ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσευχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσευχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Μαρτίου 15, 2021

Με προσευχή και νηστεία θα προσεγγίσουμε τον Χριστό στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή (π. Μωυσής Αγιορείτης (†)



Τα στοιχεία τα κύρια της Σαρακοστής είναι η προσευχή και η νηστεία. Η προσευχή προϋποθέτει την πίστη. Ένας μη προσευχόμενος είναι αβοήθητος, ανασφαλής, τυφλός και μόνος. Δένεται με τη γη, την ύλη, δεν γνωρίζει να πετά ψηλά, να σελαγίζει στους ουρανούς, να έχει απαραίτητη ουράνια συνδρομή. Είναι μαγνητισμένος, δεμένος, προσκολλημένος στα φθαρτά γήινα. Δεν ξαγγιστρώνεται εύκολα. Προσπαθεί να θησαυρίζει στη γη. Αναζητά συνεχώς ηδονές, για να τον χαροποιήσουν, αλλά μάλλον οδύνη του δίνουν. Λυπηρό και αξιοθρήνητο να ψάχνει τη χαρά στη λάσπη. Η ανάβαση στον ουρανό ξεκινά με τη μεταμέλεια, την ειλικρινή μετάνοια, την κατανυκτική συντριβή. Αξίζει να νιώσει ότι δεν πλάστηκε για το χώμα. Η εμπάθεια δεν χαροποιεί αληθινά. Η προσκόλληση στο ενθάδε είναι σοβαρό λάθος και έχει κόστος με πικρές συνέπειες. Να ανέβεις πιο ψηλά από τα ορώμενα δεν είναι ακατόρθωτο. Είναι εφικτό για όλους. Αρκεί να το θελήσουν, να το αγαπήσουν. Στην αρχή είμαστε διστακτικοί, δειλοί, φοβισμένοι, δεν θέλουμε να το ρισκάρουμε.
Μάλιστα το θεωρούμε άπιαστο, παράξενο, αφύσικο, ακατόρθωτο, πάντως όχι για μας. Νομίζουμε πως είναι ανεπίτρεπτο και ανόσιο παιχνίδι, ότι είμαστε πολύ αμαρτωλοί για κάτι τέτοιο. Η προσευχή δεν είναι μόνο για τους αγίους. Αν όμως κάποιος προσεύχεται σεμνά και ταπεινά, αρχίζει να γλυκαίνεται η καρδιά του, να φωτίζεται, να ενισχύεται και να αναπαύεται. Αισθάνεται ότι αξίζει να προσεύχεται. Νιώθει ευφροσύνη, αγαλλίαση, ασφάλεια, ενδυνάμωση και παρηγοριά. Κατανοεί ότι είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής του, φυσική κίνηση, λειτουργία ένθεη. Γίνεται αγαθή συνήθεια και όχι τυπική πράξη. Καθημερινό εντρύφημα και δώρο. Όπως το σώμα θέλει καθημερινή τροφή, για να συντηρηθεί, έτσι και η αθάνατη ψυχή μας. Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά το Θεό και να μη συνδέεται μαζί του, να μη συνομιλεί και προσεύχεται. Πάντοτε τον συλλογίζεται και τον επικαλείται. Η μνήμη του Θεού είναι μία προσευχή. Μνημονεύεις τον αγαπώμενο και χαίρεσαι. Η θεία επίκληση είναι αφορμή μεγάλης χαράς, ειρήνης και ευλογίας.
Δίχως την προσευχή η ψυχή μένει άπνοη, αδύναμη, νοσηρή. Η προσευχή δίνει πνευματική υγεία, ισορροπία, διάκριση, φώτιση, αγιασμό. Η προσευχή τον θωρακίζει κατά της αμαρτίας. Ο προσευχόμενος έχει πιάσει κουβέντα με το Θεό και δεν ασχολείται με μάταια πράγματα. Μαθαίνει την ταπείνωση, την πραότητα, την απλότητα και την αγάπη. Ο προσευχόμενος είναι αγαπητό τέκνο του Θεού. Ένα μεγάλο δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Είναι η προσευχή. Η παρούσα περίοδος της Σαρακοστής είναι μία έκτακτη ευκαιρία να μάθουμε να προσευχόμαστε αληθινά.
(Πηγή: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΥΡΝΑΒΟΥ)

Τρίτη, Μαρτίου 19, 2019

Η προσευχή-άγιος Γρηγόριος Νύσσης


«…Ἡ προσευχὴ εἶναι φύλακας τῆς σωφροσύνης, χαλιναγωγεῖ τὸν θυμό, καταστέλλει τὴν ὑπερηφάνεια, καθαρίζει ἀπὸ τὴ μνησικακία, διώχνει τὸ φθόνο, καταργεῖ τὴν ἀδικία, ἐπανορθώνει τὴν ἀσέβεια.
      Ἡ προσευχὴ εἶναι δύναμη τῶν σωμάτων, φέρνει χαρὰ στὸ σπίτι, χορηγεῖ εὐνομία στὴν πόλη, παρέχει ἰσχὺ στὴν ἐξουσία, δίνει νίκη κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πολέμου, ἐξασφαλίζει τὴν εἰρήνη, ξαναενώνει τοὺς χωρισμένους, διατηρεῖ στὴ θέση τοὺς ἑνωμένους.
      Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ ἐπισφράγισμα τῆς παρθενίας, ἡ πιστότητα τοῦ γάμου, ὅπλο στοὺς ὁδοιπόρους, φύλακας ὅσων κοιμοῦνται, θάρρος τῶν ξύπνιων, στοὺς γεωργοὺς φέρνει τὴν εὐφορία, στοὺς ναυτιλόμενους χαρίζει τὴ σωτηρία.
      Ἡ προσευχὴ γίνεται συνήγορος τῶν δικαζομένων, ἐλευθερία τῶν φυλακισμένων, παρηγοριὰ τῶν λυπημένων, χαρὰ γιὰ τοὺς χαρούμενους, παρηγοριὰ στοὺς πενθοῦντες, δόξα γιʼ  αὐτοὺς πού ἔρχονται σὲ γάμο, γιορτὴ στὰ γενέθλια, σάβανο σʼ αὐτοὺς πού πεθαίνουν.
      Ἡ προσευχὴ εἶναι συνομιλία μὲ τὸν Θεό, θεωρία τῶν ἀοράτων, πληροφόρηση γιὰ ὅσα ἐπιθυμοῦμε, ὁμοτιμία μὲ τοὺς ἀγγέλους, προκοπὴ στὰ καλὰ ἔργα, ἀποτροπὴ ἀπὸ τὰ κακά, διόρθωση γιὰ κείνους πού ἁμαρτάνουν, ἀπόλαυση τῶν παρόντων ἀγαθῶν, ὑπόσταση τῶν ἀγαθῶν τοῦ μέλλοντος.
      Ἡ προσευχὴ μετέβαλε γιὰ τὸν Ἰωνᾶ σὲ σπίτι τὸ κῆτος, ἐπανέφερε στὴ ζωὴ τὸν Ἐζεκία ἀπὸ αὐτὲς τὶς πύλες τοῦ θανάτου. Γιὰ χάρη τῶν τριῶν νέων μετέστρεψε τὴ φλόγα τῆς καμίνου σὲ δροσερὴ αὔρα καὶ γιὰ τοὺς Ἰσραηλίτες κέρδισε νίκη κατὰ τῶν Ἀμαληκιτῶν, ἐνῶ τὶς ἑκατὸν ὀγδόντα πέντε χιλιάδες τοῦ Ἀσσυριακοῦ στρατοῦ μὲ ἀόρατη ρομφαία κατανίκησε σὲ μιὰ νύχτα.
      Καὶ κοντὰ σʼ αὐτὰ μπορεῖς νὰ βρεῖς ἀμέτρητα παραδείγματα ἀπὸ ἐκεῖνα πού ἔχουν γίνει κι ἀπὸ τὰ ὁποῖα φαίνεται καθαρὰ ὅτι κανένα ἀπὸ ὅσα θεωροῦνται πολύτιμα στὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴν προσευχή.
      Ἐπειδὴ εἶναι πολλὰ καὶ κάθε εἴδους τὰ ἀγαθὰ πού μᾶς ἔδωκε ἡ θεία χάρη, αὐτὸ τὸ ἕνα ἔχουμε νὰ ἀνταποδώσουμε γιὰ ὅσα λάβαμε, δηλαδὴ νὰ πληρώνουμε τὸν Εὐεργέτη μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν εὐχαριστία…».

από λόγος εις το πάτερ ημών

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2018

Σύντομη ερμηνεία της ευχής του αγίου Εφραίμ του Σύρου



Παραθέτουμε μια σύντομη ερμηνεία της σαρακοστινής ευχής του αγίου Εφραίμ, για κάποιους φίλους, πού την ζήτησαν.

Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου: Από τον πρώτο στίχο ο πιστός, αναθέτει την πορεία και την κατάληξη της ζωής του στον Κύριο και Θεό, τον οποίο αναγνωρίζει ως μοναδικό αυθέντη του και δεσπότη του. Η δεσποτεία αυτή είναι μια ομολογία αφοσίωσης, αφιέρωσης και πλήρους εμπιστοσύνης στον Θεό και δεν περικλείει κάποιο ίχνος δουλοπρέπειας. Επιπλέον δε, υποδηλοί την ευεργετική ταπεινοφροσύνη του προσευχομένου, πού είναι βασική προϋπόθεση για μια καθαρή προσευχή και αποτελεί τέλος σύντομη ομολογία πίστεως.

Πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως: Είναι ο Θεός πού δίδει πονηρούς λογισμούς και πνεύμα αμαρτίας στον άνθρωπο; Σίγουρα όχι , διότι ούτε εκπειράζει τον άνθρωπο, ούτε είναι πηγή του κακού. Πλην όμως, επειδή είναι ο "Κύριος και δεσπότης της ζωής", είναι ο παραχωρών διάφορες καταστάσεις, για την παιδαγωγία του ανθρώπου και χωρίς το θέλημα Του, δεν συμβαίνει τί ωφέλιμο ή επιβλαβές, ούτε καν οι εμπνεύσεις του πειραστή στον άνθρωπο. Τα πάθη αυτά πού παρατίθενται ως μία επίφοβη ομάδα, συνδέονται μεταξύ τους. Έχουν να κάνουν όλα ανεξαιρέτως με την αγωνιστικότητα του πιστού και τον πειρασμό της ραθυμίας! Αργία είναι να μην επιτελεί ο πιστός πνευματικό αγώνα, κόπους και έργα προς σωτηρία δική του και ωφέλεια των άλλων. Περιέργεια είναι η δειλία και μικροψυχία. Προ του αγώνα δηλαδή ο πιστός να περιεργάζεται κάθε δυσκολία, να δειλιά, να ραθυμεί και να πέφτει σε απελπισία, χωρίς καμία θέληση να επιτελέσει πνευματικό αγώνα και κατά Χριστόν ζωή και αρετές.Η φιλαρχία είναι η φιλοπρωτία. Ο πιστός οφείλει να είναι διάκονος του πλησίον, εμπράκτως και διά των έργων και όχι να ζητά να εξουσιάζει και να ξεχωρίζει, να υψηλαυχεί και να διακονείται. Η πνευματική ραθυμία, αργία και περιέργεια, φέρνουν την νέκρωση έργων, πού γεννάει τον εγωϊσμό και την βδελυρή ανάγκη να βλέπουμε τους γύρω μας ως οφειλέτες και υπηρέτες μας, την φιλαρχία δηλαδή. Αργολογία, είναι η φλυαρία, το πονηρό ρήμα, η κατάκριση, η καταλαλιά, αλλά και αυτό το ρήμα, πού δεν είναι ούτε ωφέλιμο, ούτε βλαβερό μεν , αλλά είναι ουδέτερο και ανώφελο δε και άκαρπο. Η αργολογία γεννάται κατά τον απόστολο Παύλο, στους ανθρώπους πού δεν εργάζονται, αλλά περιεργάζονται και διέρχονται τα σπίτια των χριστιανών, καταλαλώντας και ζώντας εις βάρος τους.Οπότε είναι απότοκος των προαναφερθέντων παθών και απόδειξη γελοιότητος και πνευματικής ακαρπίας.

Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαι μοι τω σω δούλω:Την προσευχή για την αποφυγή των παθών , διαδέχεται μία έκκληση για δωρεά αρετών. Διότι και αυτός ο αγώνας και αυτές οι αρετές είναι χαρισμένα από τον Θεό και όχι προσωπικά κατορθώματα.Σωφροσύνη είναι η εγκράτεια νου και σώματος, πού επιτυγχάνεται με σκληρή άσκηση και αυταπάρνηση και διαλύει πάσαν αργίαν.Ταπεινοφροσύνη  είναι η πλήρης εξάρτηση από τον Θεό, η υποταγή του θελήματος, πού γεννάει την γενναιότητα και το θάρρος και διαλύει πάσαν περιέργεια και μικροψυχία.Η υπομονή και η αγάπη είναι το αποκορύφωμα του κέρδους του χριστιανού αγωνιστή, πού νικούν κάθε αίσθημα φιλοπρωτίας και αργολογίας, γιατί θέτει τον χριστιανό διάκονο και έσχατο των αδελφών του, συντηρεί την ταπεινοφροσύνη και την χαρά και τον οδηγεί στην τελειότητα.

Ναι, Κύριε Βασιλεύ,δώρησαι μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μην κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας: Και πάλι μια αποδοχή και ομολογία της βασιλείας και της κυριότητας του Θεού στις ζωές μας, ο οποίος είναι ευλογητός, δηλαδή άξιος δόξας και ευχαριστίας, για τα χαρίσματα πού μας παρέχει, αλλά και γιατί είναι σίγουρο και ασφαλές πώς θα εισακούσει την προσευχή της τεταπεινωμένης και συντετριμμένης ύπαρξης.Η κατάκριση του αδελφού γεννάει την σύγκριση, την υπερηφάνεια, το μίσος και την παράνοια.Ενώ η ενδοσκόπηση και η αυτογνωσία,και η χάρη να βλέπουμε, να ορίζουμε και να απομονώνουμε τις αμαρτίες μας, ώστε να τις ελέγχουμε και να τις καταπολεμούμε,ταπεινώνει τον άνθρωπο, τον κάνει αληθινά σοφό και του δίνει την διάκριση και την όραση να βλέπει τον Θεό , τον εαυτό του και τους γύρω πολύ καθαρά. Να βλέπει τους πάντες, χωρίς να φαίνεται ο ίδιος και τέλος να γίνεται διά της διακρίσεως, της υψηλής, κατά χάριν επίγειος θεός ο ίδιος.

Η προσευχή αυτή είναι η χαρακτηριστικότερη της μεγάλης Τεσσαρακοστής και κρύβει εν συντόμω εντός της , όλες αυτές τις υψηλές έννοιες της ορθόδοξης ασκητικής και τα απαραίτητα συστατικά για να γνωρίσουμε τον Θεό, τον εαυτό και τον πλησίον μας. Άμποτε η χάρη και η δυναμική της, να συνοδεύουν τον ισόβιο αγώνα μας και να συντελέσουν στην κατά Χριστόν τελείωση και δικαίωση μας.

Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2018

Η προσευχή της Εκκλησίας


Η προσευχή του πλήθους έχει μεγάλη δύναμη, όταν συνυπάρχει και η αρετή. Αυτό υπονοεί η αγία Γραφή όταν λέει: «προσευχή εκτενής προς τον Θεόν εγίνετο υπό της Εκκλησίας υπέρ αυτού» (Πραξ. ιβ’, 5). Τόσο ισχυρά ήταν η προσευχή αυτή, ώστε αν και η φυλακή ήταν κλειστή, και ο Πέτρος ήταν σιδηροδέσμιος και κοιμόταν μεταξύ δύο φυλάκων, τον απελευθέρωσε. Όταν όμως δεν υπάρχει αρετή, αλλά κακία, η προσευχή του πλήθους είναι τελείως ανίσχυρη. Απόδειξη τούτου οι Ισραηλίτες, που ήταν πολυάριθμοι ως η άμμος της θάλασσας (Ησ. ι’, 22) και όμως χάθηκαν, καθώς και οι επί της εποχής του Νώε, που ήταν άπειροι και καταστράφηκαν υπό του κατακλυσμού. Διότι τη δύναμη στην προσευχή δεν τη δίνει απλώς ο μεγάλος αριθμός των συμπροσευχομένων, αλλ’ η προσθήκη της αρετής τούτων σε αυτήν.

Ιερός Χρυσόστομος

Κυριακή, Δεκεμβρίου 10, 2017

Φοβάμαι όταν λέω «γενηθήτω το θέλημά Σου» (Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ)

Μία κυρία στο Παρίσι πριν από λίγα χρόνια μου έλεγε ότι δεν τολμούσε να απαγγείλει την προσευχή αυτή μετά τα λόγια «ελθέτω η Βασιλεία Σου». Φοβόταν τόσο πολύ ώστε αν έλεγε στον Θεό έντιμα, «γενηθήτω το θέλημά Σου», τότε όφειλε να δεχθεί «όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή» με την ετοιμότητα να τα υπομένει χωρίς γογγυσμό, χωρίς μικροψυχία και τα παρόμοια. Πρόσφατα ένα άλλο πλάσμα μου έλεγε ακριβώς τα ίδια λόγια με σένα, σχετικά με το «και άφες ημίν… ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
Ο ίδιος όμως θεωρώ ότι, αν εμείς λέγαμε μόνο τις δύο πρώτες λέξεις της προσευχής αυτής, δηλαδή Πάτερ ημών, αντιλαμβανόμενοι το βαθύ τους νόημα, τότε όλη μας η ζωή σε όλα τα επίπεδα και τις εκδηλώσεις της θα άλλαζε ριζικά. Αν εγώ είμαι υιός τον άναρχου Πατρός, σημαίνει ότι βρίσκομαι έξω από την εξουσία του θανάτου, σημαίνει ότι δεν είμαι δούλος αλλά κύριος, κατ’ εικόνα της κυριότητος του ίδιου του Θεού, σημαίνει ότι αυθεντικά είμαι ελεύθερος με τη μοναδικά αληθινή έννοια της ελευθερίας. Παραμένοντας σε τέτοια κατάσταση, ο άνθρωπος δέχεται κάθε άλλον συνάνθρωπό του ως υιό αναστάσεως και παύει πλέον αυτός να είναι για μένα «μηδαμινός»» ή «ξένος», αλλά είναι ο αιώνιος αδελφός μου.
Πώς μπορώ να φονεύσω τέτοιον αδελφό; Αλλά μαζί του ούτως ή άλλως συναντιέμαι στην αιωνιότητα, έξω από την οποία είναι αδιανόητη η ύπαρξη ακόμη και του ιδίου του χρόνου. Ή όπως έλεγε ο Γέροντας Σιλουανός, «ο αδελφός μου είναι η ζωή μου».
Σε τέτοια κατάσταση ο άνθρωπος εύκολα και με φυσικό τρόπο συγχωρεί σε όλους τα πάντα και αγαπά πραγματικά τους εχθρούς του. Αλλά την αληθινή αυτή ευαγγελική κατάσταση κατορθώνουν μόνον όσοι πραγματικά πιστεύουν.
Η προσευχή που απορρέει από τέτοια παιδική πίστη αμεσότητας αποκαλύπτει στον άνθρωπο άλλους ορίζοντες, μπροστά στους οποίους όλα τα υπόλοιπα στερούνται νοήματος … Σου είναι γνωστή η πορεία αυτή της σκέψεως. Ας μεταφερθούμε σε άλλο θέμα… Αν ο άνθρωπος δεν πιστεύει στην ανάσταση, αν η μικρή αυτή και ελεεινή ζωή είναι η μοναδική γι’ αυτόν και μετά από αυτήν καταλήγει σε πλήρη εκμηδένιση, πώς μπορεί να συγχωρεί εκείνους που τον βλάπτουν στη φτώχια του; Υπερασπιζόμενος τον εαυτό του από τα πλήγματα μισεί τους εχθρούς, αποστρέφεται κάθε άνθρωπο που τον εκβιάζει.
Ακόμη χειρότερα, θέλει στη μηδαμινότητά του να δοκιμάσει τον εαυτό του ως δεσπότη και ισχυρό, και έτσι φθάνει στην εγκληματική βία εναντίον του αδελφού του. Από εδώ προκύπτουν ατελείωτες συγκρούσεις, αδελφοκτονίες και αλληλοκτονίες σε πολέμους, που ποτέ δεν σταματούν. Και κατά τη συνείδησή μου η μοναδική οδός προς την αυθεντικά «διαφανή» και αληθινά «ανθρώπινη» ειρήνη είναι να γίνει όλη η ανθρωπότητα κατ’ εικόνα του Ανθρώπου-Χριστού.

άλλη όψις)

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2017

...Ζω ευλαβώς το μέγα τούτο Μυστήριον, δια της αποκαλύψεως του οποίου εδόθη απάντησις εις πάντα τα ερωτήματά μου...

Ετόλμησα να ομιλήσω περί εκείνου, όπερ ο μοναχός φυλάττει συνήθως εντός αυτού ως πολύτιμον μυστικόν, εκ του φόβου μήπως «ο Ιησούς εκνεύση όχλου όντος» (πρβλ. Ιωάν. 5,13). Τούτο εδόθη εις εμέ, ότε έζων εισέτι εν τη Μονή, μετά μεγαλυτέρας δε δυνάμεως αργότερον, ότι ανεχώρησα εις την έρημον. Εκεί, εν τη απομονώσει, ησθάνθην την παρουσίαν του Ζώντος Θεού μέχρι λήθης του κόσμου.
 Γέροντας Σωφρόνιος του έσσεξ

Είναι αδύνατον να περιγράψω καταλλήλως την εμπειρίαν των Θείων επισκέψεων. Αύται δεν επαναλαμβάνονται πάντοτε υπό την ιδίαν μορφήν, αλλά σχεδόν εις εκάστην περίπτωσιν υπεισέρχεται νέον τι και κατά διάφορον ακολουθίαν.
Ενθυμούμαι ότι η επίκλησις του Ονόματος του Ιησού Χριστού συνωδεύετο μετά της αοράτου ελεύσεως Αυτού του Ιδίου· από της στιγμής δε εκείνης το Θαυμαστόν τούτο Όνομα, αλλά και άλλα Ονόματα του Θεού, έτι πλείον ή πρότερον απέβησαν δι’ εμέ αγωγοί ενώσεως μετ’ Αυτού. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήμην ήδη ιερεύς. Η τέλεσις της Θείας Λειτουργίας έλαβεν ωσαύτως άλλον χαρακτήρα: Ήτο ουχί μόνον πράξις ευλαβείας, καθαράς εξ αμφιβολιών πίστεως, αλλά δι’ όλου του είναι μου αίσθησις του Γεγονότος της παρουσίας του Θεού, Όστις τελεί το μυστήριον. Τότε ησθάνθην βαθέως το νόημα και την πραγματικότητα, άτινα περικλείονται εις τους λόγους του Μεγάλου Βασιλείου: «Συ εί ο χαρισάμενος ημίν ουρανίων μυστηρίων αποκάλυψιν» (ευχή της Προσκομιδής). Όντως ο Κύριος και εις ημάς τους εσχάτους πάντων των ανθρώπων, αποκαλύπτει το μυστήριον της ιερουργίας.
Μετά ταύτα ήρχετο η νοερά κατανόησις της αποτελεσματικότητος της λειτουργικής πράξεως, αλλά δεν γνωρίζω, εάν θα ανεύρω λόγους προς έκφρασιν της εμπειρίας μου. Η λειτουργία ως Θεία Πράξις αφομοιούται δι’ όλης της υπάρξεως ημών: Δεν τίθεται το ερώτημα πώς τούτο είναι δυνατόν. Δια τον ιερέα τούτο είναι εμφανώς οντολογικόν γεγονός. «Λάβετε … τούτο εστι το Σώμα Μου … Πίετε … τούτο εστι το Αίμα Μου». Και πρότερον μετείχον των μυστηρίων ουχί άνευ πίστεως, ουχί άνευ αγάπης, αλλά μετ’ ολιγώτερον εναργούς συνειδήσεως του τελουμένου. Δια της επικλήσεως του Ονόματος του Ιησού Χριστού εδόθη εις εμέ η πείρα της μακαρίας, αλλά και εν ταυτώ φοβεράς παρουσίας του Αιωνίου Θεού. Βεβαίως τούτο δεν σημαίνει ότι η τοιαύτη τάξις είναι υποχρεωτική δια πάντας.
Εκ των πρώτων λόγων της Λειτουργίας –«Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»– έρχεται η ελεήμων απάντησις του Θεού. Ουχί πάντοτε μετά της αυτής εντάσεως. Ο λειτουργικός κανών (Αναφορά) απαιτεί προσοχήν ιδιαιτέρως υπεύθυνον. Η υψίστη δε στιγμή είναι η της Επικλήσεως. Ο ιερεύς, και μετ’ αυτού πάντες οι εν τω ναώ ευρισκόμενοι, στρέφονται προς τον Θεόν Πατέρα μετά της δεήσεως, όπως εξαποστείλη το Πνεύμα το Άγιον. Και Αυτό έρχεται και τελεί εκείνο, περί του οποίου εγένετο ικεσία.
Δια της Λειτουργικής Πράξεως έμαθον να μελετώ την ζωήν του Χριστού-Ανθρώπου. Πριν ή είπη εις τους Αποστόλους: «Λάβετε … τούτο εστι το Σώμα Μου», μυστικώς εδεήθη του Πατρός. Δεν εξέφρασε τους φοβερούς τούτους λόγους ως Παντοκράτωρ, αλλ’ ως Υιός ανθρώπου, εκδιδάσκων ημάς, όπως μη επιτρέπωμεν οιανδήποτε εσωτερικήν κίνησιν φέρουσαν χαρακτήρα «αυτοθεώσεως». Την κατανόησιν ταύτην έθεσα ως θεμέλιον της εν Χριστώ ζωής μου: Ως κτίσμα, ικετεύω τον Πατέρα· αναμένω την σωτηρίαν μόνον ως δωρεάν της Άνωθεν αγάπης· την υιοθεσίαν αναζητώ ουχί άλλως, ει μη δια του Χριστού· τον αγιασμόν και τον φωτισμόν μόνον δια του Αγίου Πνεύματος. Οι Τρεις Ούτοι –Πατήρ, Υιός και Πνεύμα Άγιον– εν τη βαθεία συνειδήσει μου αποτελούν Μίαν Ζωήν, Μίαν Βασιλείαν, Έν Φως, Μίαν Αγάπην. Έκαστος εξ αυτών φέρει το απόλυτον πλήρωμα της Θεότητος. Διαιρούνται εν εμοί αδιαιρέτως. Ενούνται εν εμοί ασυγχύτως. Τούτο συνιστά το αιώνιον γεγονός του Θείου Είναι, του Οποίου την σφραγίδα διψώ να λάβω παρά την συνείδησιν της πλήρους αναξιότητός μου. Δεν επιχειρώ να ερμηνεύσω την Τριαδικήν Ενότητα δια λογικής αφαιρέσεως. Ζω ευλαβώς το μέγα τούτο Μυστήριον, δια της αποκαλύψεως του οποίου εδόθη απάντησις εις πάντα τα ερωτήματά μου.


 
Πηγή: "Περί Προσευχής" Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ). Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ Αγγλίας 1993.

Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017

Ἐλθέ τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλθέ ἡ αἰώνιος ζωή,
ἐλθέ τό ἀποκεκρυμμένον μυστήριον, ἐλθέ ὁ ἀκατονόμαστος θησαυρός,
ἐλθέ τό ἀνεκφώνητον πρᾶγμα, ἐλθέ τό ἀκατανόητον πρόσωπον,
ἐλθέ ἡ ἀΐδιος ἀγαλλίασις, ἐλθέ τό ἀνέσπερον φῶς,
ἐλθέ πάντων τῶν μελλόντων σωθῆναι ἡ ἀληθινή προσδοκία,
ἐλθέ τῶν κειμένων ἡ ἔγερσις, ἐλθέ τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάστασις,
ἐλθέ ὁ δυνατός, ὁ πάντα ἀεί ποιῶν
καί μεταποιῶν καί ἀλλοιῶν μόνῳ τῷ βούλεσθαι!
Ἐλθέ ὁ ἀόρατος καί ἀναφής πάντῃ ἀψηλάφητος,
ἐλθέ ὁ ἀεί μένων ἀμετακίνητος
καί καθ᾿ ὥραν ὅλος μετακινούμενος
καί ἐρχόμενος πρός ἡμᾶς τούς ἐν τῷ ᾅδη κειμένους,
ὁ ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν,
ἐλθέ τό περιπόθητον ὄνομα καί θρυλούμενον,
λαληθῆναι δέ παρ᾿ ἡμῶν, ὅπερ εἷς,
ἤ γνωσθῆναι, ὁποῖος ἤ ποταπός, ὅλως ἡμῖν ἀνεπίδεκτον.
Ἐλθέ ἡ αἰώνιος χαρά, ἐλθέ τό στέφος τό ἀμαράντινον,
ἐλθέ ἡ πορφύρα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί βασιλέως ἡμῶν,
ἐλθέ ἡ ζώνη ἡ κρυσταλλοειδής καί διάλιθος,
ἐλθέ τό ὑπόδημα τό ἀπρόσιτον,
ἐλθέ ἡ βασίλειος ἁλουργίς καί αὐτοκρατορική ὄντως δεξιά!
Ἐλθέ, ὅν ἐπόθησε καί ποθεῖ ἡ ταλαίπωρός μου ψυχή,
ἐλθέ ὁ μόνος πρός μόνον, ὅτι μόνος εἰμί, καθάπερ ὁρᾷς!
Ἐλθέ ὁ χωρίσας ἐκ πάντων
καί ποιήσας με μόνον ἐπί τῆς γῆς,
ἐλθέ ὁ γενόμενος πόθος αὐτός ἐν ἐμοί
καί ποθεῖν σε ποιήσας με, τόν ἀπρόσιτον παντελῶς!
Ἐλθέ ἡ πνοή μου καί ἡ ζωή,
ἐλθέ ἡ παραμυθία τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς,
ἐλθέ ἡ χαρά καί ἡ δόξα καί ἡ διηνεκής μου τρυφή!


ευχή μυστική του αγίου Συμεών

Τετάρτη, Μαρτίου 11, 2015

Είναι ο πλούτος πάντα σωτηρία; Να μην ζητάμε παράλογα πράγματα από τον Θεό.

παναγία των αμαρτωλών η Εγγυήτρια

Ενας λατόμος, έξω από την Αλεξάνδρεια,ονόματι Ευλόγιος, ήταν πάμπτωχος. Είχε όμως την καλή συνήθεια να γυρνάει κάθε νύχτα με ένα φανάρι στον δρόμο και να ζητά ξένους να φιλοξενήσει και μάλιστα μοναχούς της ερήμου.Καλός του φίλος και συχνός επισκέπτης ήταν ένας ασκητής, ο οποίος αγαπούσε τον Ευλόγιο, αλλά θλίβοταν για την φτώχεια του λατόμου. 

Κάποτε λοιπόν έκανε μεγάλη προσευχή να πλουτίσει ο φίλος του ο Ευλόγιος, με το σκεπτικό πώς αν γίνοταν έξαφνα πλούσιος, θα μπορούσε να ωφελήσει περισσότερους και να ελεήσει ακόμα πιό πολλούς.

Βλέπει λοιπόν τότε κατ' όναρ, πώς βρίσκοταν στα Ιεροσόλυμα, στον Πανάγιο Τάφο και δύο λαμπρόμορφοι νέοι τον άρπαξαν και τον παρουσίασαν σε έναν τρίτο φοβερό στην όψη νέο, πού δεν ήταν άλλος από τον Χριστό. Ο Κύριος τότε ρώτησε τον ασκητή, πού έτρεμε και έστεκε σαν απονεκρωμένος, αν εγγυάται για την ψυχή του Ευλογίου, εφ όσον Αυτός εκπληρώσει τις προσευχές του. Και εκείνος ο ασυλλόγιστός είπε: Ναι. Εγγυώμαι. Ευθύς τότε, του φάνηκε πώς μέσα από φωτιές κυλούσε απέραντο χρυσάφι και σκέπαζε τον Ευλόγιο. Τότε, ο ασκητής ξύπνησε , με την ενθύμηση όμως και τον φόβο αυτής της θεωρίας.

Εντωμεταξύ, ο Ευλόγιος πήγε στο λατομείο, όπως κάθε μέρα και με το πρώτο χτύπημα, ανακάλυψε μεγάλη ποσότητα χρυσών νομισμάτων! Και επειδή φοβήθηκε μήπως ο άρχοντας του τόπου τον θεωρήσει καταχραστή και κλέφτη, αρπάζει τα νομίσματα, κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια και από κει με ένα καράβι, φεύγει για την Βασιλεύουσα. Εκεί αγόρασε τίτλο τιμής και ένα πολυτελέστατο παλάτι και γρήγορα αναρριχήθηκε στα δημόσια αξιώματα. Ο πλούτος όμως σκλήρυνε την καρδιά του, και από ελεήμων και φιλάνθρωπος, κατάντησε άπληστος, σκληρόκαρδος και υπερήφανος.

Ο ασκητής πίσω στην Αίγυπτο, έχασε τον φίλο του και κατάλαβε ευθύς πώς ο Ευλόγιος μάλλον πλούτισε , κατά την υπόσχεση του Κυρίου και εγκατέλειψε την ταπεινή του θέση και παρέμεινε έτσι ικανοποιημένος και αμέριμνος. Ώσπου, μετά από πολύ καιρό βλέπει πάλι στον ύπνο του ο ασκητής, πώς μεταφέρθηκε στον Πανάγιο Τάφο, στο φοβερό δικαστήριο και πώς ο Κύριος εξοργισμένος και απειλητικός,διέτασσε βασανιστήρια και τιμωρία για τον άθλιο, πού εγγυήθηκε για την χαμένη ψυχή του Ευλογίου. Ο ασκητής κατάλαβε την μεγάλη πτώση του φίλου του και την ασυλλόγιστη εγγύηση πού έδωσε γι αυτόν και άρχισε να εκλιπαρεί για έλεος και για να του δοθεί καιρός να επανορθώσει. Ώσπου, μέσα σε φωτοχυσία και δόξα είδε την Υπεραγία Θεοτόκο να μεσιτεύει και να εγγυάται Εκείνη και για τον ασκητή τον ίδιο και για τον Ευλόγιο.

Αμέσως ξύπνησε ο ασκητής και έτρεξε μετά φόβου και αγωνίας να βρεί τον Ευλόγιο. Με τα πολλά, τον εντόπισε στην Κων/πολη,μεγάλο και τρανό άρχοντα, τον οποίο μάλιστα είδε κάποτε από μακρυά(πάντα από μακρυά), με μεγάλη φαντασία και συνοδεία , σαν να ήταν κάποιος βασιλιάς. Όμως όσο και αν παρακαλούσε τους υπηρέτες και τους δούλους, να τον δεχτεί σε ακρόαση ο Ευλόγιος, τόσο εκείνοι τον απόδιωχναν και μάλιστα τον χτύπησαν. Δεν μπορεσε να μπεί στο παλάτι του πρώην φιλόξενου ανθρώπου, ο ασκητής! Τόσο μεγάλη ήταν η πωρωση και η ακαταδεξιά του πρώην ελεήμονα Ευλόγιου και αυτή ήταν η επίδραση του άθλιου και άκοπου πλούτου! Οπότε καταπονημένος και δυστυχής ο ασκητής ξαναγύρισε στον τόπο του.

Ο Θεός όμως δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου, δεν άφησε τον Ευλόγιο και τον ασκητή να χαθούν.Ο Ευλόγιος συνωμότησε κατά του αυτοκράτορα, η συνωμοσία έγινε φανερή και εν μιά νυχτί, έχασε και την θέση και την περιουσία του!Με πολλές προφυλάξεις και κινδύνους κατάφερε να ξεφύγει από τους διώχτες του και ξαναγύρισε με πολλά βάσανα για να κρυφτεί στο ταπεινό του λατομείο.

Εκεί τον βρήκε μετά από λίγο ο ασκητής, ταπεινωμένο και εξαθλιωμένο, να έχει πάρει και πάλι το φανάρι του και να ψάχνει ξένο να φιλοξενήσει και να αναπαύσει. Με δάκρυα στα μάτια τότε, ο αββάς διηγήθηκε στον λατόμο την όλη υπόθεση και εκείνος αφού μετανόησε και έκλαψε πικρά, έλαβε την συγχώρηση. Με τον καιρό εξελίχτηκε ο Ευλόγιος στον πιό ταπεινό και ελεήμονα άνθρωπο του καιρού του . Αλλά και ο ίδιος ο ασκητής ωφελήθηκε και διδάχτηκε να μην ζητά ανόητα και επικίνδυνα πράγματα από τον Θεό.

( Από το Γεροντικό και τον Ευεργετηνό)

Τρίτη, Μαρτίου 27, 2012

Η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου




Kύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως
          
 Μια από τις ωραιότερες ευχές που υπάρχουν στην εκκλησιαστική υμνολογία μας, μια ευχή εκφράζουσα την εν Χριστώ άσκηση και εσωτέρα κάθαρση, είναι αυτή, η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, την οποία χρησιμοποιούμε νυχθημερόν κατά την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.   Μια σύντομη ευχή η οποία αναφέρεται στον ατέρμονα αγώνα του Χριστιανού να αποβάλλει τα πάθη του και να ενδυθεί τις αρετές του Κυρίου.  Κατέχει δε σημαντικότατη  θέση στην καθόλου λατρεία της νηστησίμου περιόδου, διότι απαριθμεί με ένα μοναδικό τρόπο όλα τα αρνητικά και θετικά στοιχεία της μετάνοιας και αποτελεί ένα κανόνα ελέγχου, έναν προσωπικό έλεγχο των θετικών και αρνητικών στοιχείων, ώστε αυτός να μας οδηγήσει στην απελευθέρωση από τα πάθη μας, και στην ενσωμάτωσή μας με τον Χριστό, διότι εκεί και μόνο υπάρχει η ουσιαστική ελευθερία.    
          Εκφωνούντες στο προοίμιο της ευχής το «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου», αυθωρεί αναγνωρίζουμε ότι Αυτός είναι ο Κύριος και Θεός μας, ο στοργικός και εύσπλαχνος Πατέρας μας, που εάν θέλουμε να αποκαλούμαστε γνήσιοι και αυθεντικοί υιοί του, πρέπει να απελευθερωθούμε από τα πάθη, να Τον ενδυθούμε, ζώντες σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του. 
          Το αρχικό πάθος, που αναφέρει  εδώ ο Όσιος Εφραίμ, είναι το πάθος της αργίας, δηλαδή η ψυχόλεθρη οκνηρία και παθητικότητα ολόκληρης της υπάρξεώς μας. Αργία είναι, με άλλες λέξεις, η απραξία, η έλλειψη διαθέσεως για εργασία, μια κατάσταση ράθυμη. Ο Κύριος εργάζεται αδιαλείπτως, μας αναφέρει Ιωάννης ο Ευαγγελιστής : «Ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται καγώ εργάζομαι». Και τούτο γιατί ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και εξακολουθεί να συνεχίζει το δημιουργικό του έργο, αφού μετά την δημιουργία δεν εγκατέλειψε τον κόσμο, αλλά εξακολουθεί να τον φροντίζει, να τον συντηρεί και μάλιστα να τον διακυβερνά στο τελικό του προορισμό. Έτσι η εργασία κατανοείται ως συμμετοχή του ανθρώπου στο δημιουργικό έργο του Θεού, και γίνεται, τρόπον τινά, ο άνθρωπος συν-δημιουργός του Θεού και συνδοξάζεται.  
          Στενά συνδεδεμένο με το πάθος της αργίας είναι και το πάθος της περιεργείας. Η περιέργεια φανερώνει την έλλειψη επίγνωσης και μετάνοιας καθώς και νοσηρή πνευματική κατάσταση. Απομονώνει τον άνθρωπο, τον καθιστά αντιπαθή μεταξύ των συνανθρώπων του και κολάζει επί πλέον την ψυχή του. Με άλλα λόγια η περιέργεια ως πάθος υπερβαίνεται μόνο στον βαθμό που ο άνθρωπος βρίσκει το κρυμμένο κέντρο της υπάρξεώς του, αυτό που ο Απόστολος ονομάζει «καρδίαν», η οποία όμως σύμφωνα με τον ψαλμωδόν πρέπει να είναι «συντετριμμένη και τεταπεινωμένη».  
          Φιλαρχία, είναι η αγάπη για την εξουσία, την πρωτοκαθεδρία, την αρχηγία. Εκφράζεται ως τάση επιβολής επί των άλλων και είναι αποτέλεσμα εγωισμού και ελλείψεως αυτογνωσίας. Η φιλαρχία αποκαλύπτει την κενότητα στην ψυχή μας, τον πνευματικό μαρασμό του ανθρώπου, την κατάσταση του σκοτασμού της ψυχής του, άρα και την τραγικότητα της υπάρξεώς του. Ο φίλαρχος, μη έχοντας εσωτερική πληρότητα αναζητεί να γεμίσει  το κενό της ψυχής του δια της επιβολής του επί των άλλων, δια της ικανοποιήσεως των φιλοδοξιών του. Αγνοεί την Ευαγγελική ρήση  «οι πρώτοι έσονται έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι». Φιλαρχία όμως, και πρωτιά, μπορούν να συνυπάρξουν μέσα στον Χριστιανισμό. Πώς ; όταν αυτή η πρωτιά είναι διακονία αγάπης και θυσίας χάρη του συνανθρώπου. « Εί τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος».
          Τελευταίος κρίκος του πλέγματος των παθών που αναφέρει ο Όσιος Εφραίμ, είναι η αργολογία. Η αργολογία είναι καθέδρα της κενοδοξίας λέγει ο Άγιος Ιωάννης της κλίμακος. Καθισμένη επάνω της η κενοδοξία προβάλλει και διαφημίζει τον εαυτό της. Η πολυλογία είναι σημάδι αγνωσίας, θύρα της καταλαλιάς, οδηγός στα ευτράπελα, πρόξενος της ψευδολογίας, σκορπισμός της κατανύξεως, είναι αυτή που προσκαλεί και δημιουργεί την ακηδία. Ο Πέτρος επειδή μίλησε « έκλαυσε πικρώς», ελησμόνησε το στόμα του ψαλμωδού, που είπε : « Είπα, φυλάξω τας οδούς μου, του μη αμαρτάνειν με εν γλώσση μου» (ψαλμ. Λη΄,2). Η σιωπή ακόμη του Ιησού, δημιούργησε στον Πιλάτο σεβασμό. Η σιωπή είναι «μήτηρ της προσευχής, κλεις του παραδείσου χρύσειος». Ο άνθρωπος δια της σιωπής καλλιεργεί την ψυχή του, αυξάνει τις αρετές, οδηγείται στην επίγνωση και στην μετάνοια. Κατά τους νηπτικούς πατέρες τούτο είναι αποτέλεσμα συνεργασίας της χάριτος του Θεού και της επιπόνου εργασίας του νου του ανθρώπου δια της επικλήσεως του ονόματος του Ιησού, «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με», της μικρής αυτής και σύντομης ευχής, αλλά μεγάλης σε νόημα, δια της οποίας νικούμε τα πάθη και αποσοβούμε τα πυρφόρα βέλη του παγκάκιστου διαβόλου, καλλιεργούμε δε και αυξάνουμε τις αρετές. Με βάση τα παραπάνω κατανοούμε ότι υπερβαίνεται εύκολα το δίλημμα που θέτουν αρκετοί Χριστιανοί, να μιλάει κανείς ή να σιωπά ; Εφόσον όμως, η σιωπή είναι χρυσός, καλύτερα κανείς με την σιωπή του να μιλά, και η ομιλία του να είναι καρπός σιωπής.
          Ο Όσιος Πατήρ, αναφέρεται στη συνέχεια στις αρετές της σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης.

ολόκληρο εδώ

Σάββατο, Ιανουαρίου 14, 2012

Χορταράκι ελέησον! Πουλάκι ελέησον!


Η αγία Βάτος στο Σινά
Χορταράκι ελέησον! Πουλάκι ελέησον! Τα πάντα μέσα μου και γύρω μου, και τα μικρά και τα μεγάλα, τα περασμένα και τα άπειρα, και τα απλά και τα αινιγματώδη, και τα σκοτεινά και τα φωτεινά, και το ορατό και το αόρατο, και το θνητό και το αθάνατο, και το καλό και το κακό, το παν και τα πάντα σε όλους τους κόσμους που γνωρίζω και αισθάνομαι, με υποκινούν σε κραυγαλέα προσευχή: Κύριε ελέησον! Οι πόνοι μας συνοψίζουν όλες τις ανθρώπινες λέξεις σε μια προσευχή και σε μια κραυγή: Κύριε ελέησον! Στραμμένοι προς Εσέ βρίσκουμε ξεχειλισμένο σ΄ όλο το είναι μας, μόνο ένα στεναγμό: Κύριε ελέησον! Θα θέλαμε να Σου πούμε τον εαυτό μας, αλλά χύνονται τα δάκρυά μας και Σου λέμε όλη την ψυχή μας μέσα σ΄ αυτά τα δυο λόγια: Κύριε ελέησον! Το κάθε κτίσμα έχει την καρδιά του. Και η καρδιά είναι με τούτο καρδιά, γιατί αναστενάζει και τείνει προς Εσέ: Κύριε ελέησον! Σ΄ αυτό το λυπημένο κόσμο ο άνθρωπος δεν έχει μεγαλύτερη ανάγκη από το να ελεηθεί πρώτιστα από Σένα, Κύριε ελέησον! Και μαζί με Σένα και πίσω από Σένα να τον ελεήσουν όλα τα όντα και όλη η κτίση: Κύριε ελέησον! Μητέρα ελέησον! Φίλε ελέησον! Χορταράκι ελέησον! Πουλάκι ελέησον! Όλα τα όντα σε όλους τους κόσμους: Ελεήστε!!! Ελεήστε!!! Ελεήστε!!
 (Ἁγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς) 
 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 07, 2011

Ερμηνεία του Πάτερ ημών, από τις Κατηχήσεις του Αγίου Αμβροσίου, επισκόπου Μεδιολάνων.





Οι άγιοι Απόστολοι παρεκάλεσαν τον Χριστό: «Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι, καθώς Ιωάννης εδίδαξε τους μαθητάς αυτού» (Λουκ. ια´, 1). Τότε ο Κύριος τους παρέδωσε την Κυριακή προσευχή (Ματθ. στ´, 9-13).


Πάτερ ημών
Η πρώτη λέξι, πόσο είναι γλυκειά! Μέχρι τώρα δεν τολμούσαμε να στρέψωμε το βλέμμα προς τον ουρανό. Χαμηλώναμε τα μάτια στην γη και, ξαφνικά, δεχθήκαμε την χάρι του Χριστού κι όλα τα αμαρτήματά μας συγχωρέθηκαν. Από πονηροί δούλοι, που ήμασταν, εγίναμε καλοί «υιοί». Μην υπερηφανευώμεθα, όμως, για την δική μας προσπάθεια, αλλά για την χάρι του Χριστού. «Χάριτί εστέ σεσωσμένοι», λέγει ο Απόστολος Παύλος (Εφεσ. β´, 5). Το να ομολογήσωμε την χάρι, δεν είναι οίησι, δεν είναι έπαρσι, αλλά πίστι. Το να διακηρύξωμε αυτό που ελάβαμε δεν είναι υπερηφάνεια, αλλά αφοσίωσι• ας υψώσωμε τα μάτια προς τον Πατέρα, που μας αναγέννησε με το λουτρό του Βαπτίσματος, προς τον Πατέρα, που μας «εξηγόρασε» με τον Υιό Του κι ας πούμε: «Πάτερ ημών». Είναι αυτή μια καλή, μια ταπεινή καύχησι. Σαν ένα παιδί, τον ονομάζομε πατέρα. Αλλά, μη διεκδικούμε κάποιο προνόμιο. Με τον ειδικό κι απόλυτο τρόπο δεν είναι Πατέρας παρά του Χριστού μονάχα• για μας είναι ο κοινός Πατέρας. Γιατί μόνο Εκείνον τον εγέννησε, ενώ εμάς μας εδημιούργησε. Ας λέμε λοιπόν και μεις, κατά χάριν, «Πάτερ ημών», για να γίνωμε άξιοι να είμαστε παιδιά Του. Ας κάνωμε δική μας την εύνοια και την τιμή, που εχάρισε στην Εκκλησία.


Ο εν τοις ουρανοίς
Τι σημαίνει «ο εν τοις ουρανοίς»; ας ακούσωμε την Γραφή, που λέγει: «Υψηλός επί πάντα τα έθνη (υψηλότερος από όλα τα έθνη), ο Κύριος, επί τους ουρανούς η δόξα αυτού» (Ψαλμ. ριβ´, 4). Παντού θα δούμε να γίνεται λόγος ότι ο Κύριος είναι στους ουρανούς, για τους οποίους λέγει ο ψαλμωδός: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού» (Ψαλμ.ιη´, 2). Ο ουρανός είναι εκεί οπού έχουν σταματήσει οι αμαρτίες. Ο ουρανός είναι εκεί οπού οι παραβάσεις τιμωρούνται. Ο ουρανός είναι εκεί οπού δεν υπάρχει καμμιά πληγή θανάτου.


Αγιασθήτω το όνομά σου
Τι σημαίνει «αγιασθήτω;». Σαν να ευχώμαστε να αγιασθή Εκείνος, που είπε: «άγιοι έσεσθε, ότι άγιος εγώ Κύριος ο Θεός υμών» (Λευϊτ. ιθ´, 2). Σαν να έχη την δύναμι ο δικός μας λόγος, να αυξήση τη δική Του αγιότητα… Όχι, δεν είναι αυτό. Ζητάμε να αγιασθή ο Θεός «εν ημίν», εντός μας. Το αγιαστικό του έργο να φθάση σε μας.


Ελθέτω η βασιλεία σου
Άρα γε δεν είναι αιώνια η βασιλεία του Θεού; Ο Ιησούς λέγει: «Εγώ εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον» (Εγώ γι αυτό γεννήθηκα και γι’ αυτό ήλθα στον κόσμο, Ιωάν. ιη´, 37), και μεις λέμε: «ελθέτω η βασιλεία σου», σαν να μην έχη έλθει• όμως, το αίτημα αυτό έχει ένα διαφορετικό νόημα.Ο Θεός έρχεται, όταν δεχώμαστε την χάρι Του. Ο ίδιος το βεβαιώνει: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστί» (Λουκ. ιζ´, 21).


Γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης
Με το Αίμα του Χριστού όλα ειρήνευσαν και στον ουρανό και στην γη. Ο ουρανός αγιάσθηκε, ο διάβολος εκδιώχθηκε. Βρίσκεται πια εκεί, οπού βρίσκεται ο άνθρωπος, τον οποίον απάτησε. «Γενηθήτω το θέλημά σου» σημαίνει να έλθη ειρήνη στην γη, όπως υπάρχει στον ουρανό.


Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον
Προτού εκφωνήσει ο ιερέας, κατά την Θ. Ευχαριστία, τα λόγια του Χριστού: «Λάβετε φάγετε… πίετε εξ αυτού πάντες…», αυτό που προσφέρομε ονομάζεται άρτος. Μετά την εκφώνησι δεν το ονομάζομε πια άρτο, αλλά Σώμα. Γιατί, όμως, στην Κυριακή προσευχή, την οποίαν απαγγέλλομε μετά τον καθαγιασμό, λέμε «τον άρτον ημών»; … Αλλά, προσθέτομε «τον επιούσιον», δηλαδή τον απαραίτητο για την συντήρησι της ουσίας• την υπόστασι της ψυχής μας δεν την ενισχύει ο άρτος ο υλικός, που μπαίνει στο σώμα μας, αλλ’ ο άρτος ο ουράνιος• τον ονομάζομε, όμως, κι «επιούσιο», που σημαίνει επίσης «καθημερινό», γιατί οι αρχαίοι ονόμαζαν την «αύριον»: «επιούσαν ημέραν». Έτσι εκφράζομε δύο έννοιες με μια λέξι.
Εάν, όμως, ο άρτος αυτός είναι και καθημερινός και απαραίτητος για την συντήρησι της ουσίας, γιατί περιμένομε να περάση ένας ολόκληρος χρόνος, για να μεταλάβωμε; ας λάβωμε κάθε ημέρα αυτό που μας χρειάζεται κάθε ημέρα. Ας ζούμε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είμεθα άξιοι να μεταλαμβάνωμε κάθε ημέρα. Γιατί, εκείνος που δεν είναι άξιος να τον λαμβάνη κάθε ημέρα, δεν θα είναι άξιος να τον δεχθή ούτε μια φορά τον χρόνο. Ο Ιώβ προσέφερε κάθε ημέρα θυσία για τους γιους του, από φόβο μήπως διέπραξαν κανένα αμάρτημα με τα λόγια ή με τις ενθυμήσεις της καρδιάς τους (Ιώβ α´, 5). Και μεις ακούμε πως, κάθε φορά που προσφέρεται η αναίμακτος θυσία, αναπαριστάνεται ο θάνατος και η Ανάστασι και η Ανάληψι του Κυρίου, και ξαναδίδεται η συγχώρησι των αμαρτιών, και δεν δεχώμεθα τον άρτο της ζωής; Όποιος έχει μια πληγή ζητάει κάποιο φάρμακο. Το να είμαστε υποταγμένοι στην αμαρτία είναι μια πληγή. Το ουράνιο φάρμακο είναι τα άχραντα Μυστήρια.
Αν μεταλαμβάνωμε κάθε ημέρα, τότε η κάθε ημέρα είναι για μας μία «σήμερον». Εάν σήμερα ο Χριστός είναι μέσα μας, αναγεννάει κι ανασταίνει την σημερινή μας ημέρα. Με ποιόν τρόπο; Ο Πατήρ ο εν τοις ουρανοίς λέγει στον Ιησού: «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλμ. β´, 7). Το «σήμερον» είναι η ημέρα κατά την οποίαν ο Χριστός ανασταίνεται. Υπάρχει το χθες και το σήμερα• όμως, ο Απόστολος λέγει: «Η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν» (Ρωμ. ιγ´, 12). Η νύχτα της «χθες» πέρασε. Η σημερινή ημέρα έφθασε.


Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών,ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών
Ποιό άλλο είναι το «οφείλημα», το χρέος, εκτός από την αμαρτία; αν δεν δεχώμασταν χρήματα από έναν ξένο δανειστή, δεν θα χρωστούσαμε. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο μας καταλογίζεται αμαρτία.
Είχαμε στην διάθεσί μας το «χρήμα» και ωφείλαμε μ αυτό να γεννηθούμε πλούσιοι. Ήμασταν πλούσιοι, πλασμένοι «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» (Γεν. α´, 26-27). Εχάσαμε αυτό που κατείχαμε, δηλαδή την ταπείνωσι, όταν από υπερηφάνεια προεβάλαμε διεκδικήσεις. Εχάσαμε το χρήμα μας. Εμείναμε γυμνοί σαν τον Αδάμ. Πήραμε από τον διάβολο ένα δάνειο, που δεν μας ήταν απαραίτητο. Κι έτσι εμείς, που ήμασταν ελεύθεροι «εν Χριστώ», εγίναμε αιχμάλωτοι του διαβόλου. Ο εχθρός κρατούσε το γραμμάτιο. Αλλ’ ο Κύριος το κάρφωσε πάνω στον Σταυρό και το έσβησε με το Αίμα Του (Κολ. β´, 14-15). Εξάλειψε το χρέος και μας ελευθέρωσε. Επομένως έχει ιδιαίτερη σημασία αυτό που λέμε: «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Ας το προσέξωμε: «άφες ημίν…, ως και ημείς αφίεμεν…», (Συγχώρησέ μας…, όπως κι εμείς συγχωρούμε). Αν συγχωρούμε, τότε κάνομε κάτι που είναι απαραίτητη προϋπόθεσι για να συγχωρηθούμε. Αν δεν συγχωρούμε, πώς ζητούμε, πώς απαιτούμε από τον Θεό να μας συγχωρήση;


Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν,αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού
Ας το προσέξωμε αυτό: «Μη εισενέγκης», μη μας αφήνεις να πέσωμε σε πειρασμό, στον οποίο δεν μπορούμε να αντισταθούμε. Δεν λέγει: «Μη μας οδηγείς στον πειρασμό». Αλλά σαν αθλητές, που θέλουμε να αγωνιστούμε, ζητάμε να έχωμε την δύναμι να αντισταθούμε στον εχθρό, δηλαδή στην αμαρτία. Ο Κύριος, που σήκωσε στους ώμους Του τις αμαρτίες μας και συγχώρησε τα λάθη μας, είναι ικανός να μας προστατεύση και να μας φυλάξη από τα τεχνάσματα του διαβόλου, που μας πολεμάει, ώστε ο εχθρός, που γεννάει συνεχώς το κακό, να μη μας κατακτήση• όποιος εμπιστεύεται στον Θεό, δεν φοβάται τον διάβολο. Γιατί «ει ο Θεός υπέρ ημών, τίς καθ’ ημών;» (Ρωμ. η´, 31). Σ’ Αυτόν, λοιπόν, ανήκει η τιμή και η δόξα, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Πέμπτη, Απριλίου 14, 2011

Στον Παθόντα Κύριο


....
Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Σύ που έκλαψες για το φίλο Σου Λάζαρο και τα μάτια Σου έσταξαν δάκρυα λύπης και συμπάθειας, δέξου τα δάκρυα της πικρίας μου. Με τα πάθη Σου θεράπευσε τα πάθη μου. Με τα τραύματά Σου γιάτρεψε τα τραύματά μου. Με το Άγιο αίμα Σου άγνισε το αίμα μου και η ευωδία του ζωοποιού Σου σώματος ας μοσχομυρίσει και το δικό μου σώμα. Η χολή, που Σε πότισαν, ας γλυκάνει την ψυχή μου απ΄ τις πικρίες, που με πότισε ο αντίδικος. Το σώμα Σου, που το τάνυσαν πάνω στο Σταυρό, ας ανεβάσει σε Σένα το νου μου, που τον τράβηξαν κάτω οι δαίμονες. Το κεφάλι Σου, που έγειρε πάνω στο Σταυρό, ας υψώσει το δικό μου κεφάλι, που το ταπείνωσε ο εχθρός. Τα Πανάγια χέρια Σου, που καρφώθηκαν από τους απίστους στο Σταυρό, ας με τραβήξουν απ΄ τον γκρεμό του χαμού, όπως υποσχέθηκε το Πανάγιο Σου στόμα. Το πρόσωπό Σου, που δέχθηκε χτυπήματα και φτυσίματα από τους καταραμένους, ας ομορφήνει το πρόσωπό μου, που το ασχήμιναν οι ανομίες μου. Η ψυχή Σου, που απ΄το Σταυρό την παρέδωσες στον Πατέρα Σου, ας με οδηγήσει στη Χάρη Σου. Δεν έχω καρδιά έμπονη για αναζήτησή Σου. Δεν έχω μετάνοια, ούτε κατάνυξη, πράγματα που φέρνουν τα παιδιά στην κληρονομιά τους. Δεν έχω, Κύριε, δάκρυ ικετευτικό. Σκοτίστηκε ο νους μου με τα βιοτικά και υλικά, και δεν έχει τη δύναμη να σε δει με πόνο και συμπάθεια. Πάγωσε η καρδιά μου απ΄το πλήθος των πειρασμών και δεν μπορεί να ζεσταθεί με τα δάκρυα της αγάπης για Σένα. Αλλά Σύ, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο θησαυρός των αγαθών, δώρησέ μου ολοκληρωμένη μετάνοια και καρδιά έμπονη για να βγω και να Σ΄αναζητήσω μ΄όλη μου την ψυχή, γιατί, χωρίς Εσένα, είμαι ξένος κάθε καλού. Χάρισέ μου, λοιπόν, Αγαθέ, την Χάρη Σου. Ο Πατέρας Σου... ας ξανακαινουργώσει μέσα μου την Εικόνα Σου. Σε εγκατέλειψα - μή μ΄εγκαταλείψεις. Μακρύνθηκα από Σένα - βγες να μ΄αναζητήσεις, να με βρεις και να με ξαναβάλεις στο κοπάδι των λογικών Σου προβάτων, και να με θρέψεις, μαζί μ΄αυτά, με τη χλόη των Θείων Σου μυστηρίων, των οποίων τόπος είναι η καθαρή καρδιά, στην οποία παρουσιάζεται και η έλλαμψη των αποκαλύψεών Σου, που είναι παρηγοριά κι αναψυχή γι΄αυτούς που κοπίασαν για Σένα με θλίψεις και ποικίλα βάσανα. Μακάρι ν΄αξιωθούμε κι εμείς να δούμε αυτή την έλλαμψη, με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία Σου, Κύριε Ιησού Χριστέ, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

,

(Άγιος Ισαάκ ο Σύρος) ,

Τρίτη, Φεβρουαρίου 16, 2010

H προσευχή της μεγάλης τεσσαρακοστής


Η ευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου

Ανάμεσα σ’ όλες τις προσευχές και τους ύμνους τις Μεγάλης Τεσσαρακοστής μπορεί να ονομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Παράδοση την αποδίδει σε έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον Άγιο Εφραίμ το Σύρο. Να το κείμενο της προσευχής:

«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καί ἀργολογίας μή μοι δῷς. Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονής καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα, καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν».



Τούτη η προσευχή λέγεται δύο φορές στο τέλος κάθε ακολουθίας της Μεγάλης Σαρακοστής από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή. Την πρώτη φορά λέγοντας την προσευχή κάνουμε μία μετάνοια σε κάθε αίτηση. Έπειτα κάνουμε δώδεκα μετάνοιες λέγοντας: «Ο Θεός, ἱλάσθητί μοι τῶ ἁμαρτωλῷ, καί ἐλέησόν με» . Ολόκληρη η προσευχή επαναλαμβάνεται με μια τελική μετάνοια στο τέλος της προσευχής.1

Γιατί αυτή η σύντομη και απλή προσευχή κατέχει μια τόσο σημαντική θέση στην όλη λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής; Διότι απαριθμεί, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, όλα τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία της μετάνοιας και αποτελεί, θα λέγαμε, ένα «κανόνα ελέγχου» του προσωπικού μας αγώνα στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτός ο αγώνας σκοπεύει πρώτα απ’ όλα στην απελευθέρωσή μας από μερικές βασικές πνευματικές ασθένειες που διαμορφώνουν τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους ακόμα και για να κάνουμε αρχή στροφής στο Θεό.

Η αργία

Η βασική ασθένεια είναι η αργία. Είναι η παράξενη εκείνη τεμπελιά και η παθητικότητα ολόκληρης της ύπαρξής μας που πάντα μας σπρώχνει προς τα «κάτω» μάλλον παρά προς τα «πάνω» και που διαρκώς μας πείθει ότι δεν είναι δυνατό ν’ αλλάξουμε και επομένως δε χρειάζεται να επιθυμούμε την αλλαγή. Είναι ένας βαθιά ριζωμένος κυνισμός που σε κάθε πνευματική πρόκληση απαντάει με το «γιατί;» και καταντάει την ζωή μας μια απέναντι πνευματική φθορά. Αυτή είναι η ρίζα όλης της αμαρτίας γιατί δηλητηριάζει κάθε πνευματική ενεργητικότητα στην πιο βαθιά της πηγή.

Η λιποψυχία2

Το αποτέλεσμα της «αργίας», είναι η «λιποψυχία»2. Είναι μια κατάσταση δειλίας που όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας τη θεώρησαν το μεγαλύτερο κίνδυνο της ψυχής. Η λιποψυχία, η αποθάρρυνση, είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να βλέπει καθετί καλό ή θετικό! Είναι η αναγωγή των πάντων στον αρνητισμό και στην απαισιοδοξία. Είναι στ’ αλήθεια μια δαιμονική δύναμη μέσα μας γιατί ο Σατανάς είναι βασικά ένας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιές στον άνθρωπο για το Θεό και για τον κόσμο· γεμίζει τη ζωή με σκοτάδι και αρνητισμό. Η λιποψυχία είναι η αυτοκτονία της ψυχής γιατί όταν ο άνθρωπος κατέχεται απ’ αυτή είναι εντελώς ανίκανος να δει το φως και να το επιθυμήσει.

Η φιλαρχία

Πνεύμα φιλαρχίας! Φαίνεται παράξενο πως η αργία και η λιποψυχία είναι ακριβώς εκείνα που γεμίζουν τη ζωή μας με τον πόθο της φιλαρχίας. Μολύνοντας όλη μας την τοποθέτηση απέναντι στη ζωή, κάνοντας την άδεια και χωρίς νόημα, μας σπρώχνουν ν’ αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα άλλα πρόσωπα.

Αν η ζωή μου δεν είναι προσανατολισμένη προς τον Θεό, αν δεν σκοπεύει σε αιώνιες αξίες, αναπόφευκτα θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι γίνονται τα μέσα για τη δική μου αυτοϊκανοποίηση. Αν ο Θεός δεν είναι ο «Κύριος και Δεσπότης της ζωής μου», τότε το εγώ μου γίνεται ο κύριος και δεσπότης μου, γίνεται το απόλυτο κέντρο του κόσμου μου και αρχίζω αν εκτιμώ καθετί με βάση τις δικές μου ανάγκες, τις δικές μου ιδέες, τις δικές μου επιθυμίες και τις δικές μου κρίσεις.

Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται η βασική μου αμαρτία στις σχέσεις με τις άλλες υπάρξεις, γίνεται μια αναζήτηση υποταγής τους σε μένα. Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να εκφράζεται η φιλαρχία μου σαν έντονη ανάγκη να διατάζω και να κηδεμονεύω τους «άλλους». Μπορεί επίσης να εκφράζεται και σαν αδιαφορία, περιφρόνηση, έλλειψη ενδιαφέροντος, φροντίδας και σεβασμού. Και είναι ακριβώς η «αργία», μαζί με τη «λιποψυχία» που απευθύνονται αυτή τη φορά προς τους άλλους· έτσι συμπληρώνεται η πνευματική αυτοκτονία με την πνευματική δολοφονία.

Η αργολογία

Τέλος είναι η αργολογία. Απ’ όλα γενικά τα δημιουργήματα μόνον ο άνθρωπος προικίστηκε με το χάρισμα του λόγου. Όλοι οι Πατέρες βλέπουν σ’ αυτό το χάρισμα την ακριβή «σφραγίδα» της θείας εικόνας στον άνθρωπο γιατί ο ίδιος ο Θεός αποκαλύφθηκε σαν Λόγος (Ιωαν. 1:1).

Αλλά όντας ο λόγος το ύψιστο δώρο, έτσι είναι και ο ισχυρότερος κίνδυνος. Όπως είναι η κυρίαρχη έκφραση του ανθρώπου, το μέσο για την προσωπική του πλήρωση, για τον ίδιο λόγο, είναι και το μέσο για την πτώση του, για την αυτοκαταστροφή του, για την προδοσία και την αμαρτία. Ο λόγος σώζει και ο λόγος σκοτώνει· ο λόγος εμπνέει και ο λόγος δηλητηριάζει. Ο λόγος είναι το μέσο της Αλήθειας αλλά είναι και μέσο για το δαιμονικό ψέμα.

Έχοντας μια βασικά θετική δύναμη ο λόγος, έχει ταυτόχρονα και μια τρομακτικά αρνητική. Ο λόγος δηλαδή δημιουργεί θετικά ή αρνητικά. Όταν αποσπάται από τη θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του γίνεται αργολογία. «Ενισχύει» την αργία, τη λιποψυχία και τη φιλαρχία και μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση. Γίνεται η κυρίαρχη δύναμη της αμαρτίας.

Αυτά τα τέσσερα σημεία είναι οι αρνητικοί «στόχοι» της μετάνοιας. Είναι τα εμπόδια που πρέπει να μετακινηθούν. Αλλά μόνον ο Θεός μπορεί να τα μετακινήσει. Ακριβώς γι’ αυτό και το πρώτο μέρος της προσευχής αυτής είναι μια κραυγή από τα βάθη της καρδιάς του αβοήθητου ανθρώπου.

Στη συνέχεια η προσευχή κινείται στους θετικούς σκοπούς της μετάνοιας.

Η Σωφροσύνη

Σωφροσύνη! Αν δεν περιορίσουμε –πράγμα που συχνά και πολύ λαθεμένα γίνεται- την έννοια της λέξης «σωφροσύνη» μόνο στη σαρκική σημασία της, θα μπορούσε να γίνει κατανοητή σαν το θετικό αντίστοιχο της λέξης «αργία». «Αργία», πρώτα απ’ όλα, είναι η αδράνεια, τα σπάσιμο της διορατικότητας και της ενεργητικότητάς μας, η ανικανότητα να βλέπουμε καθολικά, σφαιρικά. Επομένως αυτή η ολότητα είναι το εντελώς αντίθετο από την αδράνεια.

Αν συνηθίζουμε με τη λέξη σωφροσύνη να εννοούμε την αρετή την αντίθετη από τη σαρκική διαφθορά είναι γιατί ο διχασμένος χαρακτήρας μας, πουθενά αλλού δεν φαίνεται καλύτερα παρά στη σαρκική επιθυμία, που είναι η αλλοτρίωση του σώματος από τη ζωή και τον έλεγχο του πνεύματος. Ο Χριστός επαναφέρει την «ολότητα» (τη σωφροσύνη) μέσα μας και το κάνει αυτό αποκαθιστώντας την αληθινή κλίμακα των αξιών, με το να μας οδηγεί πίσω στο Θεό.


Η Ταπεινοφροσύνη

Ο πρώτος και υπέροχος καρπός της σωφροσύνης είναι η ταπεινοφροσύνη. Πάνω απ’ όλα είναι η νίκη της αλήθειας μέσα μας, η απομάκρυνση του ψεύδους μέσα στο οποίο ζούμε. Μόνο η ταπεινοφροσύνη είναι άξια της αλήθειας· μόνο μ’ αυτή δηλαδή μπορεί κανείς να δει και δεχτεί τα πράγματα όπως είναι και έτσι να δει το Θεό, το μεγαλείο Του, την καλωσύνη Του και την αγάπη Του στο καθετί. Να γιατί, όπως ξέρουμε, ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».

Η Υπομονή



Μετά τη σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, κατά φυσικό τρόπο, ακολουθεί η υπομονή. Ο «φυσικός» ή «πεπτωκώς» άνθρωπος είναι ανυπόμονος, γιατί είναι τυφλός για τον εαυτό του, και βιαστικός στο να κρίνει και να καταδικάσει τους άλλους. Με διασπαρμένη, ατελή και διαστρεβλωμένη γνώση των πραγμάτων που έχει, μετράει τα πάντα με βάση τις δικές του προτιμήσεις και τις δικές του ιδέες. Αδιαφορεί για τον καθένα γύρω του εκτός από τον εαυτό του, θέλει η ζωή του να είναι πετυχημένη τώρα, αυτή τη στιγμή.

Η υπομονή, βέβαια, είναι μια αληθινά θεϊκή αρετή. Ο Θεός είναι υπομονετικός όχι γιατί είναι «συγκαταβατικός» αλλά γιατί βλέπει το βάθος όλων των πραγμάτων, γιατί η εσωτερική πραγματικότητά τους, την οποία εμείς με την τυφλότητά μας δεν μπορούμε να δούμε, είναι ανοιχτή σ’ Αυτόν. Όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο Θεό τόσο περισσότερο υπομονετικοί γινόμαστε και τόσο πιο πολύ αντανακλούμε αυτή την απέραστη εκτίμηση για όλα τα όντα, πράγμα που είναι η κύρια ιδιότητα του Θεού.

Η Αγάπη

Τέλος, το αποκορύφωμα και ο καρπός όλων των αρετών, κάθε καλλιέργειας και κάθε προσπάθειας, είναι η αγάπη. Αυτή η αγάπη που, όπως έχουμε πει, μπορεί να δοθεί μόνο από το Θεό, είναι το δώρο που αποτελεί σκοπό που αποτελεί σκοπό για κάθε πνευματική προετοιμασία και άσκηση.

Η υπερηφάνεια

Όλα αυτά συγκεφαλαιώνονται στην τελική αίτηση της προσευχής του Αγίου Εφραίμ με την οποία ζητάμε: «…δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα, καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου…». Εδώ τελικά δεν υπάρχει παρά μόνο ένας κίνδυνος: η υπερηφάνεια. Η υπερηφάνεια είναι η πηγή του κακού και όλο το κακό είναι η υπερηφάνεια. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι αρκετό για μένα να βλέπω τα «ἐμά πταίσματα» γιατί ακόμα και αυτή η φαινομενική αρετή μπορεί να μετατραπεί σε υπερηφάνεια.

Τα πατερικά κείμενα είναι γεμάτα από προειδοποιήσεις για την ύπουλη μορφή ψευτοευσέβειας η οποία στην πραγματικότητα με το κάλυμμα της ταπεινοφροσύνης και της αυτομεμψίας μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματικά δαιμονική υπερηφάνεια. Αλλά όταν βλέπουμε τα δικά μας σφάλματα και δεν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας, όταν με άλλα λόγια, η σωφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη, η υπομονή και η αγάπη γίνονται ένα σε μας, τότε και μόνο τότε ο αιώνιος εχθρός –η υπερηφάνεια- θ’ αφανιστεί μέσα μας.


π. Αλέξανδρος Σμέμαν
από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή»,
εκδόσεις «Ακρίτας» http://www.xfe.gr

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

Αντώνιος του Σουρόζ: Λόγοι για την προσευχή


 

MIA ANAKAΛΥΨΗ  

Προσευχή σημαίνει αναζήτηση του Θεού, συνάντηση με τον Θεό, και προώθηση πιο πέρα από τη συνάντηση, στην κοινωνία μαζί Του. Η προσευχή είναι λοιπόν μια πράξη, ένα βίωμα, μία στάση.

Μια στάση όχι μόνο σε σχέση με τον Θεό αλλά και σε σχέση με τον κόσμο της δημιουργίας. Προκύπτει από τη συναίσθηση ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι απλώς δυσδιάστατος, φυλακισμένος στις συντεταγμένες του χρόνου και του χώρου -ένας κόσμος επίπεδος στον οποίο συναντούμε την επιφανειακή όψη των πραγμάτων, μια θαμπή επιφάνεια που σκεπάζει το κενό...

Η προσευχή προκύπτει από την ανακάλυψη ότι ο κόσμος έχει βάθος, και ότι δεν περιστοιχειζόμαστε μόνο από ορατά πράγματα, αλλά ότι είμαστε βουτηγμένοι μέσα σε αόρατα πράγματα και διαποτισμένοι απ’ αυτά.

Κι αυτός ο αόρατος κόσμος είναι συγχρόνως η παρουσία του Θεού, η ύψιστη και κορυφαία πραγματικότητα, και η εσώτατη μας αλήθεια.

Το ορατό και το αόρατο δε βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους ούτε μπορούν να αντιπαρατεθούν σαν ποσά προς άθροιση· είναι παρόντα συγχρόνως, όπως η φωτιά μέσα στο πυρωμένο σίδερο.

Το ένα συμπληρώνει το άλλο κατά ένα μυστηριώδη τρόπο που ο Άγγλος συγγραφέας Charles Williams περιγράφει ως «συν-ενύπαρξη»: Η παρουσία της αιωνιότητος στο χρόνο, το μέλλον μέσα στο παρόν και επίσης η παρουσία κάθε εφήμερης στιγμής μέσα στην αιωνιότητα, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όλα μαζί εσχατολογικά, το ένα μέσα στο άλλο όπως το δέντρο μέσα στο σπόρο!

Το να ζει κανείς μόνο μέσα στον ορατό κόσμο είναι σαν να ζει στην επιφάνεια, αγνοεί ή παραγκωνίζει όχι μόνο την ύπαρξη του Θεού, αλλά και το βάθος των δημιουργημάτων.

Σημαίνει καταδίκη του εαυτού μας σε μια επιφανειακή μόνο αντίληψη του κόσμου. Όταν όμως δούμε βαθύτερα τότε ανακαλύπτουμε στην καρδιά των πραγμάτων ένα σημείο ισορροπίας που αποτελεί την τελείωσή τους.

Στα γεωμετρικά μεγέθη δεν υπάρχει εσωτερικότητα. Τα όριά τους είναι πεπερασμένα. Ο κόσμος τέτοιων μορφών είναι δυνατό να πολλαπλασιαστεί, αλλά δεν μπορεί να επεκταθεί σε βάθος.

Η καρδιά όμως του ανθρώπου διαθέτει βάθος. Όταν προσεγγίσουμε την απαρχή της ζωής μέσα στον άνθρωπο, ανακαλύπτουμε πως η ίδια αυτή η ζωή πηγάζει από πιο πέρα.

Η καρδιά του ανθρώπου είναι ανοιχτή στο μη ορατό. Όχι στο μη ορατό της ψυχολογίας του βάθους, αλλά στο άπειρο μη ορατό, στο δημιουργικό Λόγο του Θεού στον Θεό τον ίδιο.

Έτσι η επιστροφή στον εαυτό μας δεν είναι συνώνυμη με την ενδοστρέφεια, αλλά με την ανάδυσή μας πέρα από τα όρια του πεπερασμένου εαυτού μας.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είπε: «Όταν ανακαλύπτεις την πόρτα της καρδιάς σου, ανακαλύπτεις την πύλη τ' ουρανού». Η ανακάλυψη τώρα του δικού μας εσωτερικού βάθους συμβαδίζει με την αναγνώριση του βάθους των άλλων. Καθένας μας έχει τη δική του απεραντοσύνη. Χρησιμοποιώ τη λέξη «απεραντοσύνη» σκόπιμα. Σημαίνει πως το βάθος δε μετριέται, όχι γιατί είναι τόσο μεγάλο που να μην το φτάνουν τα μέτρα μας, αλλά διότι η ποιότητα του δεν υπόκειται καθόλου σε μετρήσεις.

Η απεραντοσύνη της προσωπικής μας κλήσεως είναι ότι μετέχουμε στη θεία φύση, και ότι ανακαλύπτοντας το προσωπικό μας βάθος ανακαλύπτουμε τον Θεό τον οποίο μπορούμε να ονομάσουμε αθέατο πλησίον μας, Άγιον Πνεύμα, Χριστό, Πατέρα.

Επίσης ανακαλύπτουμε την απεραντοσύνη και την αιωνιότητα του Θεού στο γύρω κόσμο μας. Και αυτή είναι η απαρχή της προσευχής: η αναγνώριση ενός τρισδιάστατου κόσμου σε χρόνο, χώρο και σε ένα μόνιμο αλλά συνεχώς εναλλασσόμενο βάθος.

ολόκληρο εδώ

Δευτέρα, Ιανουαρίου 11, 2010

“Ο ίδιος ο Κύριος θα μας διδάξει την προσευχή”


Γέρων Πορφύριος

“Ο άνθρωπος ζητάει στον ουρανό τη χαρά και την ευτυχία. Ζητάει το αιώνιο μακριά απ΄όλους κι απ΄όλα, ζητάει να βρει τη χαρά στον Θεό. Ο Θεός είναι μυστήριο. Είναι σιωπή, είναι άπειρος, είναι το πάν. Την τάση της ψυχής για τον ουρανό την έχει όλος ο κόσμος, όλοι ζητάνε κάτι το ουράνιο. Σ΄Αυτόν στρέφονται όλα τα όντα, έστω και ασυνειδήτως. Σ΄Αυτόν να στρέφετε διαρκώς το νου σας. Αγαπήστε την προσευχή, την κουβέντα με τον Κύριο. Το πάν είναι η αγάπη, ο έρωτας με τον Κύριο, τον Νυμφίο Χριστό. Γίνετε άξιοι της αγάπης του Χριστού. Για να μη ζείτε στο σκοτάδι, γυρίστε το διακόπτη της προσευχής, ώστε να έλθει το Θείο φως στην ψυχή σας. Στο βάθος του είναι σας θα φανεί ο Χριστός. Εκεί, στο βάθος, είναι η Βασιλεία του Θεού. "Η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν". Η προσευχή γίνεται μόνο με το Άγιον Πνεύμα. Αυτό διδάσκει την ψυχή πώς να προσεύχεται. "Το γάρ τι προσευξόμεθα καθ΄ό δεί ούκ οίδαμεν, αλλ΄αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις". Εμείς δεν χρειάζεται να κάνουμε καμιά προσπάθεια. Ν΄απευθυνόμαστε στον Θεό, με ύφος ταπεινού δούλου, με φωνή παρακλητική και ικετευτική. Τότε η προσευχή μας είναι ευάρεστη στο Θεό. Να στεκόμαστε με ευλάβεια ενώπιον του Εσταυρωμένου και να λέμε: "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Αυτό τα λέει όλα. Όταν κινηθεί για προσευχή ο νους του ανθρώπου, στο δευτερόλεπτο του δευτερολέπτου έρχεται η Θεία χάρις. Τότε ο άνθρωπος γίνεται χαριτωμένος και βλέπει με άλλα μάτια τα πάντα. Το παν είναι ν΄αγαπήσουμε τον Χριστό, την προσευχή, τη μελέτη. Παίρνουμε ένα εκατομμύριο και το κόβουμε κομματάκια. Του ανθρώπου η προσπάθεια είναι το ένα εκατομμυριοστό. Πριν από την προσευχή η ψυχή πρέπει να προετοιμάζεται με προσευχή. Προσευχή για την προσευχή. Ακούστε τι εύχεται ο ιερέας μυστικά, την ώρα που διαβάζεται ο Απόστολος κατά την Θεία Λειτουργία: "Έλαμψον εν ταις καρδίαις ημών φιλάνθρωπε Δέσποτα το της Σης Θεογνωσίας ακήρατον φως και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς εις την των ευαγγελικών Σου κηρυγμάτων κατανόησιν. Ένθες ημίν τον των μακαρίων Σου εντολών φόβον, ίνα τάς σαρκικάς επιθυμίας πάσας καταπατήσαντες πνευματικήν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τα προς ευαρέστησιν την σην και φρονούντες και πράττοντες. Συ γαρ ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων ημών, Χριστέ ο Θεός, και Σοί την δόξαν αναπέμπομεν συν τω ανάρχω Σου Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ Σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων". Στην προσευχή μπαίνουμε χωρίς να το καταλάβουμε. Χρειάζεται να βρεθούμε και σε κατάλληλο κλίμα. Η αναστροφή με τον Χριστό, η συζήτηση, η μελέτη, η ψαλτική, το καντηλάκι, το θυμίαμα, γίνονται το κατάλληλο κλίμα, ώστε όλα να γίνουν απλά, "εν απλότητι καρδίας". Διαβάζοντας τις ψαλμωδίες, τις ακολουθίες, με έρωτα, χωρίς να το καταλάβουμε γινόμαστε άγιοι. Ευφραινόμαστε με τα Θεία λόγια. Αυτή η ευφροσύνη, αυτή η χαρά είναι η δική μας προσπάθεια, για να μπούμε εύκολα στην ατμόσφαιρα της προσευχής, η προθέρμανση, όπως λέμε. Μπορούμε και να φέρνουμε στο νου μας ωραίες εικόνες από τοπία που είδαμε. Αυτή η προσπάθεια είναι απαλή, αναίμακτη. Αλλά μην ξεχνάμε αυτό που είπε ο Κύριος: "Χωρίς εμού ού δύνασθε ποιείν ουδέν". Ο ίδιος ο Κύριος θα μας διδάξει την προσευχή. Δεν θα τη μάθουμε μόνοι μας, ούτε άλλος κανείς θα μας τη μάθει. Μη λέμε, "έκανα τόσες μετάνοιες, εξασφάλισα τώρα την χάρι", αλλά να ζητούμε να λάμψει εντός μας το ακήρατον φως της θείας γνώσεως και να ανοίξει τα πνευματικά μας μάτια, για να κατανοήσουμε τα θεία Του λόγια. Με τον τρόπο αυτό, χωρίς να το καταλάβουμε, αγαπάμε τον Θεό χωρίς σφιξίματα, προσπάθεια κι αγώνα. Αυτά που είναι δύσκολα στους ανθρώπους, για τον Θεό είναι πολύ εύκολα. Τον Θεό θα Τον αγαπήσουμε ξαφνικά, όταν η χάρις θα μας επισκιάσει. Αν αγαπήσουμε πολύ τον Χριστό, η ευχή θα λέγεται μόνη της. Ο Χριστός θα είναι συνεχώς στο μυαλό μας και στην καρδιά μας.

Πηγή: Από το βιβλίο “ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ” γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ καυσοκαλυβίτου ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΡΥΣΟΠΗΓΗΣ ΧΑΝΙΑ 2003, εικόνα orthodox photos