ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Τρίτη, Μαΐου 14, 2019
Και ο Θεός δεν θέλει να χαθώ...
Σάββατο, Μαρτίου 24, 2018
H μεγαλύτερη νίκη του Κολοκοτρώνη
Στο ίδιο τραπέζι έκατσε κι η μάνα του. Μόλις αναγνώρισε το χρυσοκέντητο επενδύτη του δολοφονημένου παιδιού της, ξέσπασε σε κλάματα. Μέσα στη δικαία της αγανάκτηση τα έβαλε με τον Στρατηγό. «Πώς βάζεις στο τραπέζι μας το φονιά του αδελφού σου;» του είπε μέσα από τα αναφιλητά της. Αμέσως όμως πήρε μια αληθινά Χριστιανική απάντηση από το στόμα του μεγαλόψυχου γιου της: «Σώπασε μάνα, εγώ τον συγχώρεσα και αυτό το τραπέζωμα είναι το καλύτερο μνημόσυνο για τον μακαρίτη τον αδελφό μου!» και μη μπορώντας να κρατηθεί άλλο πια, ξέσπασε και εκείνος σε κλάματα.
Τώρα που πλησίαζε το πέρασμα του στην άλλη ζωή, ήθελε να συγχωρέσει και το μεγαλύτερο εχθρό του. Ποιος ήταν αυτός; Ο Κωνσταντίνος Σχινάς. Αυτός που σαν Υπουργός Δικαιοσύνης προσπαθούσε να εξαναγκάσει τους δικαστές να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Μόνο δύο ήταν εκείνοι που δεν υπέκυψαν. Ο μόλις 32 ετών Πρόεδρος Αναστάσιος Πολυζωίδης είχε απαντήσει τότε στον Υπουργό: «Εν ονόματι της δικαιοσύνης, και του ιερού προσώπου του Βασιλέως δεν υπογράφω την καταδίκη! Προτιμώ να μου κόψουν το χέρι!». Το ίδιο απόλυτος ήταν και ο άλλος επίσης έντιμος δικαστής, ο Γεώργιος Τερτσέτης. «Δεν θα μας βρείτε συνεργούς στη δολοφονία δύο ανθρώπων!» Μ’ αυτά τα λόγια είχε απαντήσει στον Υπουργό εννοώντας τον Κολοκοτρώνη και το συγκατηγορούμενο του, Δημήτριο Πλαπούτα. Ο Κωνσταντίνος Σχινάς που είχε γίνει Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, βλέποντας τον Αρχιστράτηγο της Επαναστάσεως μπροστά του λύγισε. Συναισθάνθηκε το μεγάλο του σφάλμα. Τότε ο Γέρος με ένα βλέμμα γαλήνιο γεμάτο καλοσύνη και ανωτερότητα προχώρησε κοντά του, τον αγκάλιασε και το φίλησε δίνοντας του για πάντα τη συγχώρεση.
Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2018
Αρχ.Αντώνιος Bloom:Μην ζητάμε να δούμε τον Θεό, απροετοίμαστοι!
Θα ήθελα να σας πω ένα παράδειγμα πάνω σ’ αυτό.
Ο άνθρωπος εκείνος με ρώτησε γιατί τα έλεγα αυτά. του πρότεινα λοιπόν να σκεφτεί λίγα λεπτά και να μου πει αν υπήρχε κάποιο χωρίο του Ευαγγελίου που να τον είχε συγκινήσει ιδιαίτερα, για να δει ποια σχέση υπάρχει μεταξύ του Θεού και του ιδίου.
Μου απάντησε λοιπόν «ναι, είναι στο όγδοο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Ιωάννου, το χωρίο που μιλάει για το λιθοβολισμός της πόρνης». «
Ο άνθρωπός μου σκέφτηκε λίγο και έπειτα είπε: «Όχι, νιώθω πως είμαι ο μόνος Εβραίος που δεν θα είχε απομακρυνθεί αλλά θα είχα λιθοβολήσει τη γυναίκα». Τον κοίταξα λοιπόν και του απάντησα: «Δόξαζε το Θεό που δεν σου επιτρέπει να Τον συναντήσεις πρόσωπο προς πρόσωπο!».
Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2018
Κυριακή Τυρινής: Ευσπλαχνία, η υπόθεση του Τριωδίου
Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2018
Ο Εσταυρωμένος με το κατεβασμένο χέρι...
Σάββατο, Αυγούστου 19, 2017
Το ευαγγέλιο της συγχώρησης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
Τρίτη, Μαρτίου 15, 2016
Περί Συγχωρήσεως
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 28, 2014
Κυριακή Τυρινής: Ευσπλαχνία, η υπόθεση του Τριωδίου
Καλόν αγώνα!
π π κ εβδομάδα τυρινής 2014
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2012
Ἡ συγχώρηση (Μία ἀληθινή ἱστορία)
Πρίν πολλά χρόνια καί μετά τήν λήξη τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ καί τοῦ ἀδελφοκτόνου πολέμου, σέ κάποιο χωριό, ἔγινε ἕνας φόνος, γιά πολιτικούς μᾶλλον λόγους καί ἐξαιτίας τοῦ μεγάλου φανατισμοῦ, πού ἐπικρατοῦσε ἐκείνη τήν ἐποχή. Κατηγορήθηκε, λοιπόν, κάποιος χωριανός, ὁ Πέτρος Γ. καί μέ τίς μαρτυρίες πέντε συγχωριανῶν του δικάστηκε καί καταδικάστηκε σέ 30 χρόνια φυλάκιση. Ὁ κατηγορούμενος ὅμως ἰσχυρίζετο συνεχῶς ὅτι ἦτο ἀθῶος. Κλείσθηκε σέ ἀγροτικές φυλακές, ἀλλά μέρα-νύχτα διαλαλοῦσε καί μονολογοῦσε ὅτι ἦτο ἀθῶος.
Σ’ αὐτές τίς φυλακές πήγαινε μιὰ φορά τόν μήνα ἕνας εὐλαβέστατος ἱερεύς καί λειτουργοῦσε στό ἐκκλησάκι πού ὑπῆρχε καί κατόπιν ἐδέχετο γιά ἐξομολόγηση ὅσους ἐκ τῶν φυλακισμένων τό ἐπιθυμοῦσαν. Ὕστερα ἀπό 5-6 μῆνες, πῆγε καί ὁ ἐν λόγω χωριανός στόν εὐλαβῆ ἐκεῖνον ἱερέα καί ἐξομολόγο, καί ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καί μπροστά στό πετραχήλι τοῦ Πνευματικοῦ, βεβαίωνε μέ ὅρκους ὅτι ἦταν ἀθῶος.
Ἀπό τότε πού ἐξομολογήθηκε μέσα στίς φυλακές ὁ Πέτρος Γ., ἄλλαξε τελείως διαγωγή καί ἔγινε ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καί τῆς μελέτης τοῦ Εὐαγγελίου, πού τοῦ δώρησε ἐκεῖνος ὁ καλός ἱερεύς. Μέσα σ’ ἕναν χρόνο ἀλλοιώθηκε τόσο πολύ, πού ὅλοι οἱ συγκρατούμενοί του καί βαρυποινίτες ἄρχισαν νά τόν σέβωνται καί νά τοῦ φέρωνται φιλικά. Καί μέ τήν Χάρι καί τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ γρήγορα πείσθηκε ὁ εὐλαβής ἱερεύς γιά τήν ἀθωώτητά του, ὥστε τοῦ ἐπέτρεπε νά κοινωνῆ κάθε φορὰ πού λειτουργοῦσε στίς φυλακές.
Ὁ ἱερεύς προσπάθησε κάτι νά κάμη μέσω κάποιων δικηγόρων, ἀλλά οἱ μάρτυρες ἦσαν ἀπολύτως κατηγορηματικοί, γιατί ἦσαν δῆθεν παρόντες στόν φόνο. Παρά ταῦτα ὁ Ἐξομολόγος πίστευε ὅτι ὄντως ἦτο ἀθῶος καί θύμα σκευωρίας. Ὁ Πέτρος Γ. ὄχι μόνο προσηύχετο μέ τό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού τό ἔμαθε ἀπό τό βιβλίο «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ», ἀλλά μελετοῦσε τό Εὐαγγέλιο καί κοινωνοῦσε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, σκορπώντας σέ ὅλους τοὺς συγκρατουμένους του πολλή καλωσύνη. Συγχωροῦσε δέ μέ ὅλη του τήν καρδιά καί τούς κατηγόρους του καί αὐτόν ἀκόμα τόν ἄγνωστο φονιά. Δέν φταῖνε, οἱ καημένοι, ἔλεγε. Φταίει τό πολιτικό καί ἰδεολογικό πάθος, φταίει καί ὁ διάβολος πού τούς σκοτεινίασε τό μυαλό κι ἔτσι κρύψανε τήν ἀλήθεια. Θεέ μου, συγχώρεσέ τους· καί ἀπό μένα νά ‘ναι συγχωρεμένοι. καί χάρισέ τους πλούτη καί ἀγαθά πολλά, ἀλλά χάρισέ τους προπαντός καί ἰδιαιτέρως φωτισμό καί ὑγεία.
Ἔτσι πέρασαν 19 χρόνια. Κατόπιν, λόγω τῆς καλῆς καί ἀρίστης διαγωγῆς καί ἐπειδή ἔκανε καί στίς τότε ἀγροτικές φυλακές, ὅπου ἐμειώνετο ἡ ποινή, ἀποφυλακίσθηκε. Ἦτο πλέον 50 ἐτῶν. Στό χωριό ὅμως δέν ἔγινε δεκτός, ἐπειδή τόν πίστευαν ὅλοι γιά φονιά καί κυρίως οἱ συγγενεῖς τοῦ φονευμένου. Ἔτσι, μετακόμισε σέ μία γειτονική πόλι καί ἔκαμε τόν ἐργάτη, τόν οἰκοδόμο καί κυρίως τόν μαραγκό, δουλειά πού τήν ἔμαθε στήν φυλακή. Ἡ ζωή του ὅμως ἐξακολουθοῦσε νά εἶναι ζωή ἑνός ἀληθινοῦ χριστιανοῦ, μέ τήν ἀκριβῆ συμμετοχή στά Μυστήρια, μέ τήν σωστή τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν καί ἰδιαιτέρως μέ τήν προσευχή. Ἡ προσευχή ἦταν τό ὀξυγόνο τῆς ζωῆς του. Ἡ Εὐχή καί τό Εὐαγγέλιο ἦσαν γι’ αὐτόν «ἄρτος ζωῆς» καί «ὕδωρ ζῶν».
Μία κοπέλα 42 ἐτῶν, θεολόγος σέ κάποιο Γυμνάσιο τῆς περιοχῆς, πληροφορήθηκε ἀπό τόν Πνευματικό τῶν φυλακῶν, πού ἦτο καί δικός της Πνευματικός, τά πάντα γιά τόν Πέτρο Γ. καί ἰδιαιτέρως γιά τό πόσο ἦτο ἀφοσιωμένος στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία Του. Πῆγε, τόν βρῆκε καί κατόπιν τόν ζήτησε ἡ ἴδια σέ γάμο!. Ἀπό τόν εὐλογημένο αὐτό γάμο προῆλθαν δυό παιδιά, ὑγιέστατα.
Ὕστερα ἀπό μερικά χρόνια, στό χωριό πού ἔγινε ὁ φόνος, κάποιος ἀρρώστησε βαρειά μέ ἀνεξήγητους φοβερούς πόνους σέ ὅλο του τό σῶμα. Ἡ ἐπιστήμη μέ τούς γιατρούς καί τίς κλινικές ἐξετάσεις, πού ἦσαν προηγμένες, στάθηκαν ἀδύνατον νά τόν βοηθήσουν!!! Οὔτε κἄν τήν αἰτία δέν μπόρεσαν νά ἐντοπίσουν!
Ἔτσι, μιὰ βραδυά στό σπίτι του, ἀφοῦ ἐπέστρεψε ἀπό τό νοσοκομεῖο, σ’ αὐτήν τήν φοβερή κατάστασι, ἄρχισε νά κραυγάζη μέσα στούς φοβερούς του πόνους ὅτι αὐτός ἦτο ὁ φονιάς καί μέ τούς 4 ψευδομάρτυρες, τούς ὁποίους ἐξηγόρασε μέ μεγάλα χρηματικά ποσά, κατηγόρησαν τόν Πέτρο Γ., ποὺ συμπτωματικά περνοῦσε ἀπό ἐκεῖνο τό σταυροδρόμι, τήν ὥρα πού ἔγινε ὁ φόνος.
Φώναξαν τόν ἀστυνόμο τοῦ τμήματος τοῦ χωριοῦ, ὑπέγραψε τήν ὁμολογία του κατονομάζοντας καί τούς 4 ψευδομάρτυρες καί συνεργούς του. Ποιά νομική διαδικασία ἀκολουθήθηκε μετά, δέν γνωρίζω. Ἡ ὁμολογία του ὅμως ἔκανε κρότο στό χωριό, προκαλώντας σύγχυσι, ταραχές καί πολλές κατάρες, οἱ ὁποῖες βάραιναν τόν φονιά.
Παρά ταῦτα, ἡ ψυχή τοῦ φονιᾶ δέν ἔφευγε. Κι αὐτός ἐξακολουθοῦσε νά τσιρίζη καί νά κραυγάζη. Ὁ Πέτρος Γ., ὅπως ἦτο ἑπόμενον, τό ἔμαθε. Δέν κίνησε ὅμως καμιά διαδικασία γιά τήν ἀποκατάστασι τῆς τιμῆς του μέ ἀναθεώρησι τῆς δίκης, μέ μηνύσεις κατά τῶν ἐνόχων καί ἄλλων ἐνδίκων νομίμων μέσων. Ἀλλά τί ἔκανε; Πῆγε στό σπίτι τοῦ φονιά!…Οἱ πάντες πάγωσαν. Οἱ περισσότεροι χωρικοί, ὅταν τόν εἶδαν νά περνάη μέσα ἀπό τό χωριό, ἀπό τήν ντροπή τους κρύφθηκαν. Πάγωσε καί ὁ φονιάς ὅταν τόν ἀντικρυσε, καί μέ γουρλωμένα τά μάτια ἀπό τήν ἔκπληξι καί τήν φρίκη, τόν ἄκουσε νά τοῦ λέη: Γιῶργο, σέ συγχωρῶ μέ ὅλη μου τήν καρδιά. Καί σ’ εὐχαριστῶ, γιατί ἤσουν ἡ αἰτία νά γνωρίσω τόν Χριστό μέ τήν Ἐκκλησία Του καί τά ἅγια Μυστήριά της. Εὔχομαι νά Τόν γνωρίσεις κι ἐσύ, μέ μετάνοια καί προσευχή! Τόν ἀγκαλίασε, τόν φίλησε καί ἔφυγε, ἐνῶ κάποια δάκρυα κρυφά ἔτρεχαν ἀπό τά μάτια του.
Ὁ θρίαμβος τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ ἦλθε, ὕστερα ἀπό 35 χρόνια! Ἀλλά ὑπῆρξε καί θρίαμβος τῆς ἐμπιστοσύνης, τῆς πίστεως καί τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς τοῦ ἀδικημένου Πέτρου Γ. στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Καί ταυτόχρονα στέφανος δόξης στήν ὑπομονή καί μακροθυμία, πού ἔδειξε τόσα χρόνια. Εὐλογήθηκε ἡ μετέπειτα ζωή του, ὅπως προείπαμε, μ’ ἕναν χριστιανικό γάμο καί μέ οἰκογένεια πού ἦτο «κατ’ οἶκον ἐκκλησία» καί μέ δύο τρισευλογημένα παιδιά. Καί μάλιστα, μετά τήν ὁλοκάρδια συγχώρησι πού ἔδωσε καί τήν ἀγάπη πού ἔδειξε πρός ὅλους, πολλαπλασιάσθηκε ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στό σπιτικό του. Εἶχε τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ πάνω του, τήν εὐλογία τῆς Παναγίας, τήν προστασία τῶν Ἁγίων καί τήν συμπαράστασι τῶν Ἀγγέλων.
Ἐκοιμήθη ὁσιακῶς σέ ἡλικία 80 ἐτῶν, τό 1999. Παρών στήν κοίμησί του ἦτο καί ὁ ἐννενηντάχρονος ἱερεύς τῶν φυλακῶν, πού μοῦ διηγήθηκε αὐτό τό γεγονός, γιά νά μέ διαβεβαιώση ὅτι λίγο πρίν τό τέλος τοῦ Πέτρου Γ., Ἄγγελοι καί Ἀρχάγγελοι πλημμύρισαν τό δωμάτιό του, τούς ὁποίους ἔβλεπε ὄχι μόνο ὁ ψυχορραγῶν μέ τά μάτια του, ἀλλά καί ὁ ἐν λόγω ἱερεύς. Αὐτοί καί παρέλαβαν τήν ψυχή του, μετά τό τελευταῖο σημεῖον τοῦ σταυροῦ πού ἔκανε ὁ Πέτρος Γ., λέγοντας:
- Ἄγγελέ μου! Ἄγγελέ μου!, δέν τήν ἀξίζω αὐτή τήν τιμή. Καί τοῦτο εἰπών, ἐκοιμήθη!.
Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, παρ’ ὅλο πού ἦταν ἔγγαμος καί ζοῦσε μέσα στόν σημερινό κόσμο, μετά ἀπό τήν τεράστια καί ἄδικη δοκιμασία καί ταλαιπωρία του στήν φυλακή, μαζί μέ βαρυποινίτες, εἶχε καρπούς τῆς Εὐχῆς, τῆς θείας Κοινωνίας καί τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς. Ἡ ἔγγαμη ζωή του δέν τόν ἐμπόδισε νά λέγη μέρα-νύχτα τήν Εὐχή, ὅπως τήν ἔμαθε ἀπό τό βιβλίο «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ».
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο, Ἡ Εὐχή μέσα στόν Κόσμο, Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Ἀναγνωστόπουλου)
το βρήκα εδώ
Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2012
(Η παραβολή του άσπλαχνου δούλου, Ματθ. 18,23-35)

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2012
Τί θὰ πεῖ συγχώρηση;

πηγη
Τρίτη, Φεβρουαρίου 09, 2010
Νικηφόρος και Σαπρίκιος

Ό Θεός είναι αγάπη. Και όποιος δεν την έχει, ματαιοπονεί, έστω και αν είναι χριστιανός και λέει ότι αγωνίζεται εν Χριστώ. Όταν το 257 μ.Χ. (επί Ούαλεριανοϋ και Γαληΐνου) δόθηκε διαταγή διωγμού κατά των χριστιανών, έπιασαν πολλούς επισκόπους και Ιερείς, με σκοπό να τους βασανίσουν για να αρνηθούν το Χριστό. ο Νικηφόρος, χριστιανός ευσεβέστατος, είδε μεταξύ αυτών των Ιερέων και έναν, ονομαζόμενο Σαπρίκιο (πρεσβύτερο Αντιοχείας). Αυτός έτρεφε μεγάλο μίσος κατά του Νικηφόρου, πιστεύοντας ίσως στα λόγια κάποιου συκοφάντη. Χωρίς να χάσει στιγμή ο Νικηφόρος, τρέχει ανάμεσα στους δήμιους, πέφτει στα πόδια του και παρακαλεί να τον συγχωρέσει, έστω και αν έκανε κάτι πού δεν το κατάλαβε. Μάταια όμως. ο Σαπρίκιος έκανε πώς δεν τον άκουγε. Έπειτα, μετά το μαστίγωμα πού δέχθηκε ο Σαπρίκιος, ο Νικηφόρος τον έπαναπλησιάζει, ασπάζεται τις πληγές του και ζητάει να του δώσει, έστω και την τελευταία στιγμή, την ευλογία του. ο Σαπρίκιος, ανένδοτος, τον διώχνει και οδηγείται για αποκεφαλισμό. Όμως ο Θεός δε θέλησε τη θυσία του. Διότι με το στόμα του Απ. Παύλου λέει: "Και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπη ν δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι"1. Και αν, δηλαδή, δώσω το σώμα μου για να καώ, δεν έχω όμως αγάπη, δεν ωφελούμαι τίποτα απ' τη θυσία αυτή. Και έτσι έγινε. ο Σαπρίκιος την τελευταία στιγμή δείλιασε και αρνήθηκε το Χριστό! Μόλις το άκουσε ο Νικηφόρος τον παρακαλεί να ανακαλέσει την άρνηση του. Τότε εκνευρισμένοι οι δήμιοι, αποκεφαλίζουν αυτόν. Έτσι, ο Νικηφόρος πήρε το στεφάνι του μαρτυρίου και ο Σαπρίκιος το στίγμα της ατιμίας.
Κυριακή, Μαρτίου 01, 2009
Ανεξικακία και συγχώρηση

Κάποιος σοφός πατήρ λέει: «Εκείνος που αδικείται και συγχωρεί, ομοιάζει με τον Ιησού. Εκείνος που δεν αδικεί μεν, αλλ’ ούτε να αδικείται του αρέσει, είναι στη θέση του Αδάμ. Ο άδικος όμως, ο κακεντρεχής κι ο συκοφάντης δεν διαφέρει από τον διάβολο».
Ο Αββάς Ισίδωρος ο Πρεσβύτερος μιας σκήτης στην Αίγυπτο είχε τόση ανεξικακία, ώστε έπαιρνε κοντά του κι διόρθωνε όλους τους κακούς υποτακτικούς. Όταν λόγου χάρι συνέβαινε να έχει κανένας από τους Γέροντες υποτακτικό αντίλογο ή ανυπότακτο και ήθελε να τον διώξει, ο Αββάς Ισίδωρος προλάβαινε και του έλεγε:
-Φέρε τον σε μένα, αδελφέ.
Τον κρατούσε στο κελί, και με την καλωσύνη και την υπομονή του τον διόρθωνε και τον έστελνε σωφρονισμένο στο Γέροντά του.
Στην Εκκλησία πάλι το πιο προσφιλές του κήρυγμα ήταν το «εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών...»(Ματθ.6, 14).
-Αδελφοί, συγχωρήσατε, συγχωρήσατε τους αδελφούς σας, για να συγχωρηθούν αι αμαρτίαι σας, φώναζε από τον άμβωνα με όλη τη δύναμη της ψυχής του ο άγιος Γέροντας.
Κάποιος χριστιανός πήγε να συμβουλευθεί τον Αββά Σιλουανό.
-Έχω ένα θανάσιμο εχθρό, Πάτερ, του εξομολογηθεί. Τα κακά που μου έχει προξενήσει αυτός ο άνθρωπος είναι αναρίθμητα. Προ καιρού κέρδισε με απάτη ένα μεγάλο κομμάτι από το χωράφι μου. Με συκοφαντεί, όπου βρεθεί, κακολογεί κι εμένα και την οικογένειά μου. Μου έχει κάνει το βίο αβίωτο. Τώρα τελευταία μάλιστα επιβουλεύεται και την ζωή μου. Πριν λίγες ημέρες έμαθα πως αποπειράθηκε να με δηλητηριάσει. Δεν παίρνει άλλο λοιπόν. Είμαι αποφασισμένος να τον παραδώσω στη δικαιοσύνη.
-Κάνε όπως θέλεις, του είπε με αδιαφορία ο Αββάς Σιλουανός.
-Δε νομίζεις, Πάτερ, πως όταν τιμωρηθεί και μάλιστα αυστηρά, όπως του πρέπει, θα σωθεί η ψυχή του; ρώτησε ο άνθρωπος, που τώρα άρχισε να ενδιαφέρεται και για την ψυχική ωφέλεια του εχθρού του.
-Κάνε ό,τι σε αναπαύει, εξακολουθούσε να λέγει με το ίδιο ύφος ο Όσιος.
-Πηγαίνω, λοιπόν, στον δικαστή κατ’ ευθείαν, είπε ο χριστιανός και σηκώθηκε να φύγει.
-Μη βιάζεσαι τόσο, του είπε με ηρεμία ο Όσιος. Ας προσευχηθούμε πρώτα να κατευοδώσει ο Θεός την πράξη σου.
Άρχισε το «Πάτερ ημών».
«Και μη αφίης ημίν τα οφειλήματα ημών, ως ουδέ ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών», ακούστηκε να λέγει μεγαλοφώνως ο Όσιος, σαν έφτασε σ’ αυτόν τον στίχο.
-Λάθος, Αββά, δε λέγει έτσι η Κυριακή Προσευχή, έσπευσε να διορθώσει ο χριστιανός.
-Έτσι όμως είναι, αποκρίθηκε μ’ όλη του την απάθεια ο Γέροντας. Αφού αποφάσισες να παραδώσεις τον αδελφό του στο δικαστή, ο Σιλουανός δεν κάνει άλλη προσευχή για σένα.
Ένας αγαθώτατος ερημίτης γειτόνευε με κάποιον τεμπέλη Μοναχό, που βαρειόταν να δουλέψει και για να ζήσει πήγαινε κρυφά στην καλύβη του γείτονά του και του έκλεβε τα πράγματα. Ο Ερημίτης το είχε καταλάβει, αλλά δεν έκανε ποτέ του λόγο γι’ αυτό στον ένοχο.
-Για να κάνει τέτοια πράξη, θα έχει πολλή ανάγκη ο Αδελφός, έλεγε συχνά στον εαυτό του ο αγαθός Γέροντας.
Δούλευε όμως σκληρά, για να καταφέρει να ζήσει και μ’ όλο τούτο, υστερείτο, γιατί ο κλέπτης παίρνοντας για κουταμάρα τη σιωπή του είχε εντελώς αποθρασυνθεί και δεν του άφηνε σχεδόν ούτε ψωμί να φάγει.
Έφθασε η ώρα να κοιμηθεί ο Ερημίτης κι οι Αδελφοί της σκήτης μαζεύτηκαν γύρω του να πάρουν την ευχή του. Ανάμεσά τους ο ετοιμοθάνατος είδε εκείνον που τόσα χρόνια τον είχε κάνει να υποφέρει με τις κλεψιές του. Του έγνεψε να πάει κοντά του, και , όταν εκείνος πλησίασε, πήρε τα χέρια του μέσα στα δικά του κι άρχισε να τα φιλεί.
-Ευχαριστώ τα χέρια αυτά, έλεγε, που έγιναν αφορμή να βρω σήμερα τον Παράδεισο.
Αν μάθεις πως κάποιος σε μισεί και σε κακολογεί – λέγει ένας από τους Πατέρες- μη του κρατάς κακία. Αν μπορείς μάλιστα στείλε του ένα δώρο. Έτσι θα έχεις το θάρρος να πεις στον Χριστό την ώρα της Κρίσης
-Άφες μου, Δέσποτα, τα οφειλήματά μου, καθώς και εγώ αφήκα τα οφειλήματα του πλησίον μου.
Μερικοί ευλαβείς νέοι ανέβηκαν στη σκήτη να επισκεφθούν ένα πνευματικό Γέροντα. Έξω από την καλύβη του βρήκαν κάτι τσομπανόπουλα, που έβοσκαν τα κοπάδια τους. Έκαναν όμως τόση φασαρία με τα παιχνίδια και τις φωνές τους, που απόρησαν οι επισκέπτες.
-Πώς ανέχεσαι αυτά τα παλιόπαιδα, Πάτερ, και δεν τα διώχνεις; Ρώτησαν τον Γέροντα.
-Είναι καιρός τώρα, τέκνα μου, απεκρίθη ο αγαθός Γέρων, που έχω αποφασίσει να τα μαλώσω και να τα διώξω. Κάθε φορά όμως αναβάλλω, λέγοντας στον εαυτό μου αν τόσο μικρή ενόχληση δεν ανέχεσαι, πως θα σηκώσεις ένα πιο μεγάλο πειρασμό; Έτσι συνηθίζω να δέχομαι ευχαρίστως τις μικροδοκιμασίες, που μου στέλνει ο Κύριός μου.
Κάποιος ερημίτης είχε ένα νεαρό μαθητή δύστροπο κι ανυπότακτο. Με κανένα τρόπο δεν εννοούσε ν’ ακούσει τις συμβουλές του Γέροντος του και να διορθωθεί. Ο Όσιος μακροθυμούσε, ελπίζοντας πως με τον καιρό θα φρονίμευε.
Μια μέρα ο υποτακτικός κλείδωσε το κελλαρικό που φύλαγαν τα λίγα τρόφιμά τους και κατέβηκε στην πόλη, χωρίς να πει σε κανένα τίποτα κι έμεινε δύο εβδομάδες. Στο διάστημα αυτό ο Γέροντας του έμεινε νηστικός, αφού δεν έβρισκε τι να φάει. Κάποτε, τέλος πάντων, τον πήρε είδηση ένας γείτονάς του και του πήγε λίγες μαγειρεμένες φακές.
-Σαν ν’ άργησε πολύ ο υποτακτικός σου, είπε ο γείτονας.
Και ο αγαθώτατος Γέροντας, μ’ όλη του την ανεξικακία
-Ε, όταν ευκαιρήσει ο αδελφός, θα έλθει πάλι, αποκρίθηκε.
Ένας από τους Γέροντες δίνει την ακόλουθη αξιοπρόσεκτη συμβουλή:
Αν μεταξύ σού και κάποιου άλλου ειπωθούν λόγια δυσάρεστα κι εκείνος, ύστερα από λίγο, αρνηθεί αυτά που είπε, συ μη επιμένεις να του λέγεις, ναι τα είπες, γιατί σίγουρα θα παρεκτραπεί πάλι και θα σου απαντήσει:
-Ναι, τα είπα. Και με τούτο τι;
Και έτσι θα μεγαλώσει η φιλονικία. Λησμόνησε λοιπόν τα πικρά λόγια για να έλθει μεταξύ σας ομόνοια και ειρήνη.
(Από το Γεροντικό. www.enoriaka.gr)






