Toυ Μιχαήλ Εμμ. Σαμάρκου
από το fb

# Άγιος Γρηγόριος Νύσσης
Επειδή λοιπόν, έπρεπε ο καλός ποιμένας να δώσει την ψυχή του για χάρη των προβάτων του, ώστε με τον ίδιο του το θάνατό του να καταλύσει τον θάνατο, τότε γίνεται και γίνεται και τα δύο ο αρχηγός της σωτηρίας μας για την ανθώπινη φύση, και ιερέας και αμνός, με το να ενεργήσει το θάνατο μέσα σ’ εκείνο που μπορεί να δεχτεί την κοινωνία του πάθους.
Επειδή ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά χωρισμός της ψυχής και του σώματος, αυτός που ενώθηκε και με τα δύο, την ψυχή δηλαδή και το σώμα, δε χωρίζεται από κανένα. Αλλά επιμερίζοντας τον εαυτό του και στο σώμα και στην ψυχή, με την ψυχή ανοίγει στο ληστή τον παράδεισο και με το σώμα σταματά τη διαδικασία της φθοράς. Κι αυτό ακριβώς είναι η κατάλυση του θανάτου, το να αδρανοποιηθεί η φθορά εξαφανισμένη μέσα στη ζωοποιό φύση. Γιατί αυτό που πραγματοποιείται σ’ αυτά αποβαίνει κοινή ευεργεσία και δωρεά της φύσης μας.
Και έτσι συνενώνει με την ανάσταση όλα τα διαχωρισμένα αυτός που βρίσκεται και στα δύο, που παρέδωσε με την εξουσία που έχει, το σώμα του στην καρδιά της γης, όπως έχει γραφει (Ματθ. 12, 40), και έδωσε την ψυχή του από μόνος του, όπως λέει στον Πατέρα του, «στα χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου» (Λουκ. 23, 46), και στο ληστή «από σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο» (Λουκ. 23, 43). Γιατί δεν πρέπει να πιστεύουμε πως είναι κάπου αλλού η θεία εκείνη βιοτή, που λέγεται παράδεισος, παρά μόνο μέσα στην ευρύχωρη παλάμη Tου Πατέρα».
# Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
«Αλλά θα ρωτήσει κάποιος: πως ανασταίνονται οι νεκροί; Ω, τι απιστία! Ω, τι ανοησία! Αυτός που μετέτρεψε με μόνη την θέλησή του το χώμα σε σώμα, δε θα αναστήσει πολύ ευκολότερα, μόνο με τη θέλησή Του, αυτό που δημιουργήθηκε και έπαθε αποσύνθεση; Λοιπόν να θεωρήσεις ότι τα σπέρματα θάβονται μέσα στα αυλάκια του χωραφιού, ως μέσα στους τάφους. Ποιός είναι αυτός που έβαλε μέσα σ’ αυτά ρίζες, καλάμια και φύλλα και στάχυα; Δεν είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος; Δεν τα έβαλε η προσταγή αυτού που τα κατασκεύασε όλα; Πίστευε, λοιπόν, ότι έτσι θα γίνει και η ανάσταση των νεκρών με τη θεία θέληση και το θείο νεύμα διότι η δύναμη συνεργεί με τη βούληση».
# Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης
«Τί είναι αυτό, αδελφοί αγαπητοί και φιλέορτοι και φιλόχριστοι; Τί είναι αυτή η μεγάλη λαμπροφορία; Τί είναι αυτή η τόση φωταγωγία και χαρά; Τί είναι αυτό που έκανε την Εκκλησία να στράφτει τόσο πολύ; Τί είναι αυτό που λάμπρυνε την οικουμένη; Τί είναι αυτό που έκανε να δημιουργηθεί τόσο μεγάλη χαρά και ευχαρίστηση;
Χθες ήμασταν σε λύπη και σήμερα σε χαρά. Χθες σε κατήφεια και σήμερα σε ευθυμία. Χθες σε θρήνους και σήμερα σε αλαλαγμούς.
Ρωτάς ποια είναι η αιτία αυτών και τι είναι εκείνο που προκάλεσε αυτή την τόσο μεγάλη χαρά και λαμπρότητα; Ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς και όλος ο κόσμος γέμισε από αγαλλίαση. Κατάργησε με το ζωοποιό του θάνατο το θάνατο και όλοι όσοι βρίσκονταν στον Άδη ελευθερώθηκαν απ’ τα δεσμά του. Άνοιξε τον Παράδεισο και τον έκανε προσιτό σε όλους.
Πόσο, αλήθεια, μεγάλο βάθος, που δεν μπορεί να κατανοηθεί! Πόσο μεγάλο ύψος, που δεν μπορεί να μετρηθεί! Πόσο φρικτό μυστήριο, που υπερβαίνει τη δύναμη του νου!
Υμνούν οι άγγελοι, επειδή ευφραίνονται για τη σωτηρία μας. Χαίρονται οι προφήτες βλέποντας να εκπληρώνονται οι προφητείες τους. Όλη η κτίση εορτάζει μαζί μας γιατί ξημέρωσε γι’ αυτήν ημέρα σωτήρια, έλαμψε πάλι ο ήλιος της δικαιοσύνης».
(Ε.Π.Ε. Φιλοκαλία, τόμος 18ος)
# Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
«Είναι ημέρα της Αναστάσεως σήμερα και το ξεκίνημα είναι ευνοϊκό . ας καμαρώνουμε για το πανηγύρι και ας αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον. Ας προσφωνήσουμε « αδερφοί», ακόμη κι εκείνους που μας μισούν και, πολύ περισσότερο, εκείνους που από αγάπη έχουν κάμει ή έχουν πάθει κάτι. Ας δώσουμε συγχώρεση για όλα προς χάρη της Αναστάσεως. Ας δώσουμε συγχώρεση ο ένας στον άλλο...
Χτες σταυρωνόμουν μαζί με τον Χριστό, σήμερα δοξάζομαι μαζί Του. Χτες γινόμουν νεκρός μαζί Του, σήμερα γίνομαι ζωντανός μαζί Του. Χτες θαβόμουν μαζί Του, σήμερα ανασταίνομαι μαζί Του...
Ας γίνουμε όπως ο Χριστός, γιατί και ο Χριστός έγινε όπως εμείς. Ας γίνουμε θεοί γι’ Αυτόν, επειδή κι Εκείνος έγινε άνθρωπος για χάρη μας.
Δέχτηκε το χειρότερο, για να δώσει το καλύτερο. Έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη δική Του φτώχεια. Έλαβε μορφή δούλου, για να πάρουμε εμείς από Αυτόν την ελευθερία. Κατέβηκε στη γη, για να υψωθούμε στον ουρανό. Δοκιμάστηκε από πειρασμούς, για να νικήσουμε. Ατιμάστηκε για να μας δοξάσει . πέθανε για να μας σώσει , ανέβηκε στους ουρανούς για να τραβήξει κοντά Του εμάς που βρισκόμαστε ριγμένοι κάτω με την πτώση στην αμαρτία».
Απόσπασμα από τον 1ο λόγο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στο άγιο Πάσχα
# Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
«Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, πολύ λίγοι όμως είναι αυτοί που τη βλέπουν καθαρά και αυτοί που δεν την είδαν, δεν μπορούν να προσκυνήσουν τον Ιησού Χριστό ως Άγιο και Κύριο….
Και το ιερότατο λόγιο που καθημερινά έχουμε στο στόμα, δε λέει «Ανάστασιν Χριστού πιστεύοντες» αλλά τι; «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον».
Πως λοιπόν μας προτρέπει τώρα το Άγιο Πνεύμα να λέμε ότι είδαμε αυτήν που δεν είδαμε, αφού μάλιστα μια φορά αναστήθηκε ο Χριστός πριν χίλια χρόνια κι ούτε τον είδε κανείς να ανασταίνεται; Άραγε μήπως η Αγία Γραφή θέλει να λέμε ψέματα;
Όχι βέβαια αλλά αυτό που μας προτρέπει να ομολογούμε είναι η αλήθεια, επειδή η Ανάσταση του Χριστού συντελείται μέσα στον κάθε πιστό κι όχι μια φορά, αλλά κάθε ώρα θα λέγαμε, αφού αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός ανασταίνεται μέσα μας και λαμπροφορεί και απαστράπτει τις αστραπές της αφθαρσίας και της θεότητος.
Γιατί η φωτοφόρος παρουσία του Πνεύματος μας υποδεικνύει την Ανάσταση του Χριστού ή μάλλον μας αξιώνει να δούμε αυτόν τον ίδιο τον Αναστάντα. Γι’ αυτό και λέμε: «Θεός είναι ο Κύριος μας και φανερώθηκε σε μας» (ψαλμ.117, 27).
Σ’ όσους λοιπόν αποκαλυφθεί ο αναστημένος Χριστός, πάντως πνευματικά εμφανίζεται στα πνευματικά τους μάτια. Γιατί, όταν έρχεται σε μας δια του Αγίου Πνεύματος, μας ανασταίνει εκ νεκρών, μας ζωοποιεί και μας δίνει τη χάρη να Τον βλέπουμε μέσα μας ολοζώντανο, Αυτόν τον αθάνατο και ανώλεθρο και να γνωρίζουμε πλήρως, ότι Αυτός μας συνανασταίνει και μας συνδοξάζει, όπως μαρτυρεί η Αγία Γραφή».
Κατηχητικός λόγος ιγ΄
# Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Χρειασθήκαμε Θεό που σαρκώθηκε και πέθανε, για να ζήσουμε. Νεκρωθήκαμε μαζί Του, για να καθαρισθούμε. Αναστηθήκαμε μαζί Του, επειδή μαζί Του και νεκρωθήκαμε. Συνδοξασθήκαμε, επειδή συναναστηθήκαμε.
Είναι πολλά μεν λοιπόν τα θαύματα της τότε εποχής: Θεός που σταυρώνεται, ήλιος που σκοτίζεται και πάλι ανατέλλει (γιατί έπρεπε και τα κτίσματα να συμπάσχουν με τον Κτίστη). Καταπέτασμα που σχίζεται, αίμα και νερό που χύνεται απ' την πλευρά (το μεν αίμα, γιατί ήταν άνθρωπος, το δε νερό γιατί ήταν πάνω απ' τον άνθρωπο). Γη, που σείεται, πέτρες που σχίζονται για χάρη της πέτρας (που είναι ο Χριστός), νεκροί που ανασταίνονται, ως επιβεβαίωση της τελευταίας και κοινής αναστάσεως.
Τα σημεία δε στον τάφο, τα μετά τον τάφο, ποιος θα μπορούσε επάξια να τα υμνήσει; Τίποτε δε δεν υπάρχει σαν το θαύμα της σωτηρίας μου: λίγες σταγόνες αίματος αναπλάθουν τον κόσμο όλο και γίνονται σαν χυμός γάλακτος για όλους τους ανθρώπους, που συνδέουν και συνάγουν εμάς σε μια ενότητα.
Αλλ' ω Πάσχα, το μέγα και ιερό, εσύ ΧΡΙΣΤΕ, που καθαρίζεις τον κόσμο όλο! Γιατί θα σου μιλήσω σαν κάτι έμψυχο. Ω Λόγε Θεού και φως και ζωή και σοφία και δύναμη! Γιατί χαίρομαι μ' όλα σου τα ονόματα! Ω γέννημα κι ορμή και σφραγίδα του μεγάλου νου! Ω Λόγε που νοείσαι κι άνθρωπε που φαίνεσαι, ο οποίος φέρεις τα πάντα προσδεδεμένα στο λόγο της δυνάμεώς σου!
Θεοδώρου δεσπότου του Λασκάρεως
Χριστός Ανέστη εκ νεκρών· οι νεφέλες ας ράνουν (ραντίσουν) με νερό αγαλλιάσεως, τα φυτά ας φέρουν χλωρά φύλλα κι ας δώσει η γη τον καρπό της· ο Δημιουργός των πάντων ανέστη εκ των νεκρών, και σεις βλαστήσατε· της αρετής οι κλάδοι ανθήσατε, γιατί ο Αρχηγός της ζωής ανέστη εκ νεκρών. Ποιός δεν χαίρει σήμερα; ποιος δεν ενθουσιάζεται; ποιός δεν τέρπεται; και ποιός, για να το ειπώ έτσι, δεν ευφραίνεται;
Ανέστη εκ των νεκρών, και του Άδου το βασίλειο κατέλυσε· ανέστη, και τον διάβολο κατήργησε· ανέστη, και την αμαρτία εξήλειψε· ανέστη, και την ειδωλομανία εμείωσε· ανέστη, και την πλάνη απεδίωξε· ανέστη, και τον Αδάμ διέσωσε· ανέστη και τους αγγέλους έκαμε αμετακίνητους προς το κακό· ανέστη, και τον άνθρωπο έσωσε· ανέστη, και τα ουράνια συνέδεσε με τα επίγεια, υποδεικνύοντας τον Εαυτό Του παγκόσμιο βασιλέα και υπέρτατο Δεσπότη όλων: των αγγέλων, των ανθρώπων, των στοιχείων, των στοιχειωτών και, πρωτοφανές, των δαιμόνων. Χαίρετε, λοιπόν, με ανεκλάλητη χαρά· όσοι ακούετε ότι, ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών, ευφραίνεσθε· ποιος δεν προσκυνεί τον Πρώτο και τον Έσχατο, κατά την θεηγόρο φωνή· ποιος δεν Τον δοξάζει; Διελύθη το σκοτάδι· ελευθερωθήκαμε από τα δεσμά· προς την άνω βασιλεία υψωθήκαμε.
Αναστάσεως ημέρα· και ποιός δεν θα λάβει πνευματική κινύρα (κιθάρα) για να ψάλει επαναλαμβανόμενο μέλος (άσμα), με ωδές και ψαλμούς και αγαλλίασι μεγάλη, και με διαπεραστική μελωδία να αλαλάξει και να βοήσει το, ανέστη εκ των νεκρών; Χριστός Ανέστη εκ νεκρών. Φύγε μακριά μας κάθε δαιμονική φάλαγγα· κι ο αρχηγός του σκότους, με την στρατιά σου κάτελθε προς τα τάρταρα· γιατί ανέστη ο Αρχηγός της ζωής και το βασίλειό σου εσκύλευσε·
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Κατηχητικός Λόγος εις το Πάσχα
Γιατί αν κι ο Σωτήρας μας κρατήθηκε από το θάνατο, τελικά τον εξαφάνισε. Ο Κύριός μας που κατέβηκε στον άδη άρπαξε κι ανέσυρε μαζί Του όσους κρατούσε ο άδης. Ο Κύριος πίκρανε τον άδη, όταν εκείνος ο παμφάγος Τόν κατάπιε. Κι αυτό ήταν που προβλέποντας το παλιά ο προφήτης Ησαΐας είχε βροντοφωνήσει: Χριστέ μου, όταν ο άδης εκεί κάτω στο σκοτάδι σε συνάντησε, πικράνθηκε. Και πολύ σωστά πικράνθηκε, γιατί από τότε καταργήθηκε.
Πικράνθηκε γιατί ξεγελάστηκε. Πικράνθηκε γιατί θανατώθηκε.
Πικράνθηκε γιατί έχασε πια την εξουσία του.
Πικράνθηκε γιατί ο ίδιος τώρα υποδουλώθηκε. Εκείνος, καθώς νόμιζε, είχε λάβει σώμα θνητό και βρέθηκε απρόσμενα μπροστά σε Θεό. Εκείνος είχε πάρει χώμα από τη γη και συνάντησε Θεό, που είχε κατεβεί από τον ουρανό. Εκείνος είχε πάρει ένα σώμα ορατό και καταισχύνθηκε από τον Αόρατο.
Πού είναι λοιπόν άδη η νίκη σου;
Αναστήθηκε ο Χριστός και έχεις πια οριστικά κατανικηθεί.
Αναστήθηκε ο Χριστός και οι δαίμονες έχουν στα βάραθρα της απώλειας γκρεμιστεί.
Αναστήθηκε ο Χριστός και χαίρουν οι Άγγελοι.
Αναστήθηκε ο Χριστός και η ζωή παντού βασιλεύει.
Αναστήθηκε ο Χριστός και δεν θα μείνει πια κανένας νεκρός στο μνήμα. Γιατί με την Ανάστασή Του ο Χριστός έγινε η αρχή της αναστάσεως όλων όσων έχουν κοιμηθεί. Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και η εξουσία στους απέραντους αιώνες. Αμήν
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Χριστὸς ἀνέστη!
Εὐφρόσυνος καὶ φωτεινὴ ἀνέτειλε καὶ πάλιν ἡ ἁγία ἡμέρα τοῦ Πάσχα καὶ σκορπίζει χαράν, παρηγορίαν, ἀγαλλίασιν καὶ βεβαίαν ἐλπίδα ζωῆς εἰς ὅλους τοὺς πιστούς, παρὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἀνὰ τὸν κόσμον βαρεῖαν ἀτμόσφαιραν ἐξ αἰτίας τῆς πολυδιαστάτου κρίσεως, μὲ ὅλας τὰς γνωστὰς ὀδυνηρὰς ἐπιπτώσεις της εἰς τὸν καθημερινὸν βίον τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἀνέστη ἐκ τοῦ Τάφου ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, καὶ μαζί Του ἀνέστη ὁ ἄνθρωπος! Ἡ καταδυναστεία τοῦ θανάτου ἀποτελεῖ παρελθόν. Ἡ ἀπελπισία τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ ᾅδου παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτί. Ὁ μόνος Ἰσχυρὸς καὶ Χορηγὸς τῆς ζωῆς, ἀφοῦ ἀνέλαβεν ἐθελουσίως διὰ τῆς Ἐνσαρκώσεώς Του ὅλην τὴν δυστυχίαν τῆς φύσεώς μας καὶ τὸ ἴδιον τὸ κεφάλαιόν της, τὸν θάνατον, ἤδη «τὸν ᾅδην ἐνέκρωσε τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος»[1] καὶ ἐχάρισεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ζωὴν καὶ «περισσὸν» ζωῆς.[2]
Αὐτὴν τὴν περίσσειαν ζωῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀναστὰς ἐχάρισεν εἰς ἡμᾶς, δὲν παύει νὰ συκοφαντῇ καὶ νὰ διαβάλῃ πάντοτε μὲ συνέπειαν πρὸς τὸ ὄνομά του ὁ διάβολος, καίτοι ἀπονευρωμένος πλέον καὶ ἐντελῶς ἀνίσχυρος καὶ καταγέλαστος. Τὴν συκοφαντεῖ μὲ τὴν εἰς τὸν κόσμον ἐπικρατοῦσαν ἀκόμη «ὕβριν», τόσον ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ὅσον καὶ ἔναντι τοῦ συνανθρώπου καὶ τῆς ὅλης κτίσεως. Τὴν διαβάλλει μὲ τὴν εἰσέτι ὑφισταμένην ἐντὸς ἡμῶν «ἀρχαίαν σκωρίαν» τῆς ἁμαρτητικῆς ροπῆς, τὴν ὁποίαν καταλλήλως πάντοτε ἐκμεταλλεύεται, προσπαθῶν νὰ μᾶς παγιδεύσῃ εἴτε εἰς τὴν ἔμπρακτον ἁμαρτίαν, εἴτε εἰς τὴν περὶ τὴν πίστιν πλάνην. Ἡ «ὕβρις» εἶναι ἀπότοκον τῆς «σκωρίας» ἐκείνης καὶ ἀμφότεραι συναποτελοῦν τὸ ἀπαίσιον ζεῦγος τῶν εὐθυνομένων διὰ τὴν διατάραξιν τῶν σχέσεών μας πρὸς ἑαυτούς, πρὸς ἀλλήλους, πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς ὅλην τὴν Δημιουργίαν. Εἶναι, κατὰ ταῦτα, ἀδήριτος ἀνάγκη νὰ ἀποκαθάρωμεν τὴν σκωρίαν ἐκείνην μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας, ὥστε νὰ λάμψῃ ἄπλετον τὸ ζωοποιὸν φῶς τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ εἰς τὸν νοῦν, εἰς τὴν ψυχὴν καὶ εἰς τὸ σῶμα μας, νὰ ἀπομακρύνῃ τὸ σκότος τῆς ὕβρεως καὶ νὰ ἐκχυθῇ τὸ «περισσὸν» τῆς ζωῆς εἰς τὸν κόσμον ὅλον. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ οὔτε διὰ τῆς φιλοσοφίας, οὔτε διὰ τῆς ἐπιστήμης, οὔτε διὰ τῆς τέχνης, οὔτε διὰ τῆς τεχνικῆς, οὔτε διά τινος ἰδεολογίας, εἰ μὴ μόνον διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν μέχρι Παθῶν καὶ Σταυροῦ καὶ Τάφου καὶ ταμείων τοῦ ᾅδου συγκαταβάντα καὶ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον Ἰησοῦν Χριστόν, ἐκφραζομένης διὰ μυστηριακῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ ἐμπόνου καὶ συστηματικοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ζῇ ἀδιαλείπτως καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως, καὶ διὰ τῶν ἁγίων Μυστηρίων της, τῆς Θεολογίας καὶ τῆς πρακτικῆς διδασκαλίας της, μᾶς δίδει τὴν δυνατότητα νὰ μεταλάβωμεν τοῦ θαύματος, νὰ μετάσχωμεν τῆς νίκης κατὰ τοῦ θανάτου, νὰ γίνωμεν τέκνα φωτόμορφα τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἀληθῶς «θείας κοινωνοὶ φύσεως»[3], ὅπως συνέβη καὶ συμβαίνει μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Ἡ εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας ἡμῶν φυομένη κακοβότανος καὶ ἀκανθηρὰ δέσμη τῶν παθῶν, ἡ λιπαινομένη ἐκ τῆς σκωρίας τοῦ ἐν ἡμῖν «παλαιοῦ ἀνθρώπου»,[4] εἶναι ἐπάναγκες νὰ μεταμορφωθῇ τὸ συντομώτερον ἐν Χριστῷ, διὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν περὶ ἡμᾶς ζωντανῶν εἰκόνων Του, δηλ. τῶν συνανθρώπων μας, εἰς ἀνθοδέσμην ἀρετῶν, ἁγιασμοῦ καὶ δικαιοσύνης. Οὕτω, ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος ἐπικαίρως ψάλλει: «Δικαιοσύνης ἐσθῆτα περιβαλλόμενοι λευκὴν ὑπὲρ χιόνα, τῇ παρούσῃ τοῦ Πάσχα ἡμέρᾳ εὐφρανθῶμεν, ἐν ᾖ ὁ Χριστός, δικαιοσύνης ὡς ἥλιος ἐκ τῶν νεκρῶν ἀνατείλας, πάντας ἡμᾶς ἀφθαρσίᾳ κατεφαίδρυνεν».[5] Τὸ λευκὸν ἔνδυμα τῆς δικαιοσύνης μᾶς ἐδόθη συμβολικῶς κατὰ τὸ ἅγιον Βάπτισμα καὶ καλούμεθα διὰ τῆς διαρκοῦς μετανοίας, τῶν χαροποιῶν δακρύων, τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς, τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐπιθυμιῶν, τῆς ὑπομονῆς εἰς τὰ ὀδυνηρὰ τοῦ βίου καὶ τῆς ἀνυποχωρήτου προσπαθείας πρὸς πρακτικὴν ἐφαρμογὴν πασῶν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα τῆς κεφαλαιώδους ἐντολῆς τῆς ἀγάπης, νὰ τὸ ἀνακαθάρωμεν, μετέχοντες οὕτως εἰς τὴν σταυρικὴν κένωσιν τοῦ Θεανθρώπου, ὥστε νὰ ἔλθῃ ἡ πασχάλιος εὐφροσύνη, τὸ φαιδρὸν ἀναστάσιμον φῶς καὶ ἡ σωτηρία εἰς τὴν ζωὴν μας καὶ εἰς τὸν περὶ ἡμᾶς κόσμον.
Ταῦτα ἀπὸ τοῦ πάντοτε ἐν τῇ δοκιμασίᾳ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ φωτὶ καὶ τῇ χαροποιῷ ἐμπειρίᾳ τῆς Ἀναστάσεως, ὑπάρχοντος Φαναρίου ἑορτίως γράφοντες καὶ τὴν στοργὴν τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας διερμηνεύοντες, εὐχόμεθα ὁλοψύχως πᾶσαν παρὰ τοῦ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος Ἀρχηγοῦ τῆς Ζωῆς σωτήριον δωρεὰν καὶ πασχάλιον εὐλογίαν.
Ἅγιον Πάσχα 2010
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Χριστόν Ἀναστάντα
εὐχέτης πάντων ὑμῶν
--------------------------------------------
Ἀναγνωσθήτω ἐπ᾽ ἐκκλησίας κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πάσχα, μετὰ τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον.

Τι είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα; Μεγάλη σιωπή είναι απλωμένη στη γη. Μεγάλη σιωπή και ηρεμία. Μεγάλη σιωπή γιατί κοιμάται ο Βασιλιάς. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε επειδή ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε, και ανέστησε αυτούς που κοιμόνταν απ’ την αρχή των αιώνων. Ο Θεός με το σώμα πέθανε, και τρόμαξε ο Άδης. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε, και ανέστησε αυτούς που βρίσκονταν στον Άδη.
Που είναι τώρα, οι πριν από λίγο ταραχές και οι φωνές και οι θόρυβοι, που ξεσηκώνατε, παράνομοι, εναντίον του Χρίστου; Που είναι οι συγκεντρώσεις σας και οι αντιρρήσεις σας, και οι φρουρές, και τα όπλα και τα δόρατα; Που είναι οι βασιλείς και οι ιερείς κι' οι καταδικασμένοι δικαστές; Που είναι οι λαμπάδες και τα μαχαίρια κι' οι άτακτες κραυγές; Που είναι οι όχλοι και η λύσσα και η αδιάντροπη φρουρά; Στ' αλήθεια χάθηκαν γιατί στ' αλήθεια αυτοί οι όχλοι έκαναν σχέδια ανόητα και μάταια. Έπεσαν με ορμή επάνω στον ακρογωνιαίο λίθο τον Χριστό, αλλά συντρίφθηκαν αυτοί οι ίδιοι. Χτύπησαν με δύναμη στη στερεά πέτρα, αλλά αυτοί τσακίστηκαν, και τα κύματα τους διαλύθηκαν στον αφρό. Χτύπησαν επάνω στο σκληρό αμόνι, και οι ίδιοι κομματιάστηκαν. Ύψωσαν επάνω στο ξύλο —του Σταυρού— την πέτρα της ζωής, κι' αυτή κατρακυλώντας τους θανάτωσε. Έδεσαν τον πανίσχυρο Σαμψών, δηλαδή τον Ήλιο Θεό, αλλά Αυτός αφού έλυσε τα παμπάλαια δεσμά εξόντωσε τους εχθρούς και τους παράνομους. Έδυσε ο Θεός, ο Ήλιος Χριστός κάτω απ’ τη γη, και βαθύ σκοτάδι έπεσε επάνω στους Ιουδαίους.
Σήμερα ήλθε η σωτηρία σ' αυτούς που βρίσκονται στη γη και σ' αυτούς που απ’ την αρχή των αιώνων βρίσκονται κάτω απ’ τη γη. Σήμερα ήλθε η σωτηρία στον ορατό και αόρατο κόσμο. Είναι διπλή σήμερα η παρουσία του Δεσπότη, διπλή η σωτηρία, διπλή η φιλανθρωπία, διπλή η κατάβαση μαζί και συγκατάβαση, διπλή η επίσκεψη προς τους ανθρώπους. Κατεβαίνει ο Θεός από τον ουρανό στη γη κι' από τη γη στα καταχθόνια. Ανοίγονται οι πύλες του Άδη. Γεμίστε με αγαλλίαση εσείς που κοιμάσθε απ’ την αρχή των αιώνων, υποδεχτείτε το μέγα φως όσοι κάθεστε στο σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου. Έρχεται ο Δεσπότης ανάμεσα στους δούλους. Έρχεται ο Θεός ανάμεσα στους νεκρούς. Έρχεται η ζωή ανάμεσα στους νεκρούς. Έρχεται ο αθώος ανάμεσα στους ενόχους. Έρχεται το φως που δεν σβήνει ανάμεσα σ' αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι. Έρχεται ο ελευθερωτής ανάμεσα στους αιχμαλώτους. Έρχεται Αυτός που βρίσκεται πιο πάνω από τους ουρανούς, μεταξύ αυτών που βρίσκονται κάτω απ’ τη γη. Ήλθε ο Χριστός στη γη και πιστέψαμε. Κατέβηκε ο Χριστός στους νεκρούς, ας κατέβουμε μαζί Του κι' ας δούμε τα μυστήρια που έγιναν εκεί. Ας γνωρίσουμε Αυτόν που κρύφτηκε — στον Άδη— τα κρυμμένα κάτω απ’ τη γη θαυμάσια έργα Του. Ας μάθουμε πως έλαμψε το κήρυγμα και στους κατοίκους του Άδη.
Τι συνέβη λοιπόν; Κατεβαίνοντας ο Θεός στον Άδη σώζει όλους χωρίς εξαίρεση; Όχι βέβαια, αλλά κι' εκεί σώζει όσους πίστεψαν. Χθες είδαμε το έργο της σωτηρίας, σήμερα την εκδήλωση της εξουσίας. Χθες είδαμε την αδυναμία, σήμερα την κυριαρχία Του. Χθες φάνηκαν τα σημάδια της ανθρώπινης φύσης Του, σήμερα της θεϊκής φύσης. Χθες Τον ράπιζαν, σήμερα ραπίζει με την αστραπή της θεότητος τον χώρο του Άδη. Χθες Του έβαζαν δεσμά, σήμερα Αυτός δένει τον τύραννο - διάβολο με άλυτα δεσμά. Χθες καταδικαζόταν, σήμερα χαρίζει ελευθερία στους κατάδικους. Χθες Τον περιγελούσαν οι υπηρέτες του Πιλάτου, σήμερα οι θυρωροί του Άδη όταν Τον είδαν γέμισαν φρίκη.
Άκουσε όμως τον υψηλό λόγο για το πάθος του Χρίστου. Άκουσε και ύμνησε. Άκουσε και δόξασε. Άκουσε και κήρυξε τα μεγάλα θαύματα του Θεού. Πώς υποχωρεί ο νόμος, και Πώς ανθίζει η χάρη; Πώς παρέρχονται οι τύποι και Πώς διαβαίνουν οι σκιές; Πώς ο ήλιος γεμίζει την οικουμένη; Πώς αχρηστεύθηκε η Παλαιά Διαθήκη και Πώς επικυρώνεται η Καινή Διαθήκη; Πώς πέρασαν τα παλιά κι' άνθισαν τα καινούργια;
Δύο λαοί ήταν παρόντες στην Ιερουσαλήμ κατά τον χρόνο του πάθους του Χρίστου. Ο Ιουδαϊκός μαζί με τον ειδωλολατρικό. Δύο βασιλείς, ο Πιλάτος και ο Ηρώδης. Δύο αρχιερείς, ο Άννας και ο Καϊάφας. Για να γιορτασθούν μαζί τα δύο Πάσχα, το Ιουδαϊκό που παύει και το Χριστιανικό που αρχίζει. Δύο θυσίες γίνονταν εκείνο το απόγευμα, επειδή πραγματοποιούνταν δύο σωτηρίες, εννοώ των ζωντανών και των νεκρών. Και ο μεν Ιουδαϊκός λαός έδενε τον αμνό για να τον θυσιάσει σφάζοντας τον, οι δε ειδωλολάτρες δέχονταν τον Θεό που σαρκώθηκε. Και ο μεν ένας ατένιζε τη σκιά, ο δε άλλος έτρεχε πρόθυμα στον Ήλιο Θεό. Και οι μεν Ιουδαίοι δένοντας τον Χριστό Τον έδιωχναν, οι δε ειδωλολάτρες Τον δέχονταν με προθυμία. Και οι μεν πρώτοι πρόσφεραν θυσία ζώου, οι δε δεύτεροι θυσία του Θεού που σαρκώθηκε. Άλλα, οι μεν Ιουδαίοι πρόσφεραν τη θυσία φέρνοντας στη μνήμη τους τη διάβαση τους από την Αίγυπτο, οι δε εθνικοί προανήγγελαν με αυτή τη λύτρωση από την πλάνη των ειδώλων.![]()
Και όλα αυτά που συνέβαιναν; Στη Σιών, την πόλη του μεγάλου Βασιλιά στην οποία πραγματοποίησε τη σωτηρία στο κέντρο της γης, ο Ιησούς, ο Υιός του Θεού που έγινε γνωστός ανάμεσα σε δύο ζώα. Ανάμεσα στον Πατέρα και το Πνεύμα, των δύο ζωντανών Υπάρξεων. Αυτός είναι η ζωή, που προέρχεται από τη ζωή και χορηγεί τη ζωή, που γεννήθηκε μεταξύ Αγγέλων και ανθρώπων στη φάτνη. Και είναι ανάμεσα στους δύο λαούς ο ακρογωνιαίος λίθος —που τους ενώνει—. Είναι Αυτός που προφητεύθηκε μεταξύ του Νόμου και των Προφητών, και εμφανίστηκε στο όρος Θαβώρ μεταξύ του Μωυσή και του Ηλία. Κι' ανάμεσα στους δύο ληστές αναγνωρίσθηκε ως Θεός από τον ευγνώμονα ληστή. Και ανάμεσα από την παρούσα και τη μέλλουσα ζωή κάθεται ως κριτής. Και σήμερα ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς χαρίζει διπλή ζωή και σωτηρία. Λέω πάλι διπλή ζωή διπλή γέννηση μαζί και αναγέννηση, και άκουσε τα γεγονότα της διπλής γεννήσεως του Χρίστου και χειροκρότησε τα θαύματα.
Άγγελος ευαγγελίσθηκε στη Μαρία τη γέννηση του Χρίστου ως ανθρώπου, και Άγγελος ευαγγελίσθηκε στη Μαγδαληνή Μαρία τη φοβερή ανάσταση από τον τάφο. Νύχτα γεννιέται ο Χριστός στη Βηθλεέμ και πάλι νύχτα ξαναγεννιέται στη Σιών από τον τάφο. Με σπάργανα καταδέχεται να τυλιχθεί στη γέννηση, με σπάργανα και στην ταφή ξανατυλίγεται. Δέχεται σμύρνα όταν γεννήθηκε, σμύρνα και αλόη στην ταφή καταδέχεται. Εκεί άνδρας της Μαρίας ονομάζεται αυτός που δεν είναι άνδρας της, και εδώ ο Ιωσήφ που είναι απ’ την Αριμαθαία αναδεικνύεται ο κηδευτής της ζωής μας. Στη Βηθλεέμ και σε φάτνη ο τόπος της γεννήσεως, αλλά και στον τάφο σαν σε φάτνη ο τόπος της αναστάσεως. Πρώτοι από όλους οι ποιμένες ευαγγελίζονται τη γέννηση του Χρίστου, αλλά και πρώτοι από όλους ποιμένες του Χρίστου οι μαθητές ευαγγελίσθηκαν την αναγέννηση του Χρίστου από τους νεκρούς. Εκεί φώναξε το χαίρε ο Άγγελος προς την Παρθένο, και εδώ το χαίρετε ανέκραξε προς τις γυναίκες ο Άγγελος της μεγάλης αποφάσεως του Θεού, ο Χριστός. Στην πρώτη γέννηση ο Χριστός μετά από σαράντα ημέρες μπήκε στην επίγεια Ιερουσαλήμ, στον ναό, και πρόσφερε ως πρωτότοκος στον Θεό ένα ζευγάρι τρυγόνια, αλλά και στην ανάσταση από τους νεκρούς ο Χριστός, μετά από σαράντα ημέρες, ανέβηκε στην ουράνια Ιερουσαλήμ, απ’ όπου δεν είχε αποχωρισθεί ως Θεός, στα πραγματικά Άγια των Αγίων ως άφθαρτος πρωτότοκος από τους νεκρούς, και πρόσφερε στον Θεό και Πατέρα σαν δυο πάναγνα τρυγόνια, την ψυχή και τη σάρκα τη δική μας. Και εκεί τον υποδέχτηκε σαν άλλος Συμεών, ο Παλαιός των ήμερων Θεός και Πατέρας, στους κόλπους Του, σαν σε αγκάλες, με απερίγραπτο τρόπο. Και εάν αυτά τα ακούς σαν μύθους και όχι με πίστη, σε κατηγορούν οι απαραβίαστες σφραγίδες του Δεσποτικού της αναγεννήσεως του Χρίστου μνήματος. Διότι, όπως ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο, αφήνοντας σφραγισμένες τις κλειδαριές της παρθενίας, που εκ φύσεως είναι κλειστές και τις ανοίγει η μητρότητα, έτσι ακριβώς πραγματοποιήθηκε η αναγέννηση του Χρίστου από τον τάφο, χωρίς να ανοίξουν οι σφραγίδες του.Η Κάθοδος του Κυρίου στον Άδη

Αρχιμ. π. Νικολάου Χατζηνικολάου(νυν μητροπολίτου Μεσογαίας)
Υπάρχουν δύο βασικές αλήθειες για την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη σχετικά με τον άνθρωπο. Η πρώτη είναι ότι ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα και η δεύτερη ότι η ψυχή του είναι αιώνια στη φύση της.Το σώμα του είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή του και η ψυχή με την θεϊκή πραγματικότητα.Η Εκκλησία δεν έχει μόνο διδασκαλία περί της ψυχής, αλλά βαθιά εμπειρία της. Δεν έχει απλά άποψη επί του θέματος έχει βίωση αληθείας. Η αποκάλυψή της δεν της προσφέρεται μόνον διδακτικά, αλλά της επαληθεύεται βιωματικά. Δεν λέει αυτό που ξέρει αλλά μεταγγίζει αυτό που ζει. Όταν βλέπει τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, δεν αντικρίζει σ΄αυτόν μόνο το σώμα του ή τη χρονική παρουσία του, αλλά βλέπει την εικόνα του Θεού να αντικατοπτρίζεται στην ψυχή του και διακρίνει την αιώνια διάστασή του. Αυτό πως να το αρνηθεί η Εκκλησία;Άνθρωπος δεν είναι το σώμα, η υγεία, αυτό που βλέπουμε.
Ούτε πάλι η ψυχή ως διάθεση, ως ψυχισμός, ως έκφραση των εγκεφαλικών λειτουργιών, ως φυσικό στοιχείο συμπεριφοράς - αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Ο θησαυρός της ανθρώπινης υπόστασης είναι η ψυχή ως πρόσωπο, ως εικόνατης θεϊκής δόξης, ως αυτεξούσιο, ως δυνατότητα μετοχής στην αιωνιότητα, ως χάρις αυθυπέρβασης.Κάθε τι που σχετίζεται με την ψυχή αποτελεί ιερό γεγονός ή στοιχείο έχει να κάνει με την σωτηρία, τον εξαγιασμό, την ένωση με τον Θεό, την βίωση της αιώνιας προοπτικής του ανθρώπου. Αυτό είναι το στοιχείο που, επειδή είναι υπαρκτό καθιστά τον άνθρωπο ιερό.Η ψυχή μ΄αυτήν την έννοια, περιφρουρείται μέσα στο σώμα που το μεταμορφώνει σε ναό. Το σώμα που διαφυλάσσει το θησαυρό της ψυχής δεν είναι φυλακή. Ένα σώμα όμως που εν ζωή δεν το σεβαστήκαμε, ούτε καν φιλόζωα το διατηρήσαμε, που βιολογικά μεν το περιποιηθήκαμε στα εργαστήρια, ουσιαστικά όμως το καταστρέψαμε στην πρακτική της ζωής ένα σώμα στο οποίο η ιατρική δεν καλείται να θεραπεύσει μόνο τις συνέπειες της φυσιολογικής φθοράς επάνω του, αλλά και του ανορθόδοξου τρόπου και της αντίληψης ζωής μέσα του ένα σώμα που η ίδια η ψυχή μας το αγνόησε, και αντί μαζί του να επιτελέσει τον ιερουργικό σκοπό της, ικανοποίησε τις φιλήδονες τάσεις και τις αμαρτωλές διαθέσεις της -και μάλιστα με την αποδοχή και νομική κάλυψη της κοινωνίας-, αυτό το σώμα είναι εύκολο αυτή η κοινωνία και ψυχή να θέλουν να το κάψουν για να ολοκληρώσουν το έργο τους και να εξαφανίσουν την ασέβειά τους.
Για την Εκκλησία τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά.Το σώμα, όσο ο άνθρωπος είναι εν ζωή, το βλέπει ως θυσιαστήριο. Γι΄αυτό και η βάναυση επέμβαση επάνω του και η υποταγή του στις ορμές, που δουλώνουν το αυτεξούσιο, δηλώνουν ασέβεια και αποτελούν βεβήλωση και αμαρτία. Η συντήρηση και τροφοδοσία του γίνεται πάντοτε με προσευχή -προσευχές της τραπέζης- η φροντίδα της υγείας του που συνδυάζεται με μυστήριο - το ευχέλαιο-, η αναπαραγωγή του με άλλο μυστήριο - το γάμο- και τέλος ο εξαγιασμός του επιτυγχάνεται με την μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού.
Μόλις ο άνθρωπος πεθάνει, το σώμα του γίνεται λείψανο. Τότε αυξάνει και ο σεβασμός μας σ΄αυτό. Το λείψανο αποτελεί την ανάμνηση μιας ιερουργίας που μέσα του επιτελείτο - της σωτηρίας της ψυχής- και την υπόμνηση μιας άλλης που τώρα "αγνώστως" συνεχίζεται έξω από αυτό- της δόξης της ψυχής. Το σώμα δεν περιμένει την καταστροφή του, αλλά την "ετέρα μορφή του"(Μάρκ. ιστ΄12), την αναμόρφωσή του "εις το αρχαίον κάλλος". Αυτή είναι η αιτία που η Εκκλησία προσεγγίζει το σώμα με ιδιαίτερο σεβασμό και αισθήματα ιερά. Δεν καίμε τους ναούς, πολλώ δε μάλλον τους έμψυχους ναούς. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σώμα είναι κάτι που δεν εγγίζεται και στο οποίο αρνούμεθα κάθε παρέμβαση. Το σώμα είναι το υποκείμενο στη φθορά στοιχείο του ανθρώπου Η φυσική φθορά είναι η ισχυρότερη ίσως υπόμνηση της πτωτικής μας φύσεως. Κάθε βίαιη κίνηση που συνηγορεί στη συρρίκνωσή του, προσβάλλει και την ψυχή. Για τον λόγο αυτό, στο σώμα παρεμβαίνουμε μόνο θεραπευτικά, αναστέλλοντας την εξέλιξη της φθοράς, όταν και όδο μπορούμε. Η διαδικασία της πρέπει να είναι εντελώς φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη. Την αναλαμβάνει μόνον ό Θεός μέσα από τις συνθήκες που ο ίδιος προνοεί ή η φύση μέσα από την ευθύνη που της έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ένας άλλος λόγος που η Εκκλησία μας αρνείται την καύση των νεκρών. Αφήνει στη φύση να αναλάβει την ευθύνη της φθοράς του σώματος. Δεν το καίει, αλλά το αφήνει να σβήσει. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η φύση επιτρέπει να μείνει κάποιο υπόλειμμα, αυτό έχει το λόγο του.Όταν και η ΄φυση αρνείται την ολοσχερή διάλυσή του ανθρωπίνου σώματος, τότε η νομοθετημένη καύση του δεν είναι πράξη επιλήψιμης βίας;Τα οστά υπαινίσσονται το σώμα έχουν μεν όλα μια ομοιότητα, αλλά έχουν και διαφορές. Άλλα είναι τα κοκαλάκια ενός μικρού παιδιού στη θέα τους και άλλα ενός ενήλικα. Άλλα ενός ανθρώπου και άλλα κάποιου ζώου. Όταν όμως καούν, η στάχτη εξομοιώνει τα πάντα. Και στην περίπτωση αυτή που διατηρείται και δεν σκορπίζεται, δεν διακρίνονται οι διαφορές έχουν εξαλειφθεί για πάντα. Μαζί με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, έχει εξαφανιστεί και η εικόνα του ανθρώπου μόλις δςε σκορπιστούν και τα υπολείμματα της στάχτης,μαζί με τα ψήγματα του κοινωνικού σεβασμού, οριστικοποιείται και η διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας του. Ο υπαρκτικός θάνατος έχει προσυπογράψει τον φυσιολογικό.
Το υπόλειμμα του ανθρώπου δεν είναι η ισοπέδωση και η απουσία, αλλά η ταυτότητα και του είδους και του προσώπου και η παρουσία.Ο αγώνας να διατηρήσουμε τα οστά, τα λείψανα, ό,τι περισσότερο από τον άνθρωπο μπορούμε σ΄αυτόν τον κόσμο, ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρηθεί όσο περισσότερο γίνεται το πρόσωπό του στον άλλο. Ο σεβασμός μας στα νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή. Οι νεκροί δεν είναι "πεθαμένοι" αλλά κεκοιμημένοι. Τοποθετούνται με σεβασμό στον τάφο, στραμμένοι προς ανατολάς με την προσδοκία της αναστάσεώς τους. Η Εκκλησία συνειδητά αρνείται τον όρο "νεκροταφεία" και επιμένει στον όρο "κοιμητήρια". Και το κάνει αυτό όχι για λόγους ψυχολογικού -για να μην αγριεύουμε- αλλά για λόγους καθαρά πνευματικούς: νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει) αλλάτετελειωμένος (που έχει τελειωθεί). Τέλος δεν σημαίνει λήξη, αλλά τελείωση. Τα οστά των νεκρών αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής τους, ενθύμηση της παρούσης καταστάσεως τους, αλλά και υπόμνηση της μελλούσης προοπτικής μας. Αυτά με κανένα νόμο δεν καίγονται.
Η Εκκλησία δεν τιμά το σώμα και χωριστά την ψυχή, αλλά τον σύνδεσμο των δυό, τον άνθρωπο ως όλον. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα, που δεν μας την θυμίζει μόνο όταν λειτουργεί αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται - αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του,κάτι που δεν καταστρέφεται.Η ψυχή ζει. Αυτό φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν ζωή όχι βιολογική βέβαια αλλά κάποιας μορφής πνευματική, που όμως διαπιστώνεται. Όταν έχουμε άτομα που η βίωσή τους της πνευματικής πραγματικότητος ήταν τόσο έντονη ώστε και από τότε που ζούσαν εν χρόνω την παχύτητα αυτού του κόσμου, αυτά να λειτουργούν στις συχνότητες του άλλου, τότε ο θάνατός τους είναι κοίμηση που αποτυπώνεται στα λείψανά τους. Είναι πολύτιμη εμπειρία της Εκκλησίας, διαρκώς επαληθευόμενη, ότι πλείστα όσα εξ αυτών εμφανίζουν ιδιάζουσα χάρι. Είναι γνωστό ότι συχνά τα λείψανα των αγιορειτών μοναχών αλλά και των άλλων εξαγιασμένων ανθρώπων που η ζωή τους τίμησε το σώμα και η ψυχή τους φανέρωσε μεγαλύτερη ευρωστία και ζωτικότητα από αυτό, διατηρούν μια εντυπωσιακή ευκαμψία για ώρες μετά θάνατον. Δεν κοκαλώνουν!Αλλά και η αποδεδειγμένη ευωδία, το κέρινο χρώμα τους, η θαυματουργική χάρι τους ή η φυσική αφθαρσία ολόσωμων αγίων, στοιχεία ασυνήθη και φυσικώς ανεξήγυτα, είναι αναμενόμενα φαινόμενα της πνευματικής πραγματικότητος. Αυτά τα λείψανα, για την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και συνείδηση, αποτελούν περιουσία πολυτιμότερη και από τη διδασκαλία της θησαυρούς αναγκαιότερους και από τα σκεύη της. Στα λείψανα των μαρτύρων της εδράζονται οι άγιες τράπεζες της. Αν αυτά κάψει θα έχει ήδη θυσιάσει τα ιερά θυσιαστήριά της θαέχει καταστρέψει τα ζωτικά σπλάχνα της.Η ψυχή υπάρχει, ζει και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά θάνατον.Βλέπει και μπορεί να αντικρύσει την καύση του. Άραγε θα την εγκρίνει; Η ίδια στην κατάσταση που είναι δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες ούτε και όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα.Η ασέβεια επάνω της όμως φθείρει εμάς.
Το ηθικό κριτήριο σε μιά τόσο καίρια απόφαση για την Εκκλησία είναι πνευματικό δεν έχει νακάνει με τις επιλογές μιας πεθαμένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας που αρνείται την αθανασία της, αλλά με τις προτιμήσεις τηςαθάνατης ψυχής, της ψυχής που επιβεβαιώνει την αιωνιότητά της.Αν μας ρωτούσαν πως θα προτιμούσαμε να φύγει απ΄αυτόν τον κόσμο κάποιος δικός μας:από εγκεφαλική αποπληξία, από καρδιακή ανακοπή, με παραμορφωτικά εγκαύματα, ή να αποτεφρωθεί από ανάφλεξη και πυρκαγιά, έχω την εντύπωση πως ο τραγικότερος τρόπος θα ομολογούσαμε πως είναι ο τελευταίος.Είναι φυσικό στον άνθρωπο, όταν αποχαιρετά τον άνθρωπό του, να θέλει να αντικρύσει για τελευταία φορά την οικεία σ΄αυτόν όψη και όχι το αποτρόπαιο κατάντημά του σε απάνθρωπη, ανοίκεια και απρόσωπη στάχτη. Η λεπτή αγάπη των στιγμών εκείνων εκφράζεται ως ανάγκη να αγκαλιάσει κανείς, να φιλήσει, να χορτάσει το βλέμμα του, να εκδηλωθεί τρυφερά πάνω στο άψυχο σώμα. Αν μας πληγώνει η βία της φύσεως, πώς εμείς επιλέγουμε τη βία του αυτεξουσίου μας; Όταν κάτι είναι πολύτιμο και το χάνουμε, προσπαθούμε να κρατήσουμε όσο περισσότερο απ΄αυτό μπορούμε. Ποτέ δεν νομοθετούμε τη βίαιη μείωση του τελευταίου ανεκτίμητου υπολείμματός του.Η απόφαση ότι δεν έχουμε χώρο στα κοιμητήριά μας ισοδυναμεί με προσβολή.Αν δεν έχουμε, να δημιουργήσουμε χώρο. Η αγάπη δημιουργεί και χώρο και προϋποθέσεις. Η χρηστική ανάγκη ποτέ δεν είναι ουσιαστική και πάντα πιστοποιεί τη στενότητα του καρδιακού χώρου.Η ανάγκη του σεβασμού είναι πολύ μεγαλύτερη γι΄αυτόν που τον εκχωρεί παρά γι΄αυτόν που αποδέχεται.Ετσι που βαδίζει η κοινωνία μας δεν θα έχει μονον έλλλειψη χώρου, αλλά και ανθρώπους δεν θα βρίσκει για να θάψουν, ίσως και να κάψουν, τους νεκρούς της. Στο απέραντο γηροκομείο του "πολιτισμένου" κόσμου μας, όπου οι νέοι τείνουν να γίνουν πολύ λιγότεροι από τους ηλικιωμένους και οι γεννήσεις πολύ πιο σπάνιες από τους θανάτους, θα υπάρχουν νεκροί και όχι νεκροθάφτες.Αντί να ενδιαφέρεται η κοινωνία μας για την αρχή της ζωής, π.χ. το δημογραφικό πρόβλημα, υπεραπασχολείται με το τέλος, την καύση. Η ίδια νοοτροπία που αποφεύγει, τη γέννηση, δηλαδή τη ζωή, αυτή που απορρίπτει και τους γέρους, αυτή που προτείνει την ευθανασία, αυτή που η ίδια δεν αντέχει και τους νεκρούς αρνείται τη δημιουργία και επιλέγει την καύση. Αυτή υπογράφει το οριστικό τέλος του τέλους το τέλος του σκοπού το τέλος του ανθρώπου.
Αυτοί που αγνόησαν το δικαίωμα του ανθρώπου για το Θεό και πρόσβαλαν τα απαράγραπτα δικαιώματα του Θεού για τον άνθρωπο, αυτοί και μόνον μπορούν να επικαλούνται τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα για να νομιμοποιήσουν την ασέβειά τους στον άνθρωπο. Η καύση των νεκρών δεν είναι ατομικό δικαίωμα του νεκρού πλέον ανθρώπου. η διατήρηση του σώματός τους αποτελεί κοινωνική υποχρέωση σεβασμού και επιβιώσεως του προσώπου του. Είναι αδύνατο το θέλημα του ενός -και ας αποκαλείται αυτό δικαίωμα- να προσκρούει στην ανάγκη για σεβασμό του συνόλου. Δεν μπορεί να είναι δικαίωμα κάποιου να τον...κάψουμε εμείς! Το θέμα δεν είναι αν κάποιος επιθυμεί να καεί. είναι αν η κοινωνία θα δεχθεί να τον κάψει.Η κοινωνία με την καύση των νεκρών προσυπογράφει το δικό της τέλος. τον μηδενισμό της. Μια κοινωνία που δεν αντέχει τον άνθρωπο ούτε στην ασθένειά του, ούτε στην αδυναμία του, ούτε στον θάνατό του, μια κοινωνία που καίει τους νεκρούς της, μια κοινωνία που καταστρέφει και την ανάμνηση της ζωής και την ενθύμηση των μελών της -αυτό είναι τα λείψανα- μια κοινωνία που κάνει την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και μηχανική και το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μια κοινωνία που αρνείται την πνοή του αιώνιου και εγκλωβίζεται στην ασφυξία του εφήμερου, τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η κοινωνία με τη ζωή; Ακόμη και οι άθεοι υπογράμμιζαν την ανάμνηση των επίγειων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους (περίπτωση Λένιν) ή όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν με κατασκευές αγαλμάτων και ψεύτικων ομοιωμάτων.Φαίνεται πως το αποτέλεσμα του ανθρωπισμού χωρίς Θεό, του πολιτισμού χωρίς αξίες και του μηδενισμού χωρίς σκοπό, το αποτέλεσμα της σύγχυσης της αθεϊας, είναι η εξαφάνιση του ανθρώπου,η καύση και του τελευταίου υπολείμματός του. Η καύση των νεκρών οδηγεί στην καύση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Κατόπιν τούτων, δεν είναι ότι δεν της επιτρέπεται, αλλά η Εκκλησία αδυνατεί και αρνείται να δεχθεί μια απλά χρηστική και καθόλου πειστική λύση ελάσσονος πρακτικής βαρύτητος και να θυσιάσει το βίωμα του σεβασμού της στη θεϊκότητα του προσώπου του κάθε ανθρώπου, πολλώ μάλλον του ανθρώπου που αυτή βάφτισε στη κολυμβήθρα της τιμώντας ταυτόχρονα και την ψυχή και το σώμα του. Το μείζον δεν μπορεί να υποταχθεί στο έλασσον. Είναι αδύνατον όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζει την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο να μην τιμά και το σώμα. Το σώμα χρήζει μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον απ' όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του.
ΠΗΓΗ: www.i-m-attikis.gr
www.artoforio.gr