. Αὐτοὶ τὸν ὁμολογοῦν Κύριον, καὶ ἐκεῖνοι ἐρωτοῦν: «Τὶς ἔστιν οὗτος;». Δὲς τί λέγει ὁ Εὐαγγελιστής: «οἱ δὲ ὄχλοι οἱ προάγοντες καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Καὶ εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς Ἱερουσαλήμ, ἐσείσθη πάσα ἡ πόλις, λέγουσα. Τὶς ἔστιν οὗτος;» Εἶδες τὸ παράδοξον μυστήριο τοῦ Βασιλέως; Κάθεται σὲ πῶλο καὶ σείει τὴν πόλη, καὶ καθηλωμένος στὸν Σταυρὸν σείει τὴν οἰκουμένη. Γιὰ νὰ μάθης ὅτι ἦλθε γιὰ νὰ σείση καὶ νὰ καταλύση τὴν πολύθεο πλάνη τῶν εἰδώλων.

Κοίτα, παρακαλῶ, ἄγνωστες πτυχὲς τοῦ μυστηρίου τῆς οἰκονομίας του. Καθὼς ἔσειε στὸν Ἅδη τὸ ἐκεῖ δεσμωτήριο, καὶ οἱ ἄνω δυνάμεις ἔκραζαν πρὸς τὶς κάτω δυνάμεις «Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν», γιὰ νὰ εἰσέλθη αὐτὸς πού λέγει «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ θύρα», ἔκπληκτες οἱ ἐνάντιες δυνάμεις ἀντέλεγαν: «Τὶς ἔστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης»; Στὴν ἐπίγειο Ἱερουσαλὴμ πάλι παραξενεύονται καὶ ζητοῦν νὰ μάθουν «τὶς ἔστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;».

Ὅταν δὲ ἀνέρχεται πρὸς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, βλέποντας αὐτὸν μὲ τὸ σῶμα οἱ νοερὲς δυνάμεις, οἱ ὁποῖες οὐδέποτε τὸν εἶχαν ἰδεῖ, ἀφοῦ ἦταν ἀσώματος, θαυμάζοντας τὴν καινοφανῆ αὐτὴν ἄνοδον, ἀποροῦσαν λέγοντας μεταξύ τους «Τὶς ἔστιν οὗτος ὁ παραγενόμενος», ἐνσώματος στοὺς ἀσωμάτους χώρους;

Εἶναι δὲ ἄξιον θαυμασμοῦ, πῶς οἱ βασιλικὲς δυνάμεις ζητοῦν νὰ μάθουν «τὶς ἔστιν ὁ παραγενόμενος», αὐτὲς οἱ ὁποῖες στὴν κάτω γέννησή του ἐβόησαν καὶ ὕμνησαν συγχρόνως: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Σ’ αὐτὲς ἐμαθήτευσαν σήμερα τόσο καλῶς οἱ θεολόγοι τῶν ἑβραίων, δηλαδὴ τὰ τέκνα τους, λέγοντας: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Εἰρήνη ἐν οὐρανῷ καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις».

Διότι ἔτσι τὸ λέγει ὁ Λουκᾶς. Καὶ ἠμποροῦσες νὰ ἰδῆς στὴν Σιών ὡσὰν νὰ συνομιλοῦν καὶ νὰ ἀσπάζονται μεταξύ τους τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια. Οἱ ἐπάνω λέγουν «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη». Οἱ κάτω ἀποκρίνονται «εἰρήνη ἐν οὐρανῷ καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις». Οἱ ἄγγελοι εἶπαν τὸ «Ἐπὶ γῆς εἰρήνη», οἱ ἄνθρωποι ἐκραύγασαν «εἰρήνη ἐν οὐρανῷ».

Ἐπειδὴ ἐφανερώθη μεταξύ τους αὐτὸς ποὺ βοᾶ πρὸς ὅλους: «Εἰρήνη ὑμῖν», περὶ τοῦ ὁποίου ὁ Προφήτης προσηύχετο λέγοντας «Κύριε, ὁ Θεὸς ἠμῶν, εἰρήνην δὸς ἡμῖν», δηλαδὴ ἀπόστειλε τὸν Υἱόν σου τὸν μονογενῆ γιὰ νὰ συμφιλιωθῆς δι’ αὐτοῦ μὲ ἐμᾶς, ἀφοῦ θὰ βλέπης τὴν ἰδικὴν μας φύσιν ἡνωμένην μαζί σου δι’ αὐτοῦ. Αὐτὴν τὴν εἰρήνην βλέποντας οἱ χοροὶ τῶν ἀγγέλων ἔψαλλαν «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη», δηλαδὴ τελεία συμφιλίωσις τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἐχθρούς, τὴν ὁποία μαθαίνοντας καὶ τὰ παιδιὰ ἐκραύγαζαν «Ὡσαννά, εἰρήνη ἐν οὐρανῷ καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις». Διότι αὐτοὶ ποὺ ἤσαν κάποτε ἐχθροὶ μεταξύ τους, ἀδελφώθησαν.

Τώρα προσφέρουν μίαν θεολογία τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, στὸν οὐράνιον καὶ ἐπίγειον Χριστόν, καὶ μίαν προσκύνηση. Ὅθεν οἱ ἐπάνω παρακινοῦν τοὺς κάτω νὰ προσφέρουν θεολογία: «Προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν», καὶ οἱ κάτω ἀντιφωνοῦν πρὸς αὐτοὺς «προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ». Ὁ Δαυὶδ βοᾶ καὶ πρὸς τοὺς δύο: «Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ», καὶ τὰ παιδιὰ ἀποκρίνονται «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

Μὲ αὐτοὺς ἂς ἀνυμνήσωμε καὶ ἂς ἑορτάσωμε καὶ ἐμεῖς σήμερα, ὄχι πανηγυρικῶς ἀλλὰ θεϊκῶς, κρατώντας τὰ βαΐα ὄχι μόνον στὸ χέρι ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχή, καὶ ἀφοῦ τὴν λευκάνουμε περισσότερο ἀπὸ τὸ χιόνι, ἂς ἀποβάλωμε ἀπὸ αὐτὴν ὅλην τὴν νέκρωση τοῦ παλαιοῦ καὶ δερματίνου χιτῶνος, ἀπορρίπτοντας κάθε καύχηση καὶ ἔπαρση.

Ἐπειδὴ γι’ αὐτὰ ὁ Βασιλεὺς τῶν ἀσωμάτων δὲν κάνει χρῆσι ἁρμάτων καὶ στρατευμάτων γιὰ νὰ ἔλθη, ἀλλὰ κάθεται σὲ οἰκτρὸν καὶ μικρὸν πῶλον, ἐκπαιδεύοντας καὶ σένα νὰ μὴν καυχᾶσαι καθήμενος σὲ ἵππους καὶ ἡμιόνους, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν συνείδηση. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς ἂς ἔχωμε μετριοφροσύνη ὅπως ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ἀνέλθωμε μαζί του.

Ἂς ὑμνήσωμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἂς δοξολογήσωμε μὲ τὰ παιδιά, ἂς ἀναβοήσωμε μὲ τὸν λαὸν ὅ,τι ἀναβοοῦσε αὐτός. Ἂς σκιρτήσωμε μαζὶ μὲ τὴν Βηθανία, ἂς ἀναστηθοῦμε μὲ τὸν Λάζαρο, ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἔργα. Ἂς χορεύσωμε μαζὶ μὲ τοὺς Ἱεροσολυμίτες.

Ἂς κραυγάσωμε μαζὶ μὲ τοὺς τυφλοὺς ποὺ ἀνέβλεψαν. Ἂς ψάλλωμε μαζὶ μὲ τὰ νήπια καὶ τοὺς γέροντες. Ἂς κηρύξωμε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς. Ἂς στρώσωμε καλῶς στὸν δρόμο τῆς ζωῆς κλάδους ἐλαιῶν μὲ τὴν ἐλεημοσύνην, ὅπως τὰ παιδιά.

Ἂς περικόψωμε τὸν ὄγκο τῶν πολλῶν ὑλικῶν ὑπαρχόντων μας. Καὶ ἂς στρώσωμε γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας τὴν ἐλεημοσύνη στὴν ὁδὸν ἡ ὁποία μᾶς λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός», γιὰ νὰ εὕρωμε καὶ ἐμεῖς, διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, ἔλεος ἀπὸ αὐτήν, καὶ νὰ πορευθοῦμε μαζὶ μὲ αὐτὴν στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἂς εἰσέλθωμε μαζί της στὸν μεγάλο ναὸ καὶ «οἱ προπορευόμενοι καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες».

Οἱ προπορευόμενοι τὴν τρίτην ὥρα καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες περὶ τὴν ἑνδεκάτην. Οἱ προπορευόμενοι μὲ τὶς πράξεις καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες μὲ τὴν πρόθεση. Ὅλοι ἂς ἀναπέμψωμε δοξολογία καὶ μεγαλωσύνη στὸν Χριστὸ καὶ συγχρόνως στὸν Πατέρα καὶ στὸ Πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, καὶ οἱ προπορευόμενοι καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες, καὶ ἀκολούθως εἴθε νὰ συμβασιλεύσωμε μὲ Αὐτὸν καὶ νὰ ἀπολαύσωμε τὰ αἰώνια ἀγαθά, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς σύμπαντας αἰώνας τῶν αἰώνων.


imaik.gr

Τρίτη, Απριλίου 20, 2021

ἐκ κοιλίας ᾅδου κραυγῆς μου ἤκουσας φωνῆς μου


Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου, καὶ εἰσήκουσέ μου· ἐκ κοιλίας ᾅδου κραυγῆς μου ἤκουσας φωνῆς μου. ...ἄβυσσος ἐκύκλωσέ με ἐσχάτη, ἔδυ ἡ κεφαλή μου εἰς σχισμὰς ὀρέων. κατέβην εἰς γῆν, ἧς οἱ μοχλοὶ αὐτῆς κάτοχοι αἰώνιοι... ἐν τῷ ἐκλείπειν ἀπ᾿ ἐμοῦ τὴν ψυχήν μου τοῦ Κυρίου ἐμνήσθην, καὶ ἔλθοι πρὸς σὲ ἡ προσευχή μου εἰς ναὸν τὸ ἅγιόν σου. ( από την προσευχή του ιωνά)

Οι κεκοιμημένοι μας ζουν διά και εν Χριστώ.
Η ζωή τους συνδέεται με την προσωπική παρουσία του Χριστού και εκδηλώνεται εν αυτή. Εάν θελήσουμε να ενωθούμε πνευματικά με ένα κεκοιμημένο αδελφό μας που αγαπούσαμε πολύ, δεν θα προσπαθήσουμε να τον ζωντανέψουμε στη φαντασία μας, αλλά θα έρθουμε σε επικοινωνία με τον Ιησού και εν Αυτώ θα τον βρούμε.
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται:
«Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων, Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου».
Αφενός, στον Ιησού ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει μπροστά στη συγκίνηση και να θλιβεί για την απώλεια ενός φίλου:
« Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον δε οι Ιουδαίοι, ίδε πως εφίλει αυτόν».
Αφετέρου, ο Θεός, εν Χριστώ, μπορεί να διατάξει τον θάνατο ως έχων εξουσία: « Φωνή μεγάλη εκραύγασε· Λάζαρε, δεύρο έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς...».
Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: « Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρόν τοις πάθεσιν, ως συμπαθής εξανάστησον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου:
« Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: « Λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον...».
Να λοιπόν τι θα μάθουμε, αν πάμε το Σάββατο αυτό στη Βηθανία, στον τάφο του Λαζάρου. Εμείς όμως δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον Λάζαρο. Θέλουμε να συναντήσουμε στη Βηθανία τον Ιησού και να ξενινήσουμε μαζί Του τη φετινή Μ. Εβδομάδα. Μας προσκαλεί ο ίδιος και μας περιμένει. Η Μάρθα ήρθε κρυφά να πει στην αδελφή της: « Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σοι».
Και η Μαρία « ως ήκουσεν, εγείρεται ταχύ και έρχεται προς Αυτόν». Ο Κύριος με καλεί. Θέλει κατά τις ημέρες του Πάθους Του να μην τον εγκαταλείψω. Θέλει, αυτές ακριβώς τις μέρες να αποκαλυφθεί σε μένα – που μπορεί ήδη να «όζω» – με ένα τρόπο καινούριο και υπέροχο.
Κύριε, έρχομαι.

+Lev Gillet μ.

Δευτέρα, Απριλίου 19, 2021

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΗΘΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

 





H έκτη και τελευταία εβδομάδα της Mεγ. Σαρακοστής ονομάζεται «Εβδομάδα των Βαϊων». Για έξι μέρες πριν το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων η λατρεία της Εκκλησίας μας ωθεί ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό καθώς πρώτος αναγγείλει το θάνατο του φίλου Του και κατόπιν αρχίζει το ταξίδι Του στη Βηθανία και στην Ιερουσαλήμ. Το θέμα και ο τόνος αυτής της εβδομάδας δίνονται την Κυριακή το απόγευμα στον Εσπερινό: 

Την έκτην των σεπτών Νηστειών Εβδομάδα, προθύμως απαρχόμενοι, Κυρίω προεόρτιον ύμνον των Βαίων άσωμεν πιστοί, ερχομένω εν δόξη δυνάμει Θεότητος, επί την Iερουσαλήμ, νεκρώσαι τον θάνατον... 

Στο κέντρο της προσοχής είναι ο Λάζαρος - η αρρώστεια του, ο θάνατός του, ο θρήνος των συγγενών του και η αντίδραση του Χριστού σ' όλα αυτά.
Έτσι τη Δευτέρα ακούμε:
Σήμερον Χριστῷ δηλοῦται, πέραν Ἰορδάνου διατρίβοντι, ἡ νόσος τοῦ Λαζάρου, καὶ ὡς προγνώστης λέγει· Ἡ ἀσθένεια αὕτη, οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον.
Την Τρίτη:
Χθὲς καὶ σήμερον, ἡ νόσος ἡ τοῦ Λαζάρου· ταύτην γὰρ Χριστῷ δηλοῦσιν αἱ σύγγονοι, ἐν χαρᾷ ἡ Βηθανία προευτρεπίζου, τὸν Δεσπότην ξεναγωγῆσαι καὶ Βασιλέα, σὺν ἡμῖν βοῆσαι, Κύριε δόξα σοι.
Την Τετάρτη:
Σήμερον Λάζαρος, θανὼν ἐνθάπτεται, καὶ θρῆνον ᾄδουσιν, αἱ τούτου σύγγονοι, ὡς δὲ προγνώστης καὶ Θεός, τὸ πάθος προηγόρευσας, Λάζαρος κεκοίμηται, τοῖς Μαθηταῖς προφθεγγόμενος· ἀλλὰ νῦν ἀπέρχομαι, ἀναστῆσαι ὃν ἔπλασα. Διό σοι πάντες βοῶμεν· Δόξα τῷ κράτει τῆς ἰσχύος σου.
Την Πέμπτη:
Δισημερεύει Λάζαρος ἐν τῷ τάφῳ, τοὺς ἀπ' αἰῶνος βλέπει θανέντας· ἐκεῖ τεθέαται δείματα ξένα, πληθὺν ἀναρίθμητον, ᾍδου κρατουμένην τοῖς δεσμοῖς· διὸ αἱ σύγγονοι θρηνοῦσι πικρῶς προσβλέπουσαι τὸν τάφον αὐτοῦ, Χριστὸς δὲ ἥκει ζωῶσαι τὸν φίλον τὸν ἑαυτοῦ, τοῦ μίαν παρὰ πάντων ἐπιτελεῖσθαι συμφωνίαν. Εὐλογημένος εἶ Σωτήρ, ἐλέησον ἡμᾶς
Τέλος την Παρασκευή:
Ἔρχεται ὁ Κύριος, ἄνοιξόν σου τὰς πύλας, Βηθανία πρόσδεξαι, ἐν πίστει τὸν Δεσπότην· καὶ γὰρ ἥκει ἐξαναστῆσαι ἐκ τάφου, Λάζαρον ὡς μόνος παντοδύναμος.
H τελευταία εβδομάδα δηλαδή περνάει με πνευματική περισυλλογή πάνω στην ερχόμενη συνάντηση του Χριστού με το θάνατο - πρώτα στο πρόσωπο του φίλου Του Λαζάρου, έπειτα στο θάνατο του ίδιου του Χριστού. Πλησιάζει η «ώρα του Χριστού» για την οποία τόσο συχνά μιλούσε και προς αυτήν προσανατολιζόταν όλη η επίγεια διακονία Του. Θα πρέπει να ρωτήσουμε: ποιά είναι η θέση και ποιο το νόημα αυτών των πνευματικών σκέψεων πάνω στη Μεγάλη Σαρακοστή; Πώς συνδέονται με την όλη μας προσπάθεια της περιόδου αυτής; Αυτές οι ερωτήσεις προϋποθέτουν μια άλλη ερώτηση με την οποία θα πρέπει τώρα ν’ ασχοληθούμε με κάποια συντομία. Σε κάθε ανάμνηση γεγονότων από τη ζωή του Χριστού η Εκκλησία πολύ συχνά - αν όχι πάντοτε - μεταφέρει το παρελθόν στο παρόν. Έτσι τη μέρα των Χριστουγέννων ψέλνουμε: «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου...», την Κυριακή των Βαϊων λέμε: «Σήμερον εισέρχεται εις τα Ιεροσόλυμα...», τη Μεγάλη Παρασκευή: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου...». H ερώτηση λοιπόν είναι: ποιο είναι το νόημα αυτής της χρονικής μεταφοράς; ποια είναι η σημασία αυτού του λειτουργικού «σήμερον»;
Οι περισσότεροι από τους εκκλησιαζόμενους πιθανόν το θεωρούν αυτό σαν μια ρητορική μεταφορά, σαν ποιητικό «σχήμα λόγου». H δική μας, η σύγχρονη προσέγγιση της λατρείας γίνεται με δυο τρόπους: ή με τη λογική ή με το συναίσθημα. Η λογική προσέγγιση περιορίζει τη λειτουργική τελετουργία σε ιδέες. Βρίσκεται δε στις ρίζες της «Δυτικίζουσας» θεολογίας η οποία αναπτύχτηκε στην Ορθόδοξη Ανατολή αφού απομακρύνθηκε από την πατερική εποχή και για την οποία η θεία Λειτουργία είναι, στην καλύτερη περίπτωση ένα ακατέργαστο υλικό για καθαρούς διανοητικούς ορισμούς και θεωρήματα. Ότι δε στη λατρεία δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια διανοητική αλήθεια επιγράφεται «ποίηση» - δηλαδή κάτι που δεν μπορεί κανείς να το πάρει στα σοβαρά. Και εφ' όσον είναι ολοφάνερο ότι τα γεγονότα που μνημονεύονται από την Εκκλησία ανήκουν στο παρελθόν, το λειτουργικό «σήμερον» δεν μπορεί να έχει κάποιο σοβαρό νόημα. Όσο δε αφορά τη «συναισθηματική» προσέγγιση, αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας ατομικιστικής και εγωκεντρικής ευσέβειας που είναι, κατά πολλούς τρόπους, το συμπλήρωμα της διανοητικής θεολογίας. Γι' αυτού του είδους την ευσέβεια, η λατρεία, πάνω από καθετί άλλο, είναι ένα χρήσιμο πλαίσιο για προσωπική προσευχή, είναι φόντο για έμπνευση που σκοπός του είναι να «θερμάνει» την καρδιά μας και να τη στρέψει προς το Θεό. Το περιεχόμενο και το νόημα στις ακολουθίες, στα λειτουργικά κείμενα, στις ιεροτελεστίες έχουν, στην περίπτωση αυτή, δευτερεύουσα σημασία· όλα τούτα είναι χρήσιμα και ικανοποιητικά μόνον εφ' όσον με βοηθούν να προσεύχομαι! Και έτσι το λειτουργικό «σήμερον» σβήνει, όπως εξάλλου και όλα τα άλλα λειτουργικά κείμενα, μέσα σ’ ένα είδος ξεχωριστής κατανυκτικής και εμπνευσμένης «προσευχής». 
Εξαιτίας της πόλωσης στην εκκλησιαστική νοοτροπία όσον αφορά τους δυο τρόπους προσέγγισης της λατρείας, είναι πολύ δύσκολο σήμερα να δείξουμε ότι η αληθινή λειτουργία της Εκκλησίας δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στις «ιδέες» ούτε στην «προσευχή». Δεν εορτάζει κανείς τις ιδέες! Όσο για την ατομική προσευχή δεν λέει το Ευαγγέλιο ότι όταν θέλουμε να προσευχηθούμε να μπαίνουμε στο «ταμείον» μας και να έχουμε προσωπική επικοινωνία με το Θεό; (Ματθ. 6,6). Η σωστή αντίληψη της γιορτής προϋποθέτει και τα δυο, και το γεγονός και την κοινωνική ή ομαδική συμμετοχή σ’ αυτό. Μια γιορτή, ένα πανηγύρι, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν οι άνθρωποι συναντιώνται όλοι μαζί, ξεπερνώντας το φυσικό χωρισμό και την απομόνωση, δρουν όλοι μαζί σαν ένα σώμα, πραγματικά σαν ένα πρόσωπο μπροστά σ’ ένα γεγονός (γάμος, κηδεία, νίκη κλπ.). Και το πιο φυσικό θαύμα σε όλες τις γιορτές είναι ακριβώς το ότι ξεπερνιέται, έστω και προσωρινά, το επίπεδο των ιδεών και αυτής ακόμα της ατομικότητας. Χάνει πραγματικά κανείς τον εαυτό του μέσα σε μια γιορτή, και συναντάει τους άλλους κατά ένα μοναδικό τρόπο. Aλλά τότε ποιο ακριβώς είναι το νόημα αυτού του λειτουργικού ««σήμερον» με το οποίο η Εκκλησία εγκαινιάζει όλες τις γιορτές της; Με ποια έννοια γεγονότα από το παρελθόν γιορτάζονται «σήμερον»; 
Θα μπορούσε κανείς να πει χωρίς να υπερβάλει, ότι όλη η ζωή της Εκκλησίας είναι μια συνεχής ανάμνηση και αναφορά. Στο τέλος κάθε ακολουθίας αναφερόμαστε στους αγίους:«... ων την μνήμην επιτελούμεν...»· αλλά πέρα απ' όλες τις άλλες μνήμες η Εκκλησία είναι μια ατέλειωτη ανάμνηση του Χριστού. 
Από καθαρά φυσιολογική πλευρά η μνήμη είναι μια διφορούμενη λειτουργία. Έτσι το να θυμόμαστε κάποιον που αγαπάμε και πού τον χάσαμε σημαίνει δυο πράγματα. Από τη μια πλευρά η μνήμη είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή γνώση του παρελθόντος. Όταν θυμάμαι τον μακαριστό πατέρα μου, τον βλέπω· είναι παρών στη μνήμη μου όχι σαν ένα συνολικό άθροισμα όλων όσων γνωρίζω γι' αυτόν αλλά με όλη τη ζωντανή του πραγματικότητα. Aλλά από την άλλη πλευρά, αυτή η παρουσία με κάνει να συνειδητοποιώ ότι δεν είναι πια εδώ, ότι ποτέ δεν θα ξαναείναι σ’ αυτόν τον κόσμο και σ’ αυτή τη ζωή, ούτε θα αγγίξω το χέρι που τόσο ζωντανά βλέπω με τη φαντασία μου. Η μνήμη λοιπόν είναι η πιο θαυμάσια και ταυτόχρονα η πιο τραγική απ’ όλες τις ανθρώπινες λειτουργίες, γιατί τίποτε άλλο δεν αποκαλύπτει καλύτερα την σπασμένη φύση της ζωής μας. την ανικανότητα του ανθρώπου να διατηρήσει κάτι πραγματικά, να το κατέχει αληθινά σ’ αυτόν τον κόσμο. H μνήμη μας φανερώνει ότι ο «χρόνος και ο θάνατος βασιλεύουν στη γη». Aλλά ακριβώς γι’ αυτό η μοναδικά ανθρώπινη αυτή λειτουργία της μνήμης γίνεται το κέντρο του Χριστιανισμού, γιατί μ’ αυτή τελεί την ανάμνηση ενός Aνθρώπου, ενός Γεγονότος. μιας Νύχτας, μέσα στο βαθύ σκοτάδι της οποίας ακούμε τα λόγια: «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν...» Και να, το θαύμα γίνεται! Τον θυμόμαστε και Εκείνος είναι εδώ - όχι σαν μια νοσταλγική εικόνα από το παρελθόν, όχι σαν ένα θλιβερό «ποτέ πια...» αλλά με μια τέτοια έντονη παρουσία που η Εκκλησία μπορεί αιώνια να επαναλαμβάνει τα λόγια που είπαν οι μαθητές μετά τη συνάντηση στην Εμμαούς «...ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν...;»(Λουκ. 24,32). 
H φυσιολογική μνήμη είναι πρώτα απ’ όλα μια «παρουσία του απόντος» έτσι ώστε όσο περισσότερο παρών είναι αυτός πού θυμόμαστε τόσο πιο οξύς είναι ο πόνος από την απουσία του. Aλλά «εν Χριστώ» η μνήμη ξανάγινε η δύναμη που γεμίζει το διασπασμένο χρόνο, διασπασμένο από την αμαρτία και το θάνατο, από το μίσος και τη λησμοσύνη. Αυτή λοιπόν η νέα μνήμη, η μνήμη σαν δύναμη πάνω από το χρόνο και την καταστροφή του, αποτελεί την καρδιά της λειτουργικής γιορτής και του λειτουργικού «σήμερον». Σίγουρα η Παρθένος δεν γεννάει σήμερα, ούτε κάποιος «ουσιαστικά» στέκεται μπροστά στο Σταυρό· και σαν γεγονότα τούτες oι πράξεις ανήκουν στο παρελθόν. Aλλά «σήμερον» μπορούμε να θυμόμαστε αυτές τις πράξεις και η Εκκλησία είναι βασικά το δώρο και η δύναμη αυτής της ανάμνησης που μεταβάλλει πράξεις από το παρελθόν σε αιώνια σημαντικά γεγονότα. 
H λειτουργική γιορτή λοιπόν είναι μια νέα είσοδος της Εκκλησίας στο γεγονός και αυτό σημαίνει είσοδο όχι μόνο στις «ιδέες» του γεγονότος αλλά στη χαρά του, στη λύπη, στη ζωή του και στη συγκεκριμένη πραγματικότητά του. Ένα πράγμα πρέπει να ξέρουμε, ότι με την κραυγή «...Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλιπες» ο Σταυρωμένος Χριστός φανέρωσε την «κένωση» Του και την ταπείνωση Του. Είναι όμως πολύ διαφορετικό πράγμα να γιορτάζουμε κάθε χρόνο αυτό που έγινε εκείνη τη μοναδική Παρασκευή· οπότε χωρίς καμιά λογικοποίηση ξέρουμε με πλήρη βεβαιότητα ότι αυτά τα λόγια, που ακούστηκαν μια μόνο φορά παραμένουν αιώνια αληθινά και τίποτε, ούτε η νίκη, ούτε η δόξα μπορούν ποτέ να τα εξαλείψουν. Αυτό που πρέπει να εξηγήσουμε είναι ότι η ανάσταση του Λαζάρου έγινε για να βεβαιωθούμε για «την κοινήν ανάστασιν» (τροπάριο της ημέρας). Είναι κάτι το συναρπαστικό να γιορτάζουμε κάθε μέρα για μια ολόκληρη εβδομάδα αυτή τη συνάντηση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, που αργά αργά πλησιάζει, να γινόμαστε μέρος της, να βλέπουμε με τα μάτια μας και να νιώθουμε με όλο το είναι μας αυτό πού υπονοεί ο Ιωάννης με τα λόγια του: «Ιησούς ουν ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντας...ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν... και εδάκρυσεν» (Iωάν. 11,33-35). Για μας και σε μας όλα αυτά συμβαίνουν «σήμερον». Δεν ήμασταν τότε εκεί, στη Βηθανία κοντά στον τάφο με τις αδερφές που θρηνούσαν. Μόνο από το Ευαγγέλιο ξέρουμε όλα όσα έγιναν εκεί. Aλλά μέσα στην Εκκλησία με τη γιορτή της σήμερα, ένα ιστορικό γεγονός γίνεται ένα γεγονός και για μας, για μένα, γίνεται μια δύναμη στη ζωή μου, μια ανάμνηση, μια χαρά. Η θεολογία δεν μπορεί να πάει πέρα από την «ιδέα». Καί όσον αφορά την Ιδεολογική πλευρά, άραγε έχουμε ανάγκη αυτές, τις πέντε συνεχείς μέρες εφ' όσον είναι κάτι τόσο απλό να λέμε: «την κοινήν ανάστασιν... πιστούμενοι»; Aλλά το όλο θέμα είναι ότι η πρόταση αυτή καθ' αυτή δεν βεβαιώνει τίποτε. H αληθινή επιβεβαίωση πηγάζει από τη γιορτή και συγκεκριμένα απ' αυτές τις πέντε μέρες οπότε διακηρύττουμε την αρχή της φοβερής μάχης ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, και αρχίζουμε όχι τόσο πολύ να καταλαβαίνουμε όσο να μαρτυρούμε ότι ο Χριστός πρόκειται να θανατώσει το θάνατο. 
H ανάσταση του Λαζάρου, η υπέροχη γιορτή αυτού του μοναδικού Σαββάτου, είναι πέρα από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Την Παρασκευή, παραμονή του Σαββάτου, σ’ ένα ιδιόμελο λέμε: «την ψυχωφελή πληρώσαντες Τεσσαρακόστην, την αγίαν εβδομάδα του Πάθους Σου, αιτούμεν κατιδείν». Μέσα στη λειτουργική ορολογία, το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαϊων είναι η «έναρξη του Σταυρού». Aλλά η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής, η προεόρτια αυτών των ημερών, είναι η τελική αποκάλυψη του νοήματος της Μεγάλης Σαρακοστής. 
Από την αρχή είπαμε ότι η Σαρακοστή είναι προετοιμασία για το Πάσχα· στην πραγματικότητα όμως η καθημερινή εμπειρία, που έχει μέχρι τώρα γίνει παράδοση, βεβαιώνει ότι αυτή η προετοιμασία παραμένει αφηρημένη και κατ' όνομα μόνο. H Σαρακοστή και το Πάσχα είναι βαλμένα πλάι πλάι αλλά χωρίς καμιά ουσιαστική κατανόηση της σχέσης τους και της αλληλοεξάρτησης. Ακόμα και όταν δεν παίρνουμε τη Σαρακοστή μόνο σαν μια περίοδο για να πραγματοποιήσουμε την ετήσια εξομολόγηση και τη θεία Κοινωνία, συνήθως τη σκεπτόμαστε σαν μια περίοδο για ατομική προσπάθεια και έτσι παραμένει εγωκεντρική. Με άλλα λόγια, εκείνο που ουσιαστικά λείπει από το βίωμα της Σαρακοστής είναι: η σωματική και πνευματική προσπάθειά μας να σκοπεύουν στη συμμετοχή μας στο «σήμερον» της Ανάστασης του Χριστού, όχι σαν μια αφηρημένη ηθικότητα, ούτε σαν μια ηθική πρόοδο μας η σαν έναν αυστηρότερο έλεγχο στα πάθη, ούτε ακόμα σαν μια προσωπική τελείωση, αλλά σαν πλήρη συμμετοχή (συμμετοχή που περικλείει τα πάντα) στο τελικό «σήμερον». H χριστιανική πνευματικότητα που δεν έχει αυτόν το σκοπό κινδυνεύει να γίνει ψευτο-χριστιανική γιατί σε τελευταία ανάλυση μια τέτοια πνευματικότητα παρακινείται από το «εγώ» και όχι από το Χριστό. O κίνδυνος εδώ είναι ότι, όταν η καρδιά εξαγνιστεί, καθαριστεί και ελευθερωθεί από το δαίμονα που την κατοικούσε, παραμένει άδεια και ο δαίμονας ξαναγυρίζει σ’ αυτή «και παραλαμβάνει επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί και γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων» (Λουκ. 11.26). 
Στον κόσμο τούτο το καθετί - ακόμα και η «πνευματικότητα» - μπορεί να γίνει δαιμονική. Έτσι είναι πάρα πολύ σημαντικό να ξαναβρούμε το νόημα και το ρυθμό της Μεγάλης Σαρακοστής σαν γνήσιας προετοιμασίας για το μεγάλο «σήμερον» του Πάσχα. 
 
Τελικά, στη διάρκεια αυτής της προπαρασκευαστικής εβδομάδας, αρχίζει η ανάμνηση του μυστηρίου. H όλη προσπάθεια της Σαρακοστής μας έκανε ικανούς να παραβλέψουμε όλα εκείνα που, συνήθως καθημερινά, επισκιάζουν το κεντρικό αντικείμενο της πίστης, της ελπίδας και της χαράς μας. O χρόνος, όπως τον ξέραμε, τέλειωσε πια. Τώρα μετριέται όχι όπως συνήθως με τις απασχολήσεις και τις φροντίδες μας, αλλά με ό,τι συμβαίνει στο δρόμο για τη Βηθανία, και πέρα απ’ αυτή, για τα Ιεροσόλυμα. Και, ακόμα μια φορά λέμε, πως όλα αυτά δεν είναι ρητορικά σχήματα. Για όποιον έχει γευτεί την αληθινή λειτουργική ζωή - έστω και μια μόνο φορά, ακόμα και με ατέλειες, - είναι σχεδόν ολοφάνερο ότι από τη στιγμή που ακούμε: «Χαίροις πόλις Βηθανία, πατρίς η του Λαζάρου..., αύριον Χριστός παραγίνεται...», ο εξωτερικός κόσμος γίνεται κάπως εξωπραγματικός και σχεδόν νιώθει κανείς πόνο όταν από ανάγκη έρχεται καθημερινά σε επαφή μ’ αυτόν. H πραγματικότητα βρίσκεται σ’ αυτά που συμβαίνουν στην Εκκλησία, σ’ αυτή την ανάμνηση που μέρα με τη μέρα μας κάνει ν’ αναγνωρίσουμε τι σημαίνει να περιμένεις, και γιατί ο Χριστιανισμός είναι πάνω από κάθε άλλη προσδοκία και προετοιμασία. Έτσι όταν φτάνει ο Εσπερινός της Παρασκευής και ψέλνουμε: «την ψυχωφελή, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν...» δεν έχουμε μόνο εκπληρώσει μια ετήσια χριστιανική «υποχρέωση», αλλά είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας τα λόγια του ύμνου που ψέλνουμε την επόμενη μέρα: 
Διὰ Λαζάρου σε Χριστός, ἤδη σκυλεύει θάνατε, καὶ ποῦ σου ᾍδου τὸ νῖκος; τῆς Βηθανίας ὁ κλαυθμός, νῦν ἐπὶ σὲ μεθίσταται, πάντες κλάδους τῆς νίκης, αὐτῷ ἐπισείωμεν.

Απόσπασμα 
από το βιβλίο του 
π. Αλέξανδρου Σμέμαν
Μεγάλη Σαρακοστή. 
Πορεία προς το Πάσχα
Ακρίτας

πηγη: ιστολόγιο ΜΙΚΡΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟ