ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελεημοσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελεημοσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Νοεμβρίου 14, 2019

Παρθενία και ελεημοσύνη


Όμως καλή μεν και μεγάλη αρετή είναι η παρθενία, αλλά άνευ της ελεημοσύνης τίποτα δεν ωφελεί η παρθενία. Οι φρόνιμες Παρθένες είχαν την παρθενία, αλλά είχαν και την ελεημοσύνη σαν δύο φτερά, οι δε άφρονες είχαν την παρθενία, την μεγάλη αρετή, τον μέγα κόπο κατόρθωσαν, αλλά τον μικρό κόπο, δηλαδή την ελεημοσύνη, δεν την έκαμαν. Γι’ αυτό τις Παρθένες εκείνες, οι οποίες δεν είχαν την ελεημοσύνη, τις επονόμασε ο Κύριος μωρές και άφρονες. Τούτο το κακό κάνουν και σήμερα μερικοί άνθρωποι, άνδρες ή γυναίκες, οι οποίοι κατορθώνουν αρετές μεγάλες, όμως καταφρονούν τις μικρές…
»Γι’ αυτό και οι φρόνιμες Παρθένες θυμήθηκαν και γέμισαν τα αγγεία τους με έλαιο. Ποια αγγεία; Τις κοιλιές των φτωχών, την ένδυση των γυμνών, την παραμυθία των ορφανών. Θυμήθηκαν, ότι η «πίστη χωρίς των έργων νεκρά εστί» (Ιακ. β΄26). Διότι ο αετός με ένα φτερό δεν μπορεί να πετάξει υψηλά. Γι’ αυτό έκαναν μεσίτες προς τον Κύριο τους φτωχούς. Οι πεινώντες τρέφονταν και οι λαμπάδες των λύχνων ήταν πολύ αναμμένες. Οι φτωχοί ευχαριστούσαν και ο Νυμφίος ερχόταν. Η Ελεημοσύνη σπέρνονταν και ο Νυμφίος, τον οποίο περίμεναν, ευτρεπιζόταν. Οι μωρές όμως στεκόντουσαν, κρατώντας τις λαμπάδες των λύχνων χωρίς έλαιο, και φαινόντουσαν από τον Νυμφίο από μακριά. Πως; Διότι ένα και μόνο είχαν κατόρθωμα. Δηλαδή την παρθενία είχαν, την δε ελεημοσύνη και φιλανθρωπία δεν είχαν, την μεν τιμή του σώματος είχαν, την δε φιλοξενία απεστράφησαν. Ποιο ήταν το τέλος; Αργοπορώντας του Νυμφίου, νύσταξαν οι Παρθένες και κοιμόντουσαν, δηλαδή άργησε να έρθει ο Νυμφίος και αυτές νύσταξαν, κοιμήθηκαν, δηλαδή πέθαναν…
»Και λοιπόν ήρθε τότε η ώρα της των νεκρών αναστάσεως… Εν καιρώ μεσονυκτίου ήρθε το φως, ο Νυμφίος. Τότε οι φρόνιμες προϋπάντησαν τον Νυμφίο και ήρθαν με αυτόν στους γάμους και τότε κλείσθηκε η θύρα του νυμφικού οίκου… Και επιθυμούσαν οι άφρονες να προϋπαντήσουν και αυτές τον Νυμφίο, διότι γι’ αυτό αρνήθηκαν τα καλά του κόσμου και την δόξα και αποδέχθηκαν την θλίψη, την στεναχώρια, την παρθενία. Επειδή όμως δεν είχαν ελεημοσύνη, βρήκαν κλεισμένη την ουράνια Βασιλεία… ‘‘Αμήν λέγω ημίν, ούκ οίδα υμάς’’.
»Αν λοιπόν οι Παρθένες με το να μην είχαν την φιλοπτωχία, διώχθηκαν από τον φοβερό Κριτή, εμείς οι αμαρτωλοί ποια ελπίδα έχουμε, αφού ούτε παρθενία έχουμε, ούτε ελεημοσύνη;»


ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Εἰς τὴν παραβολὴν τῶν δέκα παρθένων, καὶ περὶ ἐλεημοσύνης(απόσπασμα)

Δευτέρα, Νοεμβρίου 12, 2018

ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ : Όχι ως ο ιερεύς και ο λευίτης...


Στην παραβολή του καλού σαμαρείτη έχουμε δύο θρησκευτικούς ανθρώπους. Ο ιερέας είδε και προσπέρασε τον πληγωμένο γιατί πήγαινε να προσφέρει θυσία στον Ναό και όφειλε να είναι καθαρός από επαφή με αίματα και πληγές, σύμφωνα με τον Νόμο. Ο λευίτης προσπέρασε και αυτός γιατί ίσως σκέφτηκε πώς δεν ήταν δική του δουλειά η περίθαλψη ενός πληγωμένου, αλλά και επειδή ίσως φοβήθηκε μην είναι ακόμα εκεί κοντά οι ληστές και τον κακοποιήσουν κι αυτόν.

Σε δύο ημέρες από τώρα αρχίζει η νηστεία των Χριστουγέννων.Πολλοί κλεινόμαστε στο καβούκι μας για να μην μιανθούμε από τις αμαρτίες των άλλων και να διασφαλίσουμε την "νηπτική" μας ησυχία και να μείνουμε καθαροί από τον κόσμο και τους πειρασμούς του. Φοβόμαστε να ασχοληθούμε με τον 'αλλο ο οποίος είναι "σεσημασμένος" στην αμαρτία, να μην χαλάσει το καλό θρησκευτικό μας προφίλ προς τα έξω, ιδιαίτερα σε μέρες σαρακοστής, κατά τις οποίες μας έχουν βάλει στο μικροσκόπιο ως ανθρώπους της εκκλησίας "δικοί και ξένοι". Όταν έχουμε δηλ. ο ένας από τον άλλο απαιτήσεις καθαρότητας και ομολογίας πως ανήκουμε σε έναν ξεχωριστό κύκλο και μέσα σε αυτόν περιοριζόμαστε και όχι παραέξω και υπολογίζουμε την γνώμη των ομοίων μας . Φοβόμαστε μην χαλάσει η κατάνυξη μας και το ωραίο κλίμα των εορτών, όταν έρθουμε αντιμέτωποι με τις πληγές που ανοίγει το Κακό στον κόσμο.Ίσως συμπονέσουμε για την "κατάρα" του τον πονεμένο και τον φτωχό και ρίξουμε από μακρυά ψιχίο καλού λόγου και ελεημοσύνης, για να καθησυχάσουμε την συνείδηση μας και να πούμε πώς κάναμε έλεος.Όλα με τον νόμο και την τάξη των πραγμάτων, με τέτοιον ύπουλο τρόπο ορθά πού καταφέρνουμε να ζούμε απομονωμένοι στην δικαίωση μας και πάντα σωστοί και ξένοιαστοι.
Η νηστεία όμως απαιτεί κοινωνικότητα, μεταδοτικότητα, ευσπλαχνία, ενδιαφέρον, αγάπη για να λάβει ουσία.Απαιτεί να ασχοληθούμε με τον αδελφό μας. Η ελεημοσύνη καταπραΰνει τα πάθη μας. Το νοιάξιμο που έχουμε ο ένας για τον άλλο θεραπεύει τους φόβους και τις δικές μας πληγές. Η αγάπη μας για τον άλλο έλκει την αγάπη του Θεού.Στην νηστεία ουσιαστικά εμείς είμαστε στην θέση του πληγωμένου πού έπεσε στους ληστές και έχουμε ανάγκη.Δεν είμαστε σε πλεονέκτημα αλλά σε επαιτεία ελέους. Να μην υπερηφανεύομαστε λοιπόν ανόητα λες και θεραπευθήκαμε ήδη. Ζούμε στην κοινωνία της εκκλησίας. Δεν μπορούμε να αγιάσουμε μόνοι μας. Πως θα προσέλθουμε στην θεια Κοινωνία όταν μένουμε οι ίδιοι α-κοινώνητοι; Η νηστεία αυτή έχει έναν στόχο. Να φτάσουμε αγνοί και έτοιμοι μπροστά στην φάτνη στην οποία ταπεινώθηκε ο ίδιος ο Θεός και να λάβουμε από κει την τρυφή της Εδέμ την οποία χάσαμε και χάνουμε κάθε μέρα.Αν είμαστε ήδη χορτάτοι με τύπους και σκιές δεν έχουμε να ωφεληθούμε τίποτα.Αν χάσουμε την πείνα για τον Θεό, θα πεθάνουμε άδειοι και κενοί γιατί δεν θα μας δοθεί και η Τροφή. Θα μας προλάβουν οι σαμαρείτες και θα προπορευτούν από εμάς "οι τελώναι και αι πόρναι".
Ο άγιος Χρυσόστομος που εορτάζει , ας μας συνοδεύει στον ωραίο αγώνα μας.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 11, 2018

Ας καθαριστούμε, λοιπόν, με την ελεημοσύνη...



Δώσε κάτι, έστω και ελάχιστο, σ’ εκείνον που έχει ανάγκη. Γιατί και το ελάχιστο δεν είναι ασήμαντο για τον άνθρωπο που όλα τα στερείται, μα ούτε και για το Θεό, εφόσον είναι ανάλογο με τις δυνατότητές σου. Αντί για μεγάλη προσφορά, δώσε την προθυμία σου. Κι αν δεν έχεις τίποτα, δάκρυσε. Η ολόψυχη συμπάθεια είναι μεγάλο φάρμακο γι’ αυτόν που δυστυχεί. Η αληθινή συμπόνια ανακουφίζει πολύ από τη συμφορά.
«Δανείζει το Θεό όποιος ελεεί φτωχό», λέει η Γραφή (Παροιμ. 19:17). Ποιος δεν δέχεται τέτοιον οφειλέτη, που εκτός από το δάνειο θα δώσει και τόκους όταν έρθει ο καιρός; Και αλλού πάλι λέει: «Με τις ελεημοσύνες και με την τιμιότητα καθαρίζονται οι αμαρτίες» (Παροιμ. 15:27α).

Ας καθαριστούμε, λοιπόν, με την ελεημοσύνη, ας πλύνουμε με το καλό βοτάνι τις βρωμιές και τους λεκέδες μας, ας γίνουμε άσπροι, άλλοι σαν το μαλλί και άλλοι σαν το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία του ο καθένας. 

«Μακάριοι», λέει, «όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεός Του» (Ματθ. 5:7). Το έλεος υπογραμμίζεται στους μακαρισμούς. Και αλλού: «Μακάριος είν’ εκείνος που σπλαχνίζεται τον φτωχό και τον στερημένο» (Ψαλμ. 40:2). 
Και: «Αγαθός άνθρωπος είν’ εκείνος που συμπονάει τους άλλους και τους δανείζει» (Ψαλμ. 111:5). 
Και: «Παντοτινά ελεεί και δανείζει ο δίκαιος» (Ψαλμ. 36:26). Ας αρπάξουμε το μακαρισμό, ας τον κατανοήσουμε, ας ανταποκριθούμε στην κλήση του, ας γίνουμε αγαθοί άνθρωποι. Ούτε η νύχτα να μη διακόψει τη ελεημοσύνη σου. 
Μην πεις. «Φύγε τώρα και έλα πάλι αύριο να σου δώσω βοήθεια» (Παροιμ. 3:28), γιατί μπορεί από σήμερα ως αύριο να συμβεί κάτι, που θα ματαιώσει την ευεργεσία.
Η φιλανθρωπία είναι το μόνο πράγμα που δεν παίρνει αναβολή. «Μοίραζε το ψωμί σου σ’ εκείνους που δεν έχουν στέγη» (Ησ. 58:7). Και αυτά να τα κάνεις με προθυμία. «Όποιος ελεεί», λέει ο απόστολος, «ας το κάνει με ευχαρίστηση και γλυκύτητα» (Ρωμ. 12:8).

Με την προθυμία, το καλό σου λογαριάζεται σαν διπλό. Η ελεημοσύνη που γίνεται με στενοχώρια ή εξαναγκασμό, είναι άχαρη και άνοστη. Να πανηγυρίζουμε πρέπει, όχι να θρηνούμε, όταν κάνουμε καλοσύνες.

Μήπως νομίζεις πως η φιλανθρωπία δεν είναι αναγκαία, αλλά προαιρετική; Μήπως νομίζεις πως δεν αποτελεί νόμο, αλλά συμβουλή και προτροπή; Πολύ θα το ‘θελα κι εγώ έτσι να είναι. Και έτσι το νόμιζα. Μα με φοβίζουν όσα λέει η Γραφή για εκείνους που, την ημέρα της Κρίσεως, ο Δίκαιος Κριτής βάζει στ’ αριστερά Του, σαν κατσίκια, και τους καταδικάζει (Ματθ. 25:31-46). Αυτοί δεν καταδικάζονται γιατί έκλεψαν ή λήστεψαν ή ασέλγησαν ή έκαναν οτιδήποτε άλλο απ’ όσα απαγορεύει ο Θεός, αλλά γιατί δεν έδειξαν φροντίδα για το Χριστό μέσω των δυστυχισμένων ανθρώπων.

Όσο είναι καιρός, λοιπόν, ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον περιποιηθούμε, ας Τον θρέψουμε, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε, ας Τον τιμήσουμε. 
Όχι μόνο με τραπέζι, όπως μερικοί, όχι μόνο με μύρα, όπως η Μαρία, όχι μόνο με τάφο, όπως ο Αριμαθαίος Ιωσήφ, όχι μόνο με ενταφιασμό, όπως ο φιλόχριστος Νικόδημος, όχι μόνο με χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα, όπως οι μάγοι πρωτύτερα.

Μα επειδή ο Κύριος των όλων θέλει έλεος και όχι θυσία και επειδή η ευσπλαχνία είναι καλύτερη από τη θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων αρνιών, ας Του την προσφέρουμε μέσου εκείνων που έχουν ανάγκη, μέσω εκείνων που βρίσκονται σήμερα σε δεινή θέση, για να μας υποδεχθούν στην ουράνια βασιλεία, όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο και πάμε κοντά στον Κύριο μας, το Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. 
Αμήν.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος(Λόγος περι φιλοπτωχίας)

Τρίτη, Ιανουαρίου 09, 2018

Ποιός γύμνωσε τον άγιο Μαρκιανό...


Ο ΜΑΡΚΙΑΝΟΣ ήτο ιερεύς στην Κωνσταντινούπολη αγιώτατος άνθρωπος. Ανάμεσα στις άλλες αρετές πού τόν στόλιζαν υπερείχαν η άκτημοσύνη κι' ή ελεημοσύνη. Παράδοξος συνδυασμός!
Καθώς στεκόταν πολύ ψηλότερα άπό κάθε γήϊνο αγαθό, ό Μαρκιανός δέν απέκτησε ποτέ πράγμα δικό του, πού νά έχη κάποια άξια, ούτε δεύτερο ένδυμα. "Οταν οί γνωστοί του του χάριζαν κάτι, τό έδινε παρευθύς στον πρώτο φτωχό, πού θά συναντούσε στο δρόμο του.

Την Κυριακή που θα γίνονταν τα εγκαίνια της Εκκλησίας τής Αγίας Αναστασίας, πού ήτο ή ενορία του, έφυγε ξημερώματα άπό τή φτωχή καμαρούλα του νά έτοιμάση τό Άγιο Βήμα. Θά λειτουργούσε ό Πατριάρχης μέ άλλους Αρχιερείς. Θά πήγαινε κι'ό Αυτοκράτωρ μέ όλους τους άρχοντας του στά εγκαίνια.
Σάν έφτασε στην Αγία Αναστασία κι' ήτο έτοιμος ν' άνοιξη τήν εξώθυρα του μεγαλοπρεπέστατου ναοϋ, πού αυτός ό ϊδιος μέ τήν απαράμιλλη δραστηριότητα του είχε ανακαινίσει, τόν έπλησίασε ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, γυμνός, μελανιασμένος άπό τό κρύο. Έδειχνε νά ύποφέρη πολύ. "Απλωσε διστακτικά τό χέρι νά του γυρέψη ελεημοσύνη. Ό Μαρκιανός έψαξε τίς τσέπες του. 'Αλλά, συνηθισμένο πράγμα σ' αυτόν, δέ βρήκε χρήματα. Έπρεπε όμως νά δώση κάτι σ' εκείνον τόν δυστυχή, καί μάλιστα χρήσιμο. Του ράγισε τήν καρδιά ή γύμνια του, τό τρεμούλιασμα του. Ό φιλάνθρωπος ίερεύς πήρε τήν άπόφασί του. Θά του έδινε τά ρούχα του. Δεύτερα δέν είχε, άλλ' αυτό δέν τόν πείραζε. Τώρα θά φοροϋσε τά ιερατικά του, άφού θά έπαιρνε μέρος στή Λειτουργία. Πήγε στό σκευοφυλάκιο, έφόρεσε τά άμφια του καί όλα του τά ροϋχα τά έδωσε στό φτωχό. Εκείνος έμεινε μέ τό στόμα ανοικτό μπροστά σέ τόση καλωσύνη.

Ήλθαν στό μεταξύ κι' οί άλλοι κληρικοί μέ τόν Πατριάρχη καί άρχισε ή Θ. Λειτουργία. Μά κάτι παράδοξο συνέβαινε εκείνη τήν ήμερα. Τά βλέμματα του εκκλησιάσματος, άπό του Αύτοκράτορος ώς του τελευταίου πιστού, είχαν καρφωθή πάνω στό Μαρκιανό. Τό ίδιο καί τών κληρικών, μέσα στό "Αγιο Βήμα. Δύο μάλιστα άπ' αυτούς είχαν αρχίσει νά σιγοψιθυρίζουν τίς επικρίσεις τους.
- Που βρήκε άραγε τή χρυσοΰφαντη στολή; Αυτός δέν είχε ποτέ του χρήματα. Έτσι τουλάχιστον φαίνεται.
- Δέ βαριέσαι.. Υποκρισίες. Κοίταξε, αδελφέ μου, καί με διαμάντια κεντημένη. Άϊ, αυτό αυτό πια καταντά σκάνδαλο.

Όταν στο τέλος της Θείας Λειτουργίας βγήκε με το Άγιο Ποτήριο νά κοινωνήση τόν κόσμο ό Μαρκιανός, ένας ψίθυρος θαυμασμού άκούστησε από τά χείλη όλων. Ή Εκκλησία άστραψε άπό τό φεγγοβόλημα των αμφίων του.
Ένας ανώτερος κληρικός πλησίασε τότε τόν Πατριάρχη με φανερή αγανάκτησι καί του είπε:
- Δεν πρέπει ή άγιωσύνη σου, Δέσποτα, νά παραλείψη να συστήση κάποια μετριότητα σ' αυτόν τόν άσημο κληρικό. Τέτοια στολή ταιριάζει μόνο στό βασιλέα.
Ό αγαθός γέρο - Πατριάρχης άρχισε νά στενοχωριέται μέ τίς διαμαρτυρίες του Ιερατείου του. Είχε φυσικά κι' ό ίδιος απορήσει μέ τήν πρωτοφανή πολυτέλεια των αμφίων πού φόρεσε - έτσι τουλάχιστον νόμιζε - γιά τήν πανηγύρι ό Μαρκιανός. Τόν γνώριζε όμως πολύ καλά γιά νά τόν χαράκτηρίση ματαιόδοξο. Ώς τόσο, αποφάσισε νά τοϋ κάνη λόγο γι' αυτό. Ευθύς λοιπόν μετά τήν απόλυσι καί προτού ακόμη βγάλουν καί οί δυό τά ιερατικά, φώναξε τόν Μαρκιανό στό σκευοφυλάκιο.

- Που βρήκες τή στολή αυτή, Μαρκιανέ; Τόν ρώτησε σε τόνο αυστηρό. Θά έλεγε κανείς, πώς πήρες τήν απόφασι να συναγωνιστής σέ πολυτέλεια τόν Αυτοκράτορα. Ό ιερεύς πρέπει νά είναι μέτριος στην έμφάνισί του, γιά νά μή σκανδαλίζη τό λαό καί μάλιστα τίς πτωχότερες τάξεις.
Ό Ιερεύς έρριξε πρώτα ένα φευγαλέο βλέμμα στά φτωχικά λινά του άμφια, τά μοναδικά πού είχε γιά νά ίερουργή. Έπειτα κοίταξε μέ απορία τόν Επίσκοπο του.
- Γιά ποια στολή ομιλεί ή άγιωσύνη σου, Δέσποτα; Αν πρόκεται γι' αυτήν πού φορώ, είναι ή ϊδια πού πήρα άπό τά χέρια σου, όταν πρίν άπό εικοσιπέντε χρόνια μέ χειροτόνησες Πρεσβύτερο.
Ό Πατριάρχης συνωφρυώθηκε. Αϊ, ήταν πάρα πολύ νά προσπαθή νά τόν ξεγελάση μπροστά στά μάτια του.
-Κι αυτή εδώ; του φώναξε, παίρνοντας στα χέρια του το φελόνι.
Τότε παρατήρησε, πώς κάτω άπό τ' άμφια του ό Μαρκιανός ήτο γυμνός κι' εκείνη ή πολύτιμη στολή πού είχε προκαλέσει τόσο θαυμασμό καί θόρυβο δέν ήταν άλλη άπο τή συνηθισμένη, πού τόσα χρόνια τώρα τόν έβλεπε νά λειτουργή.
- Ποιος σ' έγύμνωσε Μαρκιανέ; Ρώτησε έκπληκτος ό Πατριάρχης.
Ό άξιος λειτουργός του Υψίστου πήρε στά χέρια του τό Άγιο Ευαγγέλιο, πού μόλις πρό ολίγου είχε τοποθετήσει στή θήκη του καί τό έδειξε στον Αρχιερέα.
- Αυτό μ' εγύμνωσε, άγιε Δέσποτα.
Κατασυγκινημένος ό γέρο - Πατριάρχης έσφιξε στην αγκαλιά του τόν Μαρκιανό καί φιλώντας τον πατρικά του έλεγε:
- 'Ώ, άν όλοι οί ιερείς σ' εμιμούντο, τέκνον μου, δέ θα είχαμε ανάγκη εκκλησιαστικών ρητόρων. Θά εκήρυττε τό φωτεινό τους παράδειγμα.


από ιστολόγιο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΑ

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2017

Ο ηγούμενος πού διακόνησε τον Χριστό και οι άσπλαχνοι υποτακτικοί του




Στο Πατερικόν, που ονομάζεται Γεροντικόν, φαίνεται ότι σε ένα Μοναστήρι ήταν ένας ηγούμενος πολύ ενάρετος, και ιδιαιτέρως ήταν θαυμάσιος στην φιλοξενίαν και τόσον αγαπούσε τους αδελφούς όλου του Κοινοβίου, που έκαμε πολλές φορές προσευχή στον Θεόν γι’ αυτούς, παρακαλώντας Αυτόν και δεόμενος να τους συναριθμήση και αυτούς μαζί του, να τους βάλη σε έναν τόπον του Παραδείσου να είναι αχώριστοι πάντοτε, καθώς ήσαν και εδώ πρόσκαιρα. Ο δε δικαιοκρίτης Θεός του έδειξε μίαν οπτασίαν θαυμασίαν, για να γνωρίση το σφάλμα του.
Ας ακούσετε οι ασυμπαθείς και οι άσπλαχνοι, να διορθώσετε την πολιτεία σας, εάν ποθήτε την σωτηρία σας. Στο κοινόβιον αυτό, όχι πολύ μακριά, ήταν ένα άλλο Μοναστήρι στο οποίον, όταν έκαμαν την εορτή, προσεκάλεσαν τον ηγούμενον που αναφέραμε να υπάγη στην πανήγυρη. Αυτός έκαμε προσευχήν στον Δεσπότην Χριστόν να του φανερώση εάν έπρεπε να υπάγη, διότι δεν έβγαινε ποτέ από το Μοναστήρι του χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθή ότι ήταν θέλημα Θεού. Προσευχόμενος λοιπόν στην Εκκλησίαν ήκουσε φωνήν από το θυσιαστήριον η οποία του είπε: πήγαινε, πλήν όμως στείλε τους αδελφούς προτήτερα. Καθώς λοιπόν επήγαιναν οι μοναχοί, ευρήκαν στον δρόμον έναν άνθρωπο τριάντα περίπου χρόνων, χαριτωμένον στην όψη και σεβάσμιον, που εκείτετο κατά γης ως άρρωστος. Και ερωτώντας αυτόν ποίος ήταν και από πού ήρχετο, τους απεκρίθη: πτωχός είμαι, και καθώς επήγαινα καβαλλάρης σ’ εκείνο το Μοναστήρι, με άφησε το ζώον και έφυγε. Και εκείνοι είπαν: ο Θεός να σε βοηθήση, διότι εμείς είμεθα πεζοί και δεν ημπορούμε να σε βοηθήσομε. Αφού λοιπόν επέρασαν όλοι, ήλθε κατόπιν και ο ηγούμενος. Καθώς τον είδε και ήκουσε την συμφοράν που έπαθε, ελυπήθη και του λέγει: δεν επέρασαν από εδώ κάποιοι μοναχοί; Ναι, του απαντά, αλλά είπαν πως είναι πεζοί και δεν ημπορούσαν να με βοηθήσουν. Του λέει ο ηγούμενος: ημπορείς να σηκωθής λίγο, να ανεβής σ’ εκείνη την πέτρα, να σε πάρω στον ώμο μου; Εκείνος είπε, εγώ δεν ημπορώ να σαλεύσω καθόλου, συνέχισε τον δρόμο σου. Του λέγει ο Αββάς: ζη Κύριος ο Θεός μου, δεν φεύγω αν δεν σε σηκώσω, με όσες δυνάμεις έχω. Τότε λοιπόν εσηκώθη, ανέβηκε στον βράχο και ο ηγούμενος τον εφορτώθη στους ώμους του. Και στην αρχή μεν του εφάνη πολύ βαρύς, έπειτα όμως ελάφραινεν όσον επροχωρούσαν, μέχρι που του εφαίνετο πως δεν εσήκωνε τίποτε. Και καθώς ύψωσε την κεφαλήν, να δει τί έγινεν ο φαινόμενος, τον βλέπει να ανεβαίνη στον αέρα. Ήκουσε τότε φωνή να του λέγη: Αββά, πολλές φορές με παρεκάλεσες να βάλω τους μοναχούς σου στον ίδιον τόπο με σένα, αυτό όμως είναι αδικοκρισία, διότι τα έργα σας δεν ομοιάζουν. Λοιπόν, εάν τους αγαπάς, δίδαξέ τους ό,τι χρειάζεται και νουθέτησέ τους, ώστε να μιμούνται την πολιτείαν σου. Διότι εγώ είμαι Δίκαιος Κριτής, και αποδίδω στον καθένα κατά τις πράξεις του. Αυτά είπεν ο Δεσπότης και ανήλθε στους ουρανούς, ο δε αββάς έμεινε πολύ χαρούμενος, και ηγάλλετο που ηξιώθη να μεταφέρη τον Κύριον στους ώμους του. Όταν αργότερα εδιηγήθη το γεγονός αυτό στους μαθητάς του με δάκρυα, πολύ ωφελήθησαν και εδιώρθωσαν καθώς έπρεπε την προτέραν τους αμέλειαν.
Έτσι ας κάμωμε και εμείς αδελφοί και Πατέρες μου. Ας γίνωμεν εύσπλαχνοι προς τους αδελφούς μας, συμπαθείς και οικτίρμονες, για να ελεύση και σε μας ο Κύριος.
άγιος γερμανός β΄ πατριάρχης κων/πόλεως

Ο άγιος Ιωάννης και η αληθινή ελεημοσύνη



Από πολύ νωρίς δέχτηκε την κλήση σε όραμα να υπηρετήσει την βασίλισσα των αρετών(την αγάπη) και ανάλωσε όλη του την ζωή στην ελεημοσύνη, ιδιαίτερα από την θέση του ως πατριάρχης Αλεξανδρείας.
Κάποτε ένας πλούσιος φίλος του, του χάρισε ένα πανάκριβο πάπλωμα.Είχε όλο το δικαίωμα αυτός ο άνθρωπος να ξεκουράζεται με αυτό το πάπλωμα, ιδιαίτερα όταν η καθημερινότητα του ήταν τόσο κουραστική και βίαια, μέσα σε φτωχοκομεία και τρώγλες και στους αδύναμους και πονεμένους του κόσμου και τις βαριές ευθύνες της δεύτερης σε τάξη εκκλησίας της οικουμένης. Η σκέψη όμως τόσων αδελφών του πού κρύωναν και υπέφεραν εκεί έξω δεν τον άφηνε στιγμή να κοιμηθεί. Πριν καλά καλά ξημερώσει έστειλε το πάπλωμα στην αγορά το πούλησε και το αντίτιμο το μοίρασε στους φτωχούς. Ο φίλος ο οποίος του έκανε το δώρο πέρασε από την αγορά, είδε το πάπλωμα το αναγνώρισε, το ξαναγόρασε και του πρόσφερε. Όμως ο άγιος και πάλι το έστειλε για πούλημα και πάλι ο φίλος το αγόρασε για να του το ξαναδωρήσει και αυτό επαναλήφθηκε για μέρες. Ώσπου κάποια στιγμή ο άγιος είπε στον φίλο του:«Για να δούμε, αδελφέ μου, ποιος απ' τους δύο μας θα κουραστεί και θα παραιτηθεί πρώτος. Συ να τ' αγοράζεις και να μου το στέλνεις η εγώ να το παίρνω και να το πουλώ».Και ο κύκλος της αγάπης έκλεισε εκεί. 


Σε λίγο θα μπούμε και πάλι στην εορταστική διάθεση και ψυχαναγκαστική διαδικασία της χριστουγεννιάτικης φιλανθρωπίας.Λόγοι λαμπροί, καλή διάθεση,δημοσιεύσεις, πνεύμα και περιρρέουσα ατμόσφαιρα καλής εποχικής προσφοράς. Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πόσο άστοχη και σχεδόν άθλια είναι αυτή λέξη "φιλανθρωπία"; Για να είναι κανείς φίλος του ανθρώπου πρέπει να είναι ή εκτός ή πάνω από τον άνθρωπο. Δεν είναι τυχαίο πώς ονομάζουμε φιλάνθρωπο πάντα  μόνον τον Θεό στην εκκλησία μας.Η φιλανθρωπία κυρίως "ψωνίζει από το κατάστημα" της ανωτερότητας και κάθε υπεροχής. Έχω, κατέχω, δίνω, λαμβάνω, ικανοποιούμαι με κάθε τρόπο, συνήθως με την έξωθεν καλή μαρτυρία. Αυτός είναι ο νόμος της. Νόμος εμπορικός και ανταποδοτικός. Νόμος πού αναπαύει όσους δίνουν από το περίσευμα, μα γι αυτόν πού δέχεται είναι καταφρόνια και ψωμί πικρό. Οι πατέρες ονομάζουν την έμπρακτη και ενεργή ελεημοσύνη με μια όμορφη λέξη, βαθιά και γλυκύτατη: "φιλαδελφία". Είμαστε στον κόσμο του Θεού αδέλφια που ο καθένας μας ζεί με τον πόνο και την σκέψη, την φροντίδα του άλλου. Λέμε το ευαγγελικό εκείνο "μακάριοι οι ελεήμονες ότι ελεηθήσονται". Σημαίνει αυτούς πού έμοιασαν στον Χριστό και η ελεημοσύνη η οποία θα λάβουν είναι η χαρά και η χάρη της ομοιότητας με Αυτόν, μια χαρά την οποία η ταπείνωση και η αγάπη μιας δοτικής καρδιάς δεν θεωρεί εαυτήν άξια να την δεχθεί. Όμως ο Θεός στην στέλνει για να γίνει πλήρωμα και πληρότητα.Ο Χριστός έφθασε στο επίπεδο του ανθρώπου, έγινε άνθρωπος και όχι μόνον αυτό, αλλά έγινε και διάκονος του.Η αγάπη λοιπόν δεν βλέπει από ψηλά τον πάσχοντα και τον φτωχό, αλλά έρχεται αθόρυβα και ευγενικά να τον υπηρετήσει. Αυτός που ελεεί νιώθει οφειλέτης. Μοιράζεται ο ίδιος στους αδελφούς του σαν να τους είχε από πριν υποχρέωση. Και αυτό το νιώθουν στ αλήθεια οι καρδιές πού δόθηκαν ολοκληρωτικά στον Χριστό.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2017

Η ελέημων κοπέλα πού έγινε πόρνη και οι ουράνιοι ανάδοχοι της



Διηγήθηκε κάποτε ο αββάς Θεωνάς, ότι στην Αλεξάνδρεια, στα χρόνια της πατριαρχείας του Παύλου, ζούσε μόνη της μια κόρη αβάπτιστη, που είχε κληρονομήσει μεγάλη 
περιουσία από τους γονείς της.

Μια μέρα, εκεί που εργαζόταν στον κήπο της, είδε κάποιον που ετοιμαζόταν να κρεμαστεί. Τρέχει αμέσως κοντά του και τον ρωτάει:
- Τι κάνεις, άνθρωπε;
- Χρωστάω πολλά χρήματα, και πιέζομαι πολύ από τους δανειστές μου. Προτίμησα λοιπόν ένα σύντομο θάνατο, παρά μια βασανισμένη ζωή.
- Σου δίνω όλα τα χρήματα μου. Μόνο μην αυτοκτονήσεις, τον παρακάλεσε εκείνη.

Έτσι και έγινε. Πλήρωσε ο άνθρωπος το χρέος του και γλύτωσε. Η κόρη όμως έμεινε φτωχή. Ούτε γονείς είχε ούτε κάποιον να τη φροντίσει.

Πάνω σ' αυτή την ανάγκη, κατάντησε να πορνεύει.



Δεν πέρασε πολύς καιρός και αρρώστησε. Ήρθε τότε στον εαυτό της και κατανύχθηκε. Θέλησε να βαπτιστεί, και παρακαλούσε τους γείτονες:
- Για την αγάπη του Χριστού, λυπηθείτε την ψυχή μου και παρακαλέστε τον πατριάρχη σας να με κάνει χριστιανή.

Όλοι όμως την καταφρονούσαν, γιατί ήταν πόρνη.

Μέσα σ' αυτή τη θλίψη της, παρουσιάζεται μπροστά της Άγγελος Κυρίου με μορφή ανθρώπου.

- Τι έχεις; τη ρωτάει.
- Επιθυμώ να γίνω χριστιανή, αλλά κανένας δεν με βοηθάει.
- Μη στεναχωριέσαι. Θα φέρω εγώ ανθρώπους, που θα σε βοηθήσουν.

Πραγματικά, έφυγε και γύρισε με δύο ακόμη Αγγέλους, που σήκωσαν την κόρη και τη μετέφεραν στην εκκλησία. Ύστερα οι άγγελοι πήραν τη μορφή αξιωματικών, και κάλεσαν 
τους κληρικούς, που ήταν ταγμένοι στο έργο του βαπτίσματος.

- Δίνετε εσείς εγγύηση γι' αυτή τη γυναίκα; ρώτησαν οι ιερείς.
- Μάλιστα, δίνουμε.

Την πήραν τότε οι κληρικοί και τέλεσαν το μυστήριο. Ύστερα λευκοντυμένη καθώς ήταν, την παρέλαβαν οι άγγελοι και την πήγαν στο σπίτι της. Εκεί την άφησαν κι έγιναν άφαντοι.





Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2017

Ο Χριστός αισθάνεται την πείνα των πεινασμένων σαν δική του πείνα...




<<επείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» ( Ματθ. 25, 35), θα πει ο Κύριος την ημέρα της Κρίσεως στους ελεήμονες . Εσύ παραξενεύεσαι , διαβάζοντας το Ευαγγέλιο, πότε ήταν ο Χριστός πεινασμένος στη γη;

Δεν μιλά μόνο για την εποχή που βρισκόταν στη γη σωματικά, αλλά για όλες τις εποχές , έως τέλους. Ούτε μόνο στους ελεήμονες εκείνης της εποχής αλλά όλων των εποχών. Ο Χριστός και σήμερα αισθάνεται την πείνα των πεινασμένων σαν δική Του πείνα. Αυτός πεινά μέσω όλων των φτωχών στη γη, μέσω όλων των ζητιάνων, μέσω όλων των παραγκωνισμένων και περιφρονημένων. Η πεινά τους είναι η δική Του πείνα. Παρόλο που αυτοί είναι παραγκωνισμένοι από τον κόσμο, από τον Θεό είναι εκλεκτοί, για να δοκιμάζουν τις καρδιές των πλουσίων. «Ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» ( Ματθ. 25, 40 ). Αυτός, Υπέρ- πλούσιος και Παμμέγιστος , ταυτίζει τον εαυτό Του με τους φτωχότατους και ελάχιστους∙ τους ονομάζει αδέλφια Του για να μαλακώσει τις καρδιές των πλουσίων και για να τους προτρέψει στην οδό της σωτηρίας. Με τη βοήθεια των ελαχίστων θέλει να σώσει τους μέγιστους, με τη βοήθεια των φτωχότατων τους πλουσιότατους , με τη βοήθεια των πλέον αδυνάτων τους πλέον ισχυρούς αυτού του κόσμου. Τέτοια είναι η μέθοδός Του , η μέθοδος της σωτηρίας των ανθρώπων. Αφού το παντοδύναμο χέρι Του στέκει πίσω από τιποτένια εργαλεία. Αυτός θέλει , όλοι να εξαρτώνται ο ένας από τον άλλον, και να βοηθούν τη σωτηρία ο ένας του άλλου. Γι’ αυτό, όποιος δίνει στον πεινασμένο, ας δίνει με φόβο σαν να βάζει στο χέρι του Χριστού αυτοπροσώπως . Ο χορηγός να δίνει εν ονόματι του Χριστού , ενώ ο λαβών ας δέχεται εν ονόματι του Χριστού, για να είναι η ευλογία του Χριστού και στις δύο πλευρές.
Η προσευχή του φτωχού ηχεί δυνατά μπροστά στον Δημιουργό . Μας έλεγε κάποιος άνθρωπος , πως ξεκίνησε για το δικαστήριο, να ακούσει την απόφαση. Μια μέρα πριν δυο άνθρωποι δήλωσαν μπροστά στο δικαστήριο , ότι θα ορκιστούν εναντίον του. Ο άνθρωπος ήταν αθώος. Καθ’ οδόν βλέπει έναν άνθρωπο χωρίς πόδια στον δρόμο να ζητιανεύει. Αυτός του πρόσφερε ελεημοσύνη και του είπε: «έχω βάσανα, αδελφέ, προσευχήσου στον Χριστό για μένα!». «Μην φοβάσαι , ο Θεός θα σε βοηθήσει!» , απάντησε ο φτωχός. Στο δικαστήριο, εκείνοι οι δύο αντίπαλοι τρέμοντας δήλωσαν, ότι δεν μπορούν να ορκιστούν. Κι εκείνος ο άνθρωπος απελευθερώθηκε.
Κι εσύ όταν δίνεις στον φτωχό παρακάλεσέ τον να προσευχηθεί στον Χριστό για σένα ή για τα παιδιά σου ή για τους νεκρούς σου!
Ειρήνη σε σένα και χαρά από τον Κύριο.

Στόν πωλητή Ἀντζέμ Σ. γιά τόν πεινασμένο Χριστό.

Πηγή: «ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Δεν φτάνει μόνο η πίστη…
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Β΄»
Εκδόσεις «εν πλώ»

ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2017

Ελεημοσύνη...



Στη γειτονιά σας ζει ένας εργάτης "εργατικός, τίμιος και αξιόπιστος", όπως λέτε. 'Ομως τώρα είναι χωρίς δουλειά και χωρίς ψωμί.
Ρωτάτε αν μπορεί να βοηθηθεί από δω, από την Αχρίδα. Μπορεί και θα γίνει. Η Αχρίδα θα τον βοηθήσει. Όμως γιατί εσείς να μην τον βοηθήσετε με τον πλούτο σας; Σας δίδεται θαυμάσια ευκαιρία να ταΐσετε τον πεινασμένο, κι έτσι να εκπληρώσετε την ευαγγελική προσταγή. Γιατί παραχωρείτε τούτη τη θαυμάσια ευκαιρία σε άλλον, και προσφέρετε σε άλλον τη σωτηρία της ψυχής, που προσφέρθηκε σε σας από τον Θεό;
Αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται μακριά από την Αχρίδα χίλια χιλιόμετρα, ενώ από το σπίτι σας ούτε γεμάτα εκατό μέτρα. "Τον βαρέθηκα που έρχεται και ζητιανεύει", λέτε. Πιστέψτε με, και ο Θεός βαριέται υπομένοντας του πλούσιους, που μόνο λαμβάνουν και δεν δίνουν. Και αυτόν τον καημένο άνθρωπο τον έφαγε η ανία και η ντροπή που είναι αναγκασμένος να έρχεται μπροστά από την ξένη πόρτα και να ζητιανεύει. Άραγε, κάθε μέρα κι εμείς όταν διαβάζουμε το "Πάτερ ημών", δεν ζητιανεύουμε από τον ουράνιο Πατέρα το ψωμί μας; Όμως κάποιοι από μας μόλις το λάβουν, λένε: "το ψωμί μου!". Αυτό λέγεται χριστιανισμός; Γι' αυτή την πλάνη μας ο Χριστός υπέμεινε βάσανα πάνω στον σταυρό; Όχι, όχι με τίποτα. Αυτός στην αιματηρή πραγματικότητα σκεφτόταν κι έλεγε ότι όπως ο ουράνιος Πατέρας είναι ο Πατέρας όλων μας, έτσι και το ψωμί Του είναι το ψωμί όλων μας. Όταν, λοιπόν, ο πεινασμένος άνθρωπος παρακαλεί για το ψωμί, στην ουσία παρακαλεί για το χριστιανικό του δικαίωμα , Και όταν ο πλούσιος δίνει, δίνει κατά το χριστιανικό του καθήκον.... Να σκέφτεστε λοιπόν, τα λόγια του Κυρίου: " Πάτερ ημών" και τον ΄"άρτον ημών"> Και όταν γνωρίσετε όλο το βάθος και τη δύναμη αυτών των λόγων, εύκολα θα σώσετε και την ψυχή σας και τη ζωή του δικού σας "εργατικού, τίμιου και έμπιστου", όμως πεινασμένου γείτονα.
Αγίου Νικολάου επ. Αχρίδος

Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2017

Ο ελεήμων Παππούλης της Νερατζιώτισσας



Γράφει ο Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος, ὁ ταπεινὸς λευΐτης τῆς Νερατζιώτισσας στὸ Μαρούσι, ἔμοιαζε ἀπόλυτα μὲ τὸ φιλάνθρωπο Κύριό μας.
Ἦταν ἡ εἰκόνα τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς συμπάθειας, ἦταν «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ».
Ζοῦσε πραγματικὰ σὲ ἕνα παροξυσμὸ ψυχικῆς κενώσεως στὶς ἀνάγκες τοῦ πλησίον, αὐτοπροσφερόταν στοὺς ἐνδεεῖς, στὰ μοναχικὰ πρόσωπα, στοὺς ἀξιοπρεπεῖς, τοὺς ὁποίους οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς κατήντησαν νεοπτώχους, ἐμπεριστάτους. Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἐλέους καὶ τῶν οἰκτιρμῶν δὲν ἄφηνε ποτὲ τὰ χέρια τοῦ Γέροντος ἀδειανά.
- Κοιμᾶμαι, ἔλεγε χαριτολογώντας, φτωχὸς καὶ ξυπνάω πλούσιος. Χρήματα δὲν ἔχω καὶ χωρὶς χρήματα δὲν μένω.
Καὶ δὲν τὰ ὑπολόγιζε τὰ χρήματα ὁ Γέροντας. Αὐτὰ εἶναι γιὰ νὰ ἀλλάζουν χέρια καὶ νὰ καλύπτουν ἀνάγκες, ἔλεγε.
Ἡ μοναδικὴ ἀξία ποὺ ἔχουν εἶναι ὅτι μὲ αὐτὰ μποροῦμε νὰ ἀγοράσουμε Παράδεισο. Ὁ ἐλεῶν πτωχὸν δανείζει Θεῷ» (Παρ. ιθ΄ 17).
Καὶ τοῦτο γιατὶ τίποτα ἀπὸ ὅσα ὁ ἄνθρωπος σκορπίζει σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη δὲν πηγαίνει χαμένο.
Ἡ «ἐλεημοσύνη ἐξιλάσεται ἁμαρτίας (Σοφ. Σειρ. 3, 30), μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸ βάρος πολλῶν ἁμαρτιῶν καὶ μᾶς καθαρίζει καὶ μᾶς ἁγνίζει. Μᾶς ἀνοίγει τὶς πόρτες τοῦ Παραδείσου.
Ὅταν μᾶς ἔρχονται χρήματα νὰ μὴν χαιρόμαστε ἄσκοπα. Νὰ προβληματιζόμαστε γιὰ τὴ σωστή τους χρήση.
Ἄλλωσε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὴ γραφίδα τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ, δὲν λέει: «Ὁ ἐλεήμων ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησι, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ψαλμ. 111, 9) καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Μακάριος ὁ συνιῶν ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα» (Ψαλμ. 40, 1).
Γι'αὐτὸ καὶ στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία του ὁ παντελεήμων Θεάνθρωπος διακηρύσσει: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται» ( Ματθ. ε΄ 7).
Ὁ ἐλεήμων ἄνθρωπος, μᾶς λέει ὁ μέγας Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μοιάζει μὲ λιμάνι σὲ ὅσους παλεύουν μὲ τὰ βιοτικὰ κύματα.
Δέχεται ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ταλαιπωρημένους, τοὺς ναυαγούς, τοὺς κλυδωνιζομένους, τοὺς κινδυνεύοντες καὶ τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴ δίνη.
Καὶ εἴτε εἶναι κακοί, εἴτε ἀγαθοί, εἴτε ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἐκεῖνοι ποὺ κινδυνεύουν, τοὺς δέχεται στὴν ἀγκαλιά του, στὰ γαλήνια νερά του.
Μακάριοι οἱ συνάνθρωποί μας, οἱ ὁποῖοι γίνονται λιμάνια σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πέσει στὴν τρικυμία τῆς φτώχειας, τῆς ἀνέχειας, τῆς ἐλλείψεως τῶν ἀναγκαίων βιοτικῶν ἀγαθῶν.
Τὰ χρήματα ὁ Γέροντας Ἀθανασιος δὲν ἤθελε νὰ μένουν ἐπάνω του. Τὰ ἔνοιωθε μίασμα. Αὐτά, ἔλεγε, σταύρωσαν τὸν Χριστό μας.
Αὐτὰ φέρνουν πρόσκαιρη εὐτυχία, ἀλλὰ μόνιμη δυστυχία στὸν κόσμο. Ἀλλοίμονο σὲ αὐτοὺς ποὺ τὰ φιλάνε. Ἔχουν φίδια στὸν κόρφο τους.
Χαρακτηριστικὸ τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἐλεήμονος καρδιᾶς τοῦ Γέροντος εἶναι τὸ ἑξῆς περιστατικό.
Κάποια μέρα τὸν ἐπισκέφθηκε ἀπελπισμένη μιὰ χήρα γυναίκα. Κινδύνευε νὰ τῆς κάνουν έξωση, ἐπειδὴ δὲν εἶχε νὰ πληρώσει τὸ ἐνοίκιο.
Ὁ Γέροντας τὴ συμπόνεσε, ἀλλὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν εἶχε καθόλου χρήματα.
- Παιδί, της εἶπε, δὲν ἔχω δραχμὴ στὴν τσέπη μου. Ὅμως, μὴ φύγεις. Κάθησε ἔξω στοὺς πάγκους νὰ δῶ τί μπορεῖ νὰ γίνει.
Ὁ εὔσπλαχνος Γέροντας κατέφυγε μὲ θέρμη στὴν ἀγαπημένη του προσευχή.
- Γιατί ἄφησες, Θεέ μου, τὰ παιδιά σου νὰ ἔλθουν σὲ τέτοια δυστυχία; Λυπήσου, Κύριε, καὶ αὐτὴ τὴ δούλη σου καῖ μὴν ἐπιτρέψεις νὰ τὴν πετάξουν στὸ δρόμο!
Σὲ λίγο μιὰ εὐκατάστατη κυρία κατέφθασε καὶ τοῦ παρέδωσε ἕνα φάκελο μὲ σεβαστὸ ποσό.
Ὁ Γέροντας οὔτε ἄνοιξε τὸ φάκελο νὰ δεῖ πόσα χρήματα περιεῖχε. Φώναξε μὲ χαρὰ τὴ χήρα καὶ τῆς τᾶ παρέδωσε.
Ἡ γυναίκα ἀνοίγοντας τὸ φάκελο ἔμεινε άφωνη. Μὲ τὸ ποσὸ τοῦ περιεχομένου του ξωφλοῦσε τὸν ἰδιοκτήτη της.
Ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ συμπόνοια τοῦ Γέροντος Ἀθανασίου δὲν σταματοῦσε μόνο στὸ δόσιμο χρημάτων.
Ἡ προσωπικὴ προσφορὰ εἶχε μεγαλύτερη ἀξία. Ἐπιδίωκε νὰ ἔρχεται ἀρωγὸς σὲ κάθε ἐμπερίστατο, κάθε κινδυνεύοντα.
Ἦταν εὐσυμπάθητος μὲ τοὺς ἀρρώστους, μὲ τοὺς ἀνίατα ἀσθενεῖς, τοὺς κατακοίτους ἡλικιωμένους, αὐτοὺς ποὺ δύσκολα κάνουν ἀκόμη καὶ στοιχειώδεις κινήσεις.
Ἔτρεχε νὰ βοηθήσει αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἤθελαν κάποιο δίπλα τους, νὰ τοὺς συμπαρασταθεῖ στὴν καθημερινότητά τους.
Ἔχουν ἀναφερθεῖ ζωντανὰ παραδείγματα ἀσθενῶν ποὺ συχνὰ ἐπισκεπτόταν ὁ Γέροντας, καὶ τῶν ὁποίων οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ οἰκεῖοι συνέπασχαν μαζί τους.
Ἦταν ὁ ἀρωγὸς σὲ ἀσθενεῖς καὶ στοὺς συνοδούς τους, ποὺ καὶ αὐτοὶ χρειάζονταν στήριξη καὶ ἀγάπη.
Ἦταν ὁ ἄγγελος παρηγοριᾶς τῶν ἐγκαταλειμμένων φυματικῶν τῆς περιοχῆς.
Τοὺς πήγαινε αὐγὰ καὶ ἄλλα τρόφιμα καὶ ἔπαιρνε τὰ λερωμένα ροῦχα τους, τὰ ἔπλενε, τὰ σιδέρωνε καὶ τοὺς τὰ πήγαινε μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸ Μαρούσι στὰ Μελίσσια.
Καὶ ὅλα αὐτὰ «ἐν τῷ κρυπτῷ». Ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ προσωπικὴ προσφορὰ διαλαλεῖται, δὲν διατυμπανίζεται, δὲν διαφημίζεται, ἀφοῦ ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. στ΄ 3).
Ὅσο, ὅμως, καὶ ἂν κρυβόταν, ὁ Θεὸς ἐπέτρεπε, πρὸς οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν νὰ φανερώνονται οἱ πάμπολλες ευεργεσίες του. Ἂν καὶ σίγουρα πολλὰ ἔμειναν κρυφά.
Πρὶν κοιμηθεῖ τὸν ὕπνο τῶν δικαίων στὶς 17 Αὐγούστου τοῦ 1967 ἔλεγε:
— Γυμνὸς ἦρθα, γυμνὸς καὶ θὰ φύγω.
Γι’ αὐτὸ καὶ πρὶν παραδώσει τὴν ψυχούλα του στὰ χέρια τοῦ παντελεήμονος καὶ πανοικτίρμονος Θεοῦ μας δέχθηκε ἐπίσκεψη τῆς προσωποποιημένης ἐλεημοσύνης.
Ἡ μοναχὴ ποὺ τὸν ὑπηρετοῦσε στὶς τελευταῖες στιγμές του τὸν ρώτησε ποιός τὸν επισκέφτηκε, καὶ τῆς εἶπε:
— Ἡ ἐλεημοσύνη, παιδί μου!
— Καὶ τί τῆς εἴπατε, ρώτησε ἐκείνη;
— Τῆς εἶπα ὅτι ὅ,τι εἶχα τὸ ἔδωσα. Δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο!

Πέμπτη, Μαρτίου 23, 2017

«Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν»

Μια μέρα, την ώρα που περνούσα μαζί με τον όσιο από την πλατεία της πόλης, βλέπω στα δεξιά μου έναν άνθρωπο, που κάτι σιγομουρμούριζε.
Τον ακολουθούσαν ένα σμάρι φτωχοί και ζητιάνοι, ζητώντας του ελεημοσύνη. Κι εκείνος, ενώ έκανε πως τους απόδιωχνε τάχα, τους έβαζε κρυφά στα χέρια τα ελέη της αγάπης του. Μ’ αυτόν τον τρόπο έκρυβε από τους ανθρώπους τις αγαθοεργίες Του.
Εγώ όμως το πήρα είδηση. Σκούντησα λοιπόν τον όσιο και του φανέρωσα χαμηλόφωνα την αρετή του διαβάτη. Αυτός δεν φάνηκε να εντυπωσιάστηκε.

- Tον ξέρω, παιδί μου, είπε. Πολλές φορές έχουμε ανταμώσει. Εσύ μάθε μόνο τούτο, ότι για τον Θεό είναι μέγας.
Λίγες μέρες αργότερα του ζήτησα να μου πει κάτι γι’ αυτή την αρετή, και μου διηγήθηκε ένα παράδοξο θαύμα.
- Ήμουνα παιδί μικρό, είπε, ίσαμε δέκα χρονών , και είχα πάει στην εκκλησία του αγίου αποστόλου Θωμά για να προσευχηθώ. Εκεί βρήκα ένα γέροντα να διδάσκει το λαό. Ανάμεσα στ’ άλλα μίλησε και για την ελεημοσύνη. Είπε μάλιστα, ότι αυτός που δίνει κάτι στους φτωχούς, είναι σαν να το καταθέτει στα χέρια του ίδιου του Κυρίου. Με κάποια δυσφορία άκουσα τα λόγια εκείνου του κήρυκα. Μου φάνηκαν υπερβολικά.
“Μα αφού ο Χριστός, όπως μου λένε, είναι στους ουρανούς, στα δεξιά του Πατέρα Του”, συλλογιζόμουν με το παιδικό μου μυαλό, “πώς θα βρεθεί στη γη, για να πάρει αυτά που δίνουμε στους φτωχούς; ’”. Με τέτοιες σκέψεις προχωρούσα στο δρόμο, όταν, ξάφνου, βλέπω να περνάει ένας φτωχός κουρελής, που- ω του θαύματος!- πάνω απ’ το κεφάλι του είχε την εικόνα της μορφής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Η εικόνα , αόρατη βέβαια στους άλλους, στεκόταν όρθια και ακολουθούσε το ζητιάνο παντού. Καθώς λοιπόν αυτός περπατούσε, συναντήθηκε μ’ έναν καλό άνθρωπο, που του έδωσε ψωμί. Τη στιγμή όμως που ο φιλάνθρωπος εκείνος διαβάτης άπλωσε το χέρι του, άπλωσε κι ο Χριστός το δικό του μέσ’ από τη μετέωρη εικόνα, πήρε το ψωμί και, αφού ευχαρίστησε, το έδωσε στο φτωχό. Μα ούτε εκείνος ούτε κι ο διαβάτης κατάλαβαν τι έγινε.
Ο θαυμασμός μου γι’ αυτό που είδα δεν περιγράφεται. Ε, από τότε πια πίστεψα ακράδαντα, πως όποιος δίνει στους αδελφούς ό,τι έχουν ανάγκη, το βάζει πραγματικά στα χέρια του Χριστού, που τη μορφή Του βλέπω να στέκεται πάνω απ’ όλους τους φτωχούς. Όσο μπορώ λοιπόν ασκώ την αρετή της ελεημοσύνης . Και ο Χριστός μου μ’ ευχαριστεί για κάθε φτωχό που βοηθάω




Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 18, 2015

Όχι πια φιλανθρωπία!

Δεν είμαι φιλάνθρωπος, γιατί δεν είμαι θεός ή εξωγήινος, για να είμαι φίλος του ανθρώπου. Είμαι άνθρωπος ο ίδιος.

Η φιλανθρωπία είναι απαίσια λέξη και έκφραση. Δηλοί κάποια ελιτιστική ανωτερότητα κάποιας ανώτερης κάστας ανθρώπων έναντι κάποιων λιγότερο προνομιούχων. Είναι λες και κάποιοι χρυσοφόροι να κάνουν χάρη στους φτωχούς πού ασχολούνται μαζί τους και να τους παρέχουν εποχιακό, ευκαιριακό ενδιαφέρον, για να νιώσουν καλά με τον εαυτό τους. 

Στην εκκλησιαστική γλώσσα δεν υπάρχει η λέξη φιλανθρωπία. Φιλάνθρωπος είναι ο Θεός πού είναι έξω από τους ανθρώπους. Αντίθετα μιλάμε για αλληλεγγύη, ελεημοσύνη(μια λέξη πού σκανδαλίζει πολλούς, ενώ θα πρεπε για τους ίδιους λόγους να τους σκανδαλίζει η λέξη φιλανθρωπία), φιλαδελφία( η ευστοχότερη έκφραση για μένα), κοινωνία αγάπης. 

Αυτο πού έχεις να μην το θεωρείς ιδιοκτησία, αλλά να το μοιράζεσαι με αυτόν πού δεν έχει και όχι να το χαρίζεις από θέση ισχυρού. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος περιφρονητής για τον φτωχό από τον φιλάνθρωπο. Όπως δεν υπάρχει μεγαλύτερη παρηγοριά, γι αυτόν πού μπορεί να έρθει στην θέση του και να μοιράσει ψωμί και ενδιαφέρον μαζί του. 

Αυτές τις μέρες όλοι ξαφνικά γίνονται φιλανθρωποι και δοτικοί και πλεονάζουν οι φιλανθρωπικές οργανώσεις και δράσεις.Είναι όμως σαφές υποκριτικό σε μια κοινωνία πού καταπιέζει και εκμηδενίζει το ανθρώπινο πρόσωπο οικονομικα, κοινωνικά και ηθικά, να εφευρίσκονται παγκόσμιες οργανώσεις για να αποδίδουν μετά το καλό, από κει πού τα αφεντικά τους το έχουν πρώτα στερήσει.Είναι σαν μαφιόζικο ξέπλυμα συνείδησης. Τα αφεντικά κλέβουν και οι υπάλληλοι τους ανακουφίζουν.¨Ετσι συντηρείται η ανισότητα και ο κλέφτης και ο φονιάς γίνεται ευεργέτης. 

Γι αυτό έχω να κάνω με όλους αυτούς πού τα βάζουν με την εκκλησιαστική προσφορά και κοινωνική αλληλεγγύη. Γιατί είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι, η Εκκλησία ΔΕΝ έχει κανένα συμφέρον ή κέρδος να ελεεί και όμως το κάνει επειδή γραφεται στο ευαγγέλιο. 

Και ας μην μιλήσει κανείς για ηθικά κέρδη και οφελη, γιατί μπορώ να διαβεβαιώσω τον καθένα σας πώς ο φτωχός εκεί πού θα πάρει το ψωμί, εκεί θα δαγκώσει το χέρι, ενώ από κει πού θα το πάρουν θα το φιλήσει. Γιατί οι φτωχοί είναι δυστυχισμένοι, αλλά όχι άγιοι. 

Είναι λοιπόν σταυρώσιμη η εκκλησιαστική ελεημοσύνη και όποιος το έχει μάθει, δεν λυπάται αλλά χαίρεται πού μοιαζει στον Χριστό σε αυτό το σημείο.

Τρίτη, Μαρτίου 10, 2015

Από τις διδαχές του αγίου Κοσμά Αιτωλού περί Αγάπης και περί διακριτικής ελεημοσύνης





Στις μέρες μας γίνεται πολύς λόγος για τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και για τις προφητείες του. Άλλες θεωρούνται γνήσιες, άλλες αμφισβητούνται και θεωρούνται υπείσακτες για ίδια συμφέροντα των παραχαρακτών. Εγώ θα σπάσω λίγο την "παράδοση" και δεν ασχοληθώ με τις προοράσεις του, αλλά με τις Διδαχές του, πού μαζί με το ιεραποστολικό έργο του είναι ο αληθινός θησαυρός του αγίου.
 
Ακούστε δύο διαμάντια από τις διδαχές, με απλά λόγια όπως τα θυμάμαι:

«Αδερφοί, έχετε αγάπη;», ρωτά τους κατοίκους ενός χωριού. «Έχουμε άγιε πάτερ», απαντάνε. "Αμ δεν έχετε! Τόσα ορφανά και εγκαταλειμμένα παιδιά έχετε στο χωριό σας. Σου βαστάει η καρδιά, χριστιανέ, να είναι το παιδί σου καλοθρεμμένο σαν το γουρουνόπουλο(sic) και το ορφανό να πεινά, να κρυώνει, να ναι γυμνό; Κάμε μια φορεσιά του παιδιού σου, κάμε και στο ορφανό να μην κρυώνει και ο Θεός ευλογεί και το δικό σου παιδί και το βλέπεις και χαίρεσαι. Α μη αλλιώς, αρρωσταίνει το παιδί σου και χάνεται και καίγεται η καρδιά σου. Και βλέπεις το ορφανό πού το προστατεύει ο Θεός και ακμάζει και χαίρεται!"

«Μπορείς να ζήσεις με 100 δράμια ψωμί και συ θέλεις και ΤΡΩΣ 110 δράμια, και ο αδελφός σου πεινάει! Αυτά τα 10 δράμια γίνονται φωτιά στο σπιτικό σου και χάνεις τα υπάρχοντα σου και δυστυχείς...»

Μην ξεπουλάς την ελεημοσύνη σου, εκεί πού θα ακούσεις "μπράβο και εύγε". Μην σπαταλάς αυτό πού σου δόθηκε για να μοιράσεις στον ψεύτικο και τον απατεώνα. Σε αυτόν πού δέκα χρόνια δεν έχει κάνει τίποτα να βοηθήσει τον εαυτό του και κολλάει σαν το παρασιτικό στρείδι πάνω στους άλλους. Σε αυτόν για τον οποίο ο Παύλος λέει πώς περιεργάζεται και όχι εργάζεται και δεν έχει δικαίωμα στην τροφή, γιατί δεν έχει καρπούς εργασίας και προσφορας.Στους εκδορείς των ανθρώπων. Στον οκνηρό και τον εκμεταλλευτή. Αυτόν πού ρίχνει λάσπη στην αγάπη και δολοφονεί την καλή διάθεση για ελεημοσύνη των άλλων.Αυτόν πού σε βλέπει σαν σακούλα με λεφτά και σαν υπηρέτη του.Στον σεσημασμένο και δαχτυλοδεικτούμενο. Αυτούς πού καταρίπτουν με τον κυνισμό και την αναισθησία τους την καλή πίστη των ελεούντων.Αυτούς που σκοτώνουν την αγάπη. Αυτόν πού είναι ο καλύτερος και μόνιμος "πελάτης" της ιδρυματικής φιλανθρωπίας. 

Ψάξε να βρείς αυτόν πού έχει πραγματική ανάγκη. Ντύσε τον, τάισε τον, ξεδίψασε τον, πες του λόγο παρηγορίας, φέρε τον ξανά στην χαρά και την ελπίδα. Πρόσεχε μην πληγώσεις την αξιοπρέπεια και την περηφάνεια του. Φέρσου του σαν σε ίσο και ακόμα περισσότερο σαν κύριο σου, γιατί ο ελάχιστος είναι εικόνα του Κυρίου σου.Και ακόμα περισσότερο σε αυτόν που μισούν και αγνοούν και περιφρονούν οι άνθρωποι. Μην αγαπήσεις την δική τους κρίση και εκτίμηση, αλλά την κρίση και την αγάπη του Θεού, πού είναι Κύριος των περιφρονημένων και αφανών και εγκατελειμμένων. Μην διαλαλήσεις τα έργα αγάπης και κλέψει η κενοδοξία και ο έπαινος των ανθρώπων της ελεημοσύνης τους καρπούς. Βίασε τον εαυτό σου να πιστέψει πώς δεν έκανες κάτι σπουδαίο, αλλά σαν δούλος του Δούλου και Δεσπότου, έδωσες αυτό που σου δανείστηκε και όφειλες να αποδώσεις.Να είσαι περήφανος πού εισαι δούλος και μιμητής του Ελεήμονα Θεού και όχι επειδή εξουσίασες τον αδελφό σου με τον πιό επειδεικτικό και συνηθισμένο και προβαλόμενο τρόπο φιλανθρωπίας.

 Ελεημοσύνη κρυφή και διακριτική ευλογεί ο Θεός. Φιλανθρωπία αδιάκριτη και μετά σαλπίσματος ειναι βδέλυγμα τω Κυρίω!

Δευτέρα, Μαρτίου 09, 2015

Ελεημοσύνη από προϊόντα αρπαγής




Eλεημοσύνη από προϊόντα αρπαγής και αδικίας δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό σαν θυσία. Αλλά μάλιστα είναι βδέλυγμα και καταδίκη. 

Ο Χριστός είπε στους Φαρισαίους: Καθαρίστε πρώτα το εσωτερικό του πιάτου και μετά το πιάτο. Τί ωφελεί να είναι τα σκεύη καθαρά και τα χέρια σου νιμμένα, και έσωθεν η παροψίς να είναι μεστή πάσης ακαθαρσίας, αρπαγής και αδικίας; 

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέει χαρακτηριστικά: Αν ήξερε ο φτωχός, πώς αυτά πού του προσφέρεις είναι από αδικίες και αρπαγές, δεν θα τα είχε δεχτεί, αφού θα ένιωθε πώς κατατρώει τις σάρκες του αδελφού του, τον οποίο αδίκησες. 

Και στην νηστεία μας, καθαρές τροφές δεν είναι μόνο οι αλάδωτες και οι λιτές, αλλά αυτές πού είναι προϊόν τίμιας εργασίας και όχι αρπαγής, τοκογλυφίας, κερδοσκοπίας, κλοπής, αδικίας. Αυτά όλα είναι ακαθαρσία και υπερηφάνια έναντι του Κυρίου.

Κάθε ειλικρινής μετάνοια και θυσία, προϋποθέτει όχι μόνον μεταμέλεια και στέρηση,αλλά αποκατάσταση της αδικίας και συμφιλίωση. Και έπειτα νήστεψε και πρόσφερε το δώρον σου στον Θεό.

Τέλος, ούτε η ελεημοσύνη, ούτε η νηστεία, ούτε η κακοπάθεια ξεπλένουν την αδικία και την κλοπή. Αντίθετα, επιβαρύνουν τον πονηρό άνθρωπο, γιατί είναι θυσίες δαιμονικές. Γιατί είναι γραμμένο πώς διόρθωσε το πάθος με την ανάλογη αρετή. Την υπερηφάνεια με την ταπείνωση, την κλοπή με την αποκατάσταση, την αδικία με την συγχώρεση και απόδοση των κλαπέντων.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2014

Γιατί είναι πρέπον να δημοσιοποιείται η εκκλησιαστική πράξη φιλανθρωπίας

Συνήθως αυτές τις μέρες η Εκκλησία μέσω των μητροπόλεων και των κινήσεων αλληλεγγύης δέχεται κριτική επειδή δημοσιοποιεί τις κινήσεις βοηθείας πού κάνει προς τους έχοντες ανάγκη.

Σκληρή κριτική μάλιστα, όχι από τους απ'εξω, αλλά και από τους ημέτερους!

Γενικά, τους πολλούς δεν ξέρεις από πού να τους πιάσεις. Πάντα θα λένε. 

Αδιαφορούμε; Μας δείχνουν με το δάχτυλο! Ιδρώνουμε και κοπιάζουμε, πάλι εφευρίσκουν τον κακό λόγο. 

Αρρωστημένος λογισμός; Έλεγχος για την δική τους απραξία;Συντεταγμένος πόλεμος; 

Σας αφήνω να αποφασίσετε μόνοι σας. 

Κατά βάθος δεν έχει σημασία. Εμείς κάνουμε το ευαγγέλιο πράξη και ο κόσμος ας κάνει το δικό του μαύρο καθήκον της κατάκρισης. Την ουσία να κοιτάμε και τα άλλα τα σαρώνει ο καιρός και η ημέρα. Στερούνται σημασίας.

Δεν καταλάβατε καλά αγαπητοί μου το νόημα της εκκλησιαστικής πράξης. 

Ούτε για ματαιοδοξία πρόκειται, ούτε για επίδειξη! 

Την φιλανθρωπία και τα έργα αγάπης πού κάνει ο καθένας μας χωριστά, κληρικός ή λαϊκός, από την τσέπη του, είναι σωστό και ορθό να τα κρατάμε κρυφά και γνωστά μόνον στον Θεό. 

Την εκκλησιαστική όμως πράξη αγάπης οφείλουμε να την δημοσιοποιούμε

Πρώτον, επειδή δίνουμε το Παρόν και την Μαρτυρία σε έναν άχαρο και άσπλαχνο κόσμο, κατά το "την διακονίαν σου πληροφόρησον". 

Δεύτερον επειδή φιμώνουμε τους υποκριτές, πού ενώ δεν δίνουν του αγγέλου τους νερό κατά την λαϊκή ρήση και δεν έχουν κάνει τί ωφέλιμο στην ζωή τους,κατακρίνουν συνεχώς την εκκλησία για αδιαφορία.

Τρίτον, επειδή η εκκλησία τα βοηθήματα πού διανείμει δεν τα παίρνει ως μάννα εξ ουρανού, αλλά τα συλλέγει και πάλι από την εκκλησία, δηλαδή τον λαό της. Με λιγα λόγια τα διαχειρίζεται, δεν βγαίνουν από την τσέπη μας.

Και πρέπει να επιδεικνύει ακρίβεια και διαφάνεια!

Και όσο γι αυτούς πού λένε πώς μετατραπήκαμε σε ακτιβιστική οργάνωση από πνευματικό ίδρυμα, θεωρητικά και σε πολλά σημεία έχουν δίκιο. Στην πράξη όμως στερούνται πάσης δικαιοσύνης. Πνευματικό ζήτημα είναι ο άρτος. Ασκητική η φιλανθρωπία και ιερουργία η διακονία.

Δεν υπάρχει καθήκον σε τέτοια πράγματα λεπτά και ουσιαστικά. Αυτά είναι η φύση της Εκκλησίας.


από το φβ