ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιέρωμα στον Ιερό Χρυσόστομο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιέρωμα στον Ιερό Χρυσόστομο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2018


«Γνωρίζετε, αγαπητοί μου, για ποια αιτία θέλουν να με καθαιρέσουν; Γιατί δεν έστρωσα τάπητες και δεν φόρεσα ενδύματα μεταξωτά και γιατί δεν ικανοποίησα τη λαιμαργία τους...».
Ήταν στο πλευρό των ανθρώπων της ανάγκης: «Ο ένας, λέει ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ζητούσε τη μαρτυρία του στο δικαστήριο, ο φυλακισμένος τη λευτεριά του, ο πεινασμένος τροφή, ο γυμνός ρούχα, ο ξένος φιλοξενία, ο άρρωστος γιατρειά, ο πονεμένος παρηγοριά, ο καταπιεζόμενος από τις αυθαιρεσίες της εξουσίας τη συμπαράστασή του. Και ο πατέρας (ο Χρυσόστομος) ανταποκρινόταν καθημερινά στου καθενός το κάθε πρόβλημα…».
Καταδίκαζε γενικότερα την κοινωνική ανισότητα: Οι πλούσιοι, που δεν συγκινούνται απ’ τα παθήματα των φτωχών, έλεγε, είναι ιερόσυλοι, που κλέβουν το Θεό. Δεν χορταίνουν, αν δεν τα κάμουν όλα δικά τους. Πράγμα, που δεν είναι ανθρώπινο αλλά θηριώδες. Παρότι είναι αγριότεροι κι απ’ τ’ άγρια θηρία. Γιατί τα λιοντάρια και οι αρκούδες, όταν χορτάσουν, παύουν ν’ αναζητούν τροφή. Ενώ οι πλούσιοι είναι αχόρταγοι...."


από τρελογιάννης 

Δευτέρα, Νοεμβρίου 12, 2018

Διδασκαλίες Ιωάννου του Χρυσοστόμου


Τὴν χρυσήλατον σάλπιγγα, τὸ θεόπνευστον ὄργανον, τῶν δογμάτων πέλαγος ἀνεξάντλητον, τῆς Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα, τὸν νοῦν τὸν οὐράνιον, τῆς σοφίας τὸν βυθόν, τὸν κρατῆρα τὸν πάγχρυσον, τὸν προχέοντα, ποταμοὺς διδαγμάτων μελιρρύτων, καὶ ἀρδεύοντα τὴν κτίσιν, μελῳδικῶς ἀνυμνήσωμεν.΄

*Όταν διαφθαρούν οι άρχοντες, οι σύμβουλοι, οι δικαστές, οι ιερείς, τίποτε πλέον δεν υπάρχει, που θα μπορέσει να εμποδίσει τον λαόν να καταστραφεί.

*Τα πουλιά έχουν φτερά για να αποφεύγουν τις παγίδες και οι άνθρωποι το λογικό για να αποφεύγουν τα αμαρτήματα.

*Δεν θα χρειαζότανε λόγια, αν έλαμπε η ζωή μας. Δεν θα χρειαζότανε δάσκαλοι, αν επιδεικνύαμε έργα. Κανείς δεν θα παρέμενε άπιστος, αν εμείς είμασταν πραγματικοί Χριστιανοί.

*Να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, για να μάθουμε να σεβόμαστε και τον Θεό. Εκείνος που είναι θρασύς στους ανθρώπους, είναι θρασύς και στον Θεό.

*Πραγματικά πλούσιος είναι εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Δηλαδή ο ολιγαρκής.

*Άχρηστοι είναι οι πλούσιοι, ναι, άχρηστοι, εκτός κι αν είναι ελεήμονες και φιλάνθρωποι. Μα, δυστυχώς, λίγοι πλούσιοι, πολύ λίγοι ξεχωρίζουν για τη φιλανθρωπία τους. Οι περισσότεροι είναι βουτηγμένοι στη φιλαυτία, την ασπλαχνία, την αμαρτία. Γι' αυτό μην τους ζηλεύεις. Εσύ να σκέφτεσαι τον Πέτρο και τον Παύλο, να σκέφτεσαι τον Ιωάννη και τον Ηλία, να σκέφτεσαι τον ίδιο το Χριστό, ο οποίος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι Του. Μιμήσου τη φτώχεια Εκείνου και των αγίων Του, που ήταν στερημένοι από τα υλικά αγαθά, είχαν όμως αμύθητα πνευματικά πλούτη.

*Η Εκκλησία ιδρύθηκε από τον Θεού και στερεώθηκε με το αίμα των μαρτύρων. Και όμως πολλοί την πολεμούν και την συκοφαντούν, χωρίς να διδάσκωνται από την ιστορία, ότι όσοι την πολέμησαν χάθηκαν, ενώ αντιθέτως εκείνη έχει ανυψωθή μέχρι του ουρανού. Διότι η Εκκλησία όταν πολεμιέται, νικά· όταν σκέφτονται εναντίον της κακά, αυτή εξαγνίζεται, όταν υβρίζεται, γίνεται πλέον λαμπρά. Δέχεται επιθέσεις, όμως δεν νικιέται ποτέ, κλυδωνίζεται μεν, χωρίς όμως να καταποντίζεται, υφίσταται διάφορα κακά, δεν ναυαγεί όμως ουδέποτε. Παλεύει, χωρίς ποτέ να ηττάται.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 15, 2013

Ο ιερός Χρυσόστομος για την Ανάσταση και το Βάπτισμα





Είδες της αναστάσεως τα κατορθώματα; Διπλό θάνατο πεθάναμε εμείς και διπλή άρα περιμένουμε τώρα ανάστασι. Εκείνος απλό θάνατο πέθανε, κι έτσι, απλή ανάσταση αναστήθηκε. Πώς; Θα σας το εξηγήσω. Πέθανε ο Αδάμ και κατά το σώμα και κατά την ψυχή. Πέθανε και με την αμαρτία και με την φύσι. Η  αν ήμερα φάγητε από του ξύλου, θανάτω αποθανείσθε. Δεν πέθανε όμως την ίδια μέρα με την φύσι, αλλά μονάχα με την αμαρτία. Ο ένας ήταν θάνατος της ψυχής, ο άλλος, ο δεύτερος, ήταν θάνατος του σώματος. Κι όταν ακούσης θάνατο της ψυχής, μη νομίσης ότι πεθαίνει η ψυχή. Η ψυχή είναι αθάνατη. Ο θάνατος της ψυχής είναι η αμαρτία και η αιωνία κόλασις. Γι' αυτό κι ο Χριστός λέγει: Μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και  σώμα απολέσαι εν γεένη. Ό,τι χάνεται, υφίσταται, αλλά ξεφεύγει από τ η ματιά εκείνου που το απώλεσε. Όπως έλεγα, λοιπόν, διπλός είναι ο θάνατος σε μας. Επομένως και διπλή πρέπει να είναι η ανάστασίς μας. Στον Χριστό ήταν απλός θάνατος. Διότι ο Χριστός δεν αμάρτησε. Αλλά και ο απλός θάνατός του για μας συνέβη. Δεν χρωστούσε να τον υποστή Εκείνος. Διότι δεν ήταν ένοχος αμαρτίας, άρα ούτε και θανάτου.. Γι' αυτό Εκείνος μεν ανέστη την ανάστασι την από απλό θάνατο. Ενώ εμείς, έχοντας πεθάνει διπλό θάνατο, διπλή ανάστασι έχουμε. Μια φορά αναστηθήκαμε χθες από την αμαρτία. Ταφήκαμε μαζί του στο βάπτισμα και εγερθήκαμε μαζί του μες από το βάπτισμα. Η μία, λοιπόν, είναι αυτή η ανάστασις, δηλαδή η απαλλαγή από τα αμαρτήματα. Η δε ανάστασις η δεύτερη είναι εκείνη του σώματος. Μας χάρισε τη σπουδαιότερη, ας περιμένουμε λοιπόν και την λιγώτερο σπουδαία. Η πρώτη είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δεύτερη. Διότι πολύ σπουδαιότερο είναι να απαλλαγή κανείς από την αμαρτία, παρά να αναστή σωματικά. Το σώμα έπεσε, διότι αμάρτησε. Επομένως, αν αιτία της πτώσεως είναι η αμαρτία, αιτία της αναστάσεως θα είναι η απαλλαγή από την αμαρτία. Αναστηθήκαμε, λοιπόν, τη μεγαλύτερη ανάστασι, έχοντας ρίξει από πάνω μας τον χαλεπό θάνατο της αμαρτίας και ξεντυθή το παλαιό ιμάτιο. Ας περιμένουμε λοιπόν και τη μικρότερη. Αυτή την πρώτη ανάστασι αναστηθήκαμε εμείς από καιρό, όταν βαπτισθήκαμε.
Και όσοι καταξιώθηκαν να βαπτισθούν απόψε, αυτά τα καλά πρόβατα. Προχθές ο Χριστός σταυρώθηκε, αλλά αναστήθηκε χθες τη νύκτα. Και αυτοί προχθές ήταν ακόμη δέσμιοι στην αμαρτία, αλλά αναστήθηκαν μαζί του. Εκείνος κατά το σώμα πέθανε και κατά το σώμα ανέστη. Αυτοί κατά την αμαρτία ήταν νεκροί και ελευθερώθηκαν κι αναστήθηκαν από την αμαρτία. Η γη, αύτη την εποχή, ρόδα και γιούλια και τα λοιπά άνθη μας δίνει. Και τα δροσερά νερά ρέουν με περισσότερη φαιδρότητα στα λιβάδια. Μη θαυμάσης αν από τα νερά βλάστησαν άνθη. Η γη, όχι από μόνη της, αλλά με το πρόσταγμα του Δεσπότη ντύνεται τη χλόη. Και στις αρχές τα νερά έβγαλαν ζώα κινούμενα. Λέγει η Γραφή: ε ξ α γ α γ έ τ ω   τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών και το πρόσταγμα έγινε πραγματικότης και εκείνη η άψυχη ύλη έβγαλε ζωντανά όντα. Έτσι και τώρα εξαγαγέτω τα ύδατα όχι ερπετά ζωντανά, άλλα πνευματικά χαρίσματα. Έβγαλαν τότε τα νερά ψάρια χωρίς λογικό και άφωνα, έβγαλαν τώρα ψάρια λογικά και πνευματικά, ψάρια που τα έπιασαν οι απόστολοι. Διότι τους είπε: Δ ε ύ τ ε και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Και εννοούσε αυτό το είδος αλιείας. Καινούργιος πραγματικά της αλιείας ο τρόπος. Οι ψαράδες βγάζουν από τα νερά, εμείς μπάσαμε στα νερά και έτσι ψαρέψαμε. Υπήρχε κάποτε και στους ιουδαίους η κολυμβήθρα. Άκου τι δύναμι είχε εκείνη η κολυμβήθρα, για να δης την ιουδαϊκή φτώχεια, για να μάθης τον πλούτο της Εκκλησίας. Κολυμβήθρα με νερό ήταν και κατέβαινε ο άγγελος εκεί και τάρασσε τα ύδατα. Ύστερα, μετά το τάραγμα των υδάτων, έπεφτε μέσα ένας από τους αρρώστους και γινόταν καλά. Ένας μονάχα κάθε χρόνο γινόταν καλά και ευθύς ξοδευόταν όλη η χάρις, όχι από φτώχεια εκείνου που την παρείχε, αλλά από την αδυναμία εκείνων που τη δέχονταν. Κατέβαινε, λοιπόν, ο άγγελος στην κολυμβήθρα και ετάρασσε το νερό και γινόταν καλά ένας. Κατέβηκε ο Δεσπότης των αγγέλων στον Ιορδάνη και ετάραξε το νερό και όλη την οικουμένη θεράπευσε. Έτσι, στην πρώτη περίπτωσι, ο δεύτερος που έμπαινε στα νερά μετά τον πρώτο, δεν γινόταν καλά. Διότι οι ιουδαίοι, που έπαιρναν αύτη τη χάρι, ήταν αδύνατοι και φτωχοί. Ενώ στην προκειμένη περίπτωσι, μετά τον πρώτο ο δεύτερος, μετά τον δεύτερο ο τρίτος, μετά τον τρίτο ο τέταρτος. Δέκα, είκοσι, εκατό, χίλιους, χίλιες χιλιάδες, όλη την οικουμένη αν βάλης στην κολυμβήθρα, η χάρις δεν σώνεται, δεν εξαντλείται η δωρεά, δεν λερώνονται τα νάματα. 


Ο Συριακός μοναχισμός και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.(Μητροπολίτη Χαλεπίου Παύλου)



μονη αγιας θεκλας συρια17
Ο μοναχισμός στη Συρία
Ο μοναχισμός υπήρξε το πρώτο πνευματικό σχολείο, στο οποίο  θήτευσε και για το οποίο έγραψε ο ιερός Χρυσόστομος. Δεκαοκταετής ο  Χρυσόστομος βεβαιώθηκε για την ματαιότητα της θύραθεν σταδιοδρομίας  και την κλίση του προς τα ιερά γράμματα. Άγνωστο με ποιες συνθήκες, την  εποχή αυτή άρχισε την σπουδή του στο περίφημο «Ασκητήριο» του σχεδόν  πανεπιστήμονα Διόδωρου.
Το «Ασκητήριο» ήταν είδος σχολής μοναστηριακών και άρα ασκητικών προδιαγραφών, όπου διδασκόταν κατά κύριο λόγο ερμηνεία των Γραφών, αλλά συγχρόνως καί η πίστη της Εκκλησίας, γενικά η θεολογία.
Είχε τότε ο Χρυσόστομος συμμαθητή τον Θεόδωρο, έπειτα επίσκοπο  Μοψουεστίας (+428), τον Μάξιμο, έπειτα επίσκοπο Σελευκείας της  Ισαυρίας, και άλλους πού αγνοούμε.
Μολονότι λίγα χρόνια έζησε ο Χρυσόστομος ως μοναχός —μόλις έξι— δεν έπαψε ποτέ να θαυμάζει τον μοναχισμό και να εφαρμόζει στον εαυτό  του την πεμπτουσία του, την άσκηση.
Πρέπει να σημειωθεί εμφαντικά ότι οι πληροφορίες, που ο  Χρυσόστομος δίνει για μοναχούς και ασκητές, αποτελούν την πρώτη  σημαντική επώνυμη πηγή, που έχουμε για τον συριακό μοναχισμό.
Ο Συριακός μοναχισμός αναπτυσσόταν σε όλο τον συριακό χώρο το  ιδεώδες του αυστηρού ηθικοασκητικού βίου και της εγκράτειας, με την  επίδραση γενικά και ανατολικών σχετικών αντιλήψεων (rigorismus) και  ειδικότερα με την επίδραση των αφιερωμένων ομάδων (των υιών και  θυγατέρων της Διαθήκης) και των αναχωρητών της Μεσοποταμίας. Κοντά  στην Αντιόχεια, στα σπήλαια του όρους Σίλπιος και στις όχθες του  ποταμού Ορόντη, γύρω από και μέσα στις κωμοπόλεις Γίνδαρο (σήμερα Jenderes Jebel Cheikh) και Τελέδα (σήμερα Τel Ade), στην περιοχή της  Αντιοχείας ειδικά, στα γύρω της βουνά και δη στον Σίλπιο (Habib Al-Naggar) και στις ερημικές όχθες του Ορόντη ποταμού (Asi Nahri)74, ζούσαν  πολλοί μοναχοί ως αναχωρητές, ανά δύο-τρεις και ως κοινοβιάτες.
Οι αναχωρητές δεν ακολουθούσαν συγκροτημένους Κανόνες, και στον  τρόπο ασκήσεως υπήρχε πολλή ελευθερία76. Υπήρχαν πολλοί αναχωρητές,  οι ρεμιόθ ή ρεμοβήθ όπως τους ονομάζει ο λατίνος Ιερώνυμος. Ο ίδιος ο  Χρυσόστομος έζησε ως ρεμοβήθ τέσσερα χρόνια και ως αναχωρητής δύο.
Γι’ αυτό στα κείμενά του επισημαίνουμε προσωπικές εμπειρίες από τους  δικούς του ασκητικούς αγώνες. Όταν μιλάει ο Χρυσόστομος για την  άσκηση, τις προϋποθέσεις και τα επιτεύγματα της, αναφέρεται σε όλα τα  είδη μοναχισμού. Αλλά όμως επηρεάζεται ιδιαίτερα από μοναχούς  χαρισματούχους, όπως ο Μακεδόνιος και ο αγράμματος Ιουλιανός Σάββας  (†377), που επισκέπτονταν την Αντιόχεια και τα πλήθη τους τιμούσαν  περισσότερο κι από τους βασιλείς:
«Τί δε λέγω; ουχί πάντων βασιλέων καί τό όνομα αυτού (= του Ιουλιανού  Σάββα) λαμπρότερον άδεται νυν;»
Έτσι τα παιδιά των αρχόντων αηδιασμένα από την πολυτέλεια και την  ελευθεριότητα της ζωής στην Αντιόχεια, εγκατέλειπαν πλούτη και γονείς  και ακολουθούσαν τους μοναχούς ασκητές. Απέρριπτε ο Χρυσόστομος  παρεκκλίσεις, όπως των Μεσσαλιανών, που καταδικάστηκαν συνοδικά,  αλλά και από τον Φλαβιανό στην Αντιόχεια (390).
Η πλειονότητα των μοναχών τότε αγνοούσαν την ελληνική, όπως  αποδεικνύει το γεγονός ότι σε ορισμένες Μονές οι Ακολουθίες και η θεία  Λειτουργία ψέλνονταν και ελληνικά και συριακά.
Ακόμη περισσότερο επιβλήθηκαν οι μοναχοί στην συνείδηση των  χριστιανών και όταν, μετά την συντριβή των βασιλικών προτομών από  το επαναστατημένο πλήθος της πόλεως, το 387, άρχισαν οι διώξεις, οι  δίκες, και οι εκτελέσεις επαναστατών από τους απεσταλμένους τού  αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Τότε, πολλοί μοναχοί, πού για δεκαετίες  ασκήτευαν στα κοινόβια και τα ασκητήρια, ήρθαν στην Αντιόχεια και  παρακαλούσαν τους δικαστές και τους στρατιωτικούς να σπλαχνισθούν  τους άτυχους επαναστάτες αντιοχείς. Πολλές φορές, μάλιστα, προσέφεραν και τον εαυτό τους ακόμα.
Ο μοναχισμός ιδεώδης κοινωνία
Από την περίοδο της ζωής του Χρυσοστόμου στην Αντιόχεια  προέρχονται τα περισσότερα ασκητικά έργα του. Έτσι εκτός από το  ασκητικό πνεύμα όλης της χριστιανικής ηθικής του Αγίου, έγραψε ο ίδιος  καθαρά ασκητικά έργα. Μέχρι το 382, έγραψε τέσσερις Λόγους, όπου  προβάλλεται το κοινόβιο μοναστήρι ως κοινωνία απαλλαγμένη από  πάθη. Σημειώτεον είναι ότι μεγάλοι πατέρες της Φιλοκαλίας του Δ΄ και Ε’  αιώνος υπήρξαν μαθητές τού Χρυσοστόμου, όπως ο Μάρκος ο ασκητής, ο  Κασσιανός ο Ρωμαίος και ο Νείλος ο ασκητής. Είναι πολύ χαρακτηριστική  σ’ αυτούς, περισσότερο από τους άλλους ασκητικούς πατέρες, η συνεχής  χρήση της Γραφής· ως φυσική απόρροια της μαθητεύσεώς τους στο  βιβλικότατο Χρυσόστομο. Στο Νείλο όμως είναι αλληγορική· ξένη  μέθοδος για το διδάσκαλο του τον ι. Χρυσόστομο.
Επειδή, μάλιστα, υπήρχαν στην Αντιόχεια και μοναστήρια, τα οποία  κυρίως λειτουργούσαν ως σχολεία για νέους, όπως π.χ. το «ασκητήριο»  των Διόδωρου και Καρτερίου, όπου φοίτησε και ο Χρυσόστομος,  υποστηρίζει ότι εκεί ο νέος μπορεί να βρει την καταλληλότερη αγωγή.
Ο ενθουσιασμός του Χρυσοστόμου για τον μοναχισμό και η  περιστασιακή ανάγκη ν’ απολογηθεί γι’ αυτόν, μπροστά από μία πολύ εγκοσμοποιημένη κοινωνία όπως της Αντιοχείας, τον οδηγεί σ’ εξάρσεις,  που δυνατόν να θεωρηθούν απολυτοποίηση του μοναχισμού, κατ’ αυτόν  οι μοναχοί επέλεξαν την άριστη πολιτεία.
Αυτή η προτίμηση του Χρυσοστόμου δεν αποτελεί αντίφαση προς τη  διδασκαλία του ότι η χριστιανική τελείωση είναι δυνατή και στον κόσμο, διότι η υπεροχή της παρθενίας δεν είναι ηθική αλλά τροπική και μεθοδική. Αυτό το συμπεραίνει ο ι. πατήρ από τα ακόλουθα. Επειδή η ζωή  στις πόλεις έχει εξομοιωθεί με τα «γινόμενα έν Σοδόμοις»  και λόγω της επικρατούσης διαφθοράς έχουν εκλείψει οι συνθήκες οι απαραίτητες για  την άσκηση και την χριστιανική τελείωση, επειδή οι πόλεις έχουν κατά τη  γνώμη του καταντήσει σατανική φωτιά, γι’ αυτό η μοναχική κοινωνία  είναι ασφαλέστερη. Ευχής αντικείμενο είναι για το Χρυσόστομο να ήταν οι κοινωνίες τέλειες, οπότε δεν θα χρειαζόταν τα μοναστήρια. Εάν δηλαδή  η κοινωνία ταυτιζόταν με την Εκκλησία και ο κόσμος με τη βασιλεία τού  Θεού. Δηλαδή αν βασίλευαν οι μοναχοί ή «φιλοσοφούσαν» οι βασιλείς,  δεν θα υπήρχε λόγος τού μονάζειν. Άξιοι κατηγορίας όμως για την κατάσταση πού επικρατεί στην πραγματικότητα είναι όχι οι μοναχοί άλλ’  εκείνοι πού κάνουν τις πόλεις δύσβατο έδαφος για την αρετή.
(Απόσπασμα εισήγησης  με θέμα “ Ο ΑΓ. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ ” που παρουσιάστηκε στο Διεθνές Επιστημονικόν Συνέδριον επί τη 1600 επετείων Ιωάννου του Χρυσοστόμου  στην Κωνσταντινουπόλη το 2007 )



εδώ

Η επιστολή του Χρυσοστόμου προς τον Κυριακό, από την εξορία


«Έλα να γιατρέψω και πάλι, την πληγή της λιποψυχίας σου, αδελφέ, να διαλύσω τους λογισμούς που θολώνουν το νου σου. Αλήθεια, τι είναι εκείνο που σε κάνει να στενοχωριέσαι και να αγωνιάς; Ότι βρήκε την Εκκλησία φοβερή συμφορά και ναυάγιο θλιβερό; Το ξέρω κι εγώ, και κανένας δεν μπορεί το αντίθετο να πει. Κι αν θέλεις μπορώ να σου τα παρουσιάσω με εικόνα φοβερή. Βλέπω να αναμοχλεύεται η θάλασσα σε βάθος πολύ. Βλέπω τους ναύτες αντί να κρατούν τα πηδάλια και τα κουπιά γερά, να έχουν δέσει τα χέρια γύρω από τα γόνατα, και να έχουν σαστίσει από το αναπότρεπτο κακό. Δε βλέπουν ουρανό, ούτε στο πέλαγο μακριά, ούτε διακρίνουν στεριά, έχουν ξαπλώσει στο κατάστρωμα, και θρηνούν, και κλαίνε με μαύρη απελπισιά! Αυτά διαδραματίζονται στη θάλασσα…
Στη θάλασσα της Εκκλησίας η αναταραχή είναι χειρότερη, η φουρτούνα πιο φοβερή. Γι’ αυτό να προσεύχεσαι και να παρακαλείς τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που δεν επιβάλλεται στην τρικυμία δακτυλουργικά, μα την καταπαύει μ’ ένα νεύμα μοναχά. Κι αν τον παρακάλεσες ως τώρα πολλές φορές και δεν εισακούστηκες , μην αμελήσεις, συνέχισε, ο φιλάνθρωπος Θεός έτσι συνηθίζει να ενεργεί. Μη και δεν μπορούσε να γλιτώσει τους τρεις παίδες κάνοντας να μη ριχτούν στο καμίνι της φωτιάς; Όμως, άφησε να αιχμαλωτιστούν, να εξοριστούν σε βάρβαρη χώρα, να αποξενωθούν από την πατροπαράδοτη κληρονομιά, να απογοητευτούν από όλους, τίποτα να μην τους έχει απομείνει, και τότε ο Χριστός ο αληθινός Θεός ημών, να κάνει το θαύμα , να σκορπίσει τη φωτιά. Να την κάνει, μη υποφέροντας των δικαίων εκείνων την αρετή, έξω από το καμίνι να βγει, και να κάψει όλους τους Χαλδαίους που ήταν συναγμένοι γύρω από κει.
Το καμίνι γι’ αυτούς ήταν η Εκκλησία απ’ όπου καλούσαν κι αγκάλιαζαν όλη την κτίση, ορατή και αόρατη, τους αγγέλους , τις δυνάμεις του ουρανού, και υμνούσαν . «Ευλογείτε πάντα τα έργα Κυρίου τον Κύριο»- Δαν. 3, 28. Βλέπεις πώς η υπομονή των δικαίων μετέβαλε τη φωτιά σε δροσιά, πώς ντρόπιασε τον τύραννο, πώς τον υποχρέωσε να στείλει γραφή που να λέει: «Μέγας ο Θεός των Σεδράχ, Μισάχ, και Αβδεναγώ», και αυστηρή διαταγή να δημεύεται το σπίτι, και να κατάσχονται τα υπάρχοντα όποιου μιλάει εναντίον αυτού;
Μη λιποψυχήσεις λοιπόν μήτε να εγκαταλείψεις την προσευχή Όταν εκδιώχτηκα από την πόλη δεν είχα ανησυχία ή μέριμνα καμιά, έλεγα μέσα μου. «Αν η βασίλισσα θέλει να με στείλει εξορία, ας με στείλει, «του Κυρίου είναι η γη, και ό,τι τη γεμίζει». Αν πάλι θέλει να με πριονίσει , έχω για παράδειγμα τον Ησαΐα. Αν να με πετάξει στο πέλαγο, φέρνω στο νου τον Ιωνά. Αν να με ρίξει στο καμίνι του πυρός, οι τρεις παίδες έπαθαν το ίδιο, είπα. Αν να με ρίξει στα θηρία, θυμήθηκα το Δανιήλ ριγμένο στο λάκκο των λεόντων. Αν να με λιθοβολήσει, ας το κάνει, έχω για παράδειγμα τον πρωτομάρτυρα Στέφανο. Αν να μου πάρει το κεφάλι, ας το πάρει, παράδειγμά μου, Ιωάννης ο Βαπτιστής. Αν τα υπάρχοντά μου να πάρει, ας τα πάρει. «Γυμνός βγήκα απ’ την κοιλιά της μάνας μου, γυμνός και θα γυρίσω στη μάνα γη»- Ιώβ 1,2. Σύμβουλος ο Απόστολος , που λέει στην προς Γαλάτες Επιστολή. «Ο Θεός δεν ξεχωρίζει πρόσωπα»- 2,6. Αν λοιπόν επιζητούσα να αρέσω και να είμαι ευχάριστος στους ανθρώπους, δε θα ήμουν υπηρέτης του Χριστού- 1,10. Τέλος ο Δαυίδ με οπλίζει καλά λέγοντας. «Για τις βουλές σου θα μιλώ μπροστά σε βασιλιάδες, και δεν θα ντροπιαστώ»- 118, 46.
Πολλές σκευωρίες επινόησαν εις βάρος μου, πώς τάχα κοινώνησα κάποιους που είχαν φάει πριν. Αν βέβαια το έκανα αυτό, δεν έχει παρά να διαγραφεί το όνομά μου από το βιβλίο των επισκόπων , να μη γραφτεί στο βιβλίο της ορθόδοξης πίστης και Εκκλησίας, γιατί αν έκανα κάτι τέτοιο θα με αποβάλει από τη βασιλεία του ο Χριστός. Όμως μια και το διαδίδουν εις βάρος μου και φιλονικούν, ας καθαιρέσουν και τον Παύλο που μετά το δείπνο βάπτισε ολόκληρη οικογένεια, και τον ίδιο τον Κύριο βέβαια, που μετά το Μυστικό Δείπνο κοινώνησε τους Αποστόλους. Διαδίδουν ακόμα τη συκοφαντία πως κοιμήθηκα με γυναίκα. Γδύστε μου το σώμα, και θα βρείτε τη νέκρωση όλων των μελών μου»! Δε χωρεί αμφιβολία ότι από φθόνο τα διαδίδουν όλα αυτά.
Από την άλλη αδελφέ μου, στενοχωριέσαι, για το ότι αυτοί που με εξόρισαν έχουν το θράσος να εμφανίζονται και να μιλούν στην αγορά, και να τους ακολουθεί πλήθος πολύ; Για θυμήσου όμως τον πλούσιο και το Λάζαρο, ποιος από τους δύο δοκίμασε θλίψεις σε τούτη τη ζωή, και ποιος την πέρασε μέσα σε απολαύσεις υλικές. Σε τι έβλαψε η φτώχεια τον πρώτο; Δε μεταφέρθηκε ο αθλητής νικητής στην αγκαλιά του Αβραάμ; Και σε τι ωφέλησε ο πλούτος τον άλλο, που αναπαυόταν σε πορφυρά ρούχα και λινά; Πού πήγαν οι ραβδούχοι συνοδοί, πού οι σωματοφύλακες, πού τα άλογα με τα χρυσά χαλινάρια, πού οι υψηλοί ομοτράπεζοι και τα βασιλικά δείπνα; Δεν κατέβηκε στον τάφο, όπως ένας ληστής, ενώ έβγαινε η ψυχή του γυμνή, και κενή η φωνή. «Πατέρα μου Αβραάμ σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δακτύλου του και να μου δροσίσει τη γλώσσα γιατί τηγανίζομαι φοβερά»;
Πώς όμως αποκαλείς πατέρα τον Αβραάμ , όταν το βίο του δεν έχεις μιμηθεί; Εκείνος στο σπίτι του φιλοξενούσε κάθε άνθρωπο, ενώ εσύ δεν φρόντισες ούτε ένα φτωχό. Δεν είναι να πενθεί και να κλαίει κανείς που αυτός με τα τόσα πλούτη του δε στάθηκε άξιος ούτε για μια σταγόνα νερό; Αφού ούτε τα ψίχουλα δεν έδωσε στον φτωχό, δεν έλαβε ούτε μια σταγόνα νερό. Αφού στη χειμωνιά του κόσμου , δεν έσπειρε ελεημοσύνη , στο καλοκαίρι του Θεού δεν είχε να θερίσει καρπό! Εδώ ακριβώς ,κύριέ μου, έγκειται η μεγάλη οικονομία του Κυρίου, ότι τοποθέτησε κατάντικρυ, την κόλαση για τους ασεβείς, και την ανάπαυση για τους δικαίους, να βλέπονται ο ένας με τον άλλο και να αναγνωρίζονται. Γιατί τότε αλήθεια κάθε μάρτυρας θα αναγνωρίσει το δικό του τύραννο, και κάθε τύραννος το μάρτυρα που είχε βασανίσει!...
… Να μη στενοχωριέσαι λοιπόν, αλλά να θυμάσαι τον προφήτη που λέει: « Οι προσβολές των ανθρώπων να μην σαν φοβίζουν, ούτε να σας ταράζουν οι ειρωνείες τους. Σαν ρούχο θα τους φάει το σκουλήκι, ο σκόρος θα τους φάει σαν το μαλλί» - Ησ. 51,7 . Σκέψου και τον Κύριό μας, που όλο τον κόσμο κρατεί, όντας στα σπάργανα ακόμα διωκόταν και εξοριζόταν σε βάρβαρη χώρα, αφήνοντας υπόδειγμα να μη λιποψυχούμε στις δοκιμασίες κι εμείς…
Θυμήσου ότι τον αποκαλούσαν δαιμονισμένο, λαίμαργο, ψευδοπροφήτη… του φόρεσαν χλαμύδα και αγκάθινο στεφάνι, τον προσκυνούσαν, τον κορόιδευαν, τον υπέβαλαν σε κάθε είδους εμπαιγμό, τον ράπιζαν , τον σταύρωσαν. Τον πότισαν ξύδι και χολή… ότι οι μαθητές του τον εγκατέλειψαν , ο ένας τον είχε προδώσει, κι ο άλλος τον είχε αρνηθεί… και ότι ξεστόμισαν εναντίον του τη βαριά κατηγορία, πως τον έκλεψαν οι μαθητές του και δεν είχε αναστηθεί!
Θυμήσου τους Αποστόλους που διώχνονταν από παντού και κρύβονταν, και δεν μπορούσαν σε πόλη να φανούν. Θυμήσου που ο Πέτρος κρυβόταν στο σπίτι του Σίμωνα του βυρσοδέψη, κι ο Παύλος στο σπίτι της γυναίκας που ήταν έμπορος πορφυρών υφασμάτων, γιατί δεν είχαν το θάρρος να προσφύγουν σε πλούσιους. Όμως αργότερα όλα βγήκαν σε δρόμο ομαλό. Έτσι θα γίνει και τώρα, και να διώξεις την αθυμία που σε τυραννεί, γιατί άκουσα κι εγώ για εκείνο τον Αρσάκιο, που εγκατέστησε η βασίλισσα στο θρόνο, ότι πίεσε όλους τους αδελφούς που δεν ήθελαν να έχουν κοινωνία μαζί του. Και μάλιστα πολλοί από αυτούς πέθαναν για μένα στη φυλακή. Αλλά είναι λύκος με ένδυμα προβάτου, έχει βέβαια σχήμα επισκόπου, μα είναι μοιχός. Γιατί όπως η γυναίκα που συνάπτει σχέση με άλλον άνδρα, ενώ ο νόμιμος σύζυγός της ζει, έτσι κι αυτός είναι πνευματικός μοιχός , καθώς η στιγμή που εγώ ζω, άρπαξε τον επισκοπικό θρόνο μου…
… Γι’ αυτό σε παρακαλώ, σε ικετεύω, πέφτω στα γόνατά σου, αποδίωξε το πένθος της αθυμίας σου, μην παραλείπεις να με θυμάσαι στις προσευχές σου, και γράφε μου τακτικά».


Πέμπτη, Νοεμβρίου 14, 2013

Ιερού Χρυσοστόμου- Απανθίσματα Β΄

“Ὁ δάσκαλος ὅμως δέ διδάσκει μόνο μέ λόγια, ἀλλά καί μέ ἔργα, γιατί αὐτή εἶναι ἡ ἄριστη διδασκαλία τοῦ δασκάλου. Γιατί καί ὁ κυβερνήτης, ὅταν βάζει δίπλα του τό μαθητή, τοῦ δείχνει βέβαια πώς νά κρατάει τό τιμόνι, ἀλλά προσθέτει καί λόγια στήν πράξη, καί δέ λέγει μόνο, οὔτε ἐργάζεται μόνο. Τό ἴδιο καί ὁ οἰκοδόμος, ἀφοῦ τοποθετήσει δίπλα του ἐκεῖνον πού θέλει νά μάθει πῶς χτίζεται ὁ τοῖχος, τοῦ δείχνει βέβαια μέ τήν πράξη, τοῦ δείχνει ὅμως καί μέ λόγια. Τό ἴδιο κάνει καί ὁ ὑφαντής καί κεντητής καί χρυσοχόος καί χαλκουργός, καί κάθε τέχνη ἔχει τό δάσκαλό της καί μέ λόγια καί μέ ἔργα. Ἐπειδή λοιπόν καί ὁ Χριστός ἦρθε νά μᾶς διδάξει κάθε ἀρετή, γι’ αὐτό καί λέγει νά κάνουμε καί τά κάμνει ὁ ἴδιος. Γιατί λέγει “ὅποιος ἔκαμε καί δίδαξε, αὐτός θά ὀνομασθεῖ μεγάλος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν” (Ματθ. ε΄ 19).


«Κι αν ακόμη ξοδέψει κάποιος πολλά χρήματα υπέρ των άλλων, δεν κάνει τίποτε όμοιο προς εκείνον που σώζει μια ψυχή, που την απομακρύνει από την πλάνη και τη χειραγωγεί προς την ευσέβεια. Γιατί εκείνος που προσέφερε χρήματα στον πτωχό, τον απάλλαξε από τη σωματική πείνα. Ενώ αυτός που συντέλεσε στη διόρθωση του αμαρτωλού, τον απάλλαξε από την ασέβεια και παρανομία και έσωσε μια ψυχή από την αιώνια κόλαση… Και για τη σωτηρία ψυχών δεν απαιτούνται χρήματα. Αλλά λόγοι πίστεως και προτροπή θερμή. Μη λοιπόν ραθυμήσουμε, αλλά με όλη μας την προθυμία και το ζήλο ας ελκύσουμε προς το Χριστό τους αδελφούς μας».


 
«…Θέλοντας ο Κύριος να δείξει αφ’ ενός ότι η παρθενία είναι μέγα πράγμα, αλλ’ έχει και μέγα κόπο, αφ’ ετέρου δε να δείξει και της ελεημοσύνης το μεγαλείο και ότι αυτή δεν κατορθώνεται άνευ κόπου, έφερε στον μέσον την παραβολή αυτή, λέγοντας ότι η Βασιλεία των Ουρανών παρομοιάζει με δέκα Παρθένους, και παρομοίασε αυτήν με την αρετή της παρθενίας, η οποία είναι η μεγαλύτερη αρετή. Διότι όλες οι αρετές καλές είναι, αλλά είναι και μικρές, είναι και μεγάλες. Δεν είναι μεγαλύτερη άλλη από την παρθενία ούτε δυσκολότερη, διότι έχει πόλεμο μέγα και παλεύει με την φύση ο άνθρωπος και ποτέ δεν αναπαύεται, αλλά έχει πάντοτε μάχη, και ειρήνη ποτέ δεν έχει. Θέλετε να μάθετε πόσο πέλαγος είναι η παρθενία; Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο και όρισε να κρατούμε όλες τις άλλες αρετές, για την παρθενία όμως δεν είπε να την κρατούμε υποχρεωτικώς, αλλά εάν κάποιος θελήσει, ή άνδρας ή γυναίκα, να κατορθώσει τη παρθενία με το θέλημά του για την αγάπη του Χριστού, θα τον στεφανώσει με τους Μάρτυρες…

»Όμως καλή μεν και μεγάλη αρετή είναι η παρθενία, αλλά άνευ της ελεημοσύνης τίποτα δεν ωφελεί η παρθενία. Οι φρόνιμες Παρθένες είχαν την παρθενία, αλλά είχαν και την ελεημοσύνη σαν δύο φτερά, οι δε άφρονες είχαν την παρθενία, την μεγάλη αρετή, τον μέγα κόπο κατόρθωσαν, αλλά τον μικρό κόπο, δηλαδή την ελεημοσύνη, δεν την έκαμαν. Γι’ αυτό τις Παρθένες εκείνες, οι οποίες δεν είχαν την ελεημοσύνη, τις επονόμασε ο Κύριος μωρές και άφρονες. Τούτο το κακό κάνουν και σήμερα μερικοί άνθρωποι, άνδρες ή γυναίκες, οι οποίοι κατορθώνουν αρετές μεγάλες, όμως καταφρονούν τις μικρές…
»Γι’ αυτό και οι φρόνιμες Παρθένες θυμήθηκαν και γέμισαν τα αγγεία τους με έλαιο. Ποια αγγεία; Τις κοιλιές των φτωχών, την ένδυση των γυμνών, την παραμυθία των ορφανών. Θυμήθηκαν, ότι η «πίστη χωρίς των έργων νεκρά εστί» (Ιακ. β΄26). Διότι ο αετός με ένα φτερό δεν μπορεί να πετάξει υψηλά. Γι’ αυτό έκαναν μεσίτες προς τον Κύριο τους φτωχούς. Οι πεινώντες τρέφονταν και οι λαμπάδες των λύχνων ήταν πολύ αναμμένες. Οι φτωχοί ευχαριστούσαν και ο Νυμφίος ερχόταν. Η Ελεημοσύνη σπέρνονταν και ο Νυμφίος, τον οποίο περίμεναν, ευτρεπιζόταν. Οι μωρές όμως στεκόντουσαν, κρατώντας τις λαμπάδες των λύχνων χωρίς έλαιο, και φαινόντουσαν από τον Νυμφίο από μακριά. Πως; Διότι ένα και μόνο είχαν κατόρθωμα. Δηλαδή την παρθενία είχαν, την δε ελεημοσύνη και φιλανθρωπία δεν είχαν, την μεν τιμή του σώματος είχαν, την δε φιλοξενία απεστράφησαν. Ποιο ήταν το τέλος; Αργοπορώντας του Νυμφίου, νύσταξαν οι Παρθένες και κοιμόντουσαν, δηλαδή άργησε να έρθει ο Νυμφίος και αυτές νύσταξαν, κοιμήθηκαν, δηλαδή πέθαναν…
»Και λοιπόν ήρθε τότε η ώρα της των νεκρών αναστάσεως… Εν καιρώ μεσονυκτίου ήρθε το φως, ο Νυμφίος. Τότε οι φρόνιμες προϋπάντησαν τον Νυμφίο και ήρθαν με αυτόν στους γάμους και τότε κλείσθηκε η θύρα του νυμφικού οίκου… Και επιθυμούσαν οι άφρονες να προϋπαντήσουν και αυτές τον Νυμφίο, διότι γι’ αυτό αρνήθηκαν τα καλά του κόσμου και την δόξα και αποδέχθηκαν την θλίψη, την στεναχώρια, την παρθενία. Επειδή όμως δεν είχαν ελεημοσύνη, βρήκαν κλεισμένη την ουράνια Βασιλεία… ‘‘Αμήν λέγω ημίν, ούκ οίδα υμάς’’.
»Αν λοιπόν οι Παρθένες με το να μην είχαν την φιλοπτωχία, διώχθηκαν από τον φοβερό Κριτή, εμείς οι αμαρτωλοί ποια ελπίδα έχουμε, αφού ούτε παρθενία έχουμε, ούτε ελεημοσύνη;»

από το διαδίκτυο

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Η δίκαιη ανταπόδοση και ανταμοιβή! - Αγίου Νικολάου Βελιμίροβίτς

τοιχογραφία από τον Ι.Ν Αγίου Ιωάννου 
του Χρυσοστόμου Λακατάμειας (Κύπρου)

Τιμωρία και ανταμοιβή! Είναι στα χέρια του Θεού και τα δύο αυτά. Αλλά, όπως ο επίγειος βίος δεν είναι παρά μια σκιά της αληθινής ζωής στους ουρανούς, αντιστοίχως η τιμωρία και η ανταμοιβή είναι μια σκιά μονάχα της αληθινής τιμωρίας και ανταμοιβής στην αιωνιότητα.

Οι κύριοι διώκτες του αγίου του Θεού, Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ήταν ο πατριάρχης Θεόφιλος Αλεξανδρείας και η αυτοκράτειρα Ευδοξία. Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Χρυσοστόμου, πικρότατη, τιμωρία ανέμενε και τους δύο.

Ο μεν Θεόφιλος δαιμονίστηκε, ενώ η Ευδοξία σύντομα αρρώστησε πολύ βαριά με μια ανίατη ασθένεια – όλο το σώμα της γέμισε πληγές από τις οποίες έβγαιναν σκουλήκια. Ήταν τόσο έντονη η δυσωδία που ανέδιδε το σώμα της, ώστε ήταν ανυπόφορο για οποιονδήποτε να περάσει έστω και έξω από το σπίτι της.

Οι ιατροί χρησιμοποιούσαν τα πιο ισχυρά αρώματα και ευωδέστατο θυμίαμα για να περιορίσουν τη φρικτή δυσωδία της κακιάς βασίλισσας, αλλά δεν κατάφερναν τίποτα. Στο τέλος, η Ευδοξία πέθανε μέσα σε φρικτή αγωνία και σήψη. Ακόμη και μετά θάνατον το χέρι του Θεού έπεσε βαρύ επάνω της.

Η κάσα που περιείχε το σαπισμένο σώμα της έτρεμε μέρα και νύχτα επί τριάντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Σταμάτησε, μόνον όταν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος τέλεσε την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Κωνσταντινούπολη,

Απεναντίας, δείτε τι συνέβη στον Χρυσόστομο μετά από την κοίμησή του!

Ανταμοιβή! Ανταπόδοση δίκαιη, τέτοια που μονάχα ο Θεός μπορεί να δώσει. Ο Άραβας Επίσκοπος Αδέλτιος, ο οποίος δέχθηκε τον εξόριστο άγιο Χρυσόστομο στην Κουκουσό, προσευχόταν, μετά την κοίμηση του Χρυσοστόμου, στον Θεό να του αποκαλύψει που είχε πάει η ψυχή του αγίου.

Η απάντηση ήλθε, ενώ βρισκόταν σε προσευχή. Ήταν σαν να βρισκόταν έξω απ τον εαυτό του και τον καθοδηγούσε στων ουρανό ένας αστραπόμορφος νέος, ο όποιος του έδει­χνε έναν-έναν τους Ιεράρχες, ποιμένες και διδασκάλους της Εκκλησίας, καλώντας τους με τα ονόματά τους -όμως δεν έβλεπε ανάμεσά τους και τον Ιωάννη.

Υστέρα ο άγγελος του Θεού τον οδήγησε στο πέρασμα έξω απ’ τον Παράδεισο και ο Αδέλτιος επέστρεψε στην κανονική κατάσταση. Όταν ο άγγελος τον ρώτησε γιατί ήταν λυπημένος, ο Επίσκοπος απάντησε ότι λυπόταν, επειδή δεν είχε δει τον αγαπημένο του δάσκαλο Ιωάννη Χρυσόστομο, Ο άγγελος του εξήγησε: «Ουδείς άνθρωπος ενδεδυμένος ακόμη τη σάρκα μπορεί να τον δει, διότι είναι στον Θρόνο του Θεού με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ».

Ύμνος στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο

Η Εκκλησία δοξάζει τον άγιο Ιωάννη,
τον ενθεότατο Χρυσόστομο!

Του Χριστού τον γενναίο στρατιώτη,
το μέγα καύχημα, την κρηπίδα της Εκκλησίας,
το βάθος του χρυσουργού νου και της καρδίας,
τη χρυσοφθόγγο λύρα του πνεύματος!
Βούτηξε ο Ιωάννης στα βάθη των μυστηρίων του Θεού
και αλίευσε το μαργαριτάρι που λάμπει όπως τα άστρα.

Ο υψιπέτης νους του ανήλθε στο ύψος του ουρανού!
Ως θεοφάντωρ απεκάλυψε την θεία αλήθεια·
και όσα είδε επαληθεύτηκαν στον ρου της ιστορίας.
Όλα τα προσέφερε στον Υιό του Θεού!
Αποκάλυψε σ’ εμάς τη φρίκη της αμαρτίας
αλλά και το εγκαλλώπισμα των αρετών,
που κοσμούν τον άνθρωπο.

Ως τα θεία σαφών, ο άγιος Ιωάννης
μας έδειξε τα πολύτιμα μυστήρια του Θεού,
τους γλυκύτατους θησαυρούς του Παραδείσου.
Ως χρυσορρήμων ερμηνευτής του Ευαγγελίου
και πολέμιος στερρός των αιρέσεων,
ήταν έμπλεως πνευματικής ευφροσύνης
και ζήλου για τον Χριστό,
ως άλλος ευαγγελιστής και απόστολος.
Πολέμησε την αδικία εις βάρος άλλων,
αλλά με ειρήνη δέχθηκε να τον βασανίσουν αδίκως,
όπως κάθε άλλος μάρτυς Χριστού!

Λογιζόταν το μαρτύριό του σφραγίδα της ουρανίου σωτηρίας. 
Αυτός, ο διάκονος του Χριστού ακέραιος ανεδείχθη
και αψευδής ποιμενάρχης των πιστών.

Για τούτο η Εκκλησία αξίως μεγαλύνει
τον πανένδοξό της Χρυσόστομο.
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, τ. 11, Νοέμβριος, σ.123-126) pemptousia.gr 
εδώ

Ιερού Χρυσοστόμου Απανθίσματα Α΄

 



Ο σταυρός μας προξένησε άπειρα αγαθά, αυτός μας απάλλαξε από την πλάνη της ειδωλολατρίας, αυτός μας φώτισε ενώ ζού­σαμε μέσα στο σκοτάδι, αυτός μας συμφιλίωσε με το Θεό, ενώ είχαμε γίνει εχθροί του, αυτός μας έκανε φίλους του, ενώ είχα­με αποξενωθεί άπ' αυτόν, αυτός μας έφερε κοντά στο Θεό, ενώ ήμαστε μακριά του. Αυτός εξαφάνισε την έχθρα, αυτός εξα­σφάλισε την ειρήνη, αυτός έγινε για μας θησαυροφυλάκιο άπει­ρων αγαθών. Εξ αιτίας του δεν περιπλανιόμαστε πια στις έρη­μους, γιατί γνωρίσαμε τον αληθινό δρόμο. Δε ζούμε πια έξω από τη βασιλεία των ουρανών, γιατί βρήκαμε την είσοδό της. Δε φοβόμαστε πια τα πυρωμένα βέλη τού διαβόλου, γιατί είδαμε την πηγή. Χάρη σ' αυτόν δε βρισκόμαστε πια σε χηρεία, γιατί αποκτήσαμε το γαμβρό. Δε φοβόμαστε το λύκο, γιατί έχουμε τον καλό ποιμένα. Γιατί λέγει ο Χριστός· «Εγώ είμαι ο ποιμέ­νας ο καλός». Χάρη σ' αυτόν δεν τρέμουμε τον τύραννο, γιατί είμαστε κοντά στο βασιλιά. Γι' αυτό εορτάζουμε και τιμούμε το σταυρό. Έτσι παράγγειλε και ο Παύλος να εορτάζουμε το σταυρό. Διότι λέγει· «Ας εορτάζουμε όχι με την παλιά ζύμη, αλλά με άζυμα ειλικρίνειας και αλήθειας». Έπειτα, αφού πρόσθεσε την αιτία, συνέχισε˙ «Γιατί το Πάσχα το δικό μας εί­ναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε για τη σωτηρία μας».

ομιλία στον Σταυρό και τον Ληστή
 
 
 
Οι δόξες και οι λαμπρότητες του κόσμου είναι ασταθείς. Τίποτε δεν διαφέρουν τα λαμπρά πράγματα του κόσμου από τις θεατρικές παραστάσεις και από την ομορφιά των ανοιξιάτικων λουλουδιών. Πριν ακόμα εμφανισθούν, αναχωρούν. Αλλά και αν παραμείνουν λίγο καιρό, αμέσως υποκύπτουν στην φθορά.
Αλήθεια, ποιο πράγμα είναι πιο μηδαμινό, από την τιμή και την δόξα που προέρχεται από τους ανθρώπους; Ποιος είναι ο καρπός της; Ποια η ωφέλειά της; Σε ποιο χρήσιμο αποτέλε­σμα καταλήγει; Και είθε να ήταν μόνο αυτό το άσχημο! Αλλά τώρα, εκτός τού ότι δεν προσφέρει κέρδος, προξενεί και ζημίες.
Όποιος υπακούει σ' αυτήν την τόσο σκληρή και άσχημη «δέσποινα», είναι υποχρεούμενος να υποφέρη συνεχώς πολλά λυπηρά και επιβλαβή πράγματα. Είναι πράγματι «δέσποινα» σε όσους την έχουν και όσο πιο πολύ κολακεύεται από τους δού­λους της, τόσο περισσότερο σηκώνει το ανάστημά της και τους βασανίζει με σκληρότερες διαταγές. Αντιθέτως, αυτούς που την περιφρονούν και την απορρίπτουν, δεν μπορεί καθόλου να τους αντισταθή.
Είναι δηλαδή χειρότερη και από κάθε τύραννο και από κάθε θηρίο. Διότι ο τύραννος και τα θηρία, αν τους καλοπιάση και τους θωπεύση κανείς, πολλές φορές ημερεύουν, ενώ αυτή όσο περισσότερο πάμε με τα νερά της, τόσο πιο πολύ αγριεύει. Και όταν βρη κάποιον που υποτάσσεται σε όλα, τίποτε δεν δι­στάζει να τον διάταξη.

τα άγρια θηρία των παθών



Ας πάμε, παρακαλώ, στους τάφους και ας δούμε τα εκεί μυστήρια˙ ας δούμε τη φύση την ανθρώπινη κατασκορπισμένη, τα κόκκαλα σαπισμένα, τα σώματα σάπια˙ κι αν ακόμη είσαι σοφός, σκέψου, κι αν είσαι φρόνιμος, πες μου, ποιος είναι εκεί ο βασιλιάς και ποιος ο ιδιώτης, ποιος είναι ο ευγενής και ποιος ο δούλος, ποιος ήταν ο σοφός και ποιος ο άσοφος; Που είναι εκεί η ομορφιά της νεότητας; που το χαρούμενο πρόσωπο; που τα όμορφα μάτια; που η καλοκαμωμένη μύτη; που τα φλογερά χεί­λη; που τα κάλλη των παρειών; που το λαμπερό μέτω­πο; δεν είναι όλα σκόνη; δεν είναι όλα σκουλήκια και δυσωδία; δεν είναι όλα βρωμιά;
Σκεπτόμενοι, αδελφοί, αυτά και φέροντας στη μνή­μη μας την τελευταία ημέρα, όσο ακόμη έχομε καιρό, ας επιστρέψομε από τον πλανεμένο δρόμο μας. Με τίμιο αίμα αγορασθήκαμε (Α' Πέτ. 1,2). Γι' αυτό ο Θεός φα­νερώθηκε επάνω στη γη.
Ο κριτής οδηγείται στο δικαστήριο για τους κατα­δικασμένους˙ η ζωή γεύεται θάνατο˙ ο πλάστης ραπίζεται από το πλάσμα˙ εκείνος που δεν τον βλέπουν τα σεραφείμ, φτύνεται από το δούλο, γεύεται ξύδι και χολή, κεντάται με τη λόγχη, τοποθετείται στον τάφο, και συ, πες μου, αδιαφορείς και κοιμάσαι και τα περιφρονείς, άνθρωπε, όλα αυτά; Δεν γνωρίζεις, ότι κι αν ακόμη χύ­σεις το αίμα σου για Εκείνον, ούτε έτσι έκαμες εκείνο που πρέπει; Και τούτο γιατί άλλο είναι το αίμα το δε­σποτικό και άλλο το αίμα του δούλου. Πρόλαβε με τη μετάνοια και τη μεταστροφή την έξοδο της ψυχής, μή­πως έρθει ο θάνατος και δεν καταστεί δυνατή η θεραπεία με τη μετάνοια˙ γιατί στη γη έχει τη δύναμη της η μετά­νοια, και μόνο στον άδη αυτό δεν είναι δυνατό να συμβεί.
Ας ζητήσομε τον Κύριο όσο έχομε καιρό· ας κάνομε το καλό, ώστε και από τη μέλλουσα αθάνατη γέεννα ν' απαλλαγούμε και ν' αξιωθούμε την ουράνια βασιλεία, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, στους αιώνες των αιώνων.
 
περί μετανοίας



από το Εγκόλπιο

Τετάρτη, Νοεμβρίου 13, 2013

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος - Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας




Πῶς ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός; Στὸ βασικὸ αὐτὸ ἐρώτημα ἂς μὴν προσπαθήσουμε ν ἀπαντήσουμε μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς δημιουργίας τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, γιατὶ ὁ ἄπιστος δὲν θὰ τὸ παραδεχθεῖ. Ἂν τοῦ ποῦμε ὅτι ἀνέστησε νεκρούς, θεράπευσε τυφλούς, ἔδιωξε δαιμόνια, οὔτε τότε θὰ συμφωνήσει. Ἂν τοῦ ποῦμε ὅτι ὑποσχέθηκε ἀνάσταση νεκρῶν, βασιλεία οὐρανῶν καὶ ἀνέκφραστα ἀγαθά, τότε ὄχι μόνο δὲν θὰ συμφωνήσει, ἀλλὰ καὶ θὰ γελάσει.

Πῶς λοιπὸν θὰ τὸν ὁδηγήσουμε στὴν πίστη, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν εἶναι πνευματικὰ καλλιεργημένος; Ἀσφαλῶς μὲ τὸ νὰ στηριχθοῦμε σὲ ἀλήθειες, ποὺ καὶ ἐμεῖς καὶ αὐτὸς παραδεχόμαστε χωρὶς καμιὰν ἀντίρρηση καὶ ἀμφιβολία.
Σὲ ποιὸ λοιπὸν σημεῖο συμφωνοῦμε μαζί του ἀπόλυτα; Στὸ ὅτι ὁ Χριστὸς φύτεψε τὴν Ἐκκλησία. Ἀπ᾿ αὐτὸ θὰ φανερώσουμε τὴ δύναμη καὶ θ᾿ ἀποδείξουμε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ δοῦμε ὅτι εἶναι ἀδύνατο ν᾿ ἀποτελεῖ ἀνθρώπινο ἔργο ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη μέσα σὲ τόσο σύντομο χρονικὸ διάστημα. Καὶ μάλιστα, ὅταν ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ προσκαλεῖ στὴν ἀνώτερη ζωὴ ἀνθρώπους μὲ κακὲς συνήθειες, δούλους τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅμως, ὁ Κύριος κατόρθωσε νὰ ἐλευθερώσει ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ ὄχι μόνο ἐμᾶς, μὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Κι αὐτὸ τὸ κατόρθωσε χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει ὅπλα, χωρὶς νὰ ξοδέψει χρήματα, χωρὶς νὰ κινητοποιήσει στρατούς, χωρὶς νὰ προκαλέσει πολέμους. Τὸ κατόρθωσε ξεκινώντας μὲ δώδεκα μόνο μαθητές, ποὺ ἦσαν ἄσημοι, ἀμόρφωτοι, φτωχοί, γυμνοί, ἄοπλοι...
Μὲ τέτοιους ἀνθρώπους κατόρθωσε νὰ πείσει τὰ ἔθνη, νὰ σκέφτονται σωστά, ὄχι μόνο γιὰ τὴν παρούσα ζωή, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ μέλλουσα. Μπόρεσε νὰ καταργήσει προγονικοὺς νόμους, νὰ ξεριζώσει ἀρχαῖες συνήθειες καὶ νὰ φυτέψει νέες. Μπόρεσε ν ἀποσπάσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν εὔκολο τρόπο ζωῆς καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸ δύσκολο. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ κατόρθωσε, ἐνῶ ὅλοι Τὸν πολεμοῦσαν, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶχε ὑπομείνει ἐξευτελιστικὴ σταύρωση καὶ ταπεινωτικὸ θάνατο!
Ἀσφαλῶς δὲν συμβαίνουν αὐτὰ στοὺς ἀνθρώπους. Μᾶλλον τὰ ἀντίθετα συμβαίνουν. Ἐφ᾿ ὅσον δηλαδὴ ζοῦν καὶ εὐδοκιμοῦν οἱ ἴδιοι, τὸ ἔργο τους προοδεύει. Ὅταν ὅμως πεθάνουν, καταστρέφεται μαζί τους ὅ,τι δημιούργησαν. Καὶ αὐτὸ τὸ παθαίνουν ὄχι μόνο οἱ πλούσιοι οὔτε μόνο οἱ ἄρχοντες, ἀλλὰ καὶ οἱ κυβερνῆτες ἀκόμα. Γιατὶ καὶ οἱ νόμοι τους καταλύονται και ἡ μνήμη τους σβήνει και τ᾿ ὄνομά τους ξεχνιέται καὶ οἱ ἔμπιστοι ἄνθρωποί τους παραγκωνίζονται.
Αὐτὰ συμβαίνουν σ᾿ ἐκείνους, ποὺ πρῶτα μ ἕνα νεῦμα κυβέρνησαν λαοὺς καὶ ὁδήγησαν στὸν πόλεμο ὁλόκληρες στρατιές. Σ᾿ ἐκείνους ποὺ καταδίκαζαν σὲ θάνατο καὶ ποὺ ἀνακαλοῦσαν ἐξορίστους.
Στὸν Κύριο ὅμως ἔγινε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Θλιβερὴ ἦταν ἡ κατάσταση τοῦ ἔργου Του πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση: Ὁ Ἰούδας Τὸν πρόδωσε, ὁ Πέτρος Τὸν ἀρνήθηκε, οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς ἔφυγαν γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ πολλοὶ πιστοὶ Τὸν ἐγκατέλειψαν. Μόνος ἔμεινε ἀνάμεσα στοὺς ἐχθρούς. Ὅμως, μετὰ τὴ σφαγὴ καὶ τὸ θάνατο, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι δὲν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος ὁ Σταυρωμένος, ἔγιναν ὅλα λαμπρότερα, φαιδρότερα, ἐνδοξότερα.
Ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος, αὐτὸς ποὺ πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση δὲν ἄντεξε τὴν ἀπειλὴ μιᾶς ὑπηρετριούλας, ἀλλά, μετὰ ἀπὸ τόσες οὐράνιες διδασκαλίες καὶ τὴ συμμετοχή του στὰ θεῖα μυστήρια, εἶπε ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν Κύριο, αὐτὸς ὁ ἴδιος, μετὰ τὴ σταύρωση, Τὸν κήρυξε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Ἀναρίθμητα πλήθη μαρτύρων θυσιάστηκαν, γιατὶ προτίμησαν νὰ θανατωθοῦν παρὰ ν᾿ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό, ὅπως τὸν εἶχε ἀρνηθεῖ ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος, τρομοκρατημένος ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ ἑνὸς κοριτσιοῦ. Ὅλες τώρα οἱ χῶρες, ὅλες οἱ πόλεις, τὰ ἐρημικὰ καὶ τὰ κατοικημένα μέρη, τὸν Σταυρωμένο ὁμολογοῦν. Σ᾿ Αὐτὸν πιστεύουν οἱ βασιλιάδες κι οἱ στρατηγοί, οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ὕπατοι, οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι, οἱ ἀγράμματοι καὶ οἱ μορφωμένοι, οἱ βάρβαροι καὶ τὰ διάφορα ἔθνη τῶν ἀνθρώπων.
Ἀκόμα κι ὁ μικρὸς καὶ ἀσήμαντος ἐκεῖνος τάφος, ποὺ δέχθηκε τὸ αἱμόφυρτο μαρτυρικὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, εἶναι τιμιότερος ἀπὸ χίλια βασιλικὰ παλάτια καὶ σεβαστὸς ἀκόμα καὶ στοὺς βασιλιάδες.
Τὸ παράδοξο μάλιστα εἶναι, ὅτι αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Κύριο, συνέβη καὶ στοὺς μαθητές Του. Γιατὶ αὐτοὺς ποὺ περιφρονοῦσαν καὶ φυλάκιζαν, αὐτοὺς ποὺ βασάνιζαν σκληρὰ μὲ ἀναρίθμητα μαρτύρια, αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς ἴδιους, μετὰ τὸ θάνατό τους, τοὺς τιμοῦσαν περισσότερο κι ἀπὸ τοὺς βασιλιάδες.
Καὶ πῶς φαίνεται αὐτὸ; Στὴ Ρώμη, οἱ αὐτοκράτορες καὶ οἱ ὕπατοι καὶ οἱ στρατηγοὶ τὰ πάντα ἐγκαταλείπουν, καὶ τρέχουν νὰ προσκυνήσουν τοὺς τάφους τοῦ ψαρᾶ Πέτρου καὶ τοῦ σκηνοποιοῦ Παύλου. Στὴν Κωνσταντινούπολη, αὐτοὶ ποὺ φοροῦν τὰ στέμματα, θέλουν νὰ ἐνταφιαστοῦν ὄχι κοντὰ στοὺς τάφους τῶν ἀποστόλων ἀλλὰ στὰ πρόθυρα τῶν ναῶν τους. Κι ἔτσι γίνονται οἱ βασιλιάδες θυρωροὶ τῶν ψαράδων! Μάλιστα δὲν ντρέπονται γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ καὶ καυχιῶνται. Καυχιῶνται ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπόγονοί τους.
Ὅταν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἦσαν μόνο δώδεκα καὶ δὲν ὑπῆρχε στὴ σκέψη κανενὸς ἡ Ἐκκλησία, ὅταν ἀκόμα ἡ ἰουδαϊκὴ συναγωγὴ ἀνθοῦσε καὶ ἡ ἀσεβὴς εἰδωλολατρία κυριαρχοῦσε σ ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν οἰκουμένη, ὁ Κύριος εἶχε προφητέψει: Ἐπὶ ταύτη τῇ πέτρᾳ (δηλαδὴ πάνω στὴν ὁμολογία πίστεως τοῦ Πέτρου) οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18).
Διαπιστώνεις τὴν ἀλήθεια αὐτῆς τῆς προφητείας; Βλέπεις τὴν ἐκπλήρωσή της; Σκέψου πόσο σημαντικὸ γεγονὸς εἶναι ἡ ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας σχεδὸν σ᾿ ὅλη τὴ γῆ μέσα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα. Σκέψου πῶς ἄλλαξε τὴ ζωὴ τόσων ἐθνῶν καὶ ὁδήγησε στὴν πίστη τόσους λαούς, πῶς κατάργησε προγονικὰ ἔθιμα, πῶς ἀπελευθέρωσε ἀπὸ μακροχρόνιες συνήθειες, πῶς σκόρπισε σὰν σκόνη τὴν κυριαρχία τῆς ἡδονῆς καὶ τὴ δύναμη τῆς ἁμαρτίας, πὼς ἐξαφάνισε σὰν καπνὸ τὴν ἀκάθαρτη τσίκνα τῶν θυσιῶν, τὶς εἰδωλολατρικὲς τελετές, τὶς βδελυκτὲς ἑορτές, τὰ ξόανα, τοὺς βωμοὺς καὶ τοὺς ναούς, πὼς οἰκοδόμησε παντοῦ ἅγια θυσιαστήρια, στὴν πατρίδα μας καὶ στὶς χῶρες τῶν Περσῶν, τῶν Σκυθῶν, τῶν Μαύρων, τῶν Ἰνδῶν. Τί λέω; Ἀκόμα καὶ στὰ Βρετανικὰ νησιά, ποὺ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴ Μεσόγειο, στὸν ὠκεανό, ἁπλώθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ χτίστηκαν θυσιαστήρια.
Τὰ λόγια ποὺ τότε ὁ Κύριος διακήρυξε, φύτρωσαν στὶς καρδιὲς ὅλων. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ γεμάτη ἀγκάθια γῆ καθαρίστηκε καὶ δέχτηκε τὸ σπόρο τῆς πίστεως.
Τὸ ἔργο τῆς ἀπελευθερώσεως τόσων λαῶν ἀπὸ μακροχρόνιες αἰσχρὲς συνήθειες, καθὼς καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν εὔκολο στὸν πολὺ δύσκολο, εἶναι πράγματι θαυμαστό, μᾶλλον ὑπερθαύμαστο. Ἀποδεικνύει θεία ἐνέργεια, ἀκόμα κι ἂν κανεὶς δὲν τὸ εἶχε ἐμποδίσει, ἀκόμα κι ἂν ἐπικρατοῦσε εἰρήνη καὶ πολλοὶ τὸ εἶχαν βοηθήσει. Γιατὶ ἡ ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐρχόταν σὲ σύγκρουση μόνο μὲ τὴν ἀρχαία συνήθεια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἡδονή, τὸν εὐχάριστο τρόπο ζωῆς. Εἶχε δηλαδὴ δυὸ ἰσχυροὺς ἀντιπάλους, ποὺ τυραννοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους: τὴ συνήθεια καὶ τὴν ἡδονή.
Ὅσα εἶχαν πρὶν πολλοὺς αἰῶνες παραλάβει ἀπὸ τοὺς πατέρες, τοὺς παπποῦδες καὶ τοὺς ἀρχαιότερους προγόνους, ἀκόμα κι ὅσα εἶχαν παραλάβει ἀπὸ φιλοσόφους καὶ ρήτορες, ὅλ᾿ αὐτὰ συμφώνησαν νὰ τὰ περιφρονήσουν, πράγμα ἐξαιρετικὰ δύσκολο. Ἔπρεπε ἀκόμα νὰ δεχθοῦν ἕνα νέο τρόπο ζωῆς, καὶ μάλιστα πολὺ δυσκολότερο. Γιατὶ ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν τρυφὴ καὶ ὁδηγοῦσε στὴ νηστεία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν φιλαργυρία καὶ ὁδηγοῦσε στὴν ἀκτημοσύνη. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἀσέλγεια καὶ ὁδηγοῦσε στὴν ἁγνεία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸ θυμὸ καὶ ὁδηγοῦσε στὴν πραότητα. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸν φθόνο καὶ ὁδηγοῦσε στὴ φιλία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἄνετη κι εὐχάριστη ζωὴ καὶ ὁδηγοῦσε στὴ δύσκολη, στὴν τεθλιμμένη», στὴ σκληρή. Καὶ μάλιστα ὁδηγοῦσε σ αὐτὴν ἐκείνους, ποὺ εἶχαν συνηθίσει στὴ ζωὴ τῶν ἀνέσεων. Γιατὶ δὲν ἔγιναν, βέβαια, χριστιανοί, ἄνθρωποι ποὺ ζοῦσαν σ᾿ ἄλλους κόσμους καὶ δὲν εἶχαν ἁμαρτωλὲς συνήθειες, ἀλλὰ ἔγιναν ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν σαπίσει μέσα σ᾿ αὐτὲς καὶ εἶχαν γίνει πιὸ μαλακοὶ κι ἀπὸ τὸν πηλό. Αὐτοὺς κάλεσε νὰ βαδίσουν τὸ δύσκολο, τὸν «τεθλιμμένο», τὸ σκληρὸ καὶ τραχὺ δρόμο. Καὶ τοὺς ἔπεισε νὰ τὸν βαδίσουν!
Πόσους ἔπεισε; Ὄχι μόνο δυὸ ἢ δέκα ἢ εἴκοσι ἢ ἑκατό, ἀλλ᾿ ἀμέτρητους. Καὶ μὲ ποιούς τοὺς ἔπεισε; Μὲ 12 ἀνθρώπους ἀμόρφωτους, ἀκαλλιέργητους, ἄσημους, φτωχούς, χωρὶς περιουσία, χωρὶς σωματικὴ δύναμη, χωρὶς δόξα, χωρὶς λαμπρὴ καταγωγή, χωρὶς εὐφράδεια καὶ ρητορικὴ ἱκανότητα. Μὲ 12 ἀνθρώπους ποὺ ἦσαν ψαράδες, σκηνοποιοί, ἀλλόγλωσσοι. Γιατὶ οὔτε κἂν τὴν ἴδια γλώσσα δὲν εἶχαν μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες. Μιλοῦσαν τὴν ἑβραϊκή, ποὺ ἦταν πολὺ διαφορετικὴ ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἄλλες γλῶσσες. Μ᾿ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς 12 οἰκοδομήθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ ἁπλώθηκε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.
Καὶ δὲν εἶναι μόνο τοῦτο τὸ θαυμαστό, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι αὐτοὶ οἱ λίγοι, οἱ φτωχοί, οἱ ἀμόρφωτοι καὶ περιφρονημένοι, ποὺ βάλθηκαν ν᾿ ἀλλάξουν τὴν ἀνθρωπότητα, δὲν ἔκαναν ἀνενόχλητοι τὸ ἔργο τους. Ἀπὸ παντοῦ ἀντιμετώπιζαν ἀναρίθμητους πολέμους. Τοὺς πολεμοῦσαν σὲ κάθε ἔθνος καὶ σὲ κάθε πόλη. Ἀλλὰ τί λέω γιὰ ἔθνη καὶ πόλεις; Σὲ κάθε σπίτι ξεσηκωνόταν πόλεμος ἐναντίον τους. Ἡ διδασκαλία τους χώριζε πολλὲς φορὲς τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸν πατέρα, τὴ νύφη ἀπὸ τὴν πεθερά, τὸν ἕνα ἀδελφὸ ἀπὸ τὸν ἄλλο, τὸ δοῦλο ἀπὸ τὸν ἀφέντη, τὸν ὑπήκοο ἀπὸ τὸν ἄρχοντα, τὸν ἄνδρα ἀπὸ τὴ γυναίκα καὶ τὴ γυναίκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα. Στὴν κάθε οἰκογένεια δὲν πίστευαν ὅλοι ταυτόχρονα, κι ἔτσι οἱ χριστιανοὶ ὑπέμειναν καθημερινὲς διαμάχες, ἀκατάπαυστες ἐχθρότητες, μύριους θανάτους.
Σὰν κοινοὺς ἀντιπάλους καὶ ἐχθροὺς ὅλοι τους πολεμοῦσαν. Τοὺς καταδίωκαν οἱ βασιλιάδες, οἱ ἄρχοντες, οἱ ὑπήκοοι, οἱ ἐλεύθεροι, οἱ δοῦλοι, οἱ ὄχλοι, οἱ πόλεις. Καὶ δὲν καταδίωκαν μόνο τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ - πράγμα φοβερὸ - καταδίωκαν ἀκόμα καὶ τοὺς νεόφυτους κατηχουμένους, ἐκείνους δηλαδὴ ποὺ μόλις εἶχαν πιστέψει.
Προξενοῦσε φρίκη καὶ ὀργὴ στοὺς εἰδωλολάτρες ἡ σκέψη νὰ ἐγκαταλείψουν τοὺς βωμούς, νὰ περιφρονήσουν τὶς θυσίες, ποὺ ὅλοι οἱ πατέρες κὰ οἱ πρόγονοί τους τελοῦσαν, καὶ νὰ πιστέψουν στὸν Κύριο. Νὰ πιστέψουν σ᾿ Αὐτὸν ποὺ ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, ποὺ δικάστηκε ἀπὸ τὸν Πιλάτο, ποὺ ἔπαθε ἀναρίθμητα δεινὰ καὶ ἐξευτελισμούς, ποὺ ὑπέμεινε τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο, ποὺ ἐνταφιάστηκε καὶ ἀναστήθηκε.
Τὸ παράδοξο μάλιστα εἶναι, ὅτι ἐνῶ τὰ πάθη τοῦ Κυρίου ἦσαν ἀναμφισβήτητα - πολλοὶ εἶχαν δεῖ τὶς μαστιγώσεις, τὰ χτυπήματα, τὰ φτυσίματα, τὰ ραπίσματα, τὸ σταυρό, τοὺς χλευασμούς, τὸν τάφο, - δὲν συνέβαινε ὅμως τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση. Ὁ Κύριος, μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάστασή Του, ἐμφανίστηκε μόνο σὲ μαθητές. Παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, μιλοῦσαν γιὰ τὴν ἀνάσταση καὶ ἔπειθαν τοὺς λαοὺς καὶ οἰκοδομοῦσαν τὴν Ἐκκλησία. Πῶς; Μὲ ποιόν τρόπο; Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου, ποὺ τοὺς ἔστειλε νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιό Του στὰ ἔθνη. Αὐτὸς ἦταν ποὺ τοὺς ἄνοιξε τὸ δρόμο. Αὐτὸς διευκόλυνε τὸ δύσκολο ἔργο τους. Ἂν δὲν τοὺς βοηθοῦσε ἡ θεία δύναμη, οὔτε κὰν θ᾿ ἄρχιζε ἡ διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ.
Γιατὶ ἐνῶ οἱ τύραννοι ὁπλίζονταν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ στρατιῶτες πρότειναν τὰ ὅπλα τους, ἐνῶ οἱ ὄχλοι μαίνονταν σὰν ἀγριεμένη φωτιά, ἐνῶ ἡ κακὴ συνήθεια ἀντιπαρατασσόταν, ἐνῶ ρήτορες, σοφιστές, πλούσιοι, ἰδιῶτες, ἄρχοντες ξεσηκώνονταν, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πιὸ ἰσχυρὸς κι ἀπὸ φλόγα, ἔκανε στάχτη τ᾿ ἀγκάθια, καθάρισε τοὺς ἀγροὺς κι ἔσπειρε τὸ λόγο τοῦ κηρύγματος. Ἄλλοι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ρίχνονταν στὶς φυλακές, ἄλλοι ἐξορίζονταν, ἄλλων οἱ περιουσίες δημεύονταν, ἄλλοι φονεύονταν, ἄλλοι διαμελίζονταν. Καὶ μολονότι οἱ χριστιανοὶ ἀντιμετωπίζονταν σὰν κοινοὶ ἐγκληματίες, ὑπομένοντας κάθε εἶδος τιμωρίας, ἀτιμώσεως καὶ διωγμοῦ, ὅλο καὶ περισσότεροι ἔρχονταν στὴν Ἐκκλησία. Μάλιστα, ὄχι μόνο δὲν ἀποθαρρύνονταν οἱ νέοι πιστοὶ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ποὺ ἔβλεπαν νὰ ὑπομένουν οἱ παλαιότεροι, ἀλλὰ γίνονταν προθυμότεροι! Μόνοι τους ἔτρεχαν, ἀβίαστα, εὐγνωμονώντας τοὺς βασανιστές τους. Γίνονταν θερμότεροι στὴν πίστη, βλέποντας τοὺς χειμάρρους τῶν αἱμάτων τῶν πιστῶν.
Εἶδες τὴν ἀσύγκριτη δύναμη Ἐκείνου ποῦ ἔκανε ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ θαύματα; Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ μὴ λυπᾶται κανείς, ὑποφέροντας τέτοια φρικτὰ μαρτύρια; Ὅμως αὐτοὶ χαίρονταν, σκιρτοῦσαν! Αὐτὸ ὁμολογεῖ, σὰν παράδειγμα, ὁ ἅγιος εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς πὼς συνέβαινε καὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους - ὑπέστρεφον ἐκ προσώπου τοῦ συνεδρίου χαίροντες, ὅτι κατηξιώθησαν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ ἀτιμασθῆναι (Πραξ. 5, 41).
Κι ἐνῶ οὔτ᾿ ἕνα τοῖχο δὲν μπορεῖ νὰ χτίσει κανεὶς μὲ πέτρες καὶ ἀσβέστη ὅταν καταδιώκεται, οἱ ἀπόστολοι ἔχτιζαν τὴν Ἐκκλησία σ ὅλη τὴν οἰκουμένη ὑποφέροντας διωγμούς, φυλακίσεις, ἐξορίες καὶ μαρτυρικοὺς θανάτους. Καὶ δὲν τὴν ἔχτιζαν μὲ πέτρες, ἀλλὰ μὲ ψυχές, πράγμα πολὺ δυσκολότερο. Γιατὶ δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ χτίζεις ἕνα τοῖχο μὲ τὸ νὰ πείθεις διεφθαρμένες ψυχὲς ν᾿ ἀλλάζουν τρόπο ζωῆς, νὰ ἐγκαταλείπουν τὴ δαιμονικὴ μανία τους καὶ ν᾿ ἀκολουθοῦν τὴ ζωὴ τῆς ἀρετῆς.
Τὸ κατόρθωσαν ὅμως αὐτό, γιατὶ εἶχαν μαζί τους τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶχε προφητέψει: Οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18).
Συλλογίσου πόσοι τύραννοι πολέμησαν τὴν Ἐκκλησία καὶ πόσους φοβεροὺς διωγμοὺς ξεσήκωσαν ἐναντίον της... Ὁ Αὔγουστος, ὁ Τιβέριος, ὁ Γάϊος, ὁ Νέρων, ὁ Βεσπασιανός, ὁ Τίτος καὶ ὅλοι οἱ διάδοχοί τους μέχρι τὸ Μέγα Κωνσταντίνο, ὅλοι ἦσαν εἰδωλολάτρες. Καὶ ὅλοι - ἄλλος ἠπιότερα, ἄλλος σκληρότερα - πολεμοῦσαν τὴν Ἐκκλησία. Τὴν πολεμοῦσαν ὅλοι. Κι ἂν μερικοὶ δὲν ξεσήκωναν οἱ ἴδιοι διωγμούς, ὅμως ἡ προσήλωσή τους στὴν εἰδωλολατρία ὑποκινοῦσε στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ὅσους ἤθελαν νὰ τοὺς κολακέψουν.
Παρόλα αὐτά, τὰ κακόβουλα σχέδια καὶ οἱ ἐπιθέσεις τῶν εἰδωλολατρῶν διαλύθηκαν σὰν ἱστοὶ ἀράχνης, σκορπίστηκαν σὰν σκόνη, ἐξαφανίστηκαν σὰν καπνός. Ἀλλὰ καὶ ὅσα σχεδίαζαν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἔγιναν ἀφορμὴ νὰ προκύψει μεγάλη ὠφέλεια στοὺς χριστιανούς. Γιατὶ δημιούργησαν τὶς χορεῖες τῶν μαρτύρων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ θησαυρό, τοὺς στύλους, τοὺς πύργους τῆς Ἐκκλησίας.
Βλέπεις λοιπὸν τὴ θαυμαστὴ ἐκπλήρωση τῆς προφητείας; Πραγματικὰ «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Ἀπὸ τὰ παρελθόντα ὅμως, πίστευε καὶ γιὰ τὰ μέλλοντα. Καὶ στὸ μέλλον κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ νικήσει τὴν Ἐκκλησία. Γιατὶ ἂν δὲν κατόρθωσαν νὰ τὴ συντρίψουν ὅταν ἀριθμοῦσε λίγα μέλη, ὅταν ἡ διδασκαλία της φαινόταν καινούρια καὶ παράξενη, ὅταν τόσοι φοβεροὶ πόλεμοι καὶ τόσοι πολλοὶ διωγμοὶ ἀπὸ παντοῦ ξεσηκώνονταν ἐναντίον της, πολὺ περισσότερο δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὴ βλάψουν τώρα, ποὺ κυριάρχησε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη, ποὺ κυρίεψε ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ποὺ ἐξαφάνισε τοὺς βωμοὺς καὶ τὰ εἴδωλα, τὶς γιορτὲς καὶ τὶς τελετές, τὸν καπνὸ καὶ τὴν τσίκνα τῶν αἰσχρῶν θυσιῶν.
Πῶς πέτυχαν οἱ ἀπόστολοι ἕνα τόσο μεγάλο, ἕνα τόσο σπουδαῖο κατόρθωμα, ἔπειτα ἀπὸ τόσα ἐμπόδια; Ἀσφαλῶς μὲ τὴ θεϊκὴ καὶ ἀκαταμάχητη δύναμη Ἐκείνου, ποὺ προφήτεψε τὴ δημιουργία καὶ τὸ θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθεῖ, ἐκτὸς κι ἂν εἶναι ἀνόητος καὶ ἐντελῶς ἀνίκανος νὰ σκέφτεται.


ΠΡΟΙΚΟΝΗΣΟΥ ΙΩΣΗΦ: «ΣΑΛΠΙΓΞ Η ΧΡΥΣΗΛΑΤΟΣ - Ο ΘΕΙΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΩΤΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ»

Του Σεβ. Μητροπολίτου Προικονήσου κ.Ιωσήφ

Στίς 13 Νοεμβρίου η Εκκλησία τιμά καί γιορτάζει έναν τρισμέγιστο φωστήρα καί Ιεράρχη της, τόν Ιωάννη Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, τόν Χρυσόστομο.
Είναι τόσο σημαντική γιά τή ζωή τής Εκκλησίας διά μέσου τών αιώνων η παρουσία καί η προσφορά τού ιερού Χρυσοστόμου, ώστε, ανήμερα τής μνήμης του, στόν πανίερο Πατριαρχικό Ναό τής Κωνσταντινουπόλεως, ο Οικουμενικός Πατριάρχης δέν ανεβαίνει στό θρόνο του, μά κάθεται δίπλα, στό γεντέκι  (δηλ. στό παραθρόνιο).

Στόν θρόνο τοποθετείται η ιερά εικόνα τού αρχαίου Αρχιεπισκόπου τής Πόλεως Ιωάννου Α’ τού Χρυσοστόμου, γιά νά φαίνεται ότι ο ιερός αυτός Πατέρας είναι κατά κάποιο τρόπο ο... διαχρονικός προκαθήμενος τής Εκκλησίας τής Βασιλευούσης• ο διά μέσου τών αιώνων Οικουμενικός Πατριάρχης. Εκείνος, πού περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον εστόλισε κι εδόξασε τόν εκκλησιαστικό θρόνο τού Βυζαντίου! Γι’ αυτό άλλωστε καί ο νεοεκλεγόμενος Οικουμενικός Πατριάρχης δεχόταν συνήθως κατά τό Μέγα Μήνυμα τήν ευχετήρια προτροπή: «-Ανάβηθι επί τόν θρόνον τών Χρυσοστόμων καί τών Φωτίων καί κλέϊσον αυτόν ως εκείνοι!»

Γεννημένος ο Ιωάννης στά μέσα τού Δ΄ αιώνος στήν Αντιόχεια τήν επί τού Ορόντου, τάς Συριάδας Αθήνας, όπως ονόμαζαν στήν αρχαιότητα τήν πόλι αυτή λόγω τού έντονου ελληνικού χαρακτήρα της, από πατέρα τόν στρατηγό Σεκούνδο καί μητέρα τήν αγιασμένη Ανθούσα, έμεινε από μικρός ορφανός πατρός, αλλά έλαβε τέλεια χριστιανική ανατροφή από τήν Ανθούσα κι απέκτησε αδαμάντινο χαρακτήρα, λαμπρή κοσμική μόρφωσι (μαθητής τού ρήτορος Λιβανίου καί τού φιλοσόφου Ανδραγαθίου), κι ακόμη λαμπρότερη θεολογική συγκρότησι καί κατάρτισι, μέ δασκάλους τόν Διόδωρο Ταρσού καί τόν Καρτέριο, στοιχεία μεγάλα τού περιώνυμου Ασκητηρίου, δηλ.τής μεγάλης Θεολογικής Σχολής τής Αντιόχειας.

Κατηχημένος καί διδαγμένος πατρικώτατα από τόν Επίσκοπο Αντιοχείας (Άγιο) Μελέτιο, δέχθηκε τό ιερό βάπτισμα, κι αργότερα, μετά τήν οσιακή κοίμησι τής μητέρας του, αποσύρθηκε γιά τέσσερα χρόνια σ’ ένα αυστηρό Μοναστήρι, όπου εσφυρηλάτησε καί ελεπτούργησε τήν προσωπικότητά του μέ αγιοπνευματική υπακοή στούς Γεροντάδες, σκληρότατες νηστείες, ανύστακτη νήψι, ολονύκτιες αγρυπνίες, σκληρές χαμευνίες,  βαθυκάρδιες προσευχές, πυκνή καί συστηματική μελέτη τών Θείων Γραφών, πολλές υπομονές, αδιάκοπους κόπους σωματικούς προκειμένου νά «υποπιάζη»  καί νά «δουλαγωγή» τό σώμα πρός όφελος τής ψυχής, καί, κατόπιν, γι’ άλλα δυό χρόνια, αποσύρθηκε σ’ ένα ερημικό σπήλαιο, στήν περιοχή τού Σιλπίου, όπου επιδόθηκε κατά μόνας σέ ακόμα αυστηρότερη καί απαιτητικώτερη ασκητική ζωή ως ερημίτης (δέν κοιμήθηκε ξαπλωμένος ούτε μιά νύχτα, κατά τή μαρτυρία τού Παλλαδίου Ελενουπόλεως, καί από τήν υπερβολική άσκησι «νεκρούται τά υπό γαστέρα»), ενοικοκύρεψε τέλεια τόν έσω άνθρωπο καί προετοιμάστηκε φιλότιμα γιά τήν εργασία τού Ευαγγελίου καί τή διακονία τού ιερού θυσιαστηρίου.

Επί δεκαεφτά χρόνια ελάμπρυνε τήν Ιερωσύνη στήν Αντιόχεια, δίπλα στόν άγιο Επίσκοπο Μελέτιο αρχικά, ως διάκονος, καί δίπλα στόν εκλεκτό διάδοχό του Επίσκοπο Φλαβιανό, ως πρεσβύτερος. Εκτός από τό λειτουργικό καί τό πλούσιο κοινωνικό - φιλανθρωπικό έργο του (πτωχωκομείο, γηροκομείο, συσσίτια), διακρίθηκε ξεχωριστά στό κήρυγμα τού λόγου τού Θεού, στήν ερμηνεία τών Αγίων Γραφών καί στή δυναμική αντιμετώπισι τών αιρετικών (Αρειανών καί Ευνομιανών) καί τών φανατικών Ιουδαίων. Η φήμη του ως ιεροκήρυκος, νηπτικού καί αγίου ανδρός, προασπιστού τού ευσεβούς δόγματος καί κοινωνικού εργάτου καί αναμορφωτού, ξεπέρασε σύντομα τά όρια τής Αντιόχειας καί τής γύρω περιοχής κι έφθασε μέχρι τή Βασιλεύουσα.

Έτσι, τό 398 μ.Χ., μετά τήν οσιακή κοίμησι τού Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Νεκταρίου (+17 Σεπτεμβρίου 397),  παρά τίς πείσμονες αντιρρήσεις καί διαμαρτυρίες του, οδηγείται βίαια, μέ στρατιωτική συνοδεία, στήν Κωνσταντινούπολι, πρός απαρηγόρητη θλίψι τών Χριστιανών τής Αντιόχειας, πού τόν έχαναν μέσα από τά χέρια τους, καί χειροτονείται στίς 15 Δεκεμβρίου Αρχιεπίσκοπος τής Βασιλεύουσας μέσα σέ κλίμα φρενίτιδας καί ενθουσιασμού τού ευσεβούς λαού τής Πρωτευούσης, πού είπε: «τοιούτος ημίν έπρεπεν Αρχιερεύς»! 

Διακονία τού θυσιαστηρίου, κήρυγμα τού Λόγου, κοινωνική πρόνοια  καί φιλανθρωπία υπήρξαν τά πρώτα του μελήματα. Η νοσοκόμησι τών πασχόντων, η προστασία τών ορφανών, τών χηρών καί τών αδικουμένων, τό καθημερινό φαγητό εφτά χιλιάδων εξαθλιωμένων φτωχών, η στηλίτευσι τής κοινωνικής αδικίας, τής διαφθοράς, τής πολυτέλειας, τής περπέρειας,  τού ευδαιμονισμού καί τής γενικότερης απομακρύνσεως από τήν ευαγγελική ζωή αρχόντων καί αρχομένων, μεγάλων καί μικρών, κατείχαν κεντρική θέσι στή ζωή καί τό έργο του. Η κάθαρσι τής Εκκλησίας από φαύλους καί αβελτεροπέρπερους  κληρικούς («τραπεζογίγαντες», «γυναικοϊέρακες» [μέ τίς περιώνυμες «συνεισάκτους»], «χριστέμπορους» καί «βαλαντιοσκόπους», κατά τήν ακριβολόγο χρυσοστόμεια ορολογία) καί η ανύψωσι στήν Ιερωσύνη αγίων καί αξιόθεων ανθρώπων, η στήριξι τού Μοναχισμού, η ιεραποστολή γιά τή διάδοσι τού Ευαγγελίου στούς Πέρσες, στούς Σκύθες καί στούς εθνικούς τής Φοινίκης, τής Γοτθίας καί τής Κελτικής, υπήρξαν αντικείμενα καθημερινής ανύστακτης φροντίδας καί μέριμνάς του. Καί παράλληλα, η καλογηρική, καλογηρική!...

Ούτε τή νηστεία ξέχασε, ούτε τήν αγρυπνία, ούτε τήν αδιάλλειπτη προσευχή! Η σπεσιαλιτέ τού καθημερινού τραπεζιού του ήταν χυλός από κριθάρι! Διηγούνται ότι είχε κρεμάσει από τό ταβάνι σχοινιά (βαστακτήρες), πού τά περνούσε στίς μασχάλες του, γιά νά στέκεται όλη νύκτα όρθιος στήν προσευχή, χωρίς νά καταρρεύση! Ακόμη, πώς τό τελευταίο λυχνάρι πού έσβηνε στή Βασιλεύουσα κάθε βράδυ ήταν τού κελλίου του!

Προσωπικότητα περίλαμπρη! Πίστι γρανιτένια πού μετακινούσε βουνά! Αρετή εκτυφλωτικά απαστράπτουσα! Εκκλησιαστικό φρόνημα μοναδικό! Υποταγή στό θέλημα τού Θεού πλήρης! Ήθος ακτινοβόλο, ασυμβίβαστο! Ταπείνωσι βαθύτατη! Ανωτερότητα απαράμιλλη! Υπομονή καί μακροθυμία ανεξάντλητη! Θεληματική προσωπική πτωχεία ακραία! Φιλοπτωχεία ανοιχτοχέρα, γαλαντόμα, πλουσιόκαρδη! Φλόγα ιεραποστολική άσβεστη! Ανεξικακία απεριόριστη καί αγάπη γιά τόν άνθρωπο παφλάζουσα! Ζήλος γιά τήν Εκκλησία πύρινος! Ερμηνεία τών Γραφών θεοφώτιστη! (Στό αφτί τού υπαγόρευε τήν ερμηνεία τών Επιστολών του αυτοπροσώπως ο Απόστολος Παύλος, όπως είδε μέ τά ίδια του τά μάτια ο μαθητής καί αργότερα διάδοχός του Άγιος Πρόκλος, καί τό μακάριο εκείνο αφτί -τό αριστερό- σώζεται ώς τά σήμερα αδιάφθορο στήν πολύχαρη καί μεθυστικά πανευώδη αγία κάρα του, πού θησαυρίζεται στό Αγιονορείτικο αρχοντομονάστηρο τού Βατοπεδίου.

Τό είδαμε καί τό προσκυνήσαμε! Κήρυγμα τού λόγου τού Θεού μελίχρυσο, χρυσαυγές, χρυσογάργαρο! Έλεγχος τής ασεβείας σκληρός, ανυποχώρητος! Δικαιοσύνη έμπρακτη χριστομίμητη! Εργατικότητα ακαταπόνητη! Οσιακή άσκησι τραχύτατη! Προσευχή αδιάλλειπτη, θεοπειθέστατη, πάγκαρπη! Λατρεία λογική, ευκατάνυκτη, ευάρεστη στόν Κύριο! (Καί μόνο η Θεία Λειτουργία πού φέρει τό όνομά του αρκεί γιά επιβεβαίωσι!) Θεολογία εκφαντορική! Νούς θεοπτικότατος! Μυστική θεωρία πολλαπλώς μαρτυρούμενη! Ιδού μερικές μόνο πτυχές τού καταπληκτικού φαινομένου πού ονομάζεται Ιωάννης Α’ ο Χρυσόστομος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως! Ο πανίερος μυστηριάρχης τών θείων, στόν οποίο «κατεσκήνωσε τών αρετών η πάσα δικαιοσύνη»! Ο ομότροπος τών Αποστόλων! Ο «χρυσουργός τών καρδιών τών πιστών»!  Ο «πάγχρυσος τή ψυχή σύν τή γλώττη»!  Τό «χρυσόπνοον στόμα τής Χάριτος»! 

Όλα αυτά βεβαίως εκίνησαν τόν φθόνο τού διαβόλου καί τών οργάνων του εναντίον τού Αγίου τού Θεού. Μίση, φτηνά συμφέροντα ευτελών ανθρώπων, ανδραρίων τής κοσμικής καί τής εκκλησιαστικής εξουσίας, αδυναμίες αυτοκρατορικές (τής ματαιόδοξης Ευδοξίας), ραδιουργίες, δολοπλοκίες, μηχανορραφίες, ψεύδη, αδίστακτες συκοφαντίες, οχετοί εμπαθείας, όλα επιστρατεύθηκαν καί ενεργοποιήθηκαν γιά τήν εξόντωσί του. Δυό φορές προσπάθησαν νά τόν δολοφονήσουν! Στό τέλος τόν εξόρισαν. Μέ διάταγμα αυτοκρατορικό αλλαργοξόρισαν τόν δίκαιο, γιατί τούς ήταν «δύσχρηστος» καί «βαρύς καί βλεπόμενος».  Ξεσηκώθηκε ο πιστός λαός, ενώ ένας τρομερός φυσικός σεισμός, δίπλα στόν σεισμό τού λαού, ετρόμαξαν τούς εχθρούς τού Αγίου, πολιτικούς καί κληρικούς. Έτσι αναγκάσθηκαν νά τόν ανακαλέσουν από τήν εξορία. Επανήλθε θριαμβευτικά στό θρόνο του, δυστυχώς όμως όχι γιά πολύ. Τά ανάκτορα τόν αντιπαθούσαν, γιατί η θεοκίνητη γλώσσα του ήλεγχε τή διαφθορά πού τά έπνιγε. Ατάσθαλοι κληρικοί, πού καί μόνη η παρουσία του ήταν ένας ηχηρός έλεγχος τής δικής τους κακομοιριάς καί αβελτηρίας, τόν μισούσαν θανάσιμα. Συνάχθηκαν σέ Σύνοδο ανομίας «παρά τήν Δρύν» (403), πού πέρασε στήν ιστορία ως «Ληστρική Σύνοδος» καί τόν «καθήρεσαν» από τήν αρχιερωσύνη!

Τόν Άγιο οι εναγείς! Τόν αδάμαντα οι άνθρακες! Τόν φιλόχριστο οι φιλόχρυσοι! Τόν θεοφόρο οι αθεόφοβοι! Τόν πανάξιο οι ανάξιοι! Τόν ολοφώτεινο οι εσκοτισμένοι! Τόν εν Χριστώ ελεύθερο οι «σκητοτρώκται καί διφθερίαι καί τρίδουλοι εκ προγόνων»!  Αμέσως ξανακαταδικάστηκε κι από τό παλάτι σέ εξορία (20 Ιουνίου 404)! Μακρύτερη καί χειρότερη από τήν πρώτη. Πένθος επλάκωσε τήν Εκκλησία! Αίμα αθώο χύθηκε στούς δρόμους τής Κωνσταντινουπόλεως υπέρ τού αγίου Ποιμενάρχη. Πυρκαϊά κατέστρεψε τόν Ναό τής τού Θεού Σοφίας καί τή Σύγκλητο. Σχίσμα έγινε ανάμεσα στούς Επισκόπους... Κι ο αδικημένος καί προδομένος Αρχιεπίσκοπος, άρρωστος βαρειά οδηγήθηκε στή Νικομήδεια, στή Νίκαια, στήν Άγκυρα, στήν Καισάρεια, ώσαμε καί στήν Κουκουσό τής Αρμενίας, όπου έφθασε μισοπεθαμένος. Εδώ βρήκε γιά λίγο κάποια γαλήνη καί θαλπωρή. Ο λαός τής περιοχής τού έδειξε πολλή αγάπη καί ευλάβεια.

Επεκοινώνησε μέ τό ποίμνιό του. Μάς σώζονται κάπου διακόσιες σαράντα επιστολές του από τήν εξορία στήν Κουκουσό. Εξόριστος καί ασθενής, δέ σταμάτησε νά καλλιεργή ευρύτατα τή φιλανθρωπία, νά διδάσκη τό λαό, νά ενδιαφέρεται γιά τήν ιεραποστολή στούς Σκύθες, Πέρσες, Φοίνικες, Κέλτες καί Γότθους!

Όμως οι εχθροί τής ευσεβείας ούτε στήν Κουκουσό θέλησαν ν’ αφήσουν ήσυχο τόν μαρτυρικό Πρωθιεράρχη! Τό καλοκαίρι τού 407 τού επιβάλλουν, μέ διαταγή τής νέας Ηρωδιάδος Ευδοξίας, περαιτέρω εξορία στήν Πιτυούντα τού Καυκάσου. Δέν έφθασε ποτέ εκεί! Μετά από τρίμηνη απερίγραπτη ταλαιπωρία κατέληξε στά Κόμανα τού Πόντου. Λίγα χιλιόμετρα έξω από τά Κόμανα, έμεινε στό ναό τού Αγίου Βασιλίσκου, ανεψιού τού Μεγαλομάρτυρος Αγ. Θεοδώρου τού Τήρωνος, πού είχε μαρτυρήσει στά Κόμανα επί Μαξιμιανού. Εδώ ήταν τό «Όριο Chandrasekhar»  τού «Λευκού Γίγαντα» (καί όχι λευκού νάνου, κι άς μέ συγχωρήσει η επιστήμη τής Αστρονομίας!). Τή νύχτα άκουσε τή φωνή τού Αγίου Βασιλίσκου νά τού λέη: «-Θάρσει, αδελφέ Ιωάννη, αύριον γάρ άμα εσόμεθα!»  Τήν επομένη ο πολύπαθος Αρχιεπίσκοπος ζήτησε νά τόν ντύσουν μέ λευκά άμφια, κοινώνησε τά άχραντα Μυστήρια, είπε τή σύντομη δοξολογία πού συνήθιζε πάντοτε: «Δόξα τώ Θεώ πάντων ένεκεν!» καί παρέδωσε τό πνεύμα. Τό ημερολόγιο εσημείωνε: 14 Σεπτεμβρίου 467. «Ενταφιασθείς δέ καί εορτασθείς, καθάπερ αθλητής νικηφόρος τό σωμάτιον, θάπτεται μετά τού Βασιλίσκου εν τώ αυτώ μαρτυρίω» - στόν ίδιο Ναό.

Στή συνείδησι τού εκκλησιαστικού πληρώματος είχε καθιερωθή ενωρίτατα ως μέγιστος φωστήρας τής Τρισηλίου Θεότητος• ως μελίρρυτος ποταμός τής σοφίας, πού καταρδεύει όλη τήν οικουμένη μέ τά νάματα τής Ορθόδοξης Θεολογίας• ως Ομολογητής τού Ονόματος τού Θεού καί τέλειος εργάτης τής ευαγγελικής δικαιοσύνης• ως Πατέρας ύψιστος τής Εκκλησίας, στύλος   καί εδραίωμα τής αληθείας• ως βασιλέας τού άμβωνος καί αιώνιο υπόδειγμα Αρχιερέως καί πνευματικού πατρός• ως κανόνας τής αρετής καί τής αγιότητος. Καί τιμήθηκε αμέσως ως μέγας Άγιος! Επειδή, μάλιστα, η ημέρα τής τελειώσεώς του συνέπεσε μέ τήν παγκόσμια Ύψωσι τού Τιμίου Σταυρού, γι’ αυτό από νωρίς η μνήμη του μετακινήθηκε στίς 13 Νοεμβρίου, ώστε νά γιορτάζεται αυτόνομα, όπως αξίζει σ’ ένα τέτοιας λαμπρότητας υπερκαινοφανές αστέρι (σούπερ νόβα ...γιά τούς ελληνομαθείς!) τού νοητού στερεώματος τής Βασιλείας τού Θεού!

Στίς 27 Ιανουαρίου τού 438, μετά από ενέργειες τού μαθητού καί διαδόχου τού ιερού Χρυσοστόμου στόν αποστολικό Θρόνο τής Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Πρόκλου, μέ άδεια τού Αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β΄, τό ιερό λείψανο τού Θεοφόρου Πατρός, πού είχε διατηρηθή ακέραιο, μεταφέρθηκε μέ λαμπρές τιμές στήν Κωνσταντινούπολι, όπου έγινε δεκτό μέ φρενίτιδα ενθουσιασμού. Τό έστησαν όρθιο πάνω στό ιερό Σύνθρονο τού Ναού τής Αγίας Ειρήνης καί φώναζαν: «Απόλαβέ σου τόν θρόνον, Άγιε!», όπως αναφέρει ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης  (εντεύθεν καί τό έθιμο τής εγκαθιδρύσεως τής εικόνος του στόν Πατριαρχικό Θρόνο κατά τήν ημέρα τής μνήμης του). Στή συνέχεια τό οδήγησαν στόν Ναό τών Αγίων Αποστόλων. Επανελήφθη καί εδώ η ενθρόνησι στό Σύνθρονο καί εκεί ο Άγιος σήκωσε τό χέρι του, ευλόγησε τό λαό του λέγοντας «Ειρήνη πάσι!» καί ξανάκλεισε τό πάγχρυσο στόμα του μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου...

Θαύματα πολλά καί θεραπείες ασθενών έγιναν μέ τήν παρουσία τού χαριτοβρύτου λειψάνου τού Χρυσορρήμονος. Η λάρνακα πού τό περιέκλειε ετάφη κατόπιν κάτω από τό άγιο θυσιαστήριο, καί τά θαύματα συνεχίζονταν κρουνηδόν. «Βρύει ως μυροθήκη τερπνή, τά τών θαυμάτων θεία ρείθρα, Χρυσόστομε, η λάρναξ η σή εν κόσμω, καί ιαμάτων ροαίς τάς ψυχάς μυρίζει τών τιμώντων σε», διασαλπίζει η εκκλησιαστική μούσα. Αργότερα τό ιερό λείψανο ακολούθησε τήν συνήθη ανθρώπινη διάλυσι καί τά θεοφόρα οστά συνέχισαν νά δέχωνται τήν ευλαβική προσκύνησι κλήρου καί λαού. Τό 1206 οι ληστοσυμμορίτες πού ονόμαζαν κατ’ ευφημισμό τόν εαυτό τους «Σταυροφόρους», μετά τήν κατάληψι τής Βασιλεύουσας καί τήν εγκατάστασι λατινικής ιεραρχίας στή θέσι τού Ορθόδοξου Πατριάρχου, διαγούμισαν, ως γνωστόν, ό,τι πολύτιμο καί ιερό υπήρχε στήν Πόλι καί τό κατηύθυναν στή Δύσι (Βατικανό, Βενετία κ.λπ.).

Ανάμεσα στά άλλα κλοπιμαία τών ιερόσυλων «σκητοτροκτών» καί «διφθεριών», ήταν καί τά άγια λείψανα, καί βεβαίως καί εκείνα τού ιερού Χρυσοστόμου, πλήν τής τιμίας κάρας του πού βρίσκεται, όπως αναφέραμε, στό Βατοπέδι. Στίς 30 Νοεμβρίου 2004, μετά από 798 ολόκληρα χρόνια βίαιου ξενιτεμού, τμήμα τών θείων λειψάνων τού «Καθηγητού τών Θείων»,  μαζί μέ τμήμα τών λειψάνων τού άλλου μέγιστου Αρχιεπισκόπου τής Νέας Ρώμης Αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, μετά από επίμονες καί επίπονες προσπάθειες τού άξιου διαδόχου τους Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, επεστράφη από τόν Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, σέ μιά κίνησι καλής θελήσεως τής Παλαιάς πρός τή Νέα Ρώμη. Τά χαριτόβρυτα λείψανα τών δύο Αγίων βρίσκονται πιά στό βόρειο κλίτος τού Πατριαρχικού Ναού τού Αγίου Γεωργίου μέσα σέ κομψά μαρμάρινα θυριδωτά κιβώτια, δίπλα στήν Παναγία τή Φανερωμένη τής Κυζίκου.

Πέρα από τή 13η Νοεμβρίου (μνήμη) καί 27η Ιανουαρίου (ανακομιδή λειψάνων), η Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει κι άλλες γιορτές τού ιερού Χρυσοστόμου: Τή 15η Δεκεμβρίου (χειροτονία σέ Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως), τήν 30ή Ιανουαρίου (μαζί μέ τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Θεολόγο Γρηγόριο) καί τήν 26η Φεβρουαρίου (χειροτονία σέ Πρεσβύτερο). Δέν τόν χορταίνουμε!... Πάντα τόν νοιώθουμε δίπλα μας. Μαζί μας! Ακόμα καί στόν πανεθνικό Θρήνο τής Αλώσεως, χίλια χρόνια μετά, η λαϊκή φωνή τού Πόντου τόν ήθελε νά είναι παρών, νά συμμερίζεται τή συμφορά τών παιδιών του καί νά θρηνή μαζί μέ τήν Παναγία γιά τό κατάντημα τής Πόλεως: «Ναϊλί εμάς, νά βάϊ εμάς, η Ρωμανία επάρθεν!... κι ο Άη Γιάννες ο Χρυσόστομον, κλαίει, δερνοκοπάται!...» Καί βέβαια, καθημερινά τόν έχουμε κοντά μας, καθώς τελούμε (μέ πολύ λίγες εξαιρέσεις μέσα στό έτος), τή Θεία Λειτουργία του, τόν μεγαλύτερο πνευματικό θησαυρό πού μάς κληροδότησε! Τήν τελούν καί σέ διάφορες Ρωμαιοκαθολικές Κοινότητες, όπως λ.χ. στή Μονή τής Κρυπτοφέρης, καί βέβαια τήν χρησιμοποιούν επίσης οι «Ελληνοόρυθμοι» Παπικοί (Ουνίτες).

Τό προσωνύμιό του (Χρυσόστομος), τό κάναμε όνομα βαπτιστικό, γιά νά μήν τόν συγχέουμε μέ άλλους ομωνύμους του Αγίους, καί είναι προσφιλέστατο κυρίως μεταξύ τών μοναχών καί αγάμων κληρικών μας.
«Έπρεπε τή βασιλίδι τών πόλεων Ιωάννην αυχείν Αρχιερέα, ώσπερ τινά κόσμον βασιλικόν».  Έπρεπε στήν Οικουμενική Ορθοδοξία ένα τέτοιο κόσμημα, ένα τέτοιο δώρο τού Ουρανίου Βασιλέως καί Μεγάλου Αρχιερέως Χριστού!...